Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα leaf. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα leaf. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018

Η ΦΩΝΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ- III/III - Η ΜΟΝΗ ΦΩΝΗ


Η Φεβρωνία εξακολουθούσε να χαζεύει ακόμα την πόλη από τη βεράντα της. Ήταν η ώρα που έκλειναν τα εμπορικά καταστήματα και ξεκινούσε η κίνηση. Αν και ήταν στον δέκατο τρίτο όροφο τα κορναρίσματα ακούγονταν καθαρά. Τα κόκκινα φρένα που αναβόσβηναν ταυτόχρονα την έκαναν να κολλάει το βλέμμα της στην άσφαλτο για ώρα. Ένιωθε σχεδόν τον εκνευρισμό των οδηγών που ήθελαν απεγνωσμένα να φτάσουν στα σπίτια τους. Η Μαύκα συνήθιζε να σκαρφαλώνει στα φαρδιά κάγκελα και να κόβει βόλτες. Ή το έκανε γιατί κι εκείνη το ευχαριστιόταν να βλέπει αυτή τη βαβούρα από ψηλά ή το έκανε για να τραβήξει την προσοχή της Φεβρωνίας. Θα διέσχιζε νωχελικά τη βεράντα από άκρη σε άκρη νιαουρίζοντας κρατώντας την ουρά της περήφανα ψηλά στον αέρα. Θα τελείωνε αυτό το φλερτ με τον κίνδυνο όταν άγγιζε με την υγρή της μύτη τα δάχτυλα της Φεβρωνίας που ακουμπούσαν στο κάγκελα διεκδικώντας την αγκαλιά της
Φόρεσε το μαντήλι στο λαιμό της. Δεν είχε καθρέπτη εκεί κοντά για να το δει πώς έπεφτε πάνω της αλλά το ένιωθε καλά στο δέρμα της. Η κίνηση στον κεντρικό δρόμο καλά κρατούσε. Το μυαλό της έμοιαζε να είχε πάρει φωτιά. Όλα είχαν αλλάξει τώρα. Οι, μέχρι τώρα, καθημερινές συνήθειες που είχε σαν πυξίδα τώρα απλά δεν είχαν κανένα νόημα χωρίς τη Μαύκα. Είχε αποπροσανατολιστεί. Όλα έμοιαζαν πιο εχθρικά και απειλητικά από ποτέ. Είχε μείνει σιωπηλή τόσο καιρό και αυτό την είχε φοβίσει. Ο νέος της εαυτός την είχε φοβίσει. Η απώλεια ήταν το πιο γερό χαστούκι που είχε δεχτεί μέχρι τώρα. Πώς θα ήταν τα πράγματα από εδώ και πέρα; Αυτές οι τόσες λέξεις που βρίσκονταν στο λαιμό της στριμωγμένες θα έμεναν εκεί για πάντα;
 Άρχισε να σουρουπώνει. Δεν είχε καταλάβει πώς είχε περάσει η ώρα. Τα αυτοκίνητα σαν να είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Τα κορναρίσματα ίσα που ακούγονταν. Δε χρειάστηκε να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Αυτήν την παρόρμηση δεν είχε σκοπό να την καταπνίξει. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να πνίξει ένα ορμητικό ποτάμι από λόγια που ανέβαινε το λαιμό της, γαργαλούσε τη γλώσσα της και ετοιμαζόταν να ρίξει το οχυρό των δοντιών και να χυθεί προς τα έξω;

Μπορεί η Μαύκα να έλειπε, αλλά όλα όσα δεν είχε πει όλα αυτά τα χρόνια ήταν έτοιμα να βγουν και να την απελευθερώσουν. Δεν αντιστάθηκε. Άνοιξε το στόμα της διάπλατα και, κοιτάζοντας την πόλη στα μάτια, έβγαλε μια κραυγή που είχε όλα τα παράπονα του κόσμου. Δε θύμιζε κραυγή ανθρώπου αλλά αγριεμένου αρπακτικού στο δάσος που ψάχνει τη λεία του. Θύμιζε την κραυγή της επιβίωσης των πρώτων ανθρώπων. Θύμιζε κάτι απόκοσμο που το πήραν μαζί τους οι λίγες κόρνες των αυτοκινήτων και σκορπίστηκε στον αέρα. 

THE VOICE UNDER THE LEAF - III/III - THE ONLY VOICE


Fevronia was still gazing at the city from her balcony. It was the closing time for the shops and traffic was getting heavy. The car horns sounded crystal clear even though she was on the thirteenth floor. The red brake lights flashing simultaneously made her stick her eyes to the street. She could almost feel the drivers’ nerves that desperately wanted to go home. Mafka used to climb on the wide rail and enjoy her strolls. She either did it because she truly enjoyed it to watch all this havoc from above or she wanted to draw Fevronia’s attention. She would slowly traverse the balcony meowing holding her tail proudly up in the air. She would end this flirtation with danger the moment she touched with her wet nose Fevronia’s fingers longing for her hug.
She wore the scarf around her neck. There was no mirror nearby so she could not see how it looked on her but she felt it gently on her skin. Traffic in the central road was still heavy. Her mind was on fire. Everything was different now. Her daily routine up to now that had her going had no meaning without Mafka. She was disoriented. Everything looked more threatening and hostile than ever. She was silent for so long that had scared her so much. Her new self had scared her. Loss was the strongest punch she had ever felt. How things were going to turn up from now on? Those innumerable words stuck in her throat were going to stay there forever?
The sky was getting dusky. She had no idea how time had flown. Cars were evidently less in the street. You could scarcely hear the horns now. She didn’t have to think it over. She was not to restrain that impulse. And how could she stop a ranging river or words that was going up her throat, tickling her tongue, was about to break down the teeth’s fort and cause floods?
Even though Mafka was absent, every single word that was not spoken all those years were about to come out and set her free. She did not resist. She opened her mouth and, looking the city straight in the eyes, screamed filling the air with all the complaints of the world. It did not resemble a human scream but a wild beast in the forest looking out for its prey. It resembled the first man’s survival scream. It was something eerie that the horns of the few passing cars took with them and smashed it in the air. 


Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

Η ΦΩΝΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ - II/III - ΑΒΕΒΑΙΗ ΘΕΑ



Η Φεβρωνία έβγαλε το μαντήλι από την γυαλιστερή του τσάντα και το χάζεψε. Σαν να είχε μια άλλη απόχρωση τώρα, χωρίς τους πολυελαίους  του καταστήματος. Ναι, ήταν σίγουρα πιο γήινο, πιο αληθινό. Στεκόταν όρθια στην ανοιχτή πόρτα του σαλονιού. Ήταν το πιο φωτεινό σημείο του σπιτιού, ειδικά αυτήν την ώρα που ο ήλιος αγκάλιαζε το δωμάτιο. Το απαλό αεράκι του απογεύματος ανέμιζε την μπεζ κουρτίνα. Έφτιαξε μια δροσερή λεμονάδα, έβαλε μπόλικο πάγο, φόρεσε ένα φόρεμα με φαρδιές τιράντες, που χαιρόταν που της έκανε ακόμα, και βγήκε στη βεράντα. Ήπιε μια γενναία γουλιά και χάζεψε έξω την πόλη. Της έμοιαζε ασυντόνιστη, σαν να μην είχαν συγχρονιστεί όλα τα όργανα σε ένα κονσέρτο, σαν να ακουγόταν ένα φάλτσο από μια χορωδία. Τώρα που το καλοσκεφτόταν, κάπως έτσι ένιωθε κι η ίδια τον τελευταίο καιρό.
Το σπίτι ήταν στον τελευταίο όροφο μια πολυκατοικίας με άλλους δώδεκα. Ήταν μικρό και παλιό, με σκουριασμένους σωλήνες και συχνά βραχυκυκλώματα, αλλά δεν την πείραζε καθόλου.  To χαμηλό νοίκι και η τεράστια βεράντα ήταν αρκετά για να την κάνουν να το αγαπήσει. Το μαντήλι το είχε ακόμα στα χέρια της. Την έπειθε ότι, αν το κοίταζε και συγκεντρωνόταν στο μεγάλο πράσινο φύλλο στο κέντρο, θα μπορούσε να νιώσει εκείνο το φωτεινό κέντρο βάρους της, τότε που η Μαύκα της είχε δώσει την αυτοκυριαρχία μέσα από τη φωνή της. 

Η Φεβρωνία δεν καταλάβαινε γιατί ήταν τόσο δύσκολο για τους άλλους να ακούσουν τη φωνή της γάτας. Η ίδια την άκουγε πεντακάθαρα. Κι όσο περνούσε ο καιρός δεν ήταν μόνο η φωνή της επικοινωνίας της  αλλά και η φωνή της συνείδησής της. Θα τη συμβούλευε τι να κάνει, πώς να χειριστεί την ενήλικη ζωή, που διαγραφόταν ιδιαίτερα πολύπλοκη. Οι μεγάλοι δεν την πίστευαν. Τα πρώτα τεστ και εξετάσεις πολλαπλασιάστηκαν μαζί με τις αγωγές χαπιών και θεραπείες. Η Φεβρωνία άκουγε τη γάτα που της ψιθύριζε να μην παίρνει τίποτα από όλα αυτά. Οι δυο τους είχαν γίνει ένα εναντίον όλων όσων κοιτούσαν τη Μαύκα επιφυλακτικά. Στο πανεπιστήμιο δυσκολευόταν να παρακολουθήσει τα μαθήματα και τα παράτησε στο δεύτερο έτος. Η Μαύκα δεν την είχε πιέσει ιδιαίτερα να το προσπαθήσει έτσι κι αλλιώς. Τα τεστ σταμάτησαν ξαφνικά με τους γονείς της αποκαρδιωμένους. Νοίκιασε με το επίδομα που της έδινε η πρόνοια το μικρό σπίτι αυτό και ξεκίνησε να δουλεύει για λίγες ώρες σε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε ομπρέλες λίγο έξω από το κέντρο. Η Μαύκα ήταν πάντα μαζί της, παρά τα σχόλια και τα περίεργα βλέμματα. Τη βοηθούσε όσο μπορούσε να μη νιώθει αφόρητη μοναξιά ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους. Έλιωσε ο πάγος στη λεμονάδα. Έσφιξε το μαντήλι στα χέρια της.

THE VOICE UNDER THE LEAF - II/III - UNCERTAIN VIEW


Fevronia took the scarf out of its shiny bag and stared at it. It looked as if it had another hue now, far away from the store’s chandeliers. It was definitely more natural, more real. She stood still by the open living room’s door. It was the most sun lit spot of the house, especially at this hour when the sun embraced the room. The afternoon breeze moved gently the off- white curtain. She made a cold lemonade with extra ice, she put on a dress with wide straps that still fitted her and walked out to the balcony. She took a long sip and gazed at the city. It looked a bit out of tune, as if the musical instruments had not been synchronized in a concert, as if someone was out of tune in a choir. Now that she thought about it, she was feeling the same more or less.
The flat was at the last floor of a block with twelve more. It was small and old, with rusty pipes and it often had blackouts, but she didn’t mind at all. The low rent and the big balcony were enough for her to love it. She still held the scarf. It convinced her that, if she focused on the big green leaf in the center, she could be able to feel her center of gravity back when Mafka had given her self-control through her voice.

Fevronia could not understand why it was so hard for the others to hear the cat’s voice. She herself could hear it crystal clear. And as time went by, it was not only the voice of her communication but also the voice of her consciousness. It would advise her what to do, how to handle the adult life that seemed so complicated. The grown- ups did not believe her. They multiplied the tests and the check- ups and so did the medication and the remedies. Fevronia listened to the cat who told her not to take any of these. The two of them were one against everyone who saw Mafka with suspicion. She found it hard to keep up at the university and she dropped out on the second year. Mafka was not so eager to give it a try anyway. The tests suddenly stopped, leaving her parents broken hearted. She rented this flat with the money that the welfare gave her and she started working part time in an umbrella factory just outside the city center. Mafka was always with her despite the gossip and the funny looks. The cat helped her, as much as it could, not to feel that lonely among so many people. The ice melted. She held the scarf really tight in her fist. 

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018

Η ΦΩΝΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ - I/III - ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΜΑΝΤΗΛΙ


«Μα, φυσικά, το μαντήλι είναι το μόνο αξεσουάρ που χρειάζεται μια γυναίκα» έλεγε με μπλαζέ ύφος η πωλήτρια και η Φεβρωνία ένιωθε τουλάχιστον αγράμματη που δεν ήξερε τα προστάγματα της μόδας.
Το είχε δει στη βιτρίνα. Ήταν ένα βαθύ κίτρινο μαντήλι με τυπωμένο ένα μεγάλο φύλλο φοινικιάς στο κέντρο. Της φάνηκε τόσο ρεαλιστικά ζωγραφισμένο που το χάζευε για ώρα και δε δίστασε να μπει στο κατάστημα για να το δει από κοντά. Το χάιδευε με τρυφερότητα και κάθε λέξη της πωλήτριας κατάφερνε να μπει όλο και πιο βαθιά στην τσάντα της Φεβρωνίας, να βρει επιτέλους το πορτοφόλι της, να το ανοίξει και να της ακουμπήσει τα χρήματα στο ταμείο. Ήξερε κατά βάθος ότι οι πιθανότητες να το φορέσει ήταν μηδαμινές.
Βγήκε από το κατάστημα κι έβαλε τα γυαλιά ηλίου. Πρώτες μέρες του φθινοπώρου κι ο ήλιος έκαιγε, μια υπενθύμιση ότι το καλοκαίρι ήταν ακόμα εδώ με ό,τι είχε φέρει μαζί του. Αυτό το καλοκαίρι είχε φέρει για τη Φεβρωνία το θάνατο της γάτας της. Είχε γεράσει και πια δεν έβλεπε αλλά μέχρι τις τελευταίες της ημέρες μπορούσε να της μιλάει. Την είχε βρει ένα παρόμοιο καυτό μεσημέρι κάτω από ένα μεγάλο φύλλο φοινικιάς σε ένα οικόπεδο στη γειτονιά. Όταν οι μεγάλοι κοιμούνταν, εκείνη έβγαινε για να εξερευνήσει τον τότε κόσμο της που έφτανε μέχρι την άκρη του τετραγώνου. Η γάτα νιαούριζε σπαρακτικά κάτω από το φύλλο, ήταν πεινασμένη και φοβισμένη και το ίδιο μικρή όσο κι η Φεβρωνία. Την πήρε μαζί της θέλοντας να την προστατέψει. Οι γονείς της είδαν με καλό μάτι το δέσιμο της μικρής τους κόρης με το γατάκι, ίσως γιατί η μικρή Φεβρωνία είχε πάει εφτά ετών και δε μιλούσε. Οι γιατροί δεν είχαν βρει τίποτα παθολογικό και το είχαν αποδώσει σε ψυχολογικά αίτια. Τους είχαν συστήσει υπομονή και ψυχραιμία. 

Kαι περίμεναν. Θεωρούσαν ότι στο σχολείο που θα έκανε φίλους θα λυνόταν η γλώσσα της. Κι έτσι δεν έφεραν αντίρρηση όταν πήγε πρώτη μέρα στο σχολείο με τη Μαύκα αγκαλιά. Ήταν άσπρη με μαύρο κεφάλι και το «μαυροκέφαλη» ήταν μεγάλη λέξη. Κι από την πρώτη μέρα μέχρι το πανεπιστήμιο δεν έφυγε από εκεί. Ήταν κομμάτι του εαυτού της και όλοι έπρεπε να το αποδεχτούν. Δε μίλησε ποτέ σε κανέναν η Φεβρωνία, αλλά δε χρειάστηκε να το κάνει. Η αλήθεια είναι ότι τη βρήκε τη μιλιά της αλλά μέσα από τη γάτα της. Πάντα απαντούσε η γάτα της αντί για αυτήν. Αυτή ήταν η φωνή της, η μεταμόρφωση της σκέψης της σε πυγμή και θάρρος. Η Μαύκα απαντούσε στα παιδιά που την κορόιδευαν, στους καθηγητές όταν τη σήκωναν στον πίνακα για το μάθημα, στους γονείς της όταν της ζητούσαν να μαζέψει τα παιχνίδια της. Απαντούσε με λέξεις και φράσεις που υπήρχαν στο μυαλό της Φεβρωνίας. Έμοιαζε με εγγαστρίμυθο που, αντί για ξύλινη κούκλα, είχε μια γάτα στα γόνατά του. Αυτή ήταν η φωνή που έβγαινε από τα δικά της σωθικά. Η μόνη φωνή.

THE VOICE UNDER THE LEAF - I/III - THE YELLOW SCARF


“The scarf is definitely the only accessory a woman will ever need” the saleswoman said arrogantly and Fevronia felt ashamed at least since she was not aware of such fashion rules.
She had seen it in the shop window. It was a dark yellow scarf with a large palm leaf printed in the center. It seemed so realistically painted that she looked at it for long and she did not hesitate to enter the shop just to have a closer look at it. She tenderly caressed it and every word coming out of the saleswoman’s mouth got deeper in Fevronia’s bag, finally found her wallet, got to open it, took out the money and left it on the counter. She knew deep down that she would never wear it.
She came out of the store and put her sunglasses on. Even though those were the first days of September, the sun still burned, a reminder that the summer was still here with everything that has brought along with it. That summer had brought for Fevronia her cat’s death. She was old and she could no longer see but she could talk to her until her last days. She had found the cat on a similar hot afternoon under a large palm leaf in a plot in the neighborhood. When the grown-ups were asleep she would go outside to explore the world that, back then, covered the block. The cat meowed in agony under the leaf, she was hungry and scared and small like Fevronia. She took her with her wanting to protect her. Her parents liked the idea of their daughter’s bond with the kitten, perhaps because Fevronia was already seven years old and had not spoken yet. The doctors had not found any pathological causes and they had attributed it to psychological ones. They had recommended patience and composure. 

And they waited. They assumed that school would be a breakthrough since she would make friends. So they never objected to her carrying Mafka on her lap on her first day at school. She was white with a black head and “black headed” was a big word. From that first day until the university the cat never left her lap. She was a part of her and everyone had to accept it. Fevronia never spoke to anyone but she didn’t have to. The truth is that she had found her voice through the cat. The cat always answered instead of her. This was her voice, the transformation of her thought into strength and courage. Mafka answered to the children’s bullying at school, to the teachers when they wanted to examine her, to her parents when they asked of her to pick up her toys. Fevronia looked like a ventriloquist who, instead of a wooden puppet, had a cat in her lap. That was the voice that came out of her insides. The only voice.