Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα scarf. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα scarf. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018

Η ΦΩΝΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ- III/III - Η ΜΟΝΗ ΦΩΝΗ


Η Φεβρωνία εξακολουθούσε να χαζεύει ακόμα την πόλη από τη βεράντα της. Ήταν η ώρα που έκλειναν τα εμπορικά καταστήματα και ξεκινούσε η κίνηση. Αν και ήταν στον δέκατο τρίτο όροφο τα κορναρίσματα ακούγονταν καθαρά. Τα κόκκινα φρένα που αναβόσβηναν ταυτόχρονα την έκαναν να κολλάει το βλέμμα της στην άσφαλτο για ώρα. Ένιωθε σχεδόν τον εκνευρισμό των οδηγών που ήθελαν απεγνωσμένα να φτάσουν στα σπίτια τους. Η Μαύκα συνήθιζε να σκαρφαλώνει στα φαρδιά κάγκελα και να κόβει βόλτες. Ή το έκανε γιατί κι εκείνη το ευχαριστιόταν να βλέπει αυτή τη βαβούρα από ψηλά ή το έκανε για να τραβήξει την προσοχή της Φεβρωνίας. Θα διέσχιζε νωχελικά τη βεράντα από άκρη σε άκρη νιαουρίζοντας κρατώντας την ουρά της περήφανα ψηλά στον αέρα. Θα τελείωνε αυτό το φλερτ με τον κίνδυνο όταν άγγιζε με την υγρή της μύτη τα δάχτυλα της Φεβρωνίας που ακουμπούσαν στο κάγκελα διεκδικώντας την αγκαλιά της
Φόρεσε το μαντήλι στο λαιμό της. Δεν είχε καθρέπτη εκεί κοντά για να το δει πώς έπεφτε πάνω της αλλά το ένιωθε καλά στο δέρμα της. Η κίνηση στον κεντρικό δρόμο καλά κρατούσε. Το μυαλό της έμοιαζε να είχε πάρει φωτιά. Όλα είχαν αλλάξει τώρα. Οι, μέχρι τώρα, καθημερινές συνήθειες που είχε σαν πυξίδα τώρα απλά δεν είχαν κανένα νόημα χωρίς τη Μαύκα. Είχε αποπροσανατολιστεί. Όλα έμοιαζαν πιο εχθρικά και απειλητικά από ποτέ. Είχε μείνει σιωπηλή τόσο καιρό και αυτό την είχε φοβίσει. Ο νέος της εαυτός την είχε φοβίσει. Η απώλεια ήταν το πιο γερό χαστούκι που είχε δεχτεί μέχρι τώρα. Πώς θα ήταν τα πράγματα από εδώ και πέρα; Αυτές οι τόσες λέξεις που βρίσκονταν στο λαιμό της στριμωγμένες θα έμεναν εκεί για πάντα;
 Άρχισε να σουρουπώνει. Δεν είχε καταλάβει πώς είχε περάσει η ώρα. Τα αυτοκίνητα σαν να είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Τα κορναρίσματα ίσα που ακούγονταν. Δε χρειάστηκε να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Αυτήν την παρόρμηση δεν είχε σκοπό να την καταπνίξει. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να πνίξει ένα ορμητικό ποτάμι από λόγια που ανέβαινε το λαιμό της, γαργαλούσε τη γλώσσα της και ετοιμαζόταν να ρίξει το οχυρό των δοντιών και να χυθεί προς τα έξω;

Μπορεί η Μαύκα να έλειπε, αλλά όλα όσα δεν είχε πει όλα αυτά τα χρόνια ήταν έτοιμα να βγουν και να την απελευθερώσουν. Δεν αντιστάθηκε. Άνοιξε το στόμα της διάπλατα και, κοιτάζοντας την πόλη στα μάτια, έβγαλε μια κραυγή που είχε όλα τα παράπονα του κόσμου. Δε θύμιζε κραυγή ανθρώπου αλλά αγριεμένου αρπακτικού στο δάσος που ψάχνει τη λεία του. Θύμιζε την κραυγή της επιβίωσης των πρώτων ανθρώπων. Θύμιζε κάτι απόκοσμο που το πήραν μαζί τους οι λίγες κόρνες των αυτοκινήτων και σκορπίστηκε στον αέρα. 

THE VOICE UNDER THE LEAF - III/III - THE ONLY VOICE


Fevronia was still gazing at the city from her balcony. It was the closing time for the shops and traffic was getting heavy. The car horns sounded crystal clear even though she was on the thirteenth floor. The red brake lights flashing simultaneously made her stick her eyes to the street. She could almost feel the drivers’ nerves that desperately wanted to go home. Mafka used to climb on the wide rail and enjoy her strolls. She either did it because she truly enjoyed it to watch all this havoc from above or she wanted to draw Fevronia’s attention. She would slowly traverse the balcony meowing holding her tail proudly up in the air. She would end this flirtation with danger the moment she touched with her wet nose Fevronia’s fingers longing for her hug.
She wore the scarf around her neck. There was no mirror nearby so she could not see how it looked on her but she felt it gently on her skin. Traffic in the central road was still heavy. Her mind was on fire. Everything was different now. Her daily routine up to now that had her going had no meaning without Mafka. She was disoriented. Everything looked more threatening and hostile than ever. She was silent for so long that had scared her so much. Her new self had scared her. Loss was the strongest punch she had ever felt. How things were going to turn up from now on? Those innumerable words stuck in her throat were going to stay there forever?
The sky was getting dusky. She had no idea how time had flown. Cars were evidently less in the street. You could scarcely hear the horns now. She didn’t have to think it over. She was not to restrain that impulse. And how could she stop a ranging river or words that was going up her throat, tickling her tongue, was about to break down the teeth’s fort and cause floods?
Even though Mafka was absent, every single word that was not spoken all those years were about to come out and set her free. She did not resist. She opened her mouth and, looking the city straight in the eyes, screamed filling the air with all the complaints of the world. It did not resemble a human scream but a wild beast in the forest looking out for its prey. It resembled the first man’s survival scream. It was something eerie that the horns of the few passing cars took with them and smashed it in the air. 


Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

Η ΦΩΝΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ - II/III - ΑΒΕΒΑΙΗ ΘΕΑ



Η Φεβρωνία έβγαλε το μαντήλι από την γυαλιστερή του τσάντα και το χάζεψε. Σαν να είχε μια άλλη απόχρωση τώρα, χωρίς τους πολυελαίους  του καταστήματος. Ναι, ήταν σίγουρα πιο γήινο, πιο αληθινό. Στεκόταν όρθια στην ανοιχτή πόρτα του σαλονιού. Ήταν το πιο φωτεινό σημείο του σπιτιού, ειδικά αυτήν την ώρα που ο ήλιος αγκάλιαζε το δωμάτιο. Το απαλό αεράκι του απογεύματος ανέμιζε την μπεζ κουρτίνα. Έφτιαξε μια δροσερή λεμονάδα, έβαλε μπόλικο πάγο, φόρεσε ένα φόρεμα με φαρδιές τιράντες, που χαιρόταν που της έκανε ακόμα, και βγήκε στη βεράντα. Ήπιε μια γενναία γουλιά και χάζεψε έξω την πόλη. Της έμοιαζε ασυντόνιστη, σαν να μην είχαν συγχρονιστεί όλα τα όργανα σε ένα κονσέρτο, σαν να ακουγόταν ένα φάλτσο από μια χορωδία. Τώρα που το καλοσκεφτόταν, κάπως έτσι ένιωθε κι η ίδια τον τελευταίο καιρό.
Το σπίτι ήταν στον τελευταίο όροφο μια πολυκατοικίας με άλλους δώδεκα. Ήταν μικρό και παλιό, με σκουριασμένους σωλήνες και συχνά βραχυκυκλώματα, αλλά δεν την πείραζε καθόλου.  To χαμηλό νοίκι και η τεράστια βεράντα ήταν αρκετά για να την κάνουν να το αγαπήσει. Το μαντήλι το είχε ακόμα στα χέρια της. Την έπειθε ότι, αν το κοίταζε και συγκεντρωνόταν στο μεγάλο πράσινο φύλλο στο κέντρο, θα μπορούσε να νιώσει εκείνο το φωτεινό κέντρο βάρους της, τότε που η Μαύκα της είχε δώσει την αυτοκυριαρχία μέσα από τη φωνή της. 

Η Φεβρωνία δεν καταλάβαινε γιατί ήταν τόσο δύσκολο για τους άλλους να ακούσουν τη φωνή της γάτας. Η ίδια την άκουγε πεντακάθαρα. Κι όσο περνούσε ο καιρός δεν ήταν μόνο η φωνή της επικοινωνίας της  αλλά και η φωνή της συνείδησής της. Θα τη συμβούλευε τι να κάνει, πώς να χειριστεί την ενήλικη ζωή, που διαγραφόταν ιδιαίτερα πολύπλοκη. Οι μεγάλοι δεν την πίστευαν. Τα πρώτα τεστ και εξετάσεις πολλαπλασιάστηκαν μαζί με τις αγωγές χαπιών και θεραπείες. Η Φεβρωνία άκουγε τη γάτα που της ψιθύριζε να μην παίρνει τίποτα από όλα αυτά. Οι δυο τους είχαν γίνει ένα εναντίον όλων όσων κοιτούσαν τη Μαύκα επιφυλακτικά. Στο πανεπιστήμιο δυσκολευόταν να παρακολουθήσει τα μαθήματα και τα παράτησε στο δεύτερο έτος. Η Μαύκα δεν την είχε πιέσει ιδιαίτερα να το προσπαθήσει έτσι κι αλλιώς. Τα τεστ σταμάτησαν ξαφνικά με τους γονείς της αποκαρδιωμένους. Νοίκιασε με το επίδομα που της έδινε η πρόνοια το μικρό σπίτι αυτό και ξεκίνησε να δουλεύει για λίγες ώρες σε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε ομπρέλες λίγο έξω από το κέντρο. Η Μαύκα ήταν πάντα μαζί της, παρά τα σχόλια και τα περίεργα βλέμματα. Τη βοηθούσε όσο μπορούσε να μη νιώθει αφόρητη μοναξιά ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους. Έλιωσε ο πάγος στη λεμονάδα. Έσφιξε το μαντήλι στα χέρια της.

THE VOICE UNDER THE LEAF - II/III - UNCERTAIN VIEW


Fevronia took the scarf out of its shiny bag and stared at it. It looked as if it had another hue now, far away from the store’s chandeliers. It was definitely more natural, more real. She stood still by the open living room’s door. It was the most sun lit spot of the house, especially at this hour when the sun embraced the room. The afternoon breeze moved gently the off- white curtain. She made a cold lemonade with extra ice, she put on a dress with wide straps that still fitted her and walked out to the balcony. She took a long sip and gazed at the city. It looked a bit out of tune, as if the musical instruments had not been synchronized in a concert, as if someone was out of tune in a choir. Now that she thought about it, she was feeling the same more or less.
The flat was at the last floor of a block with twelve more. It was small and old, with rusty pipes and it often had blackouts, but she didn’t mind at all. The low rent and the big balcony were enough for her to love it. She still held the scarf. It convinced her that, if she focused on the big green leaf in the center, she could be able to feel her center of gravity back when Mafka had given her self-control through her voice.

Fevronia could not understand why it was so hard for the others to hear the cat’s voice. She herself could hear it crystal clear. And as time went by, it was not only the voice of her communication but also the voice of her consciousness. It would advise her what to do, how to handle the adult life that seemed so complicated. The grown- ups did not believe her. They multiplied the tests and the check- ups and so did the medication and the remedies. Fevronia listened to the cat who told her not to take any of these. The two of them were one against everyone who saw Mafka with suspicion. She found it hard to keep up at the university and she dropped out on the second year. Mafka was not so eager to give it a try anyway. The tests suddenly stopped, leaving her parents broken hearted. She rented this flat with the money that the welfare gave her and she started working part time in an umbrella factory just outside the city center. Mafka was always with her despite the gossip and the funny looks. The cat helped her, as much as it could, not to feel that lonely among so many people. The ice melted. She held the scarf really tight in her fist. 

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018

Η ΦΩΝΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ - I/III - ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΜΑΝΤΗΛΙ


«Μα, φυσικά, το μαντήλι είναι το μόνο αξεσουάρ που χρειάζεται μια γυναίκα» έλεγε με μπλαζέ ύφος η πωλήτρια και η Φεβρωνία ένιωθε τουλάχιστον αγράμματη που δεν ήξερε τα προστάγματα της μόδας.
Το είχε δει στη βιτρίνα. Ήταν ένα βαθύ κίτρινο μαντήλι με τυπωμένο ένα μεγάλο φύλλο φοινικιάς στο κέντρο. Της φάνηκε τόσο ρεαλιστικά ζωγραφισμένο που το χάζευε για ώρα και δε δίστασε να μπει στο κατάστημα για να το δει από κοντά. Το χάιδευε με τρυφερότητα και κάθε λέξη της πωλήτριας κατάφερνε να μπει όλο και πιο βαθιά στην τσάντα της Φεβρωνίας, να βρει επιτέλους το πορτοφόλι της, να το ανοίξει και να της ακουμπήσει τα χρήματα στο ταμείο. Ήξερε κατά βάθος ότι οι πιθανότητες να το φορέσει ήταν μηδαμινές.
Βγήκε από το κατάστημα κι έβαλε τα γυαλιά ηλίου. Πρώτες μέρες του φθινοπώρου κι ο ήλιος έκαιγε, μια υπενθύμιση ότι το καλοκαίρι ήταν ακόμα εδώ με ό,τι είχε φέρει μαζί του. Αυτό το καλοκαίρι είχε φέρει για τη Φεβρωνία το θάνατο της γάτας της. Είχε γεράσει και πια δεν έβλεπε αλλά μέχρι τις τελευταίες της ημέρες μπορούσε να της μιλάει. Την είχε βρει ένα παρόμοιο καυτό μεσημέρι κάτω από ένα μεγάλο φύλλο φοινικιάς σε ένα οικόπεδο στη γειτονιά. Όταν οι μεγάλοι κοιμούνταν, εκείνη έβγαινε για να εξερευνήσει τον τότε κόσμο της που έφτανε μέχρι την άκρη του τετραγώνου. Η γάτα νιαούριζε σπαρακτικά κάτω από το φύλλο, ήταν πεινασμένη και φοβισμένη και το ίδιο μικρή όσο κι η Φεβρωνία. Την πήρε μαζί της θέλοντας να την προστατέψει. Οι γονείς της είδαν με καλό μάτι το δέσιμο της μικρής τους κόρης με το γατάκι, ίσως γιατί η μικρή Φεβρωνία είχε πάει εφτά ετών και δε μιλούσε. Οι γιατροί δεν είχαν βρει τίποτα παθολογικό και το είχαν αποδώσει σε ψυχολογικά αίτια. Τους είχαν συστήσει υπομονή και ψυχραιμία. 

Kαι περίμεναν. Θεωρούσαν ότι στο σχολείο που θα έκανε φίλους θα λυνόταν η γλώσσα της. Κι έτσι δεν έφεραν αντίρρηση όταν πήγε πρώτη μέρα στο σχολείο με τη Μαύκα αγκαλιά. Ήταν άσπρη με μαύρο κεφάλι και το «μαυροκέφαλη» ήταν μεγάλη λέξη. Κι από την πρώτη μέρα μέχρι το πανεπιστήμιο δεν έφυγε από εκεί. Ήταν κομμάτι του εαυτού της και όλοι έπρεπε να το αποδεχτούν. Δε μίλησε ποτέ σε κανέναν η Φεβρωνία, αλλά δε χρειάστηκε να το κάνει. Η αλήθεια είναι ότι τη βρήκε τη μιλιά της αλλά μέσα από τη γάτα της. Πάντα απαντούσε η γάτα της αντί για αυτήν. Αυτή ήταν η φωνή της, η μεταμόρφωση της σκέψης της σε πυγμή και θάρρος. Η Μαύκα απαντούσε στα παιδιά που την κορόιδευαν, στους καθηγητές όταν τη σήκωναν στον πίνακα για το μάθημα, στους γονείς της όταν της ζητούσαν να μαζέψει τα παιχνίδια της. Απαντούσε με λέξεις και φράσεις που υπήρχαν στο μυαλό της Φεβρωνίας. Έμοιαζε με εγγαστρίμυθο που, αντί για ξύλινη κούκλα, είχε μια γάτα στα γόνατά του. Αυτή ήταν η φωνή που έβγαινε από τα δικά της σωθικά. Η μόνη φωνή.

THE VOICE UNDER THE LEAF - I/III - THE YELLOW SCARF


“The scarf is definitely the only accessory a woman will ever need” the saleswoman said arrogantly and Fevronia felt ashamed at least since she was not aware of such fashion rules.
She had seen it in the shop window. It was a dark yellow scarf with a large palm leaf printed in the center. It seemed so realistically painted that she looked at it for long and she did not hesitate to enter the shop just to have a closer look at it. She tenderly caressed it and every word coming out of the saleswoman’s mouth got deeper in Fevronia’s bag, finally found her wallet, got to open it, took out the money and left it on the counter. She knew deep down that she would never wear it.
She came out of the store and put her sunglasses on. Even though those were the first days of September, the sun still burned, a reminder that the summer was still here with everything that has brought along with it. That summer had brought for Fevronia her cat’s death. She was old and she could no longer see but she could talk to her until her last days. She had found the cat on a similar hot afternoon under a large palm leaf in a plot in the neighborhood. When the grown-ups were asleep she would go outside to explore the world that, back then, covered the block. The cat meowed in agony under the leaf, she was hungry and scared and small like Fevronia. She took her with her wanting to protect her. Her parents liked the idea of their daughter’s bond with the kitten, perhaps because Fevronia was already seven years old and had not spoken yet. The doctors had not found any pathological causes and they had attributed it to psychological ones. They had recommended patience and composure. 

And they waited. They assumed that school would be a breakthrough since she would make friends. So they never objected to her carrying Mafka on her lap on her first day at school. She was white with a black head and “black headed” was a big word. From that first day until the university the cat never left her lap. She was a part of her and everyone had to accept it. Fevronia never spoke to anyone but she didn’t have to. The truth is that she had found her voice through the cat. The cat always answered instead of her. This was her voice, the transformation of her thought into strength and courage. Mafka answered to the children’s bullying at school, to the teachers when they wanted to examine her, to her parents when they asked of her to pick up her toys. Fevronia looked like a ventriloquist who, instead of a wooden puppet, had a cat in her lap. That was the voice that came out of her insides. The only voice. 

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

ΦΕΛΙΣΙΤΥ & ΦΛΥΝ

Τον έλεγαν Φλυν και είχε φακίδες. Την έλεγαν Φελίσιτυ και είχε ένα κενό στα μπροστινά της δόντια. Ήταν πολύ ψηλός, πολύ λεπτός και θα μπορούσε να είναι ένα μοναχικό κυπαρίσσι στην άκρη ενός δάσους. Ήταν μικροκαμωμένη με ατίθασα μαλλιά και θα μπορούσε να είναι φύκι να το παρασέρνει το νερό. Βλέπονταν κάθε μέρα. Ο Φλυν ήταν ένας από τους καμαρότους. Η Φελίσιτυ ήταν μία από τις καμαριέρες. Δούλευαν στο ίδιο ξενοδοχείο, στο πεντάστερο Βακασιόν, «το κόσμημα της λουτροπόλεως», όπως καυχιόταν ο διευθυντής του. Οι βάρδιές τους συνέπιπταν. Θα τον χάζευε όταν συνόδευε τους πελάτες με τις βαλίτσες τους στο ασανσέρ και πάντα είχε το βλέμμα του χαμηλά. Λες και μετρούσε τις ψηφίδες του μωσαϊκού και είχε μάτια μόνο για αυτές. Κι όμως. Θα τη χάζευε όταν περνούσε από τους διαδρόμους, κρατώντας τα σεντόνια για το πρωινό άλλαγμα. Χτυπούσε τις πόρτες διακριτικά, σχεδόν με ένα φόβο. Ο χαιρετισμός τους ήταν ένα νεύμα στιγμιαίο και νευρικό. Ο διευθυντής δεν ήθελε αβρότητες μεταξύ των εργαζομένων. Διατηρούσε ένα αυστηρό περιβάλλον εργασίας και όλοι έπρεπε να ακολουθούν τους κανόνες του. 
Δεν ήξερε τίποτα άλλο για αυτόν. Ερχόταν με το ταλαιπωρημένο του ποδήλατο κάθε πρωί και το πάρκαρε πίσω από τα γήπεδα τένις. Αργά το απόγευμα έφευγε, μάλλον για την πόλη, με τον ίδιο τρόπο. Τον τελευταίο καιρό ήθελε να του χαρίσει κάτι, για να τη θυμάται, για να του ξυπνήσει μια σπίθα μέσα του. Κάτι όμορφο, σαν όλα αυτά που έβρισκε στα κομοδίνα των δωματίων, όπου έμπαινε για να συμμαζέψει και να αλλάξει σεντόνια. Έβρισκε χρυσά ρολόγια, ασημένιες θήκες με επαγγελματικές κάρτες, δερμάτινα πορτοφόλια. Ήταν πολύ εντυπωσιακά αλλά φανταζόταν ότι εκείνος θα ενθουσιαζόταν με κάτι πιο απλό. Με ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα, για παράδειγμα, σαν και αυτά του κυρίου Φρεντερίκ στο δωμάτιο 603. Δεν ήταν τα κλασικά σοβαρά που φόραγαν οι τραπεζίτες και τα στελέχη αλλά δύο ασημένια γουρουνάκια. Την έκαναν να χαμογελάει κάθε μέρα. Πάντα έβρισκε στο κομοδίνο του ένα με δύο ζευγάρια, παρατημένα, σαν να μην τα νοιαζόταν, να τα θεωρούσε δεδομένα. Δεν ήταν έτσι όμως. Αν ο κύριος Φρεντερίκ δεν τα εκτιμούσε, σίγουρα ο Φλυν θα το έκανε. 
Δεν ήξερε τίποτα άλλο για αυτήν. Δεν ήξερε καν τι ώρα έπιανε βάρδια. Πάντα την έβρισκε εκεί, να πηγαινοέρχεται στα δωμάτια ή, άλλες φορές, να βοηθάει στην αίθουσα του πρωινού με το σερβίρισμα του καφέ. Φαινόταν στα μάτια του τόσο μικρή και εύθραυστη, τόσο ακατάλληλη για αυτό που έκανε. Τον τελευταίο καιρό ήθελε να της χαρίσει κάτι. Κάτι όμορφο και θηλυκό, σαν και αυτά που έβλεπε να φοράνε  οι  κυρίες που περίμεναν το ασανσέρ μαζί του για να τους ανεβάσει τις βαλίτσες στο δωμάτιο. Κοσμήματα πολύτιμα που έλαμπαν, χτενάκια με πολύτιμους λίθους που στόλιζαν τα μαλλιά, κασμιρένια παλτό που τις κρατούσαν ζεστές και εκείνα τα αρώματα που γέμιζαν ανοιξιάτικα λουλούδια τη διαδρομή μέχρι τους ορόφους τους. Φανταζόταν, όμως, ότι πάνω της θα ταίριαζε περισσότερο ένα σάλι για να χαϊδεύει διακριτικά το λαιμό της, όπως αυτό το μεταξωτό της κυρίας Φριντμίλα στο 306. Του είχε κεντρίσει την προσοχή γιατί ήταν βαθύ μπλε με μωβ σκούρο. Έμοιαζε σαν τη θάλασσα που χύνεται στη νύχτα. Τον μαγνήτιζε το χρώμα και φανταζόταν ότι πάνω στο λαιμό της θα ήταν σαν αλμυρό, νυχτερινό φιλί.Τις τελευταίες πέντε μέρες, που την πετύχαινε στο ασανσέρ ή στους χώρους του ξενοδοχείου, δεν μπορούσε να βγάλει το βλέμμα του από πάνω του. Μια πονηρή ιδέα του είχε μπει στο μυαλό και πάλευε με τη συνείδησή του για να τη διώξει. Ήταν βέβαιος ότι η κυρία Φριντμίλα δε θα έδινε σημασία, αν μια μέρα απλά δεν έβρισκε το σάλι της. Σίγουρα θα υπέθετε ότι το είχε ξεχάσει κάπου και δε θα το αναζητούσε ποτέ ξανά, όταν αγκάλιαζαν το λαιμό της τόσο φανταχτερά κοσμήματα και το σώμα της πανάκριβες γούνες. Το δικό της σάλι όμως θα αγκάλιαζε το λαιμό της Φελίσιτυ και θα του έδινε την ψευδαίσθηση ότι ήταν τα δικά του δάχτυλα που τον άγγιζαν. 
Όλα έγιναν σε ένα μισάωρο το πρώτο πρωινό του Απριλίου. Μετά από τρεις εβδομάδες προβληματισμού, ο καθένας είχε καταστρώσει το σχέδιό του και το εφάρμοσε χωρίς δισταγμό. Όταν σερβιρίστηκε το πρωινό, η Φελίσιτυ ανέβηκε για να στρώσει τα κρεβάτια και τρύπωσε τα μανικετόκουμπα στην τσέπη της. Ο Φλυν, με μια επαγγελματική δεξιότητα, τράβηξε απαλά το σάλι από το τακούνι της κυρίας Φριντμίλα, που είχε μπλεχτεί όταν της έπεσε από το λαιμό, καθώς μπήκε στο ασανσέρ φορτωμένη με ψώνια. Η ίδια δεν κατάλαβε τίποτα, προς στιγμήν μάλιστα πίστεψε ότι ανατρίχιασε γιατί κρύωνε πολύ εκείνο το πρωί. Τρύπωσε το σάλι στην τσέπη του. Τα μανικετόκουμπα έκαιγαν στα χέρια της. Ήταν η πρώτη φορά που ξεπερνούσε τα όρια της ηθικής. Την έκαιγαν να του τα δώσει με κάποιο τρόπο. Το σάλι το ένιωθε σαν νερό που κυλάει και θα χαθεί μέσα από την τσέπη του. Ήταν η πρώτη φορά που έκανε κάτι παράνομο και κάτι τόσο τολμηρό. Ήθελε να της το δέσει στο λαιμό  πριν στερέψει από θάρρος. 
Η πρώτη φορά που έμειναν μόνοι τους ήταν δύο ώρες μετά στο γραφείο του διευθυντή. Παραδόξως και κόντρα στην ισχυρή τους πεποίθηση για το αντίθετο, οι ιδιοκτήτες των αντικειμένων κινητοποιήθηκαν μόλις αντιλήφθηκαν την απουσία τους. Η κυρία Φριντμίλα είχε ένα ιδιαίτερο δέσιμο με το εν λόγω σάλι γιατί ήταν της μητέρας της και για αυτήν ήταν ένας τρόπος να τη θυμάται. Για τον κύριο Φρεντερίκ πάλι, ήταν το πρώτο δώρο που του είχε χαρίσει η γυναίκα του και τα αγαπούσε πολύ, παρόλο που τα είχε πεταμένα στο κομοδίνο του λες και ήταν ένα σκουπιδάκι του δρόμου. Με εντολή της διεύθυνσης, έγινε έλεγχος σε όλο το προσωπικό και, καθώς δεν είχαν προλάβει ακόμα να τα χαρίσουν στο πρόσωπο που τους ενέπνευσε να τολμήσουν κάτι τέτοιο, βρέθηκαν στις τσέπες τους. Ο διευθυντής ήταν ανάστατος όταν ξεκίνησε να τους μιλάει. Υπήρξαν η «ντροπή του ξενοδοχείου, αυτού του κοσμήματος της λουτροπόλεως», και τους ρώτησε αν ήταν συνεργοί. Ψέλλισαν πως ο καθένας είχε ενεργήσει μόνος του. Η έκπληξη ήρθε όταν τους ρώτησε για ποιο λόγο το έκαναν. Δεν είχαν δώσει κανένα δικαίωμα μέχρι τώρα και ο ίδιος ήταν  πολύ ευχαριστημένος από τη δουλειά τους. Ο Φλυν, μετά από ένα λεπτό σιωπής, σχεδόν ψιθυριστά είπε: «Ήθελα να στο χαρίσω», γυρνώντας προς το μέρος της. Η Φελίσιτυ κοκκίνισε και είπε απλά: «Kι εγώ». Ίσως να ειπώθηκε και κάτι ακόμα αλλά σαν να το πήρε ο αέρας και να το έβγαλε έξω από το ανοιχτό παράθυρο. 

Απολύθηκαν την ίδια στιγμή, αφού επέστρεψαν τα αντικείμενα της αρπαγής στους ιδιοκτήτες τους. Ο διευθυντής του ξενοδοχείου προσπάθησε να δικαιολογήσει την κατάσταση μιλώντας για τη δύναμη του ανοιξιάτικου έρωτα και έστειλε από ένα καλάθι με ακριβά κρασιά και λουλούδια στον κ. Φρεντερίκ και την κυρία Φριντμίλα για να σκεπάσει το πρωτοφανές σκάνδαλο της κλοπής. Ο Φλυν, σφίγγοντας το ποδήλατό του και τα δόντια του από οργή, περίμενε τη Φελίσιτυ στην πίσω πόρτα του ξενοδοχείου. Η ντροπή ξεχείλιζε από κάθε πόρο του δέρματός του αλλά εκεί στο βάθος έκαιγε και ένας ενθουσιασμός για να γυρίσει πίσω στην πόλη. Μαζί της. Η Φελίσιτυ, βγαίνοντας με δακρυσμένα μάτια, κοντοστάθηκε και τον κοίταξε. Κρατούσε σφιχτά το παλτό της στα χέρια. Η νύχτα έπεφτε γλυκά και σκέπαζε όλα τα παραστρατήματα. Χωρίς να ειπωθεί τίποτα μεταξύ τους, ξεκίνησαν τη διαδρομή προς το κέντρο της πόλης. Η άνοιξη είχε τρυπώσει για τα καλά. 

FELICITY & FLYNN

His name was Flynn and he had freckles. Her name was Felicity and she had a space between her front teeth. He was very tall, very thin and he could be a lonely cypress at the end of the forest. She was small with wild hair and she could be seaweed carried away by water. They saw each other every day. Flynn was one of the grooms. Felicity was one of the maids. They worked in the same hotel, in the five-star Vacation, “the jewel of the spa town”, as its manager bragged. Their shifts coincided. She would gaze him when he escorted the clients with their luggage at the elevator and he always looked down. It was as if he counted the mosaic and had eyes only for it. On the contrary, he would gaze her when she walked by the corridors, holding the sheets for the morning change. She discretely knocked on the doors, almost with a sense of fear. Their greeting would be an instant and nervous nod. The manager did not want courtesies between the employees. He maintained a strict working environment and everyone had to obey his rules. 
She didn’t know anything else about him. Each morning he would come with his worn bicycle and he would park it behind the tennis courts. He would leave late in the afternoon, in the same way, probably heading for the center of the town. Lately, she wanted to make him a present, so that he would remember her, so that a sparkle would ignite in his heart. She wanted something pretty, like the things she found on the bedside tables of the rooms, where she entered to clean and change the sheets. She found gold watches, silver business card holders, leather wallets. They were really impressive but she thought that he would be excited with something simpler. With a pair of cufflinks, for instance, like the ones that Mr. Frederick had in room 603. They were not the serious ones that bankers and managers wore but they were two silver pigs. They made her smile every day. She always found a couple of them abandoned on the bed side table, as if he didn’t care for them, as if they were for granted. It was not true though. If Mr. Frederick didn’t appreciate them, she was certain that Flynn would. 
He didn’t know anything else about her, not even what time she started her shift. He always found her there, coming and going to the rooms or helping serve the coffee at the breakfast room. She seemed so small and fragile, so unsuitable for what she did. Lately, he wanted to make her a present, something beautiful and feminine, like the ones the ladies wore who were waiting with him the elevator in order to carry their bags to their rooms. Glittering jewelry, hairnets with semi-precious stones, cashmere coats keeping them warm and those perfumes that filled the air with spring flowers up to their floors. He imagined, though, that a shawl would be better for her, to discreetly caress her neck, like the one that Mrs. Fridmilla had in room 306. He had noticed it because it was deep blue with dark purple. It looked like the sea that empties into the night. The color triggered him and he imagined that it would be like a salty, night kiss on her neck. The last five days, when he bumped into her in the elevator or the corridors, he couldn’t take his eyes off it. A sneaky idea had got into his mind and he fought with his conscience to get rid of it. He was certain that Mrs. Fridmilla would not mind if one day she simply did not find her shawl. She would surely assume that she had forgotten it somewhere and she would not look for it again, when her neck was hugged by impressive jewelry and her body with expensive coats. Her shawl, though, would caress Felicity’s neck and he would have the illusion that his fingers were doing that. 
It all happened in thirty minutes on the first morning of April. After three weeks of thinking, each one had a plan and executed it without any hesitation. When breakfast was served, Felicity went to make the beds and sneaked the cufflinks in her pocket. Flynn, with a professional skill, gently pulled the shawl out from Mrs. Fridmilla’s heel that got mixed in her shoe, as it fell from her neck entering the elevator. She didn’t notice a thing, in fact she thought that her chill was due to the cold that morning. He sneaked the shawl in his pocket. The cufflinks were burning in her hands. It was the first time that she had crossed her moral limits. She wanted to give them to him desperately. He felt the shawl flow like water in his pocket. It was his first time to do something illegal and so bold. He wanted to put it on her neck before he lost his courage. 
The first time they were all alone in a room together was two hours later in the manager’s office. Despite what they believed, the owners of the objects they stole immediately realized their absence. Mrs. Fridmilla had a special bond with that shawl, as it belonged to her mother and it was a way to remember her. As for Mr. Frederick, they were the first gift from his wife and he was extremely fond of them, even though he left them on the side table as if they were garbage. The stuff was thoroughly searched and, because they didn’t have the time to give the objects to the person of such inspiration, they were found in their pockets.  The manager was very upset when he started talking to them. They both were the “disgrace of the hotel, that jewel of the spa town”, and he asked them if they were accomplices. They mumbled that they had acted on their own. The surprise came when he asked them the reason. They were very discreet until now and he was very satisfied with their work at the hotel. Flynn, after a moment of silence, almost whispered: “Ι wanted to make you a present”, turning to her side. Felicity blushed and simply answered: “Me too”. Maybe something else was said but it felt as if the wind took it out of the open window. 
They were both fired that very moment, after returning the swag to its owners. The manager tried to make an excuse by using the force of love and spring and he sent a basket with expensive bottles of wine and flowers to both Mr. Frederick and Mrs. Fridmilla to cover the unspeakable scandal of the theft. Flynn waited for Felicity at the back door of the hotel, gritting his teeth, feeling angry. Shame filled each pore of his skin but there was also a hidden enthusiasm to return to the city. With her. Felicity, with wet eyes, came out and looked at him. She held her coat tightly. The night fell in a mellow way and hid all the misfortunes. They started walking towards the city, silently. Spring was here to stay. 


Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

ΤΟ ΕΚΤΟ ΔΑΧΤΥΛΟ

Είχε άλλες τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Τουλάχιστον τόσο το υπολόγιζε. Μετά θα χανόταν. Ήδη είχε αρχίσει να ατροφεί. Να μικραίνει. Να αποδυναμώνεται. Στις τελευταίες της παραγγελίες το αποτέλεσμα σίγουρα δεν ήταν αυτό που περίμενε η ίδια και οι πελάτες της. Εκείνο το καπέλο δεν είχε βγει με το χιούμορ που ήθελε, εκείνη η ποδιά δεν είχε τη δόση της αυτοεκτίμησης που είχε τάξει κι εκείνο το παλτό σίγουρα δεν είχε την καρτερικότητα που ήθελε να δώσει. Δεχόταν τις παραγγελίες της συγκεκριμένες ώρες και ημέρες. Κάθε Τρίτη και Πέμπτη απόγευμα. Η φήμη της είχε ξεπεράσει τα όρια της πόλης αλλά και των πιο απομακρυσμένων σπιτιών της χώρας. Πολλές φορές δε χωρούσαν στην αυλή της και ευγενικά θα αποχωρούσαν για να δοκιμάσουν την επόμενη φορά. Κι αυτό με απόλυτο σεβασμό και ευγένεια στο πρόσωπό της. Το μυστικό βρισκόταν στο έκτο της δάχτυλο. Ένα τόσο δα διακριτικό δαχτυλάκι στο αριστερό της χέρι δίπλα στο ήδη υπάρχον μικρό. Πάντα φορούσε μια δαχτυλήθρα. Δεν είχε καταλήξει αν με αυτόν τον τρόπο το έκρυβε από τα περίεργα βλέμματα ή το τόνιζε περισσότερο. Πλέον το ένιωθε γυμνό χωρίς αυτήν.  Δεν την έβγαζε ούτε στον ύπνο της. Πάντως όλοι γνώριζαν για το δάχτυλο αυτό. Γι αυτό το λόγο έρχονταν. Για την επαφή. Τους άγγιζε καθώς τους έπαιρνε τα μέτρα και μπορούσε να νιώσει τι τους έλειπε. Για ποιο λόγο ήταν αμήχανοι, νευρικοί, σκυθρωποί, ακόμα και δυστυχισμένοι. Να, για παράδειγμα, στο μαντήλι που θα παρέδιδε απόψε είχε βάλει και λίγα χάδια μπλεγμένα στο γαζί . Το δάχτυλο της είχε νιώσει ότι το σώμα της γυναίκας που είχε απέναντι της είχε στερηθεί την τρυφερότητα. Διάλεξε ένα ωραίο αραχνοΰφαντο ύφασμα, αέρινο με ένα τεράστιο παγώνι στο κέντρο και εκεί διάλεξε να κρύψει δύο αόρατα ακούραστα χέρια να χαϊδεύουν το λαιμό και τα μαλλιά της ανάλογα με τον τρόπο που το φορούσε.
Ή έβρισκε τον τρόπο να βάλει τρεις γύρους ρολογιού στο πέτο του σακακιού εκείνου του άνδρα που του έλειπε ο χρόνος και δεν προλάβαινε να είναι με τους ανθρώπους που αγαπά περισσότερο.
Δε βρισκόταν πάντα εκεί. Όταν ήταν μικρή οι θειάδες της την παίνευαν για τα κρινοδάχτυλά της και της μάθαιναν να πλέκει και να κεντάει. Μην πάνε χαμένα τόσο ντελικάτα άκρα. Να μάθει και την τέχνη. Και την έμαθε και μαζί της έμαθε τα πανιά, τις ίνες, τα μαλλιά. Πήρε και την πρώτη της ραπτομηχανή μεγαλώνοντας. Πέρασε πολλά βράδια πάνω από επιδιορθώσεις. Οι γειτόνισσες της έφερναν να μαντάρει, να φτιάξει το στρίφωμα, να περάσει ένα γαζί και εκείνη μάθαινε τις ιδιοτροπίες των πανιών. Άρχισε να παίρνει σιγά –σιγά τις πρώτες της παραγγελίες για φορέματα, για μαντήλια, για ανδρικά πουκάμισα και γιλέκα. Έφευγε χαράματα να διαλέξει τα υφάσματα και τις κλωστές στην αγορά. Δούλευε με συνέπεια και λεπτομέρεια. Με αγάπη για την κάθε παραγγελία και όλοι μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για τη δουλειά της. Όλοι είχαν να πουν μια καλή κουβέντα για τη λιγομίλητη και μοναχική νεαρή γυναίκα.
Κι ένα μεσημέρι εμφανίστηκε ένα μικρό εξόγκωμα, σα μικρό λοφάκι  στην άκρη του χεριού της. Κάπου θα χτύπησα, σκέφτηκε αλλά δεν ένιωθε πόνο. Οι μέρες περνούσαν και το λοφάκι γινόταν ένα μικρό βουνό, άγριο, ακανόνιστο, αφιλόξενο. Ο φόβος και η αποστροφή έγιναν σιγά - σιγά αποδοχή. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τότε και όχι νωρίτερα. Γενετική ανωμαλία; Θαύμα της φύσης; Μήπως τιμωρία; Ό,τι κι αν ήταν το δέχτηκε. Και αυτό σαν να είχε δική του προσωπικότητα ανταπέδωσε το θερμό χαιρετισμό. Της χάρισε μια διαύγεια, μια διορατικότητα ως προς τους άλλους ανθρώπους. Ένιωθε όλα τους τα θέλω, όλα αυτά που τους έλειπαν και όλα αυτά που τους κρατούσαν πίσω από το να είναι πραγματικά ευτυχισμένοι.
Προσπαθούσε να τους τα προσφέρει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Γνωρίζοντας όλα τα υφάσματα πλέον άριστα, μπορούσε να κρύβει μέσα τους όλα εκείνα τα ανθρώπινα συστατικά. Ήξεραν όμως ότι τα δώρα αυτά δε θα κρατούσαν για πάντα. Ένα μαντήλι με χάδια κάποτε θα ξέφτιζε και ο ιδιοκτήτης του θα έπρεπε να έχει μάθει να ζει χωρίς αυτό πλέον. Να έχουν ήδη αλλάξει τη ζωή τους προς την οδό της ευτυχίας. Άλλοι με δυσκολία. Άλλοι με δυσπιστία, άλλοι με ανασφάλεια, άλλοι με θυμό, όλοι όμως με ευγνωμοσύνη.
Έπρεπε να βιαστεί. Τον τελευταίο καιρό το ένιωθε να χάνει τη δύναμή του. Το μικρό έκτο δάχτυλο γινόταν πάλι ένα μικρό λοφάκι, έτοιμο να το ρουφήξει το δέρμα. Έπρεπε να βιαστεί να τελειώσει τις παραγγελίες, να φανεί συνεπής μέχρι τέλους απέναντι σε όλους εκείνους που είχαν έρθει να τη δουν από τόσο μακριά. Υπολόγιζε τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Τουλάχιστον έτσι πίστευε.

THE SIXTH FINGER

She had three more days and nights. At least that’s how much she thought. Then it would disappear. It had already started to weaken. Το get smaller. Lose its power. The result wasn’t surely what she and her clients expected on her last orders. That hat didn’t come out with the humor she wanted, that apron didn’t have that dose of self-esteem she had promised and that coat definitely lacked the patience she wanted to give. She would take the orders on specific days and hours of the week. Every Tuesday and Thursday afternoon. Her fame had surpassed city limits and even the more remote houses of the country. People would often be too many to fit in her yard and would kindly leave only to come again next week. In total respect and kindness towards her. The secret was in her sixth finger. A tiny little finger in her left hand next to her small one. She always wore a thimble. She hadn’t decided whether she hid it from the curious glances in that way or emphasized it. She now felt it naked without it. Even in her sleep she would still wear it. Everyone knew about that finger. That is why they would come to her. For the contact. She touched them as she measured them and she could sense what they missed. Why they were awkward, nervous, gloomy or even unhappy. For instance, she had put some caresses in the stitch of the scarf she was to deliver tonight. Her finger had felt that the female body in front of her had been deprived of all caresses. She chose a fine thin fabric with an enormous peacock it the centre. That’s where she chose to hide two invisible tireless hands caressing her neck and hair depending on how she wore it.
Or she would find a way to put three more clock rounds in the lapel of that man's jacket who was always short of time and couldn’t be with the ones he loved the most. 
It wasn’t always there. When she was a kid her aunts praised her fine fingers and taught her to knit and embroider. Such a shame for them to be wasted. She also learned the fabrics and the cloths. She bought her first sewing machine as she grew older and she spent a lot of nights over repairs. The neighbors brought her clothes for a stitch or a hem and she learned the fabrics secrets. She started to have her first orders for dresses, scarves, men’s shirts and vests. She would leave at dawn to go to the market to choose fabrics and threads. She worked in a consistent and detailed way. She loved every order and they all spoke very highly of her work. Everyone had something positive to say for that lonely young woman.
An afternoon a small protuberance appeared on the edge of her hand, like a small hill. I must have hurt it somewhere, she thought but she felt no pain. Days passed and the small hill was becoming a small mountain. Rough, sharp and hostile. Fear and repulsion gradually became acceptance. She couldn’t understand why then and not earlier. Genetic disorder? Miracle of nature? Punishment perhaps? Whatever it was she accepted it. It repaid the warm greeting as if it had a personality of its own. It gave her clarity, an insight as to other people. She could feel what they wanted, what they missed and what held them from being truly happy.
She tried to offer them all these in the best way. Aware of all fabrics, she could hide in them all those human ingredients but people knew that these gifts wouldn’t last forever. A scarf full of caresses would eventually ravel and its owner would have to learn to live without it by then. They would have changed their lives towards the path of happiness. Some people would do it with difficulty, others in disbelief, insecurity, anger but all in great gratitude.
She had to hurry up. Lately she felt it was losing its power. The small sixth finger was becoming a small hill again, ready to be sucked up by skin. She had to hurry up and finish her orders. She had to show consequence to all those people visiting her from far away. She estimated three days and three nights or at least she thought so.