Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα needles. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα needles. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

ΦΕΛΙΣΙΤΥ & ΦΛΥΝ

Τον έλεγαν Φλυν και είχε φακίδες. Την έλεγαν Φελίσιτυ και είχε ένα κενό στα μπροστινά της δόντια. Ήταν πολύ ψηλός, πολύ λεπτός και θα μπορούσε να είναι ένα μοναχικό κυπαρίσσι στην άκρη ενός δάσους. Ήταν μικροκαμωμένη με ατίθασα μαλλιά και θα μπορούσε να είναι φύκι να το παρασέρνει το νερό. Βλέπονταν κάθε μέρα. Ο Φλυν ήταν ένας από τους καμαρότους. Η Φελίσιτυ ήταν μία από τις καμαριέρες. Δούλευαν στο ίδιο ξενοδοχείο, στο πεντάστερο Βακασιόν, «το κόσμημα της λουτροπόλεως», όπως καυχιόταν ο διευθυντής του. Οι βάρδιές τους συνέπιπταν. Θα τον χάζευε όταν συνόδευε τους πελάτες με τις βαλίτσες τους στο ασανσέρ και πάντα είχε το βλέμμα του χαμηλά. Λες και μετρούσε τις ψηφίδες του μωσαϊκού και είχε μάτια μόνο για αυτές. Κι όμως. Θα τη χάζευε όταν περνούσε από τους διαδρόμους, κρατώντας τα σεντόνια για το πρωινό άλλαγμα. Χτυπούσε τις πόρτες διακριτικά, σχεδόν με ένα φόβο. Ο χαιρετισμός τους ήταν ένα νεύμα στιγμιαίο και νευρικό. Ο διευθυντής δεν ήθελε αβρότητες μεταξύ των εργαζομένων. Διατηρούσε ένα αυστηρό περιβάλλον εργασίας και όλοι έπρεπε να ακολουθούν τους κανόνες του. 
Δεν ήξερε τίποτα άλλο για αυτόν. Ερχόταν με το ταλαιπωρημένο του ποδήλατο κάθε πρωί και το πάρκαρε πίσω από τα γήπεδα τένις. Αργά το απόγευμα έφευγε, μάλλον για την πόλη, με τον ίδιο τρόπο. Τον τελευταίο καιρό ήθελε να του χαρίσει κάτι, για να τη θυμάται, για να του ξυπνήσει μια σπίθα μέσα του. Κάτι όμορφο, σαν όλα αυτά που έβρισκε στα κομοδίνα των δωματίων, όπου έμπαινε για να συμμαζέψει και να αλλάξει σεντόνια. Έβρισκε χρυσά ρολόγια, ασημένιες θήκες με επαγγελματικές κάρτες, δερμάτινα πορτοφόλια. Ήταν πολύ εντυπωσιακά αλλά φανταζόταν ότι εκείνος θα ενθουσιαζόταν με κάτι πιο απλό. Με ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα, για παράδειγμα, σαν και αυτά του κυρίου Φρεντερίκ στο δωμάτιο 603. Δεν ήταν τα κλασικά σοβαρά που φόραγαν οι τραπεζίτες και τα στελέχη αλλά δύο ασημένια γουρουνάκια. Την έκαναν να χαμογελάει κάθε μέρα. Πάντα έβρισκε στο κομοδίνο του ένα με δύο ζευγάρια, παρατημένα, σαν να μην τα νοιαζόταν, να τα θεωρούσε δεδομένα. Δεν ήταν έτσι όμως. Αν ο κύριος Φρεντερίκ δεν τα εκτιμούσε, σίγουρα ο Φλυν θα το έκανε. 
Δεν ήξερε τίποτα άλλο για αυτήν. Δεν ήξερε καν τι ώρα έπιανε βάρδια. Πάντα την έβρισκε εκεί, να πηγαινοέρχεται στα δωμάτια ή, άλλες φορές, να βοηθάει στην αίθουσα του πρωινού με το σερβίρισμα του καφέ. Φαινόταν στα μάτια του τόσο μικρή και εύθραυστη, τόσο ακατάλληλη για αυτό που έκανε. Τον τελευταίο καιρό ήθελε να της χαρίσει κάτι. Κάτι όμορφο και θηλυκό, σαν και αυτά που έβλεπε να φοράνε  οι  κυρίες που περίμεναν το ασανσέρ μαζί του για να τους ανεβάσει τις βαλίτσες στο δωμάτιο. Κοσμήματα πολύτιμα που έλαμπαν, χτενάκια με πολύτιμους λίθους που στόλιζαν τα μαλλιά, κασμιρένια παλτό που τις κρατούσαν ζεστές και εκείνα τα αρώματα που γέμιζαν ανοιξιάτικα λουλούδια τη διαδρομή μέχρι τους ορόφους τους. Φανταζόταν, όμως, ότι πάνω της θα ταίριαζε περισσότερο ένα σάλι για να χαϊδεύει διακριτικά το λαιμό της, όπως αυτό το μεταξωτό της κυρίας Φριντμίλα στο 306. Του είχε κεντρίσει την προσοχή γιατί ήταν βαθύ μπλε με μωβ σκούρο. Έμοιαζε σαν τη θάλασσα που χύνεται στη νύχτα. Τον μαγνήτιζε το χρώμα και φανταζόταν ότι πάνω στο λαιμό της θα ήταν σαν αλμυρό, νυχτερινό φιλί.Τις τελευταίες πέντε μέρες, που την πετύχαινε στο ασανσέρ ή στους χώρους του ξενοδοχείου, δεν μπορούσε να βγάλει το βλέμμα του από πάνω του. Μια πονηρή ιδέα του είχε μπει στο μυαλό και πάλευε με τη συνείδησή του για να τη διώξει. Ήταν βέβαιος ότι η κυρία Φριντμίλα δε θα έδινε σημασία, αν μια μέρα απλά δεν έβρισκε το σάλι της. Σίγουρα θα υπέθετε ότι το είχε ξεχάσει κάπου και δε θα το αναζητούσε ποτέ ξανά, όταν αγκάλιαζαν το λαιμό της τόσο φανταχτερά κοσμήματα και το σώμα της πανάκριβες γούνες. Το δικό της σάλι όμως θα αγκάλιαζε το λαιμό της Φελίσιτυ και θα του έδινε την ψευδαίσθηση ότι ήταν τα δικά του δάχτυλα που τον άγγιζαν. 
Όλα έγιναν σε ένα μισάωρο το πρώτο πρωινό του Απριλίου. Μετά από τρεις εβδομάδες προβληματισμού, ο καθένας είχε καταστρώσει το σχέδιό του και το εφάρμοσε χωρίς δισταγμό. Όταν σερβιρίστηκε το πρωινό, η Φελίσιτυ ανέβηκε για να στρώσει τα κρεβάτια και τρύπωσε τα μανικετόκουμπα στην τσέπη της. Ο Φλυν, με μια επαγγελματική δεξιότητα, τράβηξε απαλά το σάλι από το τακούνι της κυρίας Φριντμίλα, που είχε μπλεχτεί όταν της έπεσε από το λαιμό, καθώς μπήκε στο ασανσέρ φορτωμένη με ψώνια. Η ίδια δεν κατάλαβε τίποτα, προς στιγμήν μάλιστα πίστεψε ότι ανατρίχιασε γιατί κρύωνε πολύ εκείνο το πρωί. Τρύπωσε το σάλι στην τσέπη του. Τα μανικετόκουμπα έκαιγαν στα χέρια της. Ήταν η πρώτη φορά που ξεπερνούσε τα όρια της ηθικής. Την έκαιγαν να του τα δώσει με κάποιο τρόπο. Το σάλι το ένιωθε σαν νερό που κυλάει και θα χαθεί μέσα από την τσέπη του. Ήταν η πρώτη φορά που έκανε κάτι παράνομο και κάτι τόσο τολμηρό. Ήθελε να της το δέσει στο λαιμό  πριν στερέψει από θάρρος. 
Η πρώτη φορά που έμειναν μόνοι τους ήταν δύο ώρες μετά στο γραφείο του διευθυντή. Παραδόξως και κόντρα στην ισχυρή τους πεποίθηση για το αντίθετο, οι ιδιοκτήτες των αντικειμένων κινητοποιήθηκαν μόλις αντιλήφθηκαν την απουσία τους. Η κυρία Φριντμίλα είχε ένα ιδιαίτερο δέσιμο με το εν λόγω σάλι γιατί ήταν της μητέρας της και για αυτήν ήταν ένας τρόπος να τη θυμάται. Για τον κύριο Φρεντερίκ πάλι, ήταν το πρώτο δώρο που του είχε χαρίσει η γυναίκα του και τα αγαπούσε πολύ, παρόλο που τα είχε πεταμένα στο κομοδίνο του λες και ήταν ένα σκουπιδάκι του δρόμου. Με εντολή της διεύθυνσης, έγινε έλεγχος σε όλο το προσωπικό και, καθώς δεν είχαν προλάβει ακόμα να τα χαρίσουν στο πρόσωπο που τους ενέπνευσε να τολμήσουν κάτι τέτοιο, βρέθηκαν στις τσέπες τους. Ο διευθυντής ήταν ανάστατος όταν ξεκίνησε να τους μιλάει. Υπήρξαν η «ντροπή του ξενοδοχείου, αυτού του κοσμήματος της λουτροπόλεως», και τους ρώτησε αν ήταν συνεργοί. Ψέλλισαν πως ο καθένας είχε ενεργήσει μόνος του. Η έκπληξη ήρθε όταν τους ρώτησε για ποιο λόγο το έκαναν. Δεν είχαν δώσει κανένα δικαίωμα μέχρι τώρα και ο ίδιος ήταν  πολύ ευχαριστημένος από τη δουλειά τους. Ο Φλυν, μετά από ένα λεπτό σιωπής, σχεδόν ψιθυριστά είπε: «Ήθελα να στο χαρίσω», γυρνώντας προς το μέρος της. Η Φελίσιτυ κοκκίνισε και είπε απλά: «Kι εγώ». Ίσως να ειπώθηκε και κάτι ακόμα αλλά σαν να το πήρε ο αέρας και να το έβγαλε έξω από το ανοιχτό παράθυρο. 

Απολύθηκαν την ίδια στιγμή, αφού επέστρεψαν τα αντικείμενα της αρπαγής στους ιδιοκτήτες τους. Ο διευθυντής του ξενοδοχείου προσπάθησε να δικαιολογήσει την κατάσταση μιλώντας για τη δύναμη του ανοιξιάτικου έρωτα και έστειλε από ένα καλάθι με ακριβά κρασιά και λουλούδια στον κ. Φρεντερίκ και την κυρία Φριντμίλα για να σκεπάσει το πρωτοφανές σκάνδαλο της κλοπής. Ο Φλυν, σφίγγοντας το ποδήλατό του και τα δόντια του από οργή, περίμενε τη Φελίσιτυ στην πίσω πόρτα του ξενοδοχείου. Η ντροπή ξεχείλιζε από κάθε πόρο του δέρματός του αλλά εκεί στο βάθος έκαιγε και ένας ενθουσιασμός για να γυρίσει πίσω στην πόλη. Μαζί της. Η Φελίσιτυ, βγαίνοντας με δακρυσμένα μάτια, κοντοστάθηκε και τον κοίταξε. Κρατούσε σφιχτά το παλτό της στα χέρια. Η νύχτα έπεφτε γλυκά και σκέπαζε όλα τα παραστρατήματα. Χωρίς να ειπωθεί τίποτα μεταξύ τους, ξεκίνησαν τη διαδρομή προς το κέντρο της πόλης. Η άνοιξη είχε τρυπώσει για τα καλά. 

FELICITY & FLYNN

His name was Flynn and he had freckles. Her name was Felicity and she had a space between her front teeth. He was very tall, very thin and he could be a lonely cypress at the end of the forest. She was small with wild hair and she could be seaweed carried away by water. They saw each other every day. Flynn was one of the grooms. Felicity was one of the maids. They worked in the same hotel, in the five-star Vacation, “the jewel of the spa town”, as its manager bragged. Their shifts coincided. She would gaze him when he escorted the clients with their luggage at the elevator and he always looked down. It was as if he counted the mosaic and had eyes only for it. On the contrary, he would gaze her when she walked by the corridors, holding the sheets for the morning change. She discretely knocked on the doors, almost with a sense of fear. Their greeting would be an instant and nervous nod. The manager did not want courtesies between the employees. He maintained a strict working environment and everyone had to obey his rules. 
She didn’t know anything else about him. Each morning he would come with his worn bicycle and he would park it behind the tennis courts. He would leave late in the afternoon, in the same way, probably heading for the center of the town. Lately, she wanted to make him a present, so that he would remember her, so that a sparkle would ignite in his heart. She wanted something pretty, like the things she found on the bedside tables of the rooms, where she entered to clean and change the sheets. She found gold watches, silver business card holders, leather wallets. They were really impressive but she thought that he would be excited with something simpler. With a pair of cufflinks, for instance, like the ones that Mr. Frederick had in room 603. They were not the serious ones that bankers and managers wore but they were two silver pigs. They made her smile every day. She always found a couple of them abandoned on the bed side table, as if he didn’t care for them, as if they were for granted. It was not true though. If Mr. Frederick didn’t appreciate them, she was certain that Flynn would. 
He didn’t know anything else about her, not even what time she started her shift. He always found her there, coming and going to the rooms or helping serve the coffee at the breakfast room. She seemed so small and fragile, so unsuitable for what she did. Lately, he wanted to make her a present, something beautiful and feminine, like the ones the ladies wore who were waiting with him the elevator in order to carry their bags to their rooms. Glittering jewelry, hairnets with semi-precious stones, cashmere coats keeping them warm and those perfumes that filled the air with spring flowers up to their floors. He imagined, though, that a shawl would be better for her, to discreetly caress her neck, like the one that Mrs. Fridmilla had in room 306. He had noticed it because it was deep blue with dark purple. It looked like the sea that empties into the night. The color triggered him and he imagined that it would be like a salty, night kiss on her neck. The last five days, when he bumped into her in the elevator or the corridors, he couldn’t take his eyes off it. A sneaky idea had got into his mind and he fought with his conscience to get rid of it. He was certain that Mrs. Fridmilla would not mind if one day she simply did not find her shawl. She would surely assume that she had forgotten it somewhere and she would not look for it again, when her neck was hugged by impressive jewelry and her body with expensive coats. Her shawl, though, would caress Felicity’s neck and he would have the illusion that his fingers were doing that. 
It all happened in thirty minutes on the first morning of April. After three weeks of thinking, each one had a plan and executed it without any hesitation. When breakfast was served, Felicity went to make the beds and sneaked the cufflinks in her pocket. Flynn, with a professional skill, gently pulled the shawl out from Mrs. Fridmilla’s heel that got mixed in her shoe, as it fell from her neck entering the elevator. She didn’t notice a thing, in fact she thought that her chill was due to the cold that morning. He sneaked the shawl in his pocket. The cufflinks were burning in her hands. It was the first time that she had crossed her moral limits. She wanted to give them to him desperately. He felt the shawl flow like water in his pocket. It was his first time to do something illegal and so bold. He wanted to put it on her neck before he lost his courage. 
The first time they were all alone in a room together was two hours later in the manager’s office. Despite what they believed, the owners of the objects they stole immediately realized their absence. Mrs. Fridmilla had a special bond with that shawl, as it belonged to her mother and it was a way to remember her. As for Mr. Frederick, they were the first gift from his wife and he was extremely fond of them, even though he left them on the side table as if they were garbage. The stuff was thoroughly searched and, because they didn’t have the time to give the objects to the person of such inspiration, they were found in their pockets.  The manager was very upset when he started talking to them. They both were the “disgrace of the hotel, that jewel of the spa town”, and he asked them if they were accomplices. They mumbled that they had acted on their own. The surprise came when he asked them the reason. They were very discreet until now and he was very satisfied with their work at the hotel. Flynn, after a moment of silence, almost whispered: “Ι wanted to make you a present”, turning to her side. Felicity blushed and simply answered: “Me too”. Maybe something else was said but it felt as if the wind took it out of the open window. 
They were both fired that very moment, after returning the swag to its owners. The manager tried to make an excuse by using the force of love and spring and he sent a basket with expensive bottles of wine and flowers to both Mr. Frederick and Mrs. Fridmilla to cover the unspeakable scandal of the theft. Flynn waited for Felicity at the back door of the hotel, gritting his teeth, feeling angry. Shame filled each pore of his skin but there was also a hidden enthusiasm to return to the city. With her. Felicity, with wet eyes, came out and looked at him. She held her coat tightly. The night fell in a mellow way and hid all the misfortunes. They started walking towards the city, silently. Spring was here to stay. 


Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

ΤΟ ΕΚΤΟ ΔΑΧΤΥΛΟ

Είχε άλλες τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Τουλάχιστον τόσο το υπολόγιζε. Μετά θα χανόταν. Ήδη είχε αρχίσει να ατροφεί. Να μικραίνει. Να αποδυναμώνεται. Στις τελευταίες της παραγγελίες το αποτέλεσμα σίγουρα δεν ήταν αυτό που περίμενε η ίδια και οι πελάτες της. Εκείνο το καπέλο δεν είχε βγει με το χιούμορ που ήθελε, εκείνη η ποδιά δεν είχε τη δόση της αυτοεκτίμησης που είχε τάξει κι εκείνο το παλτό σίγουρα δεν είχε την καρτερικότητα που ήθελε να δώσει. Δεχόταν τις παραγγελίες της συγκεκριμένες ώρες και ημέρες. Κάθε Τρίτη και Πέμπτη απόγευμα. Η φήμη της είχε ξεπεράσει τα όρια της πόλης αλλά και των πιο απομακρυσμένων σπιτιών της χώρας. Πολλές φορές δε χωρούσαν στην αυλή της και ευγενικά θα αποχωρούσαν για να δοκιμάσουν την επόμενη φορά. Κι αυτό με απόλυτο σεβασμό και ευγένεια στο πρόσωπό της. Το μυστικό βρισκόταν στο έκτο της δάχτυλο. Ένα τόσο δα διακριτικό δαχτυλάκι στο αριστερό της χέρι δίπλα στο ήδη υπάρχον μικρό. Πάντα φορούσε μια δαχτυλήθρα. Δεν είχε καταλήξει αν με αυτόν τον τρόπο το έκρυβε από τα περίεργα βλέμματα ή το τόνιζε περισσότερο. Πλέον το ένιωθε γυμνό χωρίς αυτήν.  Δεν την έβγαζε ούτε στον ύπνο της. Πάντως όλοι γνώριζαν για το δάχτυλο αυτό. Γι αυτό το λόγο έρχονταν. Για την επαφή. Τους άγγιζε καθώς τους έπαιρνε τα μέτρα και μπορούσε να νιώσει τι τους έλειπε. Για ποιο λόγο ήταν αμήχανοι, νευρικοί, σκυθρωποί, ακόμα και δυστυχισμένοι. Να, για παράδειγμα, στο μαντήλι που θα παρέδιδε απόψε είχε βάλει και λίγα χάδια μπλεγμένα στο γαζί . Το δάχτυλο της είχε νιώσει ότι το σώμα της γυναίκας που είχε απέναντι της είχε στερηθεί την τρυφερότητα. Διάλεξε ένα ωραίο αραχνοΰφαντο ύφασμα, αέρινο με ένα τεράστιο παγώνι στο κέντρο και εκεί διάλεξε να κρύψει δύο αόρατα ακούραστα χέρια να χαϊδεύουν το λαιμό και τα μαλλιά της ανάλογα με τον τρόπο που το φορούσε.
Ή έβρισκε τον τρόπο να βάλει τρεις γύρους ρολογιού στο πέτο του σακακιού εκείνου του άνδρα που του έλειπε ο χρόνος και δεν προλάβαινε να είναι με τους ανθρώπους που αγαπά περισσότερο.
Δε βρισκόταν πάντα εκεί. Όταν ήταν μικρή οι θειάδες της την παίνευαν για τα κρινοδάχτυλά της και της μάθαιναν να πλέκει και να κεντάει. Μην πάνε χαμένα τόσο ντελικάτα άκρα. Να μάθει και την τέχνη. Και την έμαθε και μαζί της έμαθε τα πανιά, τις ίνες, τα μαλλιά. Πήρε και την πρώτη της ραπτομηχανή μεγαλώνοντας. Πέρασε πολλά βράδια πάνω από επιδιορθώσεις. Οι γειτόνισσες της έφερναν να μαντάρει, να φτιάξει το στρίφωμα, να περάσει ένα γαζί και εκείνη μάθαινε τις ιδιοτροπίες των πανιών. Άρχισε να παίρνει σιγά –σιγά τις πρώτες της παραγγελίες για φορέματα, για μαντήλια, για ανδρικά πουκάμισα και γιλέκα. Έφευγε χαράματα να διαλέξει τα υφάσματα και τις κλωστές στην αγορά. Δούλευε με συνέπεια και λεπτομέρεια. Με αγάπη για την κάθε παραγγελία και όλοι μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για τη δουλειά της. Όλοι είχαν να πουν μια καλή κουβέντα για τη λιγομίλητη και μοναχική νεαρή γυναίκα.
Κι ένα μεσημέρι εμφανίστηκε ένα μικρό εξόγκωμα, σα μικρό λοφάκι  στην άκρη του χεριού της. Κάπου θα χτύπησα, σκέφτηκε αλλά δεν ένιωθε πόνο. Οι μέρες περνούσαν και το λοφάκι γινόταν ένα μικρό βουνό, άγριο, ακανόνιστο, αφιλόξενο. Ο φόβος και η αποστροφή έγιναν σιγά - σιγά αποδοχή. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τότε και όχι νωρίτερα. Γενετική ανωμαλία; Θαύμα της φύσης; Μήπως τιμωρία; Ό,τι κι αν ήταν το δέχτηκε. Και αυτό σαν να είχε δική του προσωπικότητα ανταπέδωσε το θερμό χαιρετισμό. Της χάρισε μια διαύγεια, μια διορατικότητα ως προς τους άλλους ανθρώπους. Ένιωθε όλα τους τα θέλω, όλα αυτά που τους έλειπαν και όλα αυτά που τους κρατούσαν πίσω από το να είναι πραγματικά ευτυχισμένοι.
Προσπαθούσε να τους τα προσφέρει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Γνωρίζοντας όλα τα υφάσματα πλέον άριστα, μπορούσε να κρύβει μέσα τους όλα εκείνα τα ανθρώπινα συστατικά. Ήξεραν όμως ότι τα δώρα αυτά δε θα κρατούσαν για πάντα. Ένα μαντήλι με χάδια κάποτε θα ξέφτιζε και ο ιδιοκτήτης του θα έπρεπε να έχει μάθει να ζει χωρίς αυτό πλέον. Να έχουν ήδη αλλάξει τη ζωή τους προς την οδό της ευτυχίας. Άλλοι με δυσκολία. Άλλοι με δυσπιστία, άλλοι με ανασφάλεια, άλλοι με θυμό, όλοι όμως με ευγνωμοσύνη.
Έπρεπε να βιαστεί. Τον τελευταίο καιρό το ένιωθε να χάνει τη δύναμή του. Το μικρό έκτο δάχτυλο γινόταν πάλι ένα μικρό λοφάκι, έτοιμο να το ρουφήξει το δέρμα. Έπρεπε να βιαστεί να τελειώσει τις παραγγελίες, να φανεί συνεπής μέχρι τέλους απέναντι σε όλους εκείνους που είχαν έρθει να τη δουν από τόσο μακριά. Υπολόγιζε τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Τουλάχιστον έτσι πίστευε.

THE SIXTH FINGER

She had three more days and nights. At least that’s how much she thought. Then it would disappear. It had already started to weaken. Το get smaller. Lose its power. The result wasn’t surely what she and her clients expected on her last orders. That hat didn’t come out with the humor she wanted, that apron didn’t have that dose of self-esteem she had promised and that coat definitely lacked the patience she wanted to give. She would take the orders on specific days and hours of the week. Every Tuesday and Thursday afternoon. Her fame had surpassed city limits and even the more remote houses of the country. People would often be too many to fit in her yard and would kindly leave only to come again next week. In total respect and kindness towards her. The secret was in her sixth finger. A tiny little finger in her left hand next to her small one. She always wore a thimble. She hadn’t decided whether she hid it from the curious glances in that way or emphasized it. She now felt it naked without it. Even in her sleep she would still wear it. Everyone knew about that finger. That is why they would come to her. For the contact. She touched them as she measured them and she could sense what they missed. Why they were awkward, nervous, gloomy or even unhappy. For instance, she had put some caresses in the stitch of the scarf she was to deliver tonight. Her finger had felt that the female body in front of her had been deprived of all caresses. She chose a fine thin fabric with an enormous peacock it the centre. That’s where she chose to hide two invisible tireless hands caressing her neck and hair depending on how she wore it.
Or she would find a way to put three more clock rounds in the lapel of that man's jacket who was always short of time and couldn’t be with the ones he loved the most. 
It wasn’t always there. When she was a kid her aunts praised her fine fingers and taught her to knit and embroider. Such a shame for them to be wasted. She also learned the fabrics and the cloths. She bought her first sewing machine as she grew older and she spent a lot of nights over repairs. The neighbors brought her clothes for a stitch or a hem and she learned the fabrics secrets. She started to have her first orders for dresses, scarves, men’s shirts and vests. She would leave at dawn to go to the market to choose fabrics and threads. She worked in a consistent and detailed way. She loved every order and they all spoke very highly of her work. Everyone had something positive to say for that lonely young woman.
An afternoon a small protuberance appeared on the edge of her hand, like a small hill. I must have hurt it somewhere, she thought but she felt no pain. Days passed and the small hill was becoming a small mountain. Rough, sharp and hostile. Fear and repulsion gradually became acceptance. She couldn’t understand why then and not earlier. Genetic disorder? Miracle of nature? Punishment perhaps? Whatever it was she accepted it. It repaid the warm greeting as if it had a personality of its own. It gave her clarity, an insight as to other people. She could feel what they wanted, what they missed and what held them from being truly happy.
She tried to offer them all these in the best way. Aware of all fabrics, she could hide in them all those human ingredients but people knew that these gifts wouldn’t last forever. A scarf full of caresses would eventually ravel and its owner would have to learn to live without it by then. They would have changed their lives towards the path of happiness. Some people would do it with difficulty, others in disbelief, insecurity, anger but all in great gratitude.
She had to hurry up. Lately she felt it was losing its power. The small sixth finger was becoming a small hill again, ready to be sucked up by skin. She had to hurry up and finish her orders. She had to show consequence to all those people visiting her from far away. She estimated three days and three nights or at least she thought so.