Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα stories. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα stories. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Ιουνίου 2019

ΤΟ ΚΥΜΑ - II/III - ΣΤΗ ΣΤΕΡΙΑ


Αποφάσισε να βγει ξημερώματα στη στεριά να τον ψάξει. Υπολόγιζε στο πρώτο φως και στην ησυχία που θα επικρατούσε στην πόλη. Φυσικά και δεν είχε την παραμικρή ιδέα από πού να ξεκινήσει. Δεν είχε κανένα στοιχείο για να τη βοηθήσει. Δεν ήξερε το όνομά του, τη διεύθυνσή του, αν δούλευε κάπου και αν αυτό το κάπου ήταν μέσα στην πόλη ή στα προάστια. Το μόνο που θα μπορούσε να αναγνωρίσει ήταν το κορμί του και η φωνή του, αλλά αυτό δεν ήταν και πολύ δυνατή πληροφορία, γνωρίζοντας ότι η Καλαμαία είχε πολλούς κατοίκους. Δεν την πτοούσε τίποτα όμως. Η λαχτάρα της για να τον βρει ήταν τεράστια.
Τα πρώτα κύματα βγήκαν με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Δειλά, στην αρχή, πλημμύρισε η παραλία και πήρε τον ανηφορικό δρόμο προς την κεντρική πλατεία. Ήξερε τη δύναμή της αλλά ένιωθε κυριολεκτικά έξω από τα νερά της, εντελώς εκτεθειμένη. Τρύπωσε στα πρώτα σπίτια ψάχνοντας με τα αλμυρά, υγρά άκρα της το γνώριμό του σώμα. Οι πρώτες κραυγές αγωνίας ακούστηκαν. Είχε ξανακούσει αντίστοιχες φωνές όταν γονείς ούρλιαζαν για τα μικρά τους που είχαν κολυμπήσει πιο ανοιχτά από όσο επέτρεπαν. Τις ένιωθε τις φωνές αυτές και πάντα τα προστάτευε. Με τα κύματά της απαλά τα έβγαζε προς τα έξω. Τώρα δεν μπορούσε όμως να συγκρατήσει τη δική της αγωνία παρόλο που καταλάβαινε ότι ο εγωισμός της θα έφερνε μόνο πόνο. Ήταν πάνω από τις δυνάμεις της. Έψαχνε νευρικά και βιαστικά. Τα κύματά της όλο και μεγάλωναν, οι άνθρωποι σκαρφάλωναν στις στέγες των σπιτιών τους για να σωθούν, άλλοι είχαν παρασυρθεί στον ορμητικό χείμαρρο που ρουφούσε τα πάντα, δέντρα, αυτοκίνητα, ποδήλατα, αδέσποτες γάτες και σκύλους, μια τρομακτική βουή από τη βιβλική καταστροφή, εκείνος δεν ήταν πουθενά, ο εκνευρισμός της όλο και μεγάλωνε.

Το ψάξιμο δεν κράτησε πολύ. Αφού έπνιξε τόσους ανθρώπους και πλημμύρισε την πόλη, πήρε μανιασμένα το δρόμο του γυρισμού. Ήταν ταπεινωμένη και απογοητευμένη. Είχε υποκύψει σε ένα καπρίτσιο και είχε προκαλέσει ανεπανόρθωτο κακό. Για ώρα τα κύματά της ήταν αναστατωμένα με αυτές τις σκέψεις μέχρι που κόπασαν από την κούραση. Γαληνεμένα τα νερά της λες και ήταν μια Κυριακή πρωί. Κλάματα και κραυγές ακούγονταν από μακριά. Το τοπίο δε θύμιζε σε τίποτα την ειδυλλιακή παραλιακή λουτρόπολη που υπήρξε η Καλαμαία. Ήξερε ότι δε θα της το συγχωρούσαν οι άνθρωποι. Τους είχε δείξει το πιο σκληρό της πρόσωπο και τώρα δεν ήξερε πώς να το διορθώσει ή αν ήθελε να το διορθώσει. Πόνταρε στο χρόνο που λειαίνει όλες τις γωνίες. Ο ήλιος είχε αρχίσει να καίει. Ένιωθε το ίδιο μούδιασμα που ένιωθαν κι όσοι είχαν επιζήσει. Δεν είχε αποφασίσει την επόμενή της κίνηση.

THE WAVE - II/III - AT THE SHORE


The sea decided to go out and look for him at dawn. She counted on the light and the silence that would prevail in the city. Of course she didn’t have the slightest idea where to start from. She had no clues. She didn’t know his name, his address, if he worked somewhere and if that somewhere was in the city or the suburbs. The only thing that she could recognize was his body and his voice, but that again was not that much of a great help, since Kalamaia had many citizens. Nothing could break her spirit. Her craving to find him was enormous. 
The first waves appeared with the first sun rays. At first, she flooded the beach and she took the uphill road towards the central square. She knew her strength but, at the same time, she felt extremely exposed. She burst into the first homes looking for his familiar body with her salty wet hands. The first cries of agony were heard. She had heard such cries before when parents screamed to their young ones when they had swum deeper into the ocean. She had felt these voices and she always protected the children. She gently pulled them out to the shore with her waves. Now she couldn’t restrain her anxiety even though she understood her ego would bring only pain. It was beyond her control. She searched nervously and hastily. Her waves grew bigger, people climbed on the roofs of their houses to save themselves, others were pulled into the fast flowing torrent engulfing everything from trees, cars and bicycles to stray cats and dogs, a horrifying noise from that biblical disaster. He was nowhere in sight. 

The search did not last long. After she drowned so many people and flooded the city, she furiously took the way back home. She was humiliated and disappointed. She had succumbed to a whim and had caused irreparable damage. Her waves were upset with these thoughts until they started to cool off from the weariness. Her calm water was now just like Sunday morning. You could hear cries and screams from afar. The scenery didn’t resemble the idyllic seaside resort that Kalamaia used to be. She knew that people would never forgive her. She had shown her harshest face and now she just didn’t know how to make amends or whether she even wanted to. She would bet on the famous quote about the time that smoothed out all the angles. The sun was burning. She felt the same numbness with the survivors. She had not decided what her next move would be. 

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

ΤΟ ΚΥΜΑ - I/III - ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΟΡΜΙ

Ήταν το δεύτερο καλοκαίρι που κόντευε να τελειώσει και δεν είχε φανεί. Σύμφωνα με το δικό της τρόπο μέτρησης έμεναν λιγότερο από δώδεκα μέρες για να κλείσει ο κύκλος με τον καυτό ήλιο που ένιωθε ανελέητα κάθε μέρα πάνω της. Δεν της πολυάρεσε αυτή η εποχή για να είναι απόλυτα ειλικρινής. Δεν άντεχε τον κόσμο που δεχόταν κάθε μέρα και δεν την άφηνε ήσυχη ούτε λεπτό. Έπρεπε να έχει τα μάτια της δεκατέσσερα για τις ανάγκες και τις επιθυμίες όσων έρχονταν να την επισκεφτούν. Έπρεπε να τους προσέχει, να παίζει μαζί τους αλλά και να ξέρει πότε να τους αφήνει να ηρεμούν και να είναι διακριτική. Σίγουρα όμως παρατηρούσε τον καθένα ξεχωριστά και προσπαθούσε να προλάβει τυχόν απροσεξίες τους και λάθη που μπορεί να ήταν μοιραία. Αυτό της ρουφούσε όλη την ενέργεια. Δεν είχε καθόλου χρόνο για την ίδια παρά μόνο όταν έπεφτε ο ήλιος και χαλάρωνε λίγο η κίνηση. Και φυσικά αυτό το έκανε από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Τα καλοκαίρια τα ζούσε πάντα με τρομερή ένταση. 
Όταν είχε έρθει εκείνος για πρώτη φορά κοντά της τον προηγούμενο Ιούνιο, θυμόταν ότι είχε νιώσει μεγάλη ταραχή. Δεν ήταν τόσο η εικόνα του ή το σώμα του, που το έβλεπε σχεδόν γυμνό κάθε μέρα, αλλά η φωνή του που την έκανε να τον ξεχωρίσει. Σε κάθε του επίσκεψη τραγουδούσε χαμηλόφωνα, κάτι που δεν το είχε βιώσει ξανά. Ερχόταν συνήθως νωρίς το πρωί και, όσο καθόταν κοντά της, δε σταματούσε να μουρμουράει άγνωστά της στιχάκια. Ήταν αυτή η χροιά που έδειχνε έναν άνθρωπο ήρεμο και γαληνεμένο και την έκαναν να χαλαρώνει κι αυτή μαζί του. Κι όσες μέρες ερχόταν κοντά της, πάντα της τραγουδούσε. Κι εκείνη πάντα τον φρόντιζε λίγο παραπάνω ή διάλεγε να παίξει με τα κύματά της λίγο παραπάνω γιατί με τον καιρό πίστευε ότι τραγουδάει μόνο για εκείνη. Και το πρώτο καλοκαίρι πέρασε από πάνω της κι ούτε που το κατάλαβε. Μόλις ερχόταν εκείνος, έχανε τη συνέπεια που είχε και τη σοβαρότητα και αφηνόταν τελείως. Αρκετές φορές είχαν κινδυνέψει μικρά παιδάκια από δική της απροσεξία αλλά, ευτυχώς την τελευταία στιγμή, κατάφερνε να τα μπαλώσει και να επαναφέρει την τάξη.  

Όταν δε φάνηκε πέρυσι , στενοχωρήθηκε αφάνταστα αλλά ήλπιζε στο επόμενο καλοκαίρι. Τώρα όμως κι αυτό θα έφευγε και ένιωσε ένα τσίμπημα, ένα αίσθημα ότι πρέπει να δράσει, κάτι να κάνει για να τον βρει. Ήθελε να τον ακούσει ξανά. Ήθελε εκείνη την τόσο αναζωογονητική, μετά από τόσους αιώνες, παρουσία του. Ήθελε να παίξει και να παραδεχτεί ότι, ναι, τον σκεφτόταν και τον είχε ερωτευτεί. Από πού όμως έπρεπε να ξεκινήσει, ολόκληρη θάλασσα, το ψάξιμο;

THE WAVE - I/III - LOOKING FOR THE BODY

It was the second summer that was about to end and he had not shown up. According to her counting method it was less than twelve days left for the circle to close with that hot sun mercilessly on her. To be completely honest, she didn’t like this season. She couldn’t stand the crowds she received every day that didn’t leave her alone for a second. She had to be extra careful with their needs and wishes. She had to take care of them, play with them but also be discreet and leave them alone to calm. But she certainly watched each one separately and tried to prevent any inconsistencies or mistakes that could become fatal. This actually sucked all of her energy. She had no time for herself till the sun had set and the things cooled off a bit. And of course, she did all of this ever since she remembered. The summers were always of great tension for her. 
When he first came last June, his presence made a big impact on her. It was not his shape or his body, which she saw almost naked every day, but his voice that made him stand out. He would sing softly every time, something that she had not experienced before. He would usually come early in the morning and, while he was with her, he would not stop quietly murmuring unknown to her lyrics. It was this vocal tone that showed a peaceful and calm person that made her feel calm as well. And she always took care of him a little bit more and chose to play with her waves more and, as time went by, she believed that he was singing only for her. And the first summer passed and she didn’t even notice it. The minute he arrived she let go of her consistency and became extra carefree. Small children had been in danger several times due to her negligence but she would restore the order the very last minute. 

When he didn’t show up last year, she was really upset but she hoped he would show up the following summer. But now that this summer was about to end, she felt a sting, she felt that she should do something, go out and find him. She wanted to hear him again. She wanted that refreshing, after so many centuries, presence of his. She wanted to play and admit that, oh yes, she was thinking about him and she was in love. But the question was where would she, the sea herself, begin the searching from?

Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

THE FOUR LANTERNS - NOT IN THE MAP

O Ζενεβιέ είχε μια ανησυχία από την ώρα που ξύπνησε. Έβαλε το εκρού κοστούμι από σουά σοβάζ και χτένισε με επιμέλεια τα γκρίζα μαλλιά του. Ήπιε στο πόδι έναν καφέ από αγριόρυζο και έβαλε λίγες σταγόνες άρωμα στο λαιμό του. Άφησε τη φωσφορίζουσα γάτα του, Μαντλέν, να κοιμάται στον καναπέ και πήρε μια βαθιά ανάσα. Φόρεσε τα γυαλιά ηλίου και κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Βγήκε στον κεντρικό δρόμο της Μπρενανσόν και άρχισε να μουρμουράει το πρόγραμμα της ημέρας.
«Σήμερα είναι Κυριακή, κατά τις δέκα αναμένεται η οικογένεια Ζεράρ για το γάμο της κόρης τους, όλα είναι έτοιμα για την τελετή στους κήπους και τη δεξίωση στην κεντρική σάλα, οι ανθοδέσμες για το στολισμό θα σταλούν στις τρεις και πέντε από τους πορτοκαλεώνες στα σύνορα. Ο κυριακάτικος τύπος με τα ολογράμματα θα έχει ήδη φτάσει και θα έχει μοιραστεί στα δωμάτια και εκκρεμεί μόνο η εφημερίδα του νεαρού Κλοντ στο δωμάτιο 333 με τους ήχους των πουλιών που τον βοηθούν στις αυπνίες του. Αναχωρεί το μεσημέρι το ζεύγος Ντεμπριζέ και θα πρέπει να έχω ετοιμάσει το λογαριασμό τους και ένα μικρό μπουκάλι με τα ιριδίζοντα φύλλα του κήπου, που τόσο συγκίνησαν την ηλικιωμένη σύζυγο.»
Περπατούσε και μονολογούσε μηχανικά με όλες τις εκκρεμότητες που του έφτιαχναν το κέφι. Ήταν άνθρωπος της συνήθειας και των αυστηρών προγραμμάτων. Η μέρα του γέμιζε με το να καλύπτει τις ανάγκες άλλων ανθρώπων. Έβρισκε νόημα σε όλο αυτό. Στην προσπάθειά του να ικανοποιεί τους άλλους και να θεωρείται αναντικατάστατος για τη λειτουργία του ξενοδοχείου, είχε πιστέψει ότι δεν έχει χρόνο και ενέργεια για τη δική του ζωή μετά το σχόλασμα. Το ξενοδοχείο είχε γίνει η ζωή του και έτσι κέρδιζε τη δικαιολογία για τις δικές του εκκρεμότητες. Τη λιγοστή ενέργεια που του περίσσευε τη χάριζε απλόχερα στη γατούλα του, που είχε γεράσει κι αυτή μαζί του, και ήταν η τέλεια ολιγαρκής και ανεξάρτητη σύντροφος.
Έστριψε στην οδό Ντρισελιέ και κοντοστάθηκε. Μα πώς και δεν είχαν ανοίξει ακόμα τα μαγαζιά τους; Είχε περάσει η ώρα. Συνήθως τέτοια ώρα γινόταν συνωστισμός έξω από το φούρνο, το κρεοπωλείο και το γαλακτοπωλείο. Έσπαγε η μύτη από τις γαργαλιστικές μυρωδιές του ψωμιού και της φρέσκιας κρέμας με βούτυρο. Ποδηλάτες, μαμάδες και ξεχασμένοι δύτες της προηγούμενης νύχτας κρατούσαν τις μπαγκέτες τους και δημιουργούσαν ένα ζωηρό μελίσσι κίνησης. «Μυστήρια πράγματα», σκέφτηκε και έφτασε στο τέρμα του δρόμου. Κοίταξε κάτω. Το καπάκι του υπονόμου που σήκωνε για να πάει στο ξενοδοχείο απλά δεν υπήρχε. Κοίταξε πάλι το δρόμο. Κι όμως, ήταν στο σωστό σημείο. Μα δεν είναι δυνατόν, τη διαδρομή αυτή την έκανε κάθε μέρα. Και με κλειστά τα μάτια θα σήκωνε το σωστό καπάκι για να κατέβει τα δεκατρία σκαλιά και να βρεθεί στην όαση της ταράτσας του ξενοδοχείου που τόσο πολύ τον καθησύχαζε κάθε μέρα. 
Εκτός κι αν ήταν μια κακόγουστη φάρσα, που δεν πήγαινε ο νους του από ποιον θα μπορούσε να είχε ξεκινήσει, πραγματικά δεν έβρισκε τι είχε κάνει λάθος, τι είχε πάει στραβά. Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε τριγύρω. Μα ναι, βρισκόταν στη διασταύρωση της  οδού Ντρισελιέ, του πιο κεντρικού δρόμου της Μπρενανσόν. Ήταν στο σωστό σημείο, στη σωστή στιγμή κι όμως όλα φαίνονταν λάθος. Δεν υπήρχε άνθρωπος στο δρόμο έστω να ρωτήσει τι έχει συμβεί αν και στο υποβρύχιο ράδιο που έβαζε λίγο το πρωί πριν φύγει για το ξενοδοχείο, δεν είχε ακούσει κάτι στα νέα. Πήγε πάλι στην αρχή της οδού και κοίταξε την επιγραφή στο γωνιακό κτίριο. Ναι, με καλλιγραφικά γράμματα έγραφε « Οδός Ντρισελιέ». Ξαναπήγε μέχρι το σημείο που βρισκόταν το καπάκι του υπονόμου. Τίποτα. Ξανά. Τίποτα. Ξανά. Ο Ζενεβιέ κοίταξε το ρολόι του. Είχε περάσει ήδη μισή ώρα. Μισή ώρα προσπαθούσε να λύσει ένα γρίφο που είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει και βρισκόταν πάλι στο σημείο μηδέν. Κάθισε κουρασμένος στην άκρη του πεζοδρομίου.
 «Τι περίεργο!» είπε δυνατά και πήρε βαθιά ανάσα. Κοίταξε ψηλά τον ουρανό που ήδη είχε συγκεντρώσει τα πρώτα γκρίζα σύννεφα. Μια μαύρη γάτα νωχελικά τον πλησίασε. Τρίφτηκε στα πόδια του αποζητώντας τα χάδια του. 

« Είμαι κι εγώ ο πρώτος που συναντάς σήμερα μικρή μου ; Πού πήγαν όλοι ;» τη ρώτησε καθώς της χάιδευε το απαλό της σώμα. Σήκωσε την ουρά της και έφυγε νιαουρίζοντας.

THE FOUR LANTERNS - NOT IN THE MAP

Jenevier had a worry since he woke up. He put on his soua schovaz off white suit and combed his grey hair. He drank his coffee from wild rice in a hurry and put a few drops of perfume on his neck. Ηe left his phosphorescent cat, Madlen, sleeping on the couch and took a deep breath. He wore his sunglasses and locked the door. He walked to Brenanson’s main road and started mumbling the schedule of the day. 
“Today is Sunday, at ten o clock the Gerard family is expected for their daughter’s wedding, everything is ready for the ceremony at the gardens and the reception in the central hall, the bouquets for the decoration will be sent at five past three from the orange trees at the borders. The Sunday press will be already distributed to the rooms except for young Claude’s newspaper with the birds’ sounds that help him with his insomnia at room 333. The Debrizes are leaving at noon and I must have their bill ready with a small bottle of iridescent garden leaves for which the elderly wife was so fond of.”
He walked and mumbled with all the tasks of the day that made him cheerful. He was a man of habit and of strict deadlines. His day was full by meeting other people’s needs. He found meaning in all this. In his effort to satisfy others and to be considered irreplaceable in the hotel’s operation, he believed that he had no time or energy left for his own life after work. The hotel had become his life and in this way he had the excuse for his own unfinished personal business. He generously gave his remaining energy to his kitty who had grown old with him as well and was the perfect frugal and independent companion.
He turned down Driselier Street and stood still. The shops were still closed. How could that be? Usually at this time of the day there were crowds outside the baker’s, the butcher and the dairy shop. The smell of the bread and the fresh cream with butter was stimulating. Cyclists, mums and forgotten divers of the previous night held their baguettes and created a busy hive. “Strange” he thought and reached the end of the road. He looked down. The manhole that he lifted to get to the hotel simply was not there. He looked down at the street again. He was at the right spot. But it was not possible. He took the same road every single day. Even with his eyes closed he would raise the right manhole to go down the thirteen steps and get to the hotel’s rooftop oasis that comforted him every day. 
Unless it was a joke of bad taste, and he could not think who could have started it, he was unable to figure out what had gone wrong. He looked around. Yes, he was at the Driselier street intersection, the most central street in Brenanson. He was at the right spot, at the right time and yet everything looked so wrong. There was not a single man to ask what was going on, even though he had not heard anything on the news on the underwater radio he used to listen to for a while before he left for the hotel. He went back to the beginning of the street and he looked at the sign of the building at the corner. The sign said “Driselier Street” in calligraphy. He went back to where the manhole was. Nothing. Again. Nothing. Again. Jenevier looked at his watch. Half an hour had passed. He was trying to solve a puzzle for half an hour that had begun to get on his nerves and he was still at zero point. Tired as he was, he sat at the edge of the pavement.
“How strange” he said and took a deep breath. He looked at the sky that had already gathered the first grey clouds. A black cat slowly moved towards him. She rubbed on his feet looking for his caresses.

“Am I the first you meet as well, my little one? Where did they all go?” he asked her as he caressed her soft body. She lifted her tail up and left meowing. 

Τρίτη 1 Μαΐου 2018

THE FOUR LANTERNS - LOST VOICE

Ο Ντίσταντ Ταβηνός δεν κυκλοφορούσε στους κοινόχρηστους χώρους του ξενοδοχείου. Τα γεύματά του τα έπαιρνε στο δωμάτιό του. Ο γραμματέας του είχε πάρει το διπλανό δωμάτιο και κανόνιζε τα πάντα. Τις σπάνιες φορές που θα κατέβαινε στο μπαρ για ένα ποτό ή για μια βόλτα στους κήπους πάντα θα φορούσε γυαλιά ηλίου. Το ήξερε ότι τον είχαν αναγνωρίσει αλλά δεν άντεχε τα βλέμματα των ενοίκων πάνω του. Ένιωθε ότι ήταν πια βλέμματα λύπησης και περιέργειας παρά βλέμματα θαυμασμού όπως στο παρελθόν. Και δεν ήταν τόσο μακρινό το παρελθόν αυτό. Ο Ντίσταντ Ταβηνός ήταν ο πιο διάσημος τενόρος στον κόσμο. Είχε όλη τη φήμη, την αναγνώριση, τον πλούτο που θα μπορούσε να έχει ένας κοινός θνητός. Ήταν αφοσιωμένος μόνο στη μουσική του, στη μελέτη και στη σκληρή του δουλειά. Είχε πετύχει να γεμίζει τις όπερες όλων των πόλεων και να εξαντλούνται τα εισιτήρια για τις παραστάσεις του σε λιγότερο από μια ώρα. Είχε κάνει το κοινό να αγαπήσει τις άριες και τις ιστορίες της όπερας γιατί έβλεπαν όλοι το πάθος του για αυτό που έκανε. 
Τα τελευταία δεκαέξι χρόνια ήταν αφοσιωμένος και στον Περιοδεία, το σκύλο του. Τον είχε βρει όταν ήταν κουτάβι σε ένα πάρκο, όντας πραγματικά σε περιοδεία. Τον πήρε μαζί του και έγινε αχώριστος σύντροφός του. Τον είχε μαζί του όπου κι αν πήγαινε και το κοινό εκτός από λουλούδια στο τέλος των παραστάσεων θα άφηνε κάτι και για τον Περιοδεία στα καμαρίνια, από μπισκοτάκια σκύλων μέχρι κολάρα και μάλλινα μπλουζάκια που είχαν πλέξει με τα χέρια τους. Μεγάλωναν μαζί κι ο χρόνος περνούσε αφήνοντας τα σημάδια του πάνω τους. Ο Περιοδείας πέθανε από βαθιά γερατειά στο τέλος του δέκατου έκτου χρόνου της ζωής του. Το σοκ της απώλειας ήταν τεράστιο. Ο Ντίσταντ Ταβηνός αποτραβήχτηκε από τη μουσική γιατί δεν έβρισκε πια καμία χαρά στο τραγούδι. Γύρισε την πλάτη του σε όλες τις πόλεις του κόσμου που τον ζήτησαν με πείσμα. Εγκατέλειψε όλα όσα αγαπούσε γιατί είχε χάσει αυτόν που τον αγαπούσε πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο. Οι εφημερίδες και τα μέσα ενημέρωσης πήραν φωτιά. Πρωτοσέλιδα και ρεπορτάζ ήταν αφιερωμένα σε αυτόν για μεγάλο διάστημα και το μεγάλο ερώτημα ήταν πότε θα εμφανιστεί πάλι στη σκηνή ο Ντίσταντ Ταβηνός.
Όταν κόπασε αυτή η τρικυμία ήρθε μια άλλη πιο δυνατή. Ο τενόρος είχε χάσει τη φωνή του. Δεν εμφανιζόταν πια γιατί δεν είχε φωνή να τραγουδήσει μοναδικά αυτές τις άριες που έφερναν δάκρυα στα μάτια τόσων ανθρώπων ανά τον κόσμο. Καινούργιοι, μεγάλοι τίτλοι ακόμα και ντοκιμαντέρ επικεντρώθηκαν στο δράμα του διάσημου τενόρου που πια δεν είχε φωνή μετά το χαμό του αγαπημένου του φίλου. Ο Ντίσταντ Ταβηνός όλο αυτό το διάστημα είχε κλειστεί στο σπίτι του που ήταν πολιορκημένο από δημοσιογράφους κάθε λογής. Καμία δήλωση σε όλο αυτό το ανθρώπινο μελίσσι που τον περίμενε νύχτα μέρα έξω από τα κλειστά παράθυρα.  Ο ίδιος περίμενε να κοπάσει. Κι όταν κόπασε και έφυγε και ο τελευταίος ανταποκριτής, έφυγε κι ο ίδιος  με μια μικρή βαλίτσα και τον πιστό του γραμματέα, νύχτα, για το άγνωστο. 
Στο ξενοδοχείο «The Four Lanterns” έκλεισαν δύο διπλανά δωμάτια με ανοιχτή τη μέρα αναχώρησης. Ήδη είχε περάσει ένα δίμηνο και ήταν απόλυτα ευχαριστημένοι από την εχεμύθεια του προσωπικού και τη διακριτικότητα των πελατών. Ήταν κοινό μυστικό πια ότι όχι μόνο δεν τραγουδούσε αλλά ούτε μιλούσε. Με τον γραμματέα του αντάλλασσε γραπτά σημειώματα. Είχε πάντα πάνω του ένα μικρό μπλοκ και μια μαύρη πένα και με αυτό επικοινωνούσε τις επιθυμίες του ως προς το γεύμα ή το δείπνο ή κάποιες επαγγελματικές εκκρεμότητες. Με αυτόν τον τρόπο θα αρνιόταν την οποιαδήποτε πρόταση για συνέντευξη ή  να γίνει η ζωή του ταινία ή να γράψει την αυτοβιογραφία του. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα από όλα αυτά. Είχε παραιτηθεί. 
Ένα μεσημέρι εμφανίστηκε στη ρεσεψιόν με τον γραμματέα του κρατώντας τις βαλίτσες τους. Άφησε ένα σημείωμα στο γκισέ. Ο Ζενεβιέ το διάβασε και είπε: «Αμέσως, κατεβαίνει σε ένα λεπτό. Μέχρι να κλείσουμε λογαριασμό θα είναι εδώ.»
Όντως, μετά από λίγο, ο Αλφρέδος κατέβηκε τα σκαλιά και τους χαμογέλασε.
«Αλφρέδο, ο κύριος Ταβηνός θέλει να σου κάνει ένα μικρό δώρο. Σε παρακαλεί να το δεχτείς» μίλησε ο γραμματέας βγάζοντας ένα πακέτο από τη βαλίτσα του.
«Ω, ευχαριστώ πολύ» είπε αμήχανα ο Αλφρέδος, κοιτάζοντας μία το πακέτο και μία τον Ταβηνό.
O γραμματέας έκοψε μια επιταγή για να εξοφλήσει το λογαριασμό της διαμονής τους.
Ο Αλφρέδος άνοιξε το μικρό πακέτο και διάβασε το σημείωμα. Ευχαρίστησε θερμά και τους είδε να βγαίνουν από το ξενοδοχείο. 
«Βλέπω σε συμπάθησε ο τενόρος, Αλφρέδο. Χαίρομαι ιδιαίτερα» είπε ο Ζενεβιέ.

Ο Αλφρέδος δεν είπε τίποτα και βγήκε στον κήπο. Άνοιξε πάλι το πακέτο και χαμογέλασε στη θέα του δώρου του. Ήταν το σημειωματάριο με τα λίγα λευκά φύλλα που είχαν απομείνει και χρησιμοποιούσε ο τενόρος για να επικοινωνήσει. Ο Αλφρέδος τον είχε ακούσει να τραγουδάει σχεδόν ψιθυριστά τις αγαπημένες του άριες όταν έκανε το πρωινό του ντους και του άφηνε  την πορτοκαλάδα στο κομοδίνο του. Ήταν ο μόνος που ήξερε ότι ο Ντίσταντ Ταβηνός είχε απλά επιλέξει τον κόσμο της σιωπής και της απομόνωσης και όχι το ανάποδο. 

THE FOUR LANTERNS - LOST VOICE

Distant Tavinos did not walk around in the public areas of the hotel. He had his meals in his room. His secretary had taken the next-door room and arranged everything. When he rarely went downstairs for a drink at the bar or a walk in the garden he always wore sunglasses. He knew that the tenants had recognized him but he couldn’t stand their stare. He felt that they now gave him stares of pity and curiosity rather than admiration like it was before. And the past was not that long ago. Distant Tavinos was the most famous tenor in the world. He had all the fame, recognition, wealth that a mortal could have. He was devoted only to his music, his study and his hard work. He had succeeded in filling the operas of all the cities in the world and having the concert tickets sold in less than an hour. He had made the audience love the arias and opera stories because they all saw his passion for what he did. 
For the last sixteen years he was also devoted to Ontour, his dog. He had found him when he was a puppy in a park being actually on tour. He took him and they became inseparable. Ontour was with him wherever he went and the audience, besides flowers at the end of his performance, would also leave something for the dog backstage from biscuits to collars and hand knitted t-shirts. They grew old together and time left its marks on them. Ontour died of old age at the end of his sixteenth year. The shock loss was enormous. Distant Tavinos withdrew from music because he found no joy in singing anymore. He turned his back to all the cities of the world that stubbornly wanted him. He gave up everything he loved because he had lost the one that loved him the most. The press and the media were on fire. Front pages and reports were all about him for a long time and the big question was when Distant Tavinos would appear on stage again.
And when that storm was over a stronger one came. The tenor had lost his voice. He didn’t appear because he had no longer the voice to sing the arias in such a way to bring tears in people’s eyes all over the world. New big headlines even documentaries focused on the drama of the famous tenor who had lost his voice after the death of his beloved friend. Distant Tavinos was locked in his house that was surrounded by reporters. He made no statement to this human hive that waited for him behind closed windows. He waited for the cooling –off period. And when it did cool off and the last reporter left, he himself did the same with a small suitcase and his loyal secretary heading into the unknown. 
They booked two adjoining rooms at the “Four Lanterns Hotel” leaving the departure date open. Two months had already passed and they were totally satisfied with the discretion of the stuff and the tenants. It was a common secret that not only he didn’t sing but also he didn’t talk. He exchanged written notes with his secretary. He always carried a small notebook and a black pen and he communicated his wishes concerning lunch, dinner or business tasks. He would deny any proposal for interviews, turn his life into a movie or write his autobiography. He had no interest in any of these things. He had quit. 
He appeared one afternoon at the reception desk with his secretary holding their suitcases. He left a note on the counter. Jenevier read it and said: “He will be down in a second. While the bill is taken care of he will be here.”
Indeed, after a while, Alfred went down the stairs and smiled at them. 
“Alfred, Mr. Tavinos wants to offer you a small present. He would really like you to accept it” the secretary said taking a parcel out of his suitcase. 
“Oh, thank you very much” Alfred said awkwardly looking at the parcel and Tavinos.
The secretary wrote a check to pay for the stay. 
Alfred opened the parcel. He thanked them warmly and saw them off. 
“The tenor liked you, Alfred. I am really glad” Jenevier said.

Alfred said nothing and went to the garden. He opened the parcel again and smiled at the view of his gift. It was the notebook with the few remaining white sheets which the tenor used to communicate. Alfred had heard him sing, almost whispering, his favorite arias when he took his morning shower and he left his orange juice on the bedside table. He was the only one who knew that Distant Tavinos had chosen the world of silence and not the other way round.  

Κυριακή 1 Απριλίου 2018

THE FOUR LANTERNS - ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ


Το στοίχημα για φέτος είναι αν θα έρθει ο μεσιέ Ζερόμ στο μεταμεσονύκτιο πικνίκ. Ο Αλφρέδος και ο Ζενεβιέ είναι βαθύτατα προβληματισμένοι. Τι να κάνουν; Να ακυρώσουν μια παράδοση έξι ετών; Δεν τους πάει με τίποτα. Έχουν εμπιστοσύνη στον Ζερόμ αλλά φέτος με την ανακαίνιση του ξενοδοχείου και την επανατοποθέτησή του σε άλλο σημείο, θα τα καταφέρει να τους βρει; Έρχεται από πολύ μακριά, μην το ξεχνάμε. 
Οι δυο τους αποφασίζουν τελικά να τα μαγειρέψουν τα ντολμαδάκια. 
« Αν πετύχουν, θα βρει το δρόμο» λέει χαριτολογώντας ο Αλφρέδος. 
Έχει δίκιο. 
Το ραντεβού είναι όπως πάντα για τα μεσάνυχτα της πρωταπριλιάς στους κήπους του ξενοδοχείου, στο αγαπημένο σημείο του μεσιέ Ζερόμ. Εκεί συνήθιζε να λιάζεται μετά τη βουτιά του στην πισίνα και να παραγγέλνει το πιάτο με τα πρώτα ανοιξιάτικα ντολμαδάκια. Ο μεσιέ Ζερόμ βρέθηκε νεκρός ένα μεσημέρι στην πισίνα. Η καρδιά του τον πρόδωσε. Οι πρώτες βοήθειες δε στάθηκαν αρκετές για να τον επαναφέρουν στη ζωή. Υπήρξε μια αναστάτωση σε όλο το ξενοδοχείο. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και ανοιχτόκαρδος.. Όλοι είχαν να τον μνημονεύουν για καιρό μετά. Όλοι είχαν να διηγηθούν και μια αστεία ιστορία για αυτόν και για τους ωραίους του τρόπους. 
Ο ίδιος όμως ήθελε να ξαναγυρίσει πίσω και να γευτεί τα ωραία ανοιξιάτικα ντολμαδάκια. Δύσκολο από εκεί που ήταν. Πηγαινοερχόταν στα γνώριμα μέρη, βέβαια, αλλά δεν τον έβλεπε κανείς. Δεν μπορούσε να το κάνει και συχνά, άλλωστε. Βρήκε το τέχνασμα να τρυπώσει στο όνειρο του Ζενεβιέ και του Αλφρέδου και τα κατάφερε να τους επικοινωνήσει τη λαχτάρα του. 
« Δεν κάνουμε ένα ωραίο πικνίκ με τα ντολμαδάκια που τα έχω λαχταρήσει και με την ευκαιρία να δω κι εσάς και να μου πείτε τα νέα σας;»
Την πρώτη χρονιά το εγχείρημα στήθηκε με λίγο φόβο. Δεν είναι και λίγο πράγμα να έχεις συνδαιτημόνα στα γρασίδια έναν νεκρό. Είχαν στρώσει τα τραπεζομάντηλα και τα πιάτα, είχαν σερβίρει τα μοσχομυριστά ντολμαδάκια με μπόλικο δυόσμο, όπως του άρεσαν, και στο πλάι ζεστό ακόμα ζυμωτό ψωμί. Είχαν καθίσει και περίμεναν στη μεταμεσονύκτια δροσιά και υγρασία τον μεσιέ Ζερόμ να φανεί. Και ήρθε φυσικά. Εντυπωσιακή είσοδο θα την έλεγε κανείς μιας και διάλεξε να βγει από την πισίνα, αλλά το τεκμηρίωσε.
«Μην απορείτε φίλοι μου, από εδώ μπήκα, από εδώ και θα βγω.»
Τα έφαγε με τόση λαχτάρα όση τους είχε μεταδώσει στο όνειρο και τους ευχαρίστησε από καρδιάς. Δεν ειπώθηκαν κουβέντες για άλλους κόσμους, αλλά απλά καθημερινά νέα του προσωπικού και της πόλης. Μια διακριτικότητα και από τις δύο πλευρές. Το πικνίκ κράτησε μια ώρα περίπου και ανανεώθηκε το ραντεβού για την επόμενη χρονιά. Και για την επόμενη. Και για την επόμενη. Και πέρασαν ήδη έξι χρόνια. 
Ο Αλφρέδος  είναι σίγουρος ότι θα το βρει το σημείο και ειδικά φέτος που έχουν να του πουν τόσα νέα, τόσες ενδιαφέρουσες ιστορίες που έχουν ζήσει μέχρι τώρα. 
Το πικνίκ στήνεται στους καινούργιους κήπους του ξενοδοχείου και όπως πάντα τον περιμένουν στη μεταμεσονύκτια δροσιά της άνοιξης. 
«Σαν να άργησε λιγάκι φέτος», λέει ο Ζενεβιέ κοιτάζοντας το ρολόι του.
«Δώσε του λίγο χρόνο ακόμα, είναι λίγο διαφορετικά τα πράγματα αυτή τη φορά»
Το βλέμμα τους είναι καρφωμένο στην πισίνα. Τα εξωτικά πουλιά έχουν σωπάσει και ακούγεται μόνο το αεράκι που ξεσηκώνει τα φύλλα των δέντρων. Ο μεσιέ Ζερόμ αυτή τη φορά βγαίνει από μια συστάδα θάμνων και τους τρομάζει
«Καλώς τον, από αλλού σε περιμέναμε καλέ μου Ζερόμ» μίλησε σιγανά και λίγο τρομαγμένα ο Ζενεβιέ.

«Μου βγήκε η ψυχή μέχρι να σας βρω, αλλά τίποτα δε θα με χώριζε από τα αιώνια μου ντολμαδάκια.»


*Eυχαριστούμε θερμά τον Άγγελο Παπαδημητρίου για την εμπιστοσύνη.
Ήταν μια εξαιρετική συνεργασία.

THE FOUR LANTERNS - ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ


The bet for this year is whether or not Monsieur Jerοme is coming to the midnight picnic. Alfred and Jenevier are deeply concerned. What should they do? Cancel a six-year tradition? No way. They trust Jerome but this year with the hotel’s renovation and its relocation at another spot, will he manage to find them? Let’s not forget, he will come from afar. 
The two of them finally decide to cook the stuffed vine leaves.
“If they are a success, he will find his way” Alfred says wittily.
He is right.
The rendez -vous was set as always on April first’s midnight at the hotel’s gardens, Monsieur Jerome’s favorite spot. He used to sunbathe there after a swim in the pool and order the first spring stuffed vine leaves. Monsieur Jerome was found dead one afternoon by the pool. His heart betrayed him. . First aid was not enough to keep him alive. There was a big fuss all over the hotel. He was particularly loved and open hearted. Everyone had a kind word to say a long time after the incident. Everyone had a funny story to say about him and his good manners. 
But Monsieur Jerome wanted to return and taste the fine spring stuffed vine leaves. Very difficult from where he was, though. He went back and forth to familiar places, of course, but no one could see him and it was not something that he could often perform, anyway. He managed to sneak into Jenevier’s and Alfred’s dream and succeeded into communicating his craving. 
“Why don’t we have a nice picnic with the stuffed vine leaves which I craved for so long and, of course, tell me all about your news?”
The first year the venture was set with a little bit of fear. It is not a small thing to have a dead man as a banqueter sitting with you on the lawn. They had laid down the tablecloths and the dishes, they had served the good-smelling vine leaves with lots of mint, just as he liked it, and some fresh, still warm, bread on the side. They had sat down by the post moon dew and moisture waiting for Monsieur Jerome. 
And he came of course. An impressive entrance one would say, since he chose to come out of the pool, but he had a reason.
“No need to question it my friends, this was my way in and of course it will my way out.”
He ate them with the great appetite he had transmitted them in their dreams and thanked them from the heart. There was no small talk about the other world, just everyday news from the stuff and the city. A discretion from both sides. The picnic lasted about an hour and it was renewed for the following year. And the following. And the following. And six years had passed since then. 
Alfred is certain that he will find the spot and especially this year that they have so many news, so many interesting stories to tell him. The picnic is set at the hotel’s gardens and as always they wait for him in the midnights’ spring dew.
“I think he’s late this year” Jenevier said looking at his watch. 
“Give him more time. Things are a bit different this year.”
They stare at the pool. The exotic birds are silent and only the breeze rustling the tree leaves is heard. Monsieur Jerome is coming out of the bushes this year and scares them. 
“Welcome, we were expecting you from elsewhere, my dear Jerome” Jenevier talked quietly and a bit scared. 

“Oh my, it was so difficult to find you but there was nothing that could keep me apart from my eternal stuffed vine leaves.”


*We would like to warmly thank Aggelo Papadimitriou for his trust.
It was an excellent collaboration.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

THE FOUR LANTERNS - WAITING FOR THAT GOLDFISH

«Ω, τον αγαπητό μας κύριο Βελιτάλ! Πόσο χαίρομαι που σας ξαναβλέπω!»
«Και για μένα είναι πάντα μεγάλη η συγκίνηση, καλέ μου Ζενεβιέ».
Ο Βελιτάλ ήταν το ίδιο χαμογελαστός και καλοδιάθετος όπως πάντα. Είχε κόψει το μικρό του μουσάκι και φορούσε το κίτρινο καρό του κοστούμι. Στα χέρια του κρατούσε μια γυάλα με ένα χρυσόψαρο.
«Ο Φερεντίν, πιστός φίλος τα τελευταία οκτώ χρόνια», είπε κοιτάζοντας το χρυσόψαρο με τρυφερότητα. 
«Είναι αξιαγάπητος», είπε ο Ζενεβιέ, ρίχνοντας μια ματιά στο βιβλίο των κρατήσεων. «Νομίζω θα σας δώσω το αγαπημένο μου δωμάτιο στον τρίτο που έχει θέα στους κήπους, που ξέρω ότι σας αρέσουν πολύ και σίγουρα θα τους θαυμάσετε μετά την ανακαίνιση του χώρου», πρότεινε με μια διάθεση να περιποιηθεί όσο μπορεί τον, γερασμένο από την τελευταία φορά, ταξιδιώτη.
Ο Αλφρέδος προσφέρθηκε να πάρει τη γυάλα προσεκτικά αλλά ο Βελιτάλ εναντιώθηκε. 
«Όχι, όχι, σας παρακαλώ, τη γυάλα δε θέλω να την αποχωριστώ, σας παρακαλώ» είπε και ακολούθησε τον Αλφρέδο που αρκέστηκε να πάρει τη βαλίτσα του, στο ασανσέρ.
Ο Ζενεβιέ έδωσε αμέσως οδηγίες στο προσωπικό να προσέχουν τον κύριο Βελιτάλ. Ήταν ένας ευαίσθητος και μοναχικός άνθρωπος που ερχόταν περίπου κάθε δέκα χρόνια, πάντα κρατώντας μια καινούργια γυάλα με ένα χρυσόψαρο. Διαισθανόμενος ότι το χρυσόψαρο ήταν έτοιμο να αφήσει τα εγκόσμια, έμενε συνήθως ένα σαββατοκύριακο, θέλοντας να περάσουν ποιοτικό χρόνο μαζί.  Πάντα με τη γυάλα αγκαλιά έκανε βόλτες στους κήπους ή αναπαυόταν στις σεζλόνγκ ή διάβαζε χαμηλόφωνα στο μικρό του φίλο συνήθως αστυνομικά βιβλία τσέπης. Είχε την υποψία ότι τον συγκινούσαν, κρίνοντας από τις πολλές αναβλύζουσες φυσαλίδες στην επιφάνεια της γυάλας του με τις περιγραφές των φόνων. Το σαββατοκύριακο περνούσε γρήγορα και ο κύριος Βελιτάλ θα έφευγε  όπως  ακριβώς είχε έρθει. Αγκαλιά με τη γυάλα. Το εκάστοτε χρυσόψαρο αναχωρούσε σφύζοντας από ζωή. Στη ρεσεψιόν πάντα ένιωθε την ανάγκη να ψελλίσει κάτι απολογητικό αλλά ο Ζενεβιέ δε θα το δεχόταν. 
«Είστε πολύ τυχερός που θα έχετε το μικρό σας φίλο για περισσότερο καιρό κοντά σας», θα έλεγε συνήθως και θα τον χάζευε να φεύγει, μια εύθραυστη φιγούρα σε παστέλ κοστούμια που του ήταν ειλικρινά συμπαθής.
Ο Βελιτάλ είχε μείνει ενθουσιασμένος από την ανακαίνιση του ξενοδοχείου. Η θέα από το παράθυρο ήταν απλά μαγική. ‘Έβλεπε στους κεντρικούς κήπους με τα γέρικα μπάομπαμπ που πρωταγωνιστούσαν στο πράσινο μωσαϊκό, ανάμεσα σε αμέτρητα εξωτικά πολύχρωμα λουλούδια και δέντρα. Στο κέντρο είχαν αφήσει τη μικρή λίμνη με τα νούφαρα που έκλαιγαν με τους κεραυνούς, ένα αστείο θέαμα αν πετύχαιναν οι ένοικοι καμιά καταιγίδα. Τη μισή μέρα βρισκόταν εκεί και συνήθως μιλούσε ή διάβαζε στο χρυσόψαρό του. Περνούσε αρκετή ώρα και στο δωμάτιό του. Στο κομοδίνο ήταν αραδιασμένα πολλά αστυνομικά βιβλία με κιτρινισμένες και τσακισμένες σελίδες. Κάθε μέρα διάβαζε στον Φερεντίν αποσπάσματα και ήταν σίγουρος ότι το χρυσόψαρό του το απολάμβανε. Μετά από κάθε απόσπασμα,  άφηνε τη γυάλα στο περβάζι του παράθυρου για να μπορεί να χαίρεται τη θέα ο φίλος του. Θα κατέβαινε μόνο για το γεύμα στο εστιατόριο ενώ τον πρωινό του καφέ τον ανέβαζαν στο δωμάτιο. Σε προηγούμενο ταξίδι είχε εκμυστηρευθεί στον Ζενεβιέ ότι δεν μπορούσε να εμπιστευθεί τους ανθρώπους. Τους φοβόταν ή μάλλον τους ντρεπόταν. Θα προτιμούσε να ζει αόρατος, αν γίνεται, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματά τους. Δεν είχε μοιραστεί τίποτα άλλο από την προσωπική του ζωή κι ο διευθυντής φυσικά ποτέ δε ρώτησε από διακριτικότητα, οπότε ένα επιπλέον πέπλο μυστηρίου κάλυπτε την περσόνα του.
Την Κυριακή το πρωί η Μαντλέν, που ανέβασε τον καφέ στο δωμάτιό του, αντίκρισε ένα παράξενο θέαμα. Ο Βελιτάλ  ήταν ακίνητος και παγωμένος στην καρέκλα του. Το βλέμμα του είχε μείνει να χαζεύει τα πανύψηλα δέντρα στους κήπους. Ένα βιβλίο ήταν ακουμπισμένο στα γόνατά του στη σελίδα 89, με υπογραμμισμένη την πρόταση: «Και ο Τζακ, που τόσο φοβόταν το θάνατο, τώρα είχε πέσει στην παγίδα του.» Η γυάλα δίπλα του ήταν γεμάτη καθαρό νερό. Ο Φερεντίν δεν ήταν μέσα. 
Ο Ζενεβιέ λυπήθηκε αληθινά για το θάνατό του. Σχεδόν τον ένιωθε φίλο του. « Μα πόσο ειρωνικό, να έρθει γιατί περίμενε να πεθάνει το χρυσόψαρό του και να πεθάνει τελικά ο ίδιος!» έλεγε στον Αλφρέδο.
«Μπα, το ψάρι τον σκότωσε κι έφυγε μακριά του. Δεν υπήρχε περίπτωση να το υποπτευθεί κανείς έτσι κι αλλιώς» αποκάλυψε ο καμαρότος τη θεωρία συνωμοσίας του. Ο Ζενεβιέ γέλασε νευρικά. Ο Αλφρέδος όχι.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να το βρείτε, όσο κι αν ψάξετε στο ξενοδοχείο. Είναι πια ελεύθερο» είπε με ακόμα πιο σοβαρό ύφος.  

THE FOUR LANTERNS - WAITING FOR THAT GOLDFISH

“My dearest Mr. Velital! Such a pleasure to see you again!”
“The pleasure is all mine, my beloved Jenevier.”
Velital was smily and in good spirit as always. He had shaved his small beard and he wore his yellow checkered suit. He held a bowl with a goldfish in his hands. 
“Feredin, my loyal friend for the past eight years” he said looking tenderly at the goldfish.
“He is adorable” Jenevier said taking a look at the reservations book. “I think I will give you my favorite room on the third floor overlooking the gardens, which I am certain that you will like very much and definitely going to admire after the renovation” he suggested wanting to take care as much as he could the, aged since the last time, traveler. 
Alfred volunteered to hold the goldfish bowl but Velital refused.
“No, no, please I don’t want to leave my bowl, please” he said and he followed Alfred who just took his suitcase to the elevator.
Jenevier immediately instructed the stuff to look after Mr. Velital. He was a sensitive lonely man who would come every ten years, always holding a new bowl with a goldfish. Sensing that the goldfish was about to die, he would usually stay for the weekend, wanting to spend quality time with it. Always with the goldfish bowl in his hands, he would take long walks in the gardens or rest on the chaise lounge chairs or read to his little friend in a low voice usually crime pocket books. He suspected that the fish liked them, judging by the amount of bubbles on the surface of the bowl with the murder descriptions. The weekend would quickly pass away and Mr. Velital would go away in the exact way as he had come. Embracing the bowl. Each time the goldfish would depart full of life. At the reception desk, he always felt the need to whisper a few words apologetically but Jenevier would not accept it.
“You are very lucky to have your little friend for a little longer” he would usually say and would watch him go away, a fragile figure in pastel suits to whom he felt close to. 
Velital was excited with the hotel’s renovation. The view from the window was just magical. It overlooked the central gardens with the old baobabs starring in the green mosaics, among countless exotic and colorful flowers and trees. In the center, they had left the small pond with the water lilies that cried with the lightings, a funny spectacle if the tenants happened to watch a storm. He would be there for the half of the day and he usually talked or read to his goldfish. He spent much time in his room as well. There were many crime books on his bedside table with yellow and dog-eared pages. Every day he would read to Feredin excerpts and he was certain that his goldfish enjoyed it. After every excerpt, he left the bowl by the window sill so that his friend could be happy with the view. He would only go downstairs at the restaurant for lunch while they would bring his morning coffee to his room. On a previous trip he had confided in Jenevier that he could not trust people. He was afraid of them or rather he was embarrassed. He would prefer to live invisible, if possible, far away from their indiscreet glances. He had not shared anything else from his personal life and the manager, of course, never asked out of discretion so another veil of mystery covered his persona.
On Sunday morning Madlen, who brought his coffee up to his room, saw something strange. Velital was still and frozen on his chair. His look was at the tall trees in the gardens. A book was on his knees on page 89 with the sentence underlined: “And Jack, who was so afraid of death, had now fallen into its trap.” The bowl beside him was full of clean water. Feredin was not inside. 
Jenevier was truly sorry for his death. He almost thought of him as a friend. “But it is so ironic, he came here waiting for his goldfish to die and in the end he died himself!” he said to Alfred.
“Nope, the fish killed him and ran away. It had no chance of being suspected anyway” the bellboy revealed his conspiracy theory. Jenevier nervously laughed. Alfred did not. 

“You are never going to find it, no matter how hard you search in the hotel. It is now free” he said in an even more serious tone.

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

THE FOUR LANTERNS - ΡΟΔΟΚΛΕΙΑ ΜΠΕΖ

Όλοι θα θυμούνται τις τρεις ημέρες και νύχτες που πέρασε η Ροδόκλεια Μπεζ στο ξενοδοχείο «Four Lanterns», κι ας έχει περάσει καιρός. Ήρθε αργά το βράδυ και βρήκε το Ζενεβιέ στη ρεσεψιόν. Φορούσε ένα μακρύ γκρι κασμιρένιο παλτό, μαύρα γάντια και κρατούσε μια μικρή δερμάτινη βαλίτσα. Τα χάλκινα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε έναν κομψό κότσο. Το βλέμμα της ήταν αδιαπέραστο και η ηλικία της απροσδιόριστη. 
«Θα ήθελα να μείνω το τριήμερο, αν υπάρχει διαθεσιμότητα» είπε αυστηρά στον Ζενεβιέ. 
«Μα, φυσικά, καλώς ορίσατε! Παρακαλώ, θα χρειαστώ το ονοματεπώνυμό σας για το βιβλίο κρατήσεων.»
«Ροδόκλεια. Μπεζ.» είπε η μυστηριώδης γυναίκα σχεδόν βαριεστημένα.
«Υπέροχα, ο Αλφρέδος θα σας συνοδεύσει στο δωμάτιo νούμερο τριάντα δύο και μισό στον πρώτο όροφο.»
Ανέβηκε με τον Αλφρέδο και τα πλοκάμια χταποδιού από τις τιράντες του σχεδόν την χάιδευαν, μην μπορώντας να κρύψει το πόσο γοητευμένος ήταν από την παρουσία της. Ευγενέστατη και κολακευμένη του άφησε ένα γενναιόδωρο φιλοδώρημα και κλείδωσε την πόρτα του δωματίου χαμογελαστή.
Η αρχή της τρικυμίας που έφερε η Ροδόκλεια Μπεζ σε όλους τους χώρους του ξενοδοχείου έγινε αντιληπτή από την επόμενη ημέρα. Τις πρωινές ώρες εθεάθη στην αίθουσα του πρωινού να απολαμβάνει τον καφέ της και να διαβάζει την εφημερίδα της πάντα με το ίδιο κομψό και απροσπέλαστο πρόσωπο της προηγούμενης νύχτας. Την ίδια ώρα η Κλοντέτ, η καμαριέρα, έφυγε τρέχοντας με δάκρυα στα μάτια από το δωμάτιο τριάντα δύο και μισό γιατί η Ροδόκλεια Μπεζ την είχε προσβάλλει σε απίστευτο βαθμό. Η κοπέλα της ζήτησε ευγενικά να σβήσει το τσιγάρο από αφυδατωμένες ρίζες  γιατί δεν επιτρεπόταν το κάπνισμα στα δωμάτια. Αμακιγιάριστη, φορώντας ένα λευκό νυχτικό και με τα μαλλιά της αχτένιστα να πέφτουν στους ώμους, μίλησε τόσο άσχημα στην καμαριέρα, η οποία  έφυγε τρέχοντας από το δωμάτιο και έτρεξε στον διευθυντή. Ο Ζενεβιέ τα έχασε γιατί πριν από λίγο είχε καλημερίσει την εν λόγω ένοικο του ξενοδοχείου που καθόταν σχεδόν απέναντί του στην αίθουσα του πρωινού. Πήρε από το χέρι την Κλοντέτ να της την δείξει. Καθόταν ακόμα στην ίδια θέση και διάβαζε αμέριμνη. 
«Μα, δεν μπορεί! Σας λέω, αυτή η τρελή είναι πάνω και φωνάζει σαν υστερική. Ελάτε να τη δείτε, αν δε με πιστεύετε», του είπε με παράπονο.
«Έτσι κι αλλιώς θα ανέβω μαζί σου γιατί ο Αλφρέδος  πάντα ενημερώνει όλους τους ενοίκους ότι δεν επιτρέπεται το κάπνισμα στα δωμάτια. Διαταράσσει την ηρεμία των αναρριχώμενων φυτών στους τοίχους. Ο κανονισμός ορίζει να τους κάνω παρατήρηση, αν δεν πειθαρχούν.»
Ανέβηκε μαζί της λίγο δύσπιστος, θέλοντας να βεβαιωθεί ότι τα φυτά είναι εντάξει. Χτύπησε την πόρτα του δωματίου και πραγματικά τα έχασε όταν άνοιξε την πόρτα η Ροδόκλεια Μπεζ με ένα τσιγάρο στο στόμα, ακόμα με το νυχτικό και εμφανώς πολύ νευριασμένη. 
«Τι έγινε; Έφερε τον διευθυντή να με μαλώσει η πιτσιρίκα; Πώς κάνετε έτσι με ένα τσιγάρο εδώ μέσα;» πέρασε στην επίθεση αμέσως.
Ο Ζενεβιέ προσπάθησε να της εξηγήσει το λόγο και της ζήτησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε να το σβήσει. Εκνευρισμένη το έσβησε με μανία στο περβάζι του παράθυρου και το πέταξε έξω.
«Δε φταίω εγώ αν δεν έχετε τασάκια να τα σβήνουμε σαν άνθρωποι» είπε χαιρέκακα. «Και τώρα θα ήθελα να μου αδειάσετε τη γωνιά» φώναξε και τους έκλεισε την πόρτα απότομα, χωρίς να προλάβουν να πουν κουβέντα. Και το κυριότερο, χωρίς να προλάβει να καταλάβει ο Ζενεβιέ τι είχε συμβεί ακριβώς. 
Το ίδιο συνέβη και τις επόμενες μέρες. Η Ροδόκλεια Μπεζ θα ήταν τη μια στιγμή απαστράπτουσα και άκρως ερωτική να αφήνει να την φλερτάρουν στο μπαρ του ξενοδοχείου πίνοντας ροζέ κρασί και την ίδια στιγμή θα έκανε βραδινές βουτιές στη μεγάλη πισίνα του ξενοδοχείου. Θα έκανε βόλτες στους κήπους, καλημερίζοντας όποιον συναντούσε, και την ίδια στιγμή θα έπαιρναν τηλέφωνο ένοικοι στη ρεσεψιόν κάνοντας παράπονα για την υπερβολική φασαρία που ερχόταν από το δωμάτιο τριάντα δύο και μισό ζητώντας να χαμηλώσει την ένταση του γραμμόφωνου. Κάποιοι απλά ήθελαν να σταματήσει να τραγουδάει τόσο φάλτσα και τόσο δυνατά, χωρίς να κάνουν νύξη για την ένταση του γραμμόφωνου. Την ίδια στιγμή που θα έβγαινε από το ξενοδοχείο φορώντας το γκρι παλτό της , χαμογελώντας στον Αλφρέδο, την ίδια ώρα θα έμπαινε στην υποδοχή φορτωμένη με σακούλες από τις μπουτίκ της Μπρενανσόν.
Κάποιοι ένοικοι το είχαν δει αλλά φυσικά δεν μπορούσαν να το πιστέψουν και δεν έδωσαν σημασία σε μια οφθαλμαπάτη. Το προσωπικό όμως και ο διευθυντής πραγματικά είχαν μπερδευτεί και δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν. Τα πηγαδάκια και τα στοιχήματα έπεφταν βροχή στην κουζίνα. Άλλοι έλεγαν ότι έχει μια δίδυμη αδερφή και άλλοι έλεγαν ότι είναι μια μάγισσα. Πολλές καμαριέρες από την πρώτη μέρα είχαν αρνηθεί να πηγαίνουν στο δωμάτιό της. Ο Ζενεβιέ απροκάλυπτα την ακολουθούσε για να ανακαλύψει την αλήθεια πίσω από όλο αυτό το μυστήριο και κρατούσε και σημειώσεις στην ατζέντα του για να τα βάλει όλα κάτω από ένα πρίσμα λογικής. Δεν τα είχε καταφέρει μέχρι στιγμής. Ο Αλφρέδος πάλι, ήταν ο μόνος που ήταν καταγοητευμένος από την παρουσία της και δεν τον ενδιέφερε αν βρισκόταν σε δύο ή περισσότερα σημεία και με άλλη διάθεση ταυτόχρονα. 
Οι τρεις μέρες και νύχτες πέρασαν επεισοδιακά μεν, πολύ γρήγορα δε. Το ίδιο αινιγματική και αέρινη όσο την πρώτη μέρα που ήρθε στο ξενοδοχείο, προσέγγισε τη ρεσεψιόν την τελευταία μέρα για να τακτοποιήσει το λογαριασμό. Άφησε εφτά πέρλες στην παλάμη του Ζενεβιέ και είπε ένα απλό ευχαριστώ. Ο Ζενεβιέ ήταν έτοιμος να της ζητήσει να του αποκαλύψει το μυστικό της. Η Ροδόκλεια Μπεζ το κατάλαβε και αστραπιαία έβαλε το χέρι της στο στόμα του πριν προλάβει να ψελλίσει λέξη.

«Μην το κάνετε, αγαπητέ μου, θα με προσβάλλετε. Κανένα θηλυκό δεν μπορεί να αναλύσει τα πολλά του πρόσωπα» και γύρισε να φύγει. 


*Eυχαριστούμε θερμά την Όλια Λαζαρίδου για την εμπιστοσύνη.
Ήταν μια εξαιρετική συνεργασία.