Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα emotion. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα emotion. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

ΤΟ ΚΥΜΑ - I/III - ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΟΡΜΙ

Ήταν το δεύτερο καλοκαίρι που κόντευε να τελειώσει και δεν είχε φανεί. Σύμφωνα με το δικό της τρόπο μέτρησης έμεναν λιγότερο από δώδεκα μέρες για να κλείσει ο κύκλος με τον καυτό ήλιο που ένιωθε ανελέητα κάθε μέρα πάνω της. Δεν της πολυάρεσε αυτή η εποχή για να είναι απόλυτα ειλικρινής. Δεν άντεχε τον κόσμο που δεχόταν κάθε μέρα και δεν την άφηνε ήσυχη ούτε λεπτό. Έπρεπε να έχει τα μάτια της δεκατέσσερα για τις ανάγκες και τις επιθυμίες όσων έρχονταν να την επισκεφτούν. Έπρεπε να τους προσέχει, να παίζει μαζί τους αλλά και να ξέρει πότε να τους αφήνει να ηρεμούν και να είναι διακριτική. Σίγουρα όμως παρατηρούσε τον καθένα ξεχωριστά και προσπαθούσε να προλάβει τυχόν απροσεξίες τους και λάθη που μπορεί να ήταν μοιραία. Αυτό της ρουφούσε όλη την ενέργεια. Δεν είχε καθόλου χρόνο για την ίδια παρά μόνο όταν έπεφτε ο ήλιος και χαλάρωνε λίγο η κίνηση. Και φυσικά αυτό το έκανε από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Τα καλοκαίρια τα ζούσε πάντα με τρομερή ένταση. 
Όταν είχε έρθει εκείνος για πρώτη φορά κοντά της τον προηγούμενο Ιούνιο, θυμόταν ότι είχε νιώσει μεγάλη ταραχή. Δεν ήταν τόσο η εικόνα του ή το σώμα του, που το έβλεπε σχεδόν γυμνό κάθε μέρα, αλλά η φωνή του που την έκανε να τον ξεχωρίσει. Σε κάθε του επίσκεψη τραγουδούσε χαμηλόφωνα, κάτι που δεν το είχε βιώσει ξανά. Ερχόταν συνήθως νωρίς το πρωί και, όσο καθόταν κοντά της, δε σταματούσε να μουρμουράει άγνωστά της στιχάκια. Ήταν αυτή η χροιά που έδειχνε έναν άνθρωπο ήρεμο και γαληνεμένο και την έκαναν να χαλαρώνει κι αυτή μαζί του. Κι όσες μέρες ερχόταν κοντά της, πάντα της τραγουδούσε. Κι εκείνη πάντα τον φρόντιζε λίγο παραπάνω ή διάλεγε να παίξει με τα κύματά της λίγο παραπάνω γιατί με τον καιρό πίστευε ότι τραγουδάει μόνο για εκείνη. Και το πρώτο καλοκαίρι πέρασε από πάνω της κι ούτε που το κατάλαβε. Μόλις ερχόταν εκείνος, έχανε τη συνέπεια που είχε και τη σοβαρότητα και αφηνόταν τελείως. Αρκετές φορές είχαν κινδυνέψει μικρά παιδάκια από δική της απροσεξία αλλά, ευτυχώς την τελευταία στιγμή, κατάφερνε να τα μπαλώσει και να επαναφέρει την τάξη.  

Όταν δε φάνηκε πέρυσι , στενοχωρήθηκε αφάνταστα αλλά ήλπιζε στο επόμενο καλοκαίρι. Τώρα όμως κι αυτό θα έφευγε και ένιωσε ένα τσίμπημα, ένα αίσθημα ότι πρέπει να δράσει, κάτι να κάνει για να τον βρει. Ήθελε να τον ακούσει ξανά. Ήθελε εκείνη την τόσο αναζωογονητική, μετά από τόσους αιώνες, παρουσία του. Ήθελε να παίξει και να παραδεχτεί ότι, ναι, τον σκεφτόταν και τον είχε ερωτευτεί. Από πού όμως έπρεπε να ξεκινήσει, ολόκληρη θάλασσα, το ψάξιμο;

THE WAVE - I/III - LOOKING FOR THE BODY

It was the second summer that was about to end and he had not shown up. According to her counting method it was less than twelve days left for the circle to close with that hot sun mercilessly on her. To be completely honest, she didn’t like this season. She couldn’t stand the crowds she received every day that didn’t leave her alone for a second. She had to be extra careful with their needs and wishes. She had to take care of them, play with them but also be discreet and leave them alone to calm. But she certainly watched each one separately and tried to prevent any inconsistencies or mistakes that could become fatal. This actually sucked all of her energy. She had no time for herself till the sun had set and the things cooled off a bit. And of course, she did all of this ever since she remembered. The summers were always of great tension for her. 
When he first came last June, his presence made a big impact on her. It was not his shape or his body, which she saw almost naked every day, but his voice that made him stand out. He would sing softly every time, something that she had not experienced before. He would usually come early in the morning and, while he was with her, he would not stop quietly murmuring unknown to her lyrics. It was this vocal tone that showed a peaceful and calm person that made her feel calm as well. And she always took care of him a little bit more and chose to play with her waves more and, as time went by, she believed that he was singing only for her. And the first summer passed and she didn’t even notice it. The minute he arrived she let go of her consistency and became extra carefree. Small children had been in danger several times due to her negligence but she would restore the order the very last minute. 

When he didn’t show up last year, she was really upset but she hoped he would show up the following summer. But now that this summer was about to end, she felt a sting, she felt that she should do something, go out and find him. She wanted to hear him again. She wanted that refreshing, after so many centuries, presence of his. She wanted to play and admit that, oh yes, she was thinking about him and she was in love. But the question was where would she, the sea herself, begin the searching from?

Σάββατο 1 Απριλίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 8: ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΡΗΣΗ

«Στην υγειά σου, Χάρη», είπε ο Κέβιν καθώς τοποθετούσε το ποτήρι της μπύρας στο χάρτινο σουβέρ στον καλογυαλισμένο ξύλινο πάγκο του μπαρ. 
«Σε ευχαριστώ, Κεβ», είπε ο Χάρης και ήπιε μια γενναία γουλιά. 
Πέμπτη βράδυ και το μπαρ ήταν μισοάδειο. Δύο παρέες κάθονταν στα τραπέζια κοντά στο παράθυρο και άλλες δύο στο κέντρο. Στη γωνία του μπαρ ήταν μόνο ο Σεμπαστιάν, ο κολλητός φίλος του Κέβιν, που περνούσε για να πούνε τα νέα τους και να πιει το ρούμι του. Ο Χάρης χαλάρωνε πάντα με το που άνοιγε την πόρτα του μικρού μπαρ , όχι μόνο γιατί χάζευε την Μπράνκα, αλλά γιατί κυρίως ήταν ένας χώρος χαμηλών τόνων. Έπινε την μπύρα του και περίμενε την Μπράνκα να σχολάσει χωρίς να ζορίζεται με την ένταση της μουσικής ή τα αδιάκριτα βλέμματα. Οι θαμώνες ήταν πάνω κάτω οι ίδιοι που ένιωθαν άνετα με τον χαμηλό φωτισμό και τα ξύλινα τραπέζια με τις πράσινες καρέκλες και σκαμπό, ένα μικρό φόρο τιμής στις ιρλανδέζικες ρίζες του Κέβιν. Τον συμπαθούσε πολύ γιατί ήταν λιγομίλητος αλλά πάντα με θετική διάθεση και ζεστό χαμόγελο. Είχε ένα ζευγάρι πεταχτά αυτιά για τα οποία έκανε πλάκα συχνά και μια εντυπωσιακή γενειάδα. 
«Πώς πάνε τα πράγματα;» τον ρώτησε καθώς άφηνε ένα ουίσκι και δύο μπύρες στο στρογγυλό δίσκο. 
«Τα ίδια, αν εξαιρέσεις ότι είχα λίγες μέρες άδεια», του είπε καθώς η Μπράνκα έπιασε το δίσκο, χαρίζοντάς του ένα ζεστό χαμόγελο όλο υποσχέσεις. 
«Δε σε είδα που μπήκες, querido. Ευχαριστώ Κέβιν, όποτε μπορείς μου ετοιμάζεις και δύο τεκίλες για την παρέα στο τέσσερα», μουρμούρισε η Μπράνκα και πήρε το δίσκο, στέλνοντας στον Χάρη ένα κλεφτό φιλί.
Ο Κέβιν άρχισε να ασχολείται με την παραγγελία και το πλύσιμο ποτηριών.
«Μια χαρά, είχες λίγο χρόνο για σένα», του είπε και άρχισε να σιγοτραγουδάει: «See you on Aldebaran, safe on the green desert sand..”
Ο Χάρης έγνεψε καταφατικά. Θα είχαν περάσει δεκαπέντε μέρες από την τελευταία του επιστροφή στο παρελθόν, ίσως και παραπάνω. Ο χρόνος είχε πάρει μια διαφορετική διάσταση και οι μέρες τού φαίνονταν απαράλλακτα ίδιες . Είχε γίνει ανήσυχος και τα βράδια δυσκολευόταν να κοιμηθεί.  Το γεγονός ότι είχε ξεκαθαρίσει το τοπίο του παρελθόντος του τον είχε μπλοκάρει. Ένιωθε σαν θανατοποινίτης που περίμενε τη μέρα της καταδίκης του και τίποτα δεν είχε νόημα πια. Η δική του βουτιά στο παρελθόν τον είχε φέρει ξανά μπροστά σε εικόνες και συναισθήματα που προσπαθούσε χρόνια να τα δουλέψει και να τα τακτοποιήσει εντός του στα σωστά ντουλάπια. Πάλευε με την τιποτένια φύση του εδώ και καιρό και δεν ήταν έτοιμος να την ξαναζήσει. Κάθε μέρα που περνούσε χωρίς φλας μπακ ένιωθε ότι ήταν μια σύντομη νίκη, αλλά το ήξερε ότι ήταν προσωρινό. Σύντομα θα ερχόταν εκείνη η νύχτα να τον παρασύρει σαν ένα τεράστιο κύμα.
Τέλειωσε την μπύρα του χαζεύοντας την Μπράνκα να κάνει τη δουλειά της. Φορούσε εκείνο το μαύρο παντελόνι που του άρεσε. Τόνιζε το μικροκαμωμένο καμπυλωτό της σώμα και πάντα δυσκολευόταν να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Κι εκείνη φυσικά το ήξερε ότι τη χάζευε και περπατούσε όλο σκέρτσο και νάζι φυσώντας την τούφα των μαλλιών που έμπαινε στα μάτια της. Κατέβηκε τα σκαλιά και άνοιξε το φως της τουαλέτας. Ο Κέβιν του είχε πει ότι ένα βράδυ παραλίγο να σκοτωθεί κάποιος σε αυτά τα σκαλιά. Όταν τα κατέβαινε πάντα του ερχόταν στο μυαλό η ιστορία του άτυχου που γλίστρησε και τη γλίτωσε φτηνά με μια διάσειση. Μια μυρωδιά χλωρίνης του γαργάλησε τη μύτη καθώς κούμπωνε τη ζώνη του και ετοιμαζόταν να πλύνει τα χέρια του. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέπτη και άφησε τη βρύση να τρέχει. Έμοιαζε γερασμένος. Ένιωθε γερασμένος. Σκούπισε τα χέρια του και άνοιξε την πόρτα για να ανέβει πάνω στο μπαρ. Κι έτσι απλά, βρέθηκε πίσω από το τιμόνι του αυτοκινήτου του στο στενάκι πίσω από εκείνο το μπαρ. Είχε γυρίσει πίσω  στη σκοτεινή παραμονή Πρωτοχρονιάς, στο βράδυ που άλλαξε ο ίδιος και η ζωή του. Αυτό που φοβόταν ήταν εδώ και έπρεπε να το αντιμετωπίσει για δεύτερη φορά και ίσως να κάνει κάτι για αυτούς. 
Είχε βγει να γιορτάσει με τους φίλους του την αλλαγή του χρόνου στο μπαρ όπου συναντιόντουσαν συνήθως. Έβρεχε από το πρωί. Θυμόταν ότι για αυτόν ήταν άλλη μια χρονιά που προσπαθούσε να συγχωρέσει τον εαυτό του για τη δειλία του. Άλλη μια χρονιά που τον έβρισκε να δουλεύει για τον πατέρα του και άλλη μια χρονιά για να σιχαθεί τον εαυτό του λίγο παραπάνω. Τσουγκρίσανε τα ποτήρια τους και ευχηθήκανε τα καλύτερα, γελάσανε, φλερτάρανε και άκουγαν τις αστραπές και τις βροντές και τη βροχή που δεν έλεγε να σταματήσει. Σαν να είχαν ανοίξει οι ουράνιες βρύσες και να είχαν ξεχάσει να τις κλείσουν. Γύρω στις τέσσερις τα ξημερώματα είπαν να το διαλύσουν. Άλλοι θα συνέχιζαν αλλού, άλλοι θα ακολουθούσαν κάτι αιθέρια νυχτερινά θηλυκά και άλλοι θα πήγαιναν σπίτια τους. Ο Χάρης δεν είχε αποφασίσει ακόμη το δρόμο του. Μπήκε στο αυτοκίνητό που, με τα χίλια ζόρια, είχε βρει να παρκάρει στο στενό δρομάκι κοντά στην πίσω πόρτα του μπαρ, δίπλα στους ξέχειλους κάδους των σκουπιδιών. Τώρα είχαν προστεθεί και μαύρες σακούλες δίπλα στους κάδους, σχηματίζοντας έναν όγκο που θύμιζε ηφαίστειο από μακριά. Η βροχή έπεφτε ανελέητα. Οι υαλοκαθαριστήρες δεν προλάβαιναν να στεγνώνουν τα τζάμια. Έβαλε μπρος και περίμενε να ζεσταθεί λίγο η μηχανή. Δεν είχε πιει πολύ, δεν ήξερε αν ήθελε να περάσει την πρώτη μέρα της καινούργιας χρονιάς δίπλα σε ένα άγνωστο γυναικείο κορμί ή να θολώσει τελείως από το αλκοόλ γυρνώντας στα μπαρ της πόλης. Άκουγε μόνο τον δυνατό ήχο της βροχής στα τζάμια που σχεδόν τα μαστίγωνε και το ρυθμικό ήχο του υαλοκαθαριστήρα. «Άλλη μια καινούργια χρονιά λοιπόν… Για να δούμε τι θα φέρει». Έτριψε τα παγωμένα του χέρια και έπιασε το τιμόνι σφιχτά. Θα αποφάσιζε στη διασταύρωση λίγο πιο κάτω, αν και από τώρα ήξερε ότι μάλλον θα ακολουθούσε τις διαθέσεις εκείνης της λιγομίλητης μελαχρινούλας. Χαμογέλασε σε αυτή τη σκέψη. 

 Όπισθεν να φύγει από το στενό και σχεδόν αμέσως κοκάλωσε. Του κόπηκε η ανάσα. Αυτός ο στριγκός ήχος και το ταυτόχρονο τράνταγμα του αυτοκινήτου έκαναν την καρδιά του να χτυπήσει σαν τρελή. Για λίγα δευτερόλεπτα, που του φάνηκαν τουλάχιστον τρεις ζωές, οι σκέψεις του μπλόκαραν. Δεν μπορεί, έγινε κάτι πολύ λάθος. Δεν μπορεί, δεν ήταν φυσιολογικός αυτός ο θόρυβος και το τράνταγμα. Κι αν…; Μα δε θα το είχε δει βγαίνοντας, αναρωτήθηκε. Με τέτοια βροχή που δε σου αφήνει πολλά περιθώρια για ορατές λεπτομέρειες , μάλλον όχι. Τα χέρια του έτρεμαν πάνω στο τιμόνι και ο ήχος της βροχής τον μπέρδευε ακόμα περισσότερο. Έλα τώρα, τι σκοτεινές σκέψεις είναι αυτές, μια σακούλα σκουπιδιών θα ήταν από τις πολλές δίπλα στους κάδους που την παρέσυρε το νερό. Μια φωνή μέσα του φώναζε ότι έλεγε ασυναρτησίες, αυτός ήταν ένας απόκοσμος ήχος. Έπρεπε να βρει τη δύναμη να βγει από το αυτοκίνητο και να αντικρύσει κατάματα τα πράγματα. Πήρε βαθιά ανάσα και άνοιξε την πόρτα. 

THE VOLUNTEER 8: THE COUNTDOWN

“Cheers, Harry”, Kevin said while placing the beer glass on the paper coaster upon the well-polished wooden bar.
“Thank you Kev”, Harry said and took a generous sip.
It was Thursday evening and the bar was half empty. Two groups were sitting at the tables by the window and another two in the center. There was only Sebastian at the corner of the bar, Kevin’s best friend, who would stop by for catching up and for his rum. Harry would immediately relax by opening the door of the small bar, not only because he would gaze Branca, but mostly because it was a low profile place. He would drink his beer and wait for Branca to finish her shift without having to struggle with the volume of the music nor the indiscreet glances. The regular customers were more or less the same people who felt comfortable with low lighting and wooden tables with green chairs and stools, a small tribute to Kevin’s Irish roots. He liked him a lot because he didn’t talk much but he was always in a good mood with a warm smile. He had protruding ears, which he often made fun of, and an impressive beard. 
“How are things going?” he asked Harry while placing a glass of whiskey and two beers on the round tray. 
“Same old, except a few days off”, he told him while Branca grabbed the tray giving him a smile full of promises. 
“I didn’t see you come in, querido. Thanks Kevin, whenever you can will you prepare two tequilas for the company at table four?” Branca muttered and took the tray, sending Harry a small kiss. 
Kevin got down to business with the order and the washing of the glasses. 
“Great, so you had some time for yourself” he told him and started humming: “See you on Aldebaran, safe on the green desert sand”. 
Harry nodded. There must have fifteen days from his last return to the past, maybe more. Time had taken a different dimension and the days seemed identically the same. He had become restless and he found it hard to sleep at nights. The fact that his past was now clear had blocked him. He felt like a death row prisoner waiting for the day of his conviction and nothing had meaning anymore. His dive into the past had placed him in front of images and emotions he was trying so long to cope with and correctly place them inside him. He struggled with his petty nature for so long and he was not ready to go through it again. Each day that passed by without a flash back, Harry felt it was a brief victory but he knew it was temporary. That night would soon come to carry him away like a huge wave.
He finished his beer watching Branca doing her job. She wore that black pair of jeans that he liked. It stressed her petite curved body and he always found it difficult to take his eyes off her. She, of course, knew that and she would walk in her delicate way blowing the tuft of her hair messing with her eyes. He went down the stairs and switched on the toilet’s light. Kevin had told him that one day a man was almost killed at these stairs. Whenever he descended, the story of the unlucky guy who slipped and pulled it through with just a concussion would come to his mind. Α scent of bleach tickled his nose while he buckled up and was about to wash his hands. He looked at himself in the mirror and left the tap running. He looked old. He felt old. He wiped his hands and opened the door to go upstairs. And just like that, he was behind the wheel of his car in the alley behind that bar. He had returned to that dark New Year’s Eve, the night that changed himself and his life. What he feared was here and he had to face it for the second time and, maybe, do something about them this time.
He was out with his friends to celebrate the New Year at the bar where they usually met. It was raining all day long. He remembered that for him it was another year when he tried to forgive himself for his cowardice. One more year was leaving with him working for his father and one more year to get sick with himself a little bit more. They cheered, they wished each other the best, they laughed, and they flirted and heard the lightings and the thunder and the rain that would not stop. It was as if someone had opened the heavenly taps and had forgotten to close them. Around four in the morning they decided to call it a night. Some would continue elsewhere, others would follow some ethereal nocturnal females and others would go home. Harry had not decided his route yet. He got in the car, which he had found to park at the narrow street at the back door of the bar with great difficulty, next to the overflowing garbage bins. Black bags had been added next to the bins, forming a mass that looked like a volcano from afar. The rain fell relentlessly. The wipers couldn’t keep up with the drying of the windshield. He started the engine and waited for it to warm up a bit. He hadn’t drunk a lot, he wasn’t sure if he wanted to spend the first day of the new year next to an unknown female body or if he wanted to blur from alcohol going from bar to bar in town. He only heard the loud voice of the rain on the windows, which it almost whipped, and the rhythmic sound of the wiper. “Another new year… let’s see what it brings along”. He rubbed his frozen hands and he tightly gripped the steering wheel. He would decide at the intersection below, although he already knew that he would follow the desires of that tight- lipped brunette. He smiled at that thought. 

Reverse gear to leave from the narrow street. He immediately stood petrified. That strident sound and the simultaneous jerk of the car made his heart beat like crazy. For a few seconds, which seemed at least like three life times, his thoughts were blocked. It cannot be, there must have been something really wrong. It cannot be, that noise and that shake were not normal. What if…? But wouldn’t he have seen it coming out of the bar, he wondered. With so much rain that doesn’t leave room for visible details, probably not. His hands were shaking on the steering wheel and the sound of the rain confused him even more. Come on, what is it with these dark thoughts, it must have been one of the garbage bags by the bins swept away by the water. A voice deep inside him said that this was all gibberish, this was an eerie sound. He had to find the strength to get out of the car and face the truth. He took a deep breath and opened the door.

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 7: ΒΟΛΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ

«Απίστευτο! Μένω τόσο καιρό στην Μπόουβιλ και δεν ήξερα ότι υπήρχε βιβλιοθήκη», είχε αναφωνήσει ο Χάρης όταν, πάνω σε μια τυχαία κουβέντα με τους δίδυμους φοιτητές στον κήπο, έμαθε για την ύπαρξη μιας μικρής βιβλιοθήκης στον όγδοο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας. Οι δίδυμοι δεν πήγαιναν συχνά αλλά του έδωσαν τις χρήσιμες πληροφορίες. 
«Μην περιμένεις να δεις κάτι το φοβερό, είναι δύο μεγάλα δωμάτια με ράφια και στοιχειώδη αρχειοθέτηση, αλλά η κυρία που την τρέχει είναι συμπαθέστατη και πολύ διακριτική».  
Ο Χάρης πήγε το πρώτο πρωινό της άδειάς του. Ο προσωπάρχης τού είχε δώσει μια εβδομάδα και είχε πετύχει διάνα ως προς τη χρονική στιγμή. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, είχε ανάγκη από χρόνο. Χρόνο  να κυλήσει, χρόνο να τακτοποιήσει τις σκέψεις του και να βάλει σε μια σειρά το παρελθόν του, το παρόν του και το μέλλον του. Χρόνο μακριά από τη Σιέρρα και την καθημερινή ρουτίνα. Από τότε που είχε ξεκινήσει η περιπέτεια με το « ταξίδι της ζωής του», δεν είχε προλάβει να βάλει σε μια σειρά τα γεγονότα. Ένιωθε ότι όλα έτρεχαν και φοβόταν ότι έτρεχαν προς τη λάθος κατεύθυνση. Είχε έρθει αντιμέτωπος με δικά του τραύματα που, όσο κι αν ο ίδιος πίστευε ότι είχαν κλείσει, τελικά παρέμεναν ορθάνοιχτα. Η προσωπική του πορεία με όλες τις επιλογές και το τίμημα για κάθε μία από αυτές είχε μπει κάτω από το μικροσκόπιο και ήθελε το χρόνο για να τις τακτοποιήσει εντός του όπως έπρεπε. Το να βρεθεί στο ησυχαστήριο μιας βιβλιοθήκης ήταν το ιδανικό μέρος για να επανεξετάσει τη ζωή του και να προσπαθήσει, όχι να ξεχαστεί μέσα στις σελίδες των βιβλίων, αλλά να βρει χώρο για να συμφιλιωθεί με αυτόν που τον στοίχειωνε. Τον εαυτό του.
Στο κουδούνι υπήρχε ένα μισοσβησμένο Β. Ανέβηκε με το βρώμικο ασανσέρ μέχρι τον όγδοο. Βρήκε την πόρτα ανοιχτή στο τέλος του σκοτεινού διαδρόμου. 
«Περάστε στο βάθος», άκουσε μια ώριμη γυναικεία φωνή. Μπήκε σε ένα φωτεινό προθάλαμο με ολόλευκους τοίχους και ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι στο κέντρο με ένα παλιομοδίτικο φωτιστικό με κίτρινο κουραστικό φως. Διέσχισε το τραπέζι και μπήκε στο κυρίως δωμάτιο με τα ντέξιον στους τοίχους που έφταναν μέχρι το ταβάνι φορτωμένα με βιβλία. Τα ντέξιον συνεχίζονταν και στο δεύτερο δωμάτιο, με την ηλικιωμένη κυρία να κάθεται πίσω από ένα μικρό γραφείο με διάφορα χαρτιά απλωμένα μπροστά της. 
«Καλημέρα, δε σας έχω ξαναδεί στη βιβλιοθήκη μας», τον καλωσόρισε βγάζοντας τα γυαλιά της και στερεώνοντάς τα στα άσπρα της μαλλιά. 
«Ναι, παρόλο που μένω αρκετό καιρό στην πόλη, δεν ήξερα για αυτό το μέρος», της απάντησε ο Χάρης. 
«Ωραία, θα σας γράψουμε μέλος και θα μπορείτε να έρχεστε όσο συχνά θέλετε για να διαβάζετε εδώ. Τα βιβλία δε φεύγουν από το χώρο», του είπε με ένα αυστηρό ύφος και πήρε το στυλό στα χέρια της για να περάσει τα στοιχεία του Χάρη στον μάλλον μικρό κατάλογο συμμετοχών. 
«Ναι, το δυστύχημα είναι ότι δεν έχουμε πολλά μέλη, αλλά είναι λογικό. Ποιος διαβάζει στις μέρες μας;» απολογήθηκε διακριτικά, βλέποντας το βλέμμα του Χάρη να μένει καρφωμένο στον κατάλογο. «Ό,τι χρειαστείτε, είμαι στη διάθεσή σας. Μπορείτε να με φωνάζετε Βιόννη.»
 Έδωσε τα στοιχεία του κι άρχισε να περιπλανιέται στους στενούς διαδρόμους. Ναι, σίγουρα δεν ήταν μια μεγάλη βιβλιοθήκη αλλά μετά από πολύ καιρό τριγύριζε ανάμεσα σε βιβλία που μύριζαν χαρτί, γύρισμα σελίδων και σκόνη. Βιβλία τέχνης, κλασική λογοτεχνία, λίγα δοκίμια, αρκετά μυθιστορήματα και αστυνομικά με τις πλέον ταλαιπωρημένες ράχες. Ναι, ένιωθε υπέροχα, σχεδόν ευτυχισμένος να τα αγγίζει και να μην ξέρει τι να πρώτο-διαλέξει για να το φυλλομετρήσει στο μεγάλο τραπέζι στον προθάλαμο. Είχε την ψευδαίσθηση της πλήρους προστασίας, σαν να βρισκόταν στη μήτρα της μητέρας του. Δεν ακουγόταν τίποτα από το δρόμο και τα γύρω διαμερίσματα. Ήταν λες και βρισκόταν σε ένα κουκούλι αυτοσυγκέντρωσης. Στάθηκε στο ράφι με τα βιβλία της τέχνης και χάιδεψε τις ράχες των σκληρών εξώφυλλων. Βρισκόταν εκεί που έπρεπε να είναι αυτή τη στιγμή. Το παρελθόν του ερχόταν και τον γέμιζε. Ήθελε να βρει μια χαραμάδα συμπάθειας και συγχώρεσης για τον ίδιον. Ήθελε να βρει τη δύναμη να μην είναι τόσο αυστηρός κριτής του εαυτού και το βασικότερο όλων, ήθελε να βάλει τη ζωή του σε μια σειρά. Τελικά τι είχε γίνει μετά από εκείνον τον άθλιο καυγά με τον πατέρα του; Πώς συνεχίστηκε η ζωή του; Τι μονοπάτι διάλεξε;
Το γρύλισμα τον έκανε να τα χάσει. Το βιβλίο με τα έργα του Κοκόσκα έπεσε από τα χέρια του. Γρύλισμα στη βιβλιοθήκη, όπου βρισκόταν μόνο ο ίδιος κι η ηλικιωμένη κυρία Βιόννη; Το γρύλισμα έγινε τώρα γαύγισμα και έκανε τον Χάρη να τα χάσει ακόμα περισσότερο. Ακουγόταν ακριβώς από πίσω του. Τρομαγμένος γύρισε να δει τι γίνεται. Πιάστηκε από τα ντέξιον για να μη λιποθυμήσει. Μπροστά του δε βρισκόταν το δωμάτιο με τα αμέτρητα βιβλία. Ο ίδιος δεν ήταν στον όγδοο όροφο της παλιάς και βρώμικης πολυκατοικίας. Μπροστά του έβλεπε τον Κίνδυνο, το μαύρο σκύλο της γειτονιάς του. Μπροστά του έβλεπε το σταυροδρόμι στον παλιό του δρόμο. Εκεί είχε νοικιάσει το πρώτο του σπίτι. Ο ίδιος είχε βρεθεί για άλλη μια φορά σε εκείνο το σταυροδρόμι των αποφάσεων και των διλημμάτων. Μέσα του χάθηκε και μια τελευταία ελπίδα που του είχε μείνει για την έκβαση των πραγμάτων. Τώρα ήξερε ότι μετά από ό,τι είχε γίνει με τον πατέρα του, δεν τα κατάφερε να ολοκληρώσει την επανάστασή του και δούλεψε δίπλα του, κάτω από τη σκιά του, μισώντας αυτό που έκανε αλλά και τον εαυτό του για κάθε μέρα που περνούσε στο γραφείο του. Τώρα ήταν περίπου είκοσι πέντε ετών. Η αγαπημένη του στιγμή μες στην ημέρα ήταν όταν έκλεινε την πόρτα του γραφείου με το όνομά του τυπωμένο σε χρυσό χρώμα και γυρνούσε στο δικό του σπίτι. Έκλεινε τη δική του πόρτα και άφηνε άλλη μια χαμένη μέρα πίσω του με συμβόλαια ζωής. Το σπίτι δεν ήταν κάτι σπουδαίο αλλά ήταν το δικό του καταφύγιο.
 Το τελευταίο τρίμηνο τα απογεύματα έβλεπε ένα μαύρο μεγαλόσωμο σκύλο να κάνει βόλτες στα στενά. Ήταν φιλικός και από ότι είχε προσέξει τον τάιζαν οι γείτονες του. Του άρεσαν τα χάδια και πολλές φορές όταν τον έβρισκε να κόβει βόλτες στο σταυροδρόμι, του σφύριζε να έρθει κοντά του και έκαναν μαζί βόλτα το τετράγωνο, πριν πάει ο Χάρης στο σπίτι του. Για τον ίδιο η επαφή με τον τετράποδο αυτό σύντροφο γινόταν ένα είδος ψυχοθεραπείας. Έδιωχνε τη συσσωρευμένη ένταση και οργή από μέσα του. Η σύντομη αυτή βόλτα έγινε ένα μέρος της καθημερινότητάς του που ο ίδιος αποζητούσε. Όταν ο σκύλος ερχόταν κοντά του, ήταν μάλλον απρόσεκτος και τις πρώτες φορές γλίτωσε από θαύμα τη ρόδα του αυτοκινήτου. 
«Εσύ είσαι σωστός κίνδυνος», του είχε πει ο Χάρης και κάπως έτσι του έμεινε το όνομα. Χαμογελούσε στη σκέψη ότι βγαίνει βόλτα με τον Κίνδυνο, αυτόματα τον έκανε να νιώθει ατρόμητος . Συνήθως έκαναν στάση στο παρκάκι πίσω από το σχολείο, όπου ο Κίνδυνος μύριζε και κατούραγε όλους τους θάμνους, ο Χάρης θα έκανε τσιγάρο και μετά θα έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού, διασχίζοντας τη λεωφόρο. Κάποιες φορές μοιραζόταν μαζί του φέτες ζαμπόν που αγόραζε από το μίνι μάρκετ της γειτονιάς και τις έτρωγαν στα σκαλιά της εισόδου της πολυκατοικίας του. Χωρίς να είναι δικός του, τον ένιωθε κοντά του. 
Δεν ήταν σίγουρος γιατί είχε γυρίσει πίσω σε αυτή τη χρονική στιγμή της ζωής του. Κάποιος θα σκεφτόταν ότι δεν ήταν και τόσο σημαντική. Το ίδιο πέρασε και από το δικό του μυαλό. Κι όμως. Το θυμόταν αυτό το απόγευμα. Είχε περάσει μια δύσκολη μέρα στο γραφείο με πολλή πίεση και άλλον έναν καυγά με τον πατέρα του. Ήταν Παρασκευή και η προσμονή του σαββατοκύριακου ήταν εξαιρετικά παρήγορο. Είχε βρει τον Κίνδυνο να τριγυρίζει κοντά στη διασταύρωση και, μόλις τον είδε, έτρεξε κοντά του κουνώντας την ουρά του.  Ο Χάρης ναι μεν χάρηκε που τον είδε, αλλά δεν είχε διάθεση για την καθιερωμένη τους βόλτα. Τον χάιδεψε στο κεφάλι, του έδωσε το μπισκοτάκι του και τον προσπέρασε. Ήθελε να πάει σπίτι και να αράξει στον καναπέ του. Ίσως αργότερα να κανόνιζε να συναντήσει τους φίλους του για καμιά μπύρα. Ίσως. Προς το παρόν, προσπέρασε την κοινωνικότητα και συνέχισε για το σπίτι. Ο Κίνδυνος  γάβγισε βλέποντας τον αρσενικό του φίλο να μην του δίνει περισσότερη σημασία. Του γάβγισε κουνώντας την ουρά του. Ο Χάρης συνέχιζε προς το σπίτι. Ο Κίνδυνος άρχισε να γρυλίζει με παράπονο. Ο Χάρης ξεκλείδωσε την πόρτα του σπιτιού του και τρύπωσε στην πολυκατοικία του. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που είδε τον Κίνδυνο. Πέρασαν μέρες. Ρώτησε τους γείτονες που τον τάιζαν αν είναι καλά. Είχαν να τον δουν και αυτοί μέρες. Μπορεί να τον είχαν πάρει, μπορεί να τον είχε χτυπήσει αυτοκίνητο, μπορεί να του είχαν ρίξει φόλα, μπορεί να έφυγε απλά. Κανείς ποτέ δεν έμαθε τι απέγινε ο Κίνδυνος. Πέρασε ο καιρός και δεν τον είδαν ξανά στα μέρη τους. Ο Χάρης είχε νιώσει τότε πολύ άσχημα γιατί, ουσιαστικά, ποτέ δεν του είχε δοθεί  η ευκαιρία να περάσει εκείνο το τελευταίο απόγευμα με τον αθώο φίλο του. Βέβαια, πού να ξέρει ότι θα εξαφανιζόταν; 
Και τώρα τον έβλεπε μπροστά του να του γρυλίζει να γυρίσει πίσω να πάνε τη βόλτα τους. Κουνάει την ουρά του, είναι εκεί όλο ενέργεια και ζωή. Ο Χάρης, όντας πάλι εικοσιπεντάχρονος, το βρήκε σαν την ιδανική στιγμή να επανορθώσει. Τον χάιδεψε ξανά στο κεφάλι και στην κοιλιά του. Γέλασε πηγαία και η όρεξη για βόλτα ξαναγύρισε. Διέσχισαν τη λεωφόρο και πήραν την αγαπημένη τους διαδρομή. Έμειναν λίγο παραπάνω στο πάρκο αυτή τη φορά. Όταν έφτασαν πάλι στο σημείο που συνήθως αποχωρίζονταν, του έδωσε το μπισκοτάκι του και τον φίλησε στο κεφάλι, κάτι που δεν είχε ξανακάνει στο παρελθόν. Τον είδε να παίρνει από πίσω τη σκυλίτσα της ηλικιωμένης κυρίας Έμερσον που έμενε στο διπλανό του διαμέρισμα. 
«Μην πετάτε τα βιβλία στο πάτωμα σας παρακαλώ κύριε Στίλτον», άκουσε την φανερά εκνευρισμένη φωνή της κυρίας Βιόννης από το βάθος. 
Είχε γυρίσει πάλι απότομα, όπως κάθε φορά άλλωστε, στη βιβλιοθήκη του όγδοου ορόφου. Στο πάτωμα όντως έβλεπε δύο βιβλία τέχνης. Θα του έπεσαν από το σάστισμα προφανώς. Ντράπηκε για την παρατήρηση γιατί δεν θα το έκανε ποτέ αυτό.

Δε θα μάθαινε την αλήθεια ούτε αυτή τη φορά για το τι έγινε με τον Κίνδυνο, αλλά άρχιζε να καταλαβαίνει γιατί ήρθε αυτό το περιστατικό στο προσκήνιο. Τώρα ήξερε πού βρισκόταν. Το παρελθόν του ουσιαστικά δεν είχε αλλάξει καθόλου. Η πορεία του ήταν αυτή που θυμόταν και αυτό ήταν που τον τρομοκρατούσε. Οι κουστουμαρισμένοι κύριοι με τις μάσκες τον προετοίμαζαν για το γεγονός που είχε στιγματίσει τη ζωή του και του πρόσφεραν μια δεύτερη ευκαιρία ίσως. Και μόνο στη σκέψη αυτής της πιθανότητας τον έλουζε κρύος ιδρώτας. Ο χρόνος ήταν μπροστά του και μακάρι να τον έβγαζε ψεύτη. 

THE VOLUNTEER 7: A STROLL WITH DANGER

“I can’t believe it! I‘ve been living in Bowieville for so long and I didn’t know there was a library” Harry cried out when, during a casual chat with the twins in the garden, he found out there was a small library on the eighth floor of an old block of flats. The twins didn’t often visit it but they gave him useful information. 
“Don’t expect something grand, it’s just two big rooms with shelves and elementary filing, but the lady who is in charge is very sweet and discreet”.
Harry went on the first day of his week off. His personnel officer had given him a week off and it was perfect timing. Now, more than ever, he needed time. Time to roll, time to arrange his thoughts and his past, his present and his future. Time away from Sierra and the daily routine. Since this adventure with the “journey of his life” started, he didn’t have the chance to put the events in order. He felt that everything was running so fast and to the wrong direction. He confronted his own wounds which, even though he thought they had closed, they remained wide open. His personal path with all the options and the price for every one of them had been put under the microscope and he needed the time to arrange them appropriately inside him. Being in a the retreat of a library was the ideal place to re-examine his life and try not to get lost into the pages of the books, but to try to find the space to reconcile with the one that haunted him. Himself. 
There was a half-erased B on the bell. He took the dirty elevator to the eighth floor. He found the door open at the end of the dark corridor.
“Come in” he heard a mature female voice. He walked into a bright foyer with white walls and a large wooden table in the center with an old-fashioned lamp with tedious yellow light. He walked past the table and he entered the main room with dexion shelves that reached the ceiling loaded with books. The shelves continued in the second room, with the elderly lady sitting behind a small desk with various papers spread out before her. 
“Good morning, I haven’t seen you before in our library”, she welcomed him taking her glasses off and placing them on her white hair.
“Yes, even though I live in town long enough, I didn’t know about this place”, Harry answered.
“Fine, you will be enlisted and you will be able to come and read as often as you wish. You cannot take the books with you”, she said in a strict way and she took the pen in her hands to write down Harry’s personal data in the rather small list of members. 
“Yes, it is a great misfortune that we don’t have many members but it is reasonable. Who reads now days?” she apologized discreetly watching Harry’s look gazing the list. ‘I am at your disposal whatever you need. You can call me Vionni.”
He shared his data and he started wandering through the narrow corridors. Yes, it certainly was not a big library but, after a long time, he wandered among books that smelled paper, the turning of pages and dust. Art books, classical literature, a few essays, several novels and crime stories with the weariest spines. Yes, he felt wonderful, almost happy to touch them without knowing which to browse first at the large table. He had the illusion of complete protection, as if he were in his mother’s womb. You could not hear anything from the street and the surrounding apartments. It was as if he were into a concentration cocoon. He stood by the shelf with the art books and caressed the spines of the hard covers. He was where he should be. His past was coming and it was filling him. He wanted to find a glimmer of compassion and forgiveness for himself. He wanted to find the strength not to be such a harsh judge of himself and, above all, he wanted to put his life in order. What had happened after that miserable fight with his father? How did his life continue? Which path hid he choose?
The growl made him shake. The book with Kokoschka’s work fell off his hands. A growl in the library where there were only himself and Mrs. Vionni? The growl became a barking and made Harry shake even more. It sounded right behind him. He turned in fear to see what was going on. He grabbed the shelves to avoid fainting. In front of him there was no room with countless books. He himself was not on the eighth floor of the old and dirty block of flats. In front of him he saw Danger, the black dog of his neighborhood. In front of him he saw the crossroad of his old street. It was where he had rented his first flat. He was once again in a crossroad of decisions and dilemmas. A remaining last hope inside him was lost concerning the outcome of the events. Now he knew that, after everything that had happened with his father, he never made it to complete his revolution and he worked by his side, under his shadow, hating what he did but himself as well for every single day he spent in his office. Now he was about twenty- five years old. His favorite part of the day was when he closed the office door, with his name printed in gold, behind him and returned to his apartment. He shut his own door and left behind him another lost day with life insurance contracts. The house was not something special but it was his refuge. The last three months in the afternoons he saw a big black dog wandering in the small alleys. It was friendly and he had noticed that the neighbors fed it. It liked the caresses and sometimes when Harry found it on the crossroad, he whistled so that it approached him and they would walk together around the block before Harry went home. It was like a psychotherapy for him. The contact with this four legged companion turned away the accumulated anger inside him. This short walk became a part of his routine which he was looking forward to. When it approached him, the dog was rather careless and at first it escaped the car miraculously. 
“You are pure danger”, Harry had said so the dog stuck with the name. He smiled at the thought that he walked with Danger, automatically that made him feel fearless. They usually made a stop at the small park behind the school, where Danger usually smelled and pissed all the bushes and Harry would smoke a cigarette and afterwards they would return, crossing the avenue. Sometimes they would share bacon slices which Harry bought from the neighborhood’s convenience store and they would eat them at the block of flat’s entrance stairs. Without being his owner, he felt close to him.
He was not sure why he had returned to this specific moment of his life. One might think that it was not so important. This thought crossed his own mind as well. Still it truly was. He remembered that afternoon. A difficult day at the office had passed with a lot of pressure and another fight with his father. It was Friday and longing for the weekend was extremely comforting. He had found Danger waiting for him at the crossroad and when he saw him he ran towards him, wagging his tail. Harry was glad to see him but he was not in the mood for their usual walk. He patted his head, gave him a cookie and walked past him. He wanted to go home and lay down on the couch. Maybe later, he would arrange to meet his friends for a beer. Maybe. For now, he walked by the sociability and headed to the house. Danger barked at his male friend who didn’t pay attention to him. He barked wagging his tail. Harry was heading to his house. Harry started growling with complaint. Harry unlocked the door and sneaked in his block of flats. That was the last time he saw Danger. Days went by. He asked the neighbors who fed him if he was all right. They hadn’t seen him for days. Someone might have taken him, he might be hit by a car, he might be poisoned, and he might have just left. Nobody ever found out what happened to Danger. Time passed and they never saw him again in the neighborhood. Harry had felt bad back then because he never actually had the chance to spend that last afternoon with his innocent friend. Of course, who knew that he would disappear? 
And now he saw him in front of him growling for that walk of theirs. He wagged his tail, he was there in full energy and life. Harry, being again a twenty-five year-old young man, found it the ideal moment to make amends. He patted him on the head again and on the belly. He spontaneously laughed out loud and the mood for a walk returned. They crossed the avenue and took their favorite route. They stayed a little bit longer in the park this time. When they came to their usual point where they departed, Harry gave him his cookie and kissed him on the head, something he had never done before. He saw him follow Mrs. Emerson’s female dog, who lived in the apartment next door. 
«Please don’t throw the books on the floor, Mr. Stilton”, he heard the clearly irritated Mrs. Vionni’s voice at the back of the room. 
He had suddenly, as always, returned to the library of the eighth floor. He actually saw two art books on the floor. They clearly must had fallen from his hands out of surprise. He was embarrassed because he would never do such a thing.

Nor this time he would find out the truth about Danger, but he started to understand why this event appeared. Now he knew where he was standing. His past actually had not changed at all. The path was the one he remembered and this was something that terrified him. The men with the masks in suits prepared him for the event that had stigmatized his life and maybe offered him a second chance. Only the thought of that possibility made him sweat. Time was ahead and he wished it proved him wrong. 

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 5: ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ (Β ΜΕΡΟΣ)

  Όσο ο πατέρας του κάπνιζε το τσιγάρο του, ο Χάρης ένιωθε τον ιδρώτα να μουσκεύει το μέτωπό του και το σβέρκο του. Πόσο είχε χαραχτεί αυτή η μέρα στη μνήμη του και πόσο ανέτοιμος ήταν σήμερα να την ξαναζήσει! Τον παρακολουθούσε να μιλάει για το κοινό τους επαγγελματικό μέλλον και ήξερε πως δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του πριν χτυπήσει το κουδούνι και έρθει το ραντεβού του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον διέκοψε, χωρίς να έχει πάρει ακόμα το φάκελο με τα χρήματα.
«Πατέρα, ήρθα σήμερα για να σου μιλήσω», ξεκίνησε δειλά, όπως είχε κάνει και τότε.
«Τι να μου πεις, Χάρη, εγώ έχω να σου πω χίλια δυο για τη δουλειά, αλλά θα τα μάθεις όλα τα κόλπα κοντά μου.»
«Μα, για αυτό θέλω να μιλήσουμε»
«Σου έχω πει χίλιες φορές ότι δε μου αρέσει να με διακόπτεις, λες και μεγάλωσες σε κοτέτσι, χωρίς τρόπους. Ό,τι και να έχεις να μου πεις αποκλείεται να είναι πιο σημαντικό από το πρώτο ραντεβού που σου έχω κλείσει στο οποίο θα είμαι και εγώ παρών βέβαια. Είναι στρωμένη η δουλειά, έτοιμη, απλά θέλω να δεις πώς μιλάω στον πελάτη, πώς τον χειρίζομαι για να μπεις στο πνεύμα. Δεν πρέπει να χάνεις καθόλου καιρό. Η ζωή κυλάει σα νερό και δε σε μεγάλωσα για να σπαταλάς τις μέρες σου έτσι. Ήρθε ο καιρός να βγάζεις μόνος σου τα λεφτά σου κι όχι να σε συντηρώ εγώ λες και είσαι άρρωστος» είπε και, βρίσκοντας αστεία την τελευταία του φράση, άρχισε να γελάει δυνατά. 
  Ο Χάρης έσφιξε τα χέρια του γροθιά και κοίταξε το ρολόι του τοίχου. Είχε πέντε λεπτά στη διάθεσή του. Είχε την ανάμνηση της εμπειρίας αυτής της στιγμής και ήξερε ότι τα είχε σκατώσει στο παρελθόν. Θυμόταν πολύ καλά ότι σε αυτά τα πέντε λεπτά είχε βγει ένα ποτάμι οργής από μέσα του, του είχε μιλήσει για τα μαθήματα που ήθελε να ακολουθήσει και για το πόσο, αντίθετα, δεν ήθελε κανένα όνομά του σε ταμπέλες και δεν ήθελε αυτή τη ζωή που του έστρωνε ο πατέρας του χωρίς να ακούσει ποτέ τι ήθελε πραγματικά ο γιος του. Όσο τα θυμόταν, τόσο έσφιγγε τη γροθιά του περισσότερο γιατί η απάντηση του πατέρα του ήταν απλά φωνές και απειλές και εξευτελισμοί. Τον είχε μειώσει και του είχε πει ότι αν ήθελε να αλλάξει ρότα θα έπρεπε να περάσει πάνω από το πτώμα του. Το κουδούνι είχε χτυπήσει και η τελευταία του κουβέντα ήταν :
«Έννοια σου και ξέρω πολύ καλά πώς να σε κάνω να αλλάξεις γνώμη». Ο Χάρης είχε παγώσει με αυτήν την απειλή και τότε είχε φύγει πανικόβλητος και δεν ήταν σίγουρος ποτέ αν ο πατέρας του ήταν απλά παρανοϊκός ή τρελά πεισματάρης και εγωιστής. Δεν είχε πει τίποτα στη μάνα του και ακολούθησε πιστά τις οδηγίες του για αρκετά χρόνια. Τον μίσησε όσο δεν πήγαινε άλλο, έμεινε στωικά να δουλεύει μαζί του από φόβο και πάντα κάθε Πρωτοχρονιά έδινε την υπόσχεση ότι αυτή η χρονιά θα ήταν κι η τελευταία. Και πάντα αυτή η χρονιά έφερνε και την επόμενη, μέχρι εκείνη την Πρωτοχρονιά που ο χρόνος σαν να έσπασε σε αμέτρητα κι ασήμαντα κομμάτια.  Είχε να τον δει τώρα τόσα χρόνια που πραγματικά δεν ήξερε αν ζούσε ή αν ήταν θαμμένος σε κανένα χλοερό τόπο της μακρινής Πρετσένιας. Μια αέναη εκκρεμότητα ήταν η σχέση τους και αυτό το μαρτυρικό πεντάλεπτο που έμενε ήταν η τελευταία του ευκαιρία για να τρίξει τα δόντια και να πάρει το χαμένο χρόνο πίσω. Να ξεπεράσει τους φόβους του, δικαιολογημένους ή όχι, και να σταθεί μπροστά του διεκδικώντας σωστά τα νιάτα του, τώρα που του δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία. Χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρος για το αν αντιδρούσε σωστά, ύψωσε τον τόνο της φωνής του.
«Έχω μεγαλώσει στο κοτέτσι σου και τώρα ήρθε η ώρα να φύγω τρέχοντας. Είσαι σαδιστής και απαίσιος». Τώρα απλά ούρλιαζε με το πάθος όλων αυτών των ετών. Σταγόνες από τα σάλια του έφευγαν από το στόμα του και προσγειώνονταν στο πρόσωπο του πατέρα του που, ξαφνιασμένος από τη στάση του γιου του, αμήχανα τις σκούπιζε.
«Δεν είμαι κτήμα σου να με κάνεις ό,τι θέλεις. Θέλω όσο τίποτα άλλο να πάω σε αυτή τη σχολή αρχιτεκτονικής και να μην ασχοληθώ ποτέ με τις κωλο-ασφάλειές σου. Δεν ξέρω αν είσαι τρελός ή το παίζεις αλλά δε θέλω να μείνω εδώ πέρα να το διαπιστώσω. Αρκετά!», συνέχισε να ουρλιάζει και έκανε να φύγει, χωρίς να πάρει το φάκελο από το τραπέζι. 
«Πού νομίζεις ότι πηγαίνεις νεαρέ; Ποιος σου είπε ότι τελειώσαμε;», του είπε αυστηρά ο πατέρας του και τον έπιασε από το μπράτσο με δύναμη. 
«Άσε μου το χέρι, τώρα», φώναξε στα όρια της υστερίας ο νεαρός Χάρης και, γυρνώντας προς το μέρος του, σήκωσε το δικό του δεξί  χέρι, αυτό που τώρα στο παρόν είχε βαμμένο ένα κόκκινο νύχι, και, χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, έριξε μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο του πατέρα του. 
  Σαστισμένος εκείνος, ανταπέδωσε το χτύπημα και βρέθηκαν να κυλιούνται στο ξύλινο πάτωμα και να παλεύουν σαν αγρίμια, ρίχνοντας τα μισά πράγματα από το γραφείο. Τα σώματά τους έμοιαζαν με σάκους του μποξ. Ο Χάρης λειτουργούσε με τέτοια αγριάδα, λες και όλα τα λάθη και η πίεση από το παρελθόν αλλά και από το μέλλον, είχαν βγει τώρα στην επιφάνεια και του ξαναγέμιζαν τις γροθιές  σαν να ήταν πυροβόλα όπλα. Ο πατέρας του από την άλλη, ανάμεσα σε μουγκρητά και βρισιές, ανταπέδιδε λες και χτυπιόταν σε μπαρ με ναύτες για τα μάτια καμιάς ομορφονιάς. Αίμα έτρεχε από τη μύτη του Χάρη και το πουκάμισο του πατέρα του είχε σκιστεί στους ώμους. Τίποτα δεν τους σταματούσε και λόγια σκόρπια όπως: «αχάριστε», «σατράπη της δεκάρας», «έλα να μας δείξεις πόσο άντρας είσαι τελικά», ακούγονταν μέσα από γρυλίσματα και κραυγές πόνου αλλά δεν ήταν καθαρό από ποιανού το στόμα έβγαιναν. Ο καθένας ήθελε να πονέσει τον άλλο και πραγματικά ο χρόνος είχε γίνει ένα άγριο φουσκωμένο ποτάμι που τα είχε παρασύρει όλα στο πέρασμά του. 
Την κλειστή πόρτα του γραφείου του άνοιξαν με θόρυβο ο διευθυντής και συνάδελφοι από τα γειτονικά γραφεία και τους κάτω ορόφους, που σάστισαν με τη φασαρία και το θέαμα. 
«Κύριε Στίλτον, Χάρη, τι χάλια είναι αυτά; Διαλύστε το αμέσως, ντροπή», φώναξαν και όρμηξαν να τους χωρίσουν. Οι γυναίκες δακτυλογράφοι και γραμματείς έμειναν στο άνοιγμα της πόρτας, στριμωγμένες να δουν το θέαμα της ντροπής. Άλλες έτρεξαν με χαρτομάντηλα να προσφέρουν για τα αίματα που έτρεχαν και τον ίδρωτα. Πατέρας και γιος σηκώθηκαν, προσπαθώντας να συμμαζέψουν τα ρούχα τους. Η μπλούζα του Χάρη είχε βγει από το παντελόνι του, ο πατέρας του προσπαθούσε να ισιώσει τη γραβάτα του. Ο διευθυντής του τμήματος ευγενικά έδιωξε τον κόσμο που είχε μαζευτεί τριγύρω. Ο Χάρης άκουσε τον πατέρα του να του ζητάει να αναλάβει το ραντεβού του, που ευτυχώς είχε καθυστερήσει, όσο θα πήγαινε να φρεσκαριστεί στις τουαλέτες. Έριξε μια ματιά περιφρονητική στο γιο του καθώς έβγαινε από το γραφείο του. Ο Χάρης έμεινε ταπεινωμένος να σκουπίζει τη μύτη του. Μετά από πέντε λεπτά, έφυγε τρέχοντας, προσπερνώντας τα πηγαδάκια που είχαν σχηματίσει οι εργαζόμενοι, εμφανώς σχολιάζοντας το πρωτοφανές γεγονός. Βγαίνοντας από το κτίριο, κοντοστάθηκε να πάρει μια ανάσα και να βάλει μια τάξη στις σκέψεις του που, σα χείμαρρος, έρχονταν να τον πνίξουν. Ένα χέρι στον ώμο του τον χτύπησε απαλά.
«Χάρη, είσαι καλά ; H μπύρα σου έχει ζεσταθεί».
Γύρισε και είδε το χέρι του Τζόναθαν να στέκεται στον ώμο του. 
«Τόσο βαρύ σου έπεσε το τρίψιμο της βάρκας;» του είπε γελώντας. 
« Ήμουν αφηρημένος, με συγχωρείς.»
«Ναι, αυτό το κατάλαβα. Είσαι εδώ και κανένα τέταρτο με το γυαλόχαρτο στο χέρι και το βλέμμα σου στο κενό. Σου μιλάω και δε με ακούς.»
«Ναι… ναι … κάτι σκεφτόμουν», μουρμούρισε και ήπιε μονορούφι σχεδόν την όντως ζεστή μπύρα του, αλλά τη χρειαζόταν για να τον συνεφέρει. «Με συγχωρείς, Τζόναθαν, δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα κατέβω αύριο πάλι. Πάω να ξαπλώσω λίγο», είπε και ανέβηκε στο δωμάτιό του, αφήνοντας τον Τζόναθαν να μουρμουρίζει κάτι για τις γυναικοδουλειές και τα μπλεξίματά τους. 

  Ξάπλωσε στο κρεβάτι του σοκαρισμένος. Αν είχε καταλάβει καλά, μόλις είχε αλλάξει το παρελθόν του κατά τον χειρότερο τρόπο. Ναι μεν είχε καταφέρει να αντιμετωπίσει τον πατέρα του σε μια στιγμή που τον είχε καθηλώσει ο φόβος του για το πρόσωπό του, αλλά τα είχε κάνει θάλασσα στον τρόπο που το χειρίστηκε. Το να πλακωθούν στο ξύλο δεν ήταν μια ενήλικη συμπεριφορά από κανέναν από τους δύο. Και το χειρότερο, το να ζει την ανατροπή αποσπασματικά δε δικαίωνε με κανέναν τρόπο την όποια επιλογή του. Ωραία, και παίξανε μπουνιές και γίνανε ο περίγελος του κτιρίου. Μετά, τι έγινε; Πώς συνεχίστηκε η ζωή του, έκανε την επανάστασή του και έφυγε, χωρίς μία στην τσέπη να κυνηγήσει το όνειρό του στην Ευρώπη ή σαν πρώτης τάξεως δειλός, μόλις στέγνωσε το αίμα από τη μύτη, σαν κοτούλα, γύρισε πίσω στο κοτέτσι του και στην ασφάλεια του; Θα είχε άραγε απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα ή θα έμεναν μετέωρα; Το μόνο σίγουρο ήταν πως τώρα που καταλάγιαζαν σιγά σιγά αυτά που είχε ζήσει εκείνο το πρωί, ένιωθε φόβο. Όχι για τον πατέρα του, αυτή τη φορά, αλλά για τον ίδιο του τον εαυτό και τις αντιδράσεις του, που ούτε του είχαν περάσει από το μυαλό ότι θα ήταν ικανός να τις υλοποιήσει.
Σήκωσε το δεξί του χέρι και είδε το κόκκινο του νύχι. Χαμογέλασε αυθόρμητα. «Αν αρχίζω και τρελαίνομαι, ας το κάνω με στυλ», και μπήκε για ένα ντους για να ετοιμαστεί για τη δουλειά.

THE VOLUNTEER 5: CONVERSATION WITH THE FATHER (PART TWO)

  While his father was smoking his cigarette, Harry felt the sweat running down his chin and his back. How vivid this day was in his memory and how unprepared he was to relive it! He watched him talk about their professional future together and he knew that he did not have much time before the bell would ring and his appointment would show up. He took a deep breath and he interrupted him, without taking the envelope with the money. 
“Father, I came today to talk to you”, he began timidly, just as he had done that day.
“What do you want to talk about, Harry? I am the one who has a thousand things to tell you about the job but you are going to learn all the tricks by my side.”
“But that’s what I want to talk to you about.”
“I have told you a thousand times that I don’t like to be interrupted, as if you grew up in a barn without manners. Whatever you have to tell me, can’t be more important than the first appointment that I have arranged for you, in which I will be present of course. It is a done deal job but I want you to see the way I talk to the client, how I deal with him so that you get in the mood. You must not waste any time. Life flies away and I didn’t raise you to waste your days. It’s time you earn your money and stop being supported by me as if you were sick”, he said and, having found funny his last phrase, started laughing out loud.
  Harry clasped his hands and looked at the clock on the wall. He had only five minutes at his disposal. He had the memory of that experience and he knew that he had screwed up in the past. He remembered very well that in those five minutes a river of range had flowed from him, he had talked to him about the lessons that he wanted to take and how, on the contrary, did not want his name on any signs and did not want the life that his father arranged for him without ever hearing what his son wanted. The more he remembered it, the more he gripped his fist because his father’s response was all yelling and threats and humiliations. He had insulted him and he had told him that if he wanted to change his course of life he should pass over his dead body. The bell had rang and his last words were:
“Don’t sweat it, I know exactly how to change your mind’. Harry was frozen with this threat and he had gone away in such a panic and he was never actually sure if his father was just paranoid or the biggest stubborn and selfish of all times. He hadn’t said a word to his mother about it and he loyally obeyed his instructions for years. He hated him so much, he stoically remained in the job out of fear and every New Year’s Eve he promised himself that this would be the last year. And this year always led to the next one until that specific New Year’s Eve when time seemed to crash into countless and trivial pieces. He had not seen him for so many years that in reality he didn’t know whether he was alive or buried into a verdant estate of distant Pretsenia. Their relationship was an ongoing abeyance and these agonizing five minutes left were his last chance to win back lost time, to overcome his fears, justified or not, and to stand in front of him correctly claiming his youth, now that he had a second chance. Without being totally sure if he reacted in the right way, he raised his voice.
“I have grown up in your barn and now it’s time to run away. You are a sadist and a sinister”. Now he just screamed with the passion of all those years. Drops of his saliva were slipping his mouth and landed on his father’s face who, surprised from his son’s behavior, awkwardly swept them away. 
“You don’t own me to treat me like you do. I want more than anything else in the world to go to that school of architecture and never deal with your fucking insurances. I don’t know if you are crazy or not but I don’t want to stay here to figure it out. Enough!” he continued screaming and he tried to leave without taking the envelope from the table. 
“Where do you think you are going young man? Who told you that we are through?” his father strictly told him and grabbed him by his arm.
“Leave my arm, now” young Harry cried almost hysterically and as he turned towards him, he raised his right arm, the one that had a nail painted in the present, and without having a second thought, he punched his father’s face. 
  His father was bewildered and hit him back with the two of them rolling on the wooden floor fighting like wild beasts, throwing half the things off the desk. Their bodies looked like boxing bags. Harry functioned with such ferocity as if all the mistakes and the pressure from the past and the future have now reached the surface and they were the ones to reload his fists as if they were guns. His father, on the other hand, between groans and cursing, hit back as if he were in a bar fighting with sailors for the eyes of a woman. Blood was running from Harry’s nose and his father’s shirt was torn at the shoulder. Nothing seemed to stop them and scattered words like: “ungrateful”, “satrap my ass”, “show us the real man in you”, were heard through grunts and cries of pain but you could not tell from whose mouth they came out. They both wanted to hurt another and time truly had become a fierce river that had drifted everything along. 
The manager and the colleagues from the neighboring offices and the lower floors opened noisily the closed door, baffled with the yelling and the spectacle. 
“Mr. Stilton, Harry, what’s all this mess? Stop it you two, you should be ashamed”, they shouted and rushed to separate them. The women typists and secretaries stayed in the doorway, cramped to see the spectacle of shame. Others hurried to offer handkerchiefs for the blood and the sweat. Father and son got up, trying to tidy up their clothes. Harry’s t-shirt was out of his pair of jeans, his father was trying to straighten his tie. The manager kindly sent away the crowd that had gathered. Harry heard his father asking of him to take over the appointment, which fortunately had delayed, while he would go and freshen up in the men’s room. He took a degrading look at his son as he got out of his office. Ηarry was left humiliated to wipe his nose. Five minutes later he ran away, passing the small groups of employees obviously talking about the unprecedented event. As he left the building, he stopped to catch his breath and put his thoughts in order that came like a torrent in order to drown him. A hand on his shoulder shook him gently. 
“Harry, are you all right? Your beer is getting warm”.
He turned and saw Jonathan’s hand standing on his shoulder.
“Was the rubbing of the boat so heavy for you?” he asked him laughing.
“I am sorry, I was distracted.”
“Yes, I can see that. For the last fifteen minutes you stand with the sandpaper in your hand and your mind is elsewhere. I am talking and you do not listen.’
“Yes…yes… I was thinking about something”, he murmured and gulped his really warm beer, which he needed to revive him a little. “I am sorry, Jonathan, but I can’t go on. I will come down tomorrow. I am going to lie down for a while”, he said and went to his room, leaving Jonathan muttering something about women and their affairs. 

  He lied on his bed in shock. If he had understood correctly, he had just changed his past in the worst possible way. Even though he had managed to confront his father at a time when fear towards him was dominating, he had messed up the way he handled it. Fighting was not an adult behavior by none of them. And the worst part, living the turnover in fragments did not justify in any way either of his choice. So, they punched each other and became the laughing stock of the building. Then what? How did he continue his life, did he do his revolution and go, without a dime in his pocket, to Europe to follow his dream or like a first-class coward, as soon as the blood dried from his nose did he return to his barn and its safety? Would he have answers to these questions or not? The only thing for certain was the fear he felt now that all the morning events settled down in him. Not fear for his father, this time, but for himself and his reactions, which had never crossed his mind that he would be able to go through them.
He raised his right hand and he saw his red nail. He spontaneously smiled. “If I am starting to lose my mind, I might as well do it in style”, and he went in for a quick shower before getting ready for work.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

O ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 4: ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ (Α ΜΕΡΟΣ)

  Eκείνη η πρώτη βουτιά στο παρελθόν τον τάραξε. Κλόνισε καλά χτισμένα θεμέλια μέσα του. Η απόσταση ανάμεσα στο να γυρνάς νοερά πίσω με τις αναμνήσεις και τις αλήθειες των πραγμάτων, που πολλές φορές έχουν θολώσει, και στο να γυρνάς κυριολεκτικά σε εκείνες τις σκηνές και να τις ξαναζείς ήταν τεράστια. Όσο κι αν το φοβόταν, κάθε λέξη που είχαν πει οι μασκοφόροι κουστουμαρισμένοι τύποι ήταν αλήθεια και ήξερε ότι αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή. Δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Δε θα μπορούσε να είναι προετοιμασμένος για καμία σκηνή που θα ακολουθούσε. Όσο κι αν ήθελε να το μοιραστεί με την Μπράνκα, δεν της είπε τίποτα. Το κράτησε βαθιά μέσα του. Έτσι κι αλλιώς, ακόμα κι ο ίδιος δυσκολευόταν να το χωνέψει. Και αυτήν την περίοδο μόνο στη Σιέρρα βρισκόταν μόνος με τις σκέψεις του, κι αυτό κατά βάθος τον βόλευε. Στο σπίτι τις τελευταίες δύο βδομάδες πάντα ήταν απασχολημένος. Βοηθούσε τον Τζόναθαν να επισκευάσει μια παλιά βάρκα που ήταν στο γκαράζ πολλά χρόνια. Του είχε καρφωθεί στο μυαλό να φτιάξει τη μηχανή, να της φρεσκάρει το χρώμα και με το που μπει η άνοιξη να πηγαίνει για ψάρεμα στη λίμνη Τράνκιλο. Ο Χάρης δεν είχε ιδέα από μαστορέματα και βάρκες. Πιο πολύ του έκανε παρέα και ακολουθούσε τις οδηγίες που του έδινε ο Τζόναθαν, πάντα με τη συνοδεία μιας παγωμένης μπύρας, που τις είχε άφθονες στο μικρό ψυγείο κάτω από τις σκάλες στην είσοδο, πίσω από τα ποδήλατα των δίδυμων. 
  Ήταν το διάστημα που η Μπράνκα του κρατούσε μούτρα και δεν ερχόταν να τον επισκεφτεί. Στο μικρό του δωμάτιο έβρισκε πάντα δικά της πράγματα στα πιο απίθανα σημεία. Το τελευταίο του εύρημα ήταν ένα βερνίκι νυχιών σε έντονο κόκκινο χρώμα στο περβάζι του παράθυρου, πίσω από τις κουρτίνες. Χαμογέλασε αυθόρμητα στη θέα του. Από μια περίεργη παρόρμηση το άνοιξε και έβαψε το νύχι στο μικρό του δάχτυλο του δεξιού χεριού. Απορούσε πώς τα κατάφερναν οι γυναίκες με αυτά τα μαραφέτια. Εκτός από το νύχι, το χρώμα απλώθηκε και λίγο στο δάχτυλο. Το κοίταξε και αποφάσισε να μην το ξεβάψει. Ήθελε να την έχει κοντά του σήμερα και δεν έδινε δεκάρα για τα περίεργα βλέμματα που θα το πρόσεχαν. Χαμογέλασε στην ιδέα να περάσει από το μπαρ το βράδυ, πριν τη δουλειά, για να τη δει και να την κάνει να το προσέξει. Θα ήταν ο τρόπος του να της πει ότι του είχε λείψει. Είχε όλη τη μέρα να το σκεφτεί και να αποφασίσει. 
  Ο Τζόναθαν το πρόσεξε αλλά ήταν τόσο διακριτικός που δεν είπε τίποτα απολύτως, όσες φευγαλέες ματιές κι αν έριχνε στα χέρια του. Σήμερα του ζήτησε να περάσει ένα πρώτο τρίψιμο στη βάρκα όσο εκείνος θα τελείωνε τα μαστορέματα. Ήταν όλο χαρά γιατί το είχε δαμάσει το μοτέρ και δε σταματούσε να χαράζει νοερά τις διαδρομές της άνοιξης. 
« Εννοείται, στο ρεπό σου, Χάρη, θα έρχεσαι μαζί μου, να ανοιγόμαστε και να περνάμε τη μέρα παρέα. Θα σου πάρω και σένα ένα καλάμι και θα είμαστε έτοιμοι», του είχε πει ίσα με εκατό φορές με τον ενθουσιασμό ενός μικρού παιδιού.
«Μέχρι την άνοιξη, έχουμε καιρό, μη βιάζεσαι», του είπε ο Χάρης και άρχισε να τρίβει με το γυαλόχαρτο το ταλαιπωρημένο υπόλευκο ξύλο, πάντα με το κόκκινο του νύχι να του τραβάει την προσοχή.
«Καλά, δε με πιστεύεις εσύ αλλά να δεις τι ωραία που θα είναι. Πάω να φέρω καμιά μπύρα παγωμένη», είπε και κατέβηκε προσεκτικά από τη βάρκα.
  Ο Χάρης συνέχισε να τρίβει και να σκέφτεται το ζεστό κορμί της Μπράνκα. Χαμένος στις ερωτικές του αναπολήσεις, άκουσε μια πόρτα να κλείνει πίσω του με δύναμη. Γύρισε να δει και του έπεσε το γυαλόχαρτο από το χέρι. Είχε βρεθεί χωρίς να το καταλάβει μέσα στο γραφείο του πατέρα του. Ναι, βέβαια, το αναγνώριζε. Η μεγάλη βιβλιοθήκη που έπιανε όλον τον τοίχο, το μασίφ του ξύλινο γραφείο με τα πολλά συρτάρια, η μολυβοθήκη με τις πένες του και το δοχείο με το μελάνι, τα κάδρα με τα τεράστια καράβια σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, και εκείνη η οικογενειακή φωτογραφία με τον ίδιο μωρό, να δεσπόζει κι αυτή στον τοίχο, γεμάτη σκόνη, όπως και η κοινή τους οικογενειακή ζωή. 
«Τι έγινε, σε τρόμαξα; Αφού σου είπα ότι πήγα να πάρω τσιγάρα από το κιόσκι», του είπε ο πατέρας του.
  Ο Χάρης έμεινε να τον κοιτάζει. Ήταν ο πατέρας του, στο γραφείο του και εκείνος πρέπει να ήταν είκοσι δύο ετών, πάνω που είχε πάρει το πτυχίο του. Φοράει το τζην του παντελόνι και νιώθει τόσο δυνατός μέσα στο νεανικό του σώμα. Σαστισμένος προσέχει το μικρό του δάχτυλο, αλλά δεν είναι βαμμένο το νύχι του. Ο πατέρας του τον προσπερνάει και κάθεται στη δερμάτινη καρέκλα του πίσω από το γραφείο του και ανάβει ένα τσιγάρο. Είναι όπως τον θυμάται. Κοντούλης, με τη φαλάκρα του να γυαλίζει κάτω από το φως, να φοράει εκείνη τη γκρίζα αυστηρή γραβάτα με τα ασορτί μανικετόκουμπα. Του φαίνεται τόσο περίεργο να είναι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του. Του φαίνεται τόσο δύσκολο να είναι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του και να ξέρει ότι θα ακολουθήσει ένας ακόμα πιο ζόρικος διάλογος. 
«Τι έγινε; Φάντασμα είδες;», τον ρωτάει ρουφώντας τον καπνό του και γελώντας δυνατά. «Λοιπόν, ας μη χάνουμε χρόνο, γιατί έχω ραντεβού με την κατασκευαστική εταιρία σε ένα τέταρτο». Έβγαλε από το πρώτο συρτάρι ένα φάκελο και του τον έδωσε. 
«Ένα μικρό ποσό να βγεις να το γιορτάσεις με τους φίλους σου. Δεν παίρνει κάθε μέρα ο γιος μου το πτυχίο του με άριστα. Έχω κανονίσει να φτιάξουν την επιγραφή έξω από βδομάδα για να το συνηθίζουν και οι πελάτες, καταλαβαίνεις. Το όνομά σου θα μπει και στις επαγγελματικές κάρτες. Από το τέλος του μήνα θα έχουν ρυθμιστεί όλες οι λεπτομέρειες. Κανονικά, δε χωράει και δεύτερο γραφείο εδώ μέσα, αλλά θα τα βολέψουμε», του είπε μιλώντας γρήγορα. 


  Ο Χάρης όρθιος, σε στάση άμυνας, έμεινε να κοιτάζει το φάκελο πάνω στο γραφείο και να ακούει τα μεγαλεπήβολα σχέδια του πατέρα του. Δεν ήταν ότι δεν τον νοιαζόταν, αλλά τον ένιωθε μουδιασμένο στον ισόβιο ρόλο του πατέρα. Πάντα ξεγλιστρούσε αυτή η σχέση από το να ριζώσει, σαν να ήταν ένα  νούφαρο. Μεγαλώνοντας, ένιωθε ότι δεν είχε και πολλά να πει μαζί του. Ο ίδιος πάντα αυστηρός, χωρίς να δείχνει τρυφερότητα στο γιο του, τον μάλωνε, είχε πάντα υπερβολικές απαιτήσεις τελειότητας. Ο Χάρης, όπως κι η μητέρα του, τον φοβόταν γιατί ακριβώς όταν χανόταν η μαγική εκείνη επίφαση της επικοινωνίας, ο πατέρας του θα περνούσε στην επίθεση, στην ειρωνεία, στις φωνές. Ενώ δεν είχε βίαια ξεσπάσματα, ήταν εκείνο το βλέμμα του και τα λόγια του που, πάντα, σου έδιναν την εντύπωση ότι στην περίπτωση που δεν έκανες ότι σου έλεγε, ήταν ικανός να σε τιμωρήσει ή να παίξει τόσο πολύ με το μυαλό σου κι έτσι πάντα θα υποχωρούσες αμαχητί. Το ότι θα ακολουθούσε τα χνάρια του και θα γινόταν και αυτός «υπόδειγμα ασφαλιστή» ήταν πάντα αυτονόητο. Θα μάθαινε τη δουλειά κοντά του και θα πληρωνόταν από την πρώτη μέρα που θα περνούσε το πόδι του από το κατώφλι του. Και τώρα, που είχε φτάσει αυτή η στιγμή και το είχε πάρει το ρημάδι το πτυχίο, ένιωθε να πνίγεται λες και του έχουν βαλει το κεφάλι κάτω από το νερό και δεν τον αφήνουν να πάρει ανάσα. Είχε αριστεύσει, είχε τελειώσει τα οικονομικά που του είχαν επιβάλλει και δεν το άντεχε να σκεφτεί ότι θα περάσει την υπόλοιπη ζωή του στο δεύτερο όροφο ενός θλιβερού κτιρίου με αντίστοιχα καταθλιπτικά γραφεία, πασχίζοντας να κλείσει ασφάλειες ζωής, «η μόνη δουλειά που θα σου δίνει πάντα ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι σου».
Ο λόγος του πατέρα του ήταν πάντα το ευαγγέλιο που περνούσε αδιαμαρτύρητα. Στην εταιρία αυτή δούλευε δώδεκα χρόνια και η αλήθεια είναι ότι από τότε που ξεκίνησε είχαν βελτιωθεί πολύ τα οικονομικά της οικογένειας. Το έβλεπε ότι η μάνα του είχε χαλαρώσει λιγάκι από αυτή την έννοια, το δάνειο για το σπίτι ουσιαστικά, αλλά ήταν σαν να είχε εξαγοράσει τη σιωπή της σε όλα τα θέματα. Η παντοδυναμία του περνούσε και στο γιο του, που χωρίς να ξέρει πώς να τον μεταχειριστεί, τον χειριζόταν με τον τρόπο του και προσπαθούσε να τον μετατρέψει σε μια μικρογραφία του. Σήμερα είχε οπλιστεί με το όλο θάρρος που είχε στην ηλικία αυτή των είκοσι ετών για να τον αντιμετωπίσει. Το θυμόταν πόσο μπλεγμένος κόμπος ήταν το στομάχι του όταν ανέβαινε τα σκαλιά του κτιρίου. Ήθελε να του μιλήσει ανοιχτά για πρώτη φορά, ίσως, στη ζωή του για κάτι που τον αφορούσε και τον έκαιγε. Το μέλλον του. Είχε φτιάξει ένα μονόλογο για να του απαγγείλει με δραματικά σημεία που ήθελε να τονίσει και, όσο κι αν ζοριζόταν και φοβόταν τις αντιδράσεις του και  και τις εκρήξεις του, ήθελε να το φτάσει στο τέρμα του. Έπρεπε να του μιλήσει για τα σχέδιά του για εκείνη τη σχολή αρχιτεκτονικής  που είχε βρει  στην Ευρώπη και τα μαθήματα ξεκινούσαν σε δύο εβδομάδες, πριν βάλει ονόματα σε ταμπέλες και επαγγελματικές κάρτες. Έπρεπε να του μιλήσει για το πόσο αγαπούσε το σχέδιο και τις πόλεις και τα κτίρια. Έπρεπε να βρει τη δύναμη να του πει ότι μέχρι τώρα έκανε ό,τι του ζητούσε και ότι ήταν πια μεγάλος άντρας για να πάρει τη ζωή του στα χέρια του.  Έπρεπε.