Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα bw. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα bw. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Απριλίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 8: ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΡΗΣΗ

«Στην υγειά σου, Χάρη», είπε ο Κέβιν καθώς τοποθετούσε το ποτήρι της μπύρας στο χάρτινο σουβέρ στον καλογυαλισμένο ξύλινο πάγκο του μπαρ. 
«Σε ευχαριστώ, Κεβ», είπε ο Χάρης και ήπιε μια γενναία γουλιά. 
Πέμπτη βράδυ και το μπαρ ήταν μισοάδειο. Δύο παρέες κάθονταν στα τραπέζια κοντά στο παράθυρο και άλλες δύο στο κέντρο. Στη γωνία του μπαρ ήταν μόνο ο Σεμπαστιάν, ο κολλητός φίλος του Κέβιν, που περνούσε για να πούνε τα νέα τους και να πιει το ρούμι του. Ο Χάρης χαλάρωνε πάντα με το που άνοιγε την πόρτα του μικρού μπαρ , όχι μόνο γιατί χάζευε την Μπράνκα, αλλά γιατί κυρίως ήταν ένας χώρος χαμηλών τόνων. Έπινε την μπύρα του και περίμενε την Μπράνκα να σχολάσει χωρίς να ζορίζεται με την ένταση της μουσικής ή τα αδιάκριτα βλέμματα. Οι θαμώνες ήταν πάνω κάτω οι ίδιοι που ένιωθαν άνετα με τον χαμηλό φωτισμό και τα ξύλινα τραπέζια με τις πράσινες καρέκλες και σκαμπό, ένα μικρό φόρο τιμής στις ιρλανδέζικες ρίζες του Κέβιν. Τον συμπαθούσε πολύ γιατί ήταν λιγομίλητος αλλά πάντα με θετική διάθεση και ζεστό χαμόγελο. Είχε ένα ζευγάρι πεταχτά αυτιά για τα οποία έκανε πλάκα συχνά και μια εντυπωσιακή γενειάδα. 
«Πώς πάνε τα πράγματα;» τον ρώτησε καθώς άφηνε ένα ουίσκι και δύο μπύρες στο στρογγυλό δίσκο. 
«Τα ίδια, αν εξαιρέσεις ότι είχα λίγες μέρες άδεια», του είπε καθώς η Μπράνκα έπιασε το δίσκο, χαρίζοντάς του ένα ζεστό χαμόγελο όλο υποσχέσεις. 
«Δε σε είδα που μπήκες, querido. Ευχαριστώ Κέβιν, όποτε μπορείς μου ετοιμάζεις και δύο τεκίλες για την παρέα στο τέσσερα», μουρμούρισε η Μπράνκα και πήρε το δίσκο, στέλνοντας στον Χάρη ένα κλεφτό φιλί.
Ο Κέβιν άρχισε να ασχολείται με την παραγγελία και το πλύσιμο ποτηριών.
«Μια χαρά, είχες λίγο χρόνο για σένα», του είπε και άρχισε να σιγοτραγουδάει: «See you on Aldebaran, safe on the green desert sand..”
Ο Χάρης έγνεψε καταφατικά. Θα είχαν περάσει δεκαπέντε μέρες από την τελευταία του επιστροφή στο παρελθόν, ίσως και παραπάνω. Ο χρόνος είχε πάρει μια διαφορετική διάσταση και οι μέρες τού φαίνονταν απαράλλακτα ίδιες . Είχε γίνει ανήσυχος και τα βράδια δυσκολευόταν να κοιμηθεί.  Το γεγονός ότι είχε ξεκαθαρίσει το τοπίο του παρελθόντος του τον είχε μπλοκάρει. Ένιωθε σαν θανατοποινίτης που περίμενε τη μέρα της καταδίκης του και τίποτα δεν είχε νόημα πια. Η δική του βουτιά στο παρελθόν τον είχε φέρει ξανά μπροστά σε εικόνες και συναισθήματα που προσπαθούσε χρόνια να τα δουλέψει και να τα τακτοποιήσει εντός του στα σωστά ντουλάπια. Πάλευε με την τιποτένια φύση του εδώ και καιρό και δεν ήταν έτοιμος να την ξαναζήσει. Κάθε μέρα που περνούσε χωρίς φλας μπακ ένιωθε ότι ήταν μια σύντομη νίκη, αλλά το ήξερε ότι ήταν προσωρινό. Σύντομα θα ερχόταν εκείνη η νύχτα να τον παρασύρει σαν ένα τεράστιο κύμα.
Τέλειωσε την μπύρα του χαζεύοντας την Μπράνκα να κάνει τη δουλειά της. Φορούσε εκείνο το μαύρο παντελόνι που του άρεσε. Τόνιζε το μικροκαμωμένο καμπυλωτό της σώμα και πάντα δυσκολευόταν να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Κι εκείνη φυσικά το ήξερε ότι τη χάζευε και περπατούσε όλο σκέρτσο και νάζι φυσώντας την τούφα των μαλλιών που έμπαινε στα μάτια της. Κατέβηκε τα σκαλιά και άνοιξε το φως της τουαλέτας. Ο Κέβιν του είχε πει ότι ένα βράδυ παραλίγο να σκοτωθεί κάποιος σε αυτά τα σκαλιά. Όταν τα κατέβαινε πάντα του ερχόταν στο μυαλό η ιστορία του άτυχου που γλίστρησε και τη γλίτωσε φτηνά με μια διάσειση. Μια μυρωδιά χλωρίνης του γαργάλησε τη μύτη καθώς κούμπωνε τη ζώνη του και ετοιμαζόταν να πλύνει τα χέρια του. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέπτη και άφησε τη βρύση να τρέχει. Έμοιαζε γερασμένος. Ένιωθε γερασμένος. Σκούπισε τα χέρια του και άνοιξε την πόρτα για να ανέβει πάνω στο μπαρ. Κι έτσι απλά, βρέθηκε πίσω από το τιμόνι του αυτοκινήτου του στο στενάκι πίσω από εκείνο το μπαρ. Είχε γυρίσει πίσω  στη σκοτεινή παραμονή Πρωτοχρονιάς, στο βράδυ που άλλαξε ο ίδιος και η ζωή του. Αυτό που φοβόταν ήταν εδώ και έπρεπε να το αντιμετωπίσει για δεύτερη φορά και ίσως να κάνει κάτι για αυτούς. 
Είχε βγει να γιορτάσει με τους φίλους του την αλλαγή του χρόνου στο μπαρ όπου συναντιόντουσαν συνήθως. Έβρεχε από το πρωί. Θυμόταν ότι για αυτόν ήταν άλλη μια χρονιά που προσπαθούσε να συγχωρέσει τον εαυτό του για τη δειλία του. Άλλη μια χρονιά που τον έβρισκε να δουλεύει για τον πατέρα του και άλλη μια χρονιά για να σιχαθεί τον εαυτό του λίγο παραπάνω. Τσουγκρίσανε τα ποτήρια τους και ευχηθήκανε τα καλύτερα, γελάσανε, φλερτάρανε και άκουγαν τις αστραπές και τις βροντές και τη βροχή που δεν έλεγε να σταματήσει. Σαν να είχαν ανοίξει οι ουράνιες βρύσες και να είχαν ξεχάσει να τις κλείσουν. Γύρω στις τέσσερις τα ξημερώματα είπαν να το διαλύσουν. Άλλοι θα συνέχιζαν αλλού, άλλοι θα ακολουθούσαν κάτι αιθέρια νυχτερινά θηλυκά και άλλοι θα πήγαιναν σπίτια τους. Ο Χάρης δεν είχε αποφασίσει ακόμη το δρόμο του. Μπήκε στο αυτοκίνητό που, με τα χίλια ζόρια, είχε βρει να παρκάρει στο στενό δρομάκι κοντά στην πίσω πόρτα του μπαρ, δίπλα στους ξέχειλους κάδους των σκουπιδιών. Τώρα είχαν προστεθεί και μαύρες σακούλες δίπλα στους κάδους, σχηματίζοντας έναν όγκο που θύμιζε ηφαίστειο από μακριά. Η βροχή έπεφτε ανελέητα. Οι υαλοκαθαριστήρες δεν προλάβαιναν να στεγνώνουν τα τζάμια. Έβαλε μπρος και περίμενε να ζεσταθεί λίγο η μηχανή. Δεν είχε πιει πολύ, δεν ήξερε αν ήθελε να περάσει την πρώτη μέρα της καινούργιας χρονιάς δίπλα σε ένα άγνωστο γυναικείο κορμί ή να θολώσει τελείως από το αλκοόλ γυρνώντας στα μπαρ της πόλης. Άκουγε μόνο τον δυνατό ήχο της βροχής στα τζάμια που σχεδόν τα μαστίγωνε και το ρυθμικό ήχο του υαλοκαθαριστήρα. «Άλλη μια καινούργια χρονιά λοιπόν… Για να δούμε τι θα φέρει». Έτριψε τα παγωμένα του χέρια και έπιασε το τιμόνι σφιχτά. Θα αποφάσιζε στη διασταύρωση λίγο πιο κάτω, αν και από τώρα ήξερε ότι μάλλον θα ακολουθούσε τις διαθέσεις εκείνης της λιγομίλητης μελαχρινούλας. Χαμογέλασε σε αυτή τη σκέψη. 

 Όπισθεν να φύγει από το στενό και σχεδόν αμέσως κοκάλωσε. Του κόπηκε η ανάσα. Αυτός ο στριγκός ήχος και το ταυτόχρονο τράνταγμα του αυτοκινήτου έκαναν την καρδιά του να χτυπήσει σαν τρελή. Για λίγα δευτερόλεπτα, που του φάνηκαν τουλάχιστον τρεις ζωές, οι σκέψεις του μπλόκαραν. Δεν μπορεί, έγινε κάτι πολύ λάθος. Δεν μπορεί, δεν ήταν φυσιολογικός αυτός ο θόρυβος και το τράνταγμα. Κι αν…; Μα δε θα το είχε δει βγαίνοντας, αναρωτήθηκε. Με τέτοια βροχή που δε σου αφήνει πολλά περιθώρια για ορατές λεπτομέρειες , μάλλον όχι. Τα χέρια του έτρεμαν πάνω στο τιμόνι και ο ήχος της βροχής τον μπέρδευε ακόμα περισσότερο. Έλα τώρα, τι σκοτεινές σκέψεις είναι αυτές, μια σακούλα σκουπιδιών θα ήταν από τις πολλές δίπλα στους κάδους που την παρέσυρε το νερό. Μια φωνή μέσα του φώναζε ότι έλεγε ασυναρτησίες, αυτός ήταν ένας απόκοσμος ήχος. Έπρεπε να βρει τη δύναμη να βγει από το αυτοκίνητο και να αντικρύσει κατάματα τα πράγματα. Πήρε βαθιά ανάσα και άνοιξε την πόρτα. 

THE VOLUNTEER 8: THE COUNTDOWN

“Cheers, Harry”, Kevin said while placing the beer glass on the paper coaster upon the well-polished wooden bar.
“Thank you Kev”, Harry said and took a generous sip.
It was Thursday evening and the bar was half empty. Two groups were sitting at the tables by the window and another two in the center. There was only Sebastian at the corner of the bar, Kevin’s best friend, who would stop by for catching up and for his rum. Harry would immediately relax by opening the door of the small bar, not only because he would gaze Branca, but mostly because it was a low profile place. He would drink his beer and wait for Branca to finish her shift without having to struggle with the volume of the music nor the indiscreet glances. The regular customers were more or less the same people who felt comfortable with low lighting and wooden tables with green chairs and stools, a small tribute to Kevin’s Irish roots. He liked him a lot because he didn’t talk much but he was always in a good mood with a warm smile. He had protruding ears, which he often made fun of, and an impressive beard. 
“How are things going?” he asked Harry while placing a glass of whiskey and two beers on the round tray. 
“Same old, except a few days off”, he told him while Branca grabbed the tray giving him a smile full of promises. 
“I didn’t see you come in, querido. Thanks Kevin, whenever you can will you prepare two tequilas for the company at table four?” Branca muttered and took the tray, sending Harry a small kiss. 
Kevin got down to business with the order and the washing of the glasses. 
“Great, so you had some time for yourself” he told him and started humming: “See you on Aldebaran, safe on the green desert sand”. 
Harry nodded. There must have fifteen days from his last return to the past, maybe more. Time had taken a different dimension and the days seemed identically the same. He had become restless and he found it hard to sleep at nights. The fact that his past was now clear had blocked him. He felt like a death row prisoner waiting for the day of his conviction and nothing had meaning anymore. His dive into the past had placed him in front of images and emotions he was trying so long to cope with and correctly place them inside him. He struggled with his petty nature for so long and he was not ready to go through it again. Each day that passed by without a flash back, Harry felt it was a brief victory but he knew it was temporary. That night would soon come to carry him away like a huge wave.
He finished his beer watching Branca doing her job. She wore that black pair of jeans that he liked. It stressed her petite curved body and he always found it difficult to take his eyes off her. She, of course, knew that and she would walk in her delicate way blowing the tuft of her hair messing with her eyes. He went down the stairs and switched on the toilet’s light. Kevin had told him that one day a man was almost killed at these stairs. Whenever he descended, the story of the unlucky guy who slipped and pulled it through with just a concussion would come to his mind. Α scent of bleach tickled his nose while he buckled up and was about to wash his hands. He looked at himself in the mirror and left the tap running. He looked old. He felt old. He wiped his hands and opened the door to go upstairs. And just like that, he was behind the wheel of his car in the alley behind that bar. He had returned to that dark New Year’s Eve, the night that changed himself and his life. What he feared was here and he had to face it for the second time and, maybe, do something about them this time.
He was out with his friends to celebrate the New Year at the bar where they usually met. It was raining all day long. He remembered that for him it was another year when he tried to forgive himself for his cowardice. One more year was leaving with him working for his father and one more year to get sick with himself a little bit more. They cheered, they wished each other the best, they laughed, and they flirted and heard the lightings and the thunder and the rain that would not stop. It was as if someone had opened the heavenly taps and had forgotten to close them. Around four in the morning they decided to call it a night. Some would continue elsewhere, others would follow some ethereal nocturnal females and others would go home. Harry had not decided his route yet. He got in the car, which he had found to park at the narrow street at the back door of the bar with great difficulty, next to the overflowing garbage bins. Black bags had been added next to the bins, forming a mass that looked like a volcano from afar. The rain fell relentlessly. The wipers couldn’t keep up with the drying of the windshield. He started the engine and waited for it to warm up a bit. He hadn’t drunk a lot, he wasn’t sure if he wanted to spend the first day of the new year next to an unknown female body or if he wanted to blur from alcohol going from bar to bar in town. He only heard the loud voice of the rain on the windows, which it almost whipped, and the rhythmic sound of the wiper. “Another new year… let’s see what it brings along”. He rubbed his frozen hands and he tightly gripped the steering wheel. He would decide at the intersection below, although he already knew that he would follow the desires of that tight- lipped brunette. He smiled at that thought. 

Reverse gear to leave from the narrow street. He immediately stood petrified. That strident sound and the simultaneous jerk of the car made his heart beat like crazy. For a few seconds, which seemed at least like three life times, his thoughts were blocked. It cannot be, there must have been something really wrong. It cannot be, that noise and that shake were not normal. What if…? But wouldn’t he have seen it coming out of the bar, he wondered. With so much rain that doesn’t leave room for visible details, probably not. His hands were shaking on the steering wheel and the sound of the rain confused him even more. Come on, what is it with these dark thoughts, it must have been one of the garbage bags by the bins swept away by the water. A voice deep inside him said that this was all gibberish, this was an eerie sound. He had to find the strength to get out of the car and face the truth. He took a deep breath and opened the door.

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 7: ΒΟΛΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ

«Απίστευτο! Μένω τόσο καιρό στην Μπόουβιλ και δεν ήξερα ότι υπήρχε βιβλιοθήκη», είχε αναφωνήσει ο Χάρης όταν, πάνω σε μια τυχαία κουβέντα με τους δίδυμους φοιτητές στον κήπο, έμαθε για την ύπαρξη μιας μικρής βιβλιοθήκης στον όγδοο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας. Οι δίδυμοι δεν πήγαιναν συχνά αλλά του έδωσαν τις χρήσιμες πληροφορίες. 
«Μην περιμένεις να δεις κάτι το φοβερό, είναι δύο μεγάλα δωμάτια με ράφια και στοιχειώδη αρχειοθέτηση, αλλά η κυρία που την τρέχει είναι συμπαθέστατη και πολύ διακριτική».  
Ο Χάρης πήγε το πρώτο πρωινό της άδειάς του. Ο προσωπάρχης τού είχε δώσει μια εβδομάδα και είχε πετύχει διάνα ως προς τη χρονική στιγμή. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, είχε ανάγκη από χρόνο. Χρόνο  να κυλήσει, χρόνο να τακτοποιήσει τις σκέψεις του και να βάλει σε μια σειρά το παρελθόν του, το παρόν του και το μέλλον του. Χρόνο μακριά από τη Σιέρρα και την καθημερινή ρουτίνα. Από τότε που είχε ξεκινήσει η περιπέτεια με το « ταξίδι της ζωής του», δεν είχε προλάβει να βάλει σε μια σειρά τα γεγονότα. Ένιωθε ότι όλα έτρεχαν και φοβόταν ότι έτρεχαν προς τη λάθος κατεύθυνση. Είχε έρθει αντιμέτωπος με δικά του τραύματα που, όσο κι αν ο ίδιος πίστευε ότι είχαν κλείσει, τελικά παρέμεναν ορθάνοιχτα. Η προσωπική του πορεία με όλες τις επιλογές και το τίμημα για κάθε μία από αυτές είχε μπει κάτω από το μικροσκόπιο και ήθελε το χρόνο για να τις τακτοποιήσει εντός του όπως έπρεπε. Το να βρεθεί στο ησυχαστήριο μιας βιβλιοθήκης ήταν το ιδανικό μέρος για να επανεξετάσει τη ζωή του και να προσπαθήσει, όχι να ξεχαστεί μέσα στις σελίδες των βιβλίων, αλλά να βρει χώρο για να συμφιλιωθεί με αυτόν που τον στοίχειωνε. Τον εαυτό του.
Στο κουδούνι υπήρχε ένα μισοσβησμένο Β. Ανέβηκε με το βρώμικο ασανσέρ μέχρι τον όγδοο. Βρήκε την πόρτα ανοιχτή στο τέλος του σκοτεινού διαδρόμου. 
«Περάστε στο βάθος», άκουσε μια ώριμη γυναικεία φωνή. Μπήκε σε ένα φωτεινό προθάλαμο με ολόλευκους τοίχους και ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι στο κέντρο με ένα παλιομοδίτικο φωτιστικό με κίτρινο κουραστικό φως. Διέσχισε το τραπέζι και μπήκε στο κυρίως δωμάτιο με τα ντέξιον στους τοίχους που έφταναν μέχρι το ταβάνι φορτωμένα με βιβλία. Τα ντέξιον συνεχίζονταν και στο δεύτερο δωμάτιο, με την ηλικιωμένη κυρία να κάθεται πίσω από ένα μικρό γραφείο με διάφορα χαρτιά απλωμένα μπροστά της. 
«Καλημέρα, δε σας έχω ξαναδεί στη βιβλιοθήκη μας», τον καλωσόρισε βγάζοντας τα γυαλιά της και στερεώνοντάς τα στα άσπρα της μαλλιά. 
«Ναι, παρόλο που μένω αρκετό καιρό στην πόλη, δεν ήξερα για αυτό το μέρος», της απάντησε ο Χάρης. 
«Ωραία, θα σας γράψουμε μέλος και θα μπορείτε να έρχεστε όσο συχνά θέλετε για να διαβάζετε εδώ. Τα βιβλία δε φεύγουν από το χώρο», του είπε με ένα αυστηρό ύφος και πήρε το στυλό στα χέρια της για να περάσει τα στοιχεία του Χάρη στον μάλλον μικρό κατάλογο συμμετοχών. 
«Ναι, το δυστύχημα είναι ότι δεν έχουμε πολλά μέλη, αλλά είναι λογικό. Ποιος διαβάζει στις μέρες μας;» απολογήθηκε διακριτικά, βλέποντας το βλέμμα του Χάρη να μένει καρφωμένο στον κατάλογο. «Ό,τι χρειαστείτε, είμαι στη διάθεσή σας. Μπορείτε να με φωνάζετε Βιόννη.»
 Έδωσε τα στοιχεία του κι άρχισε να περιπλανιέται στους στενούς διαδρόμους. Ναι, σίγουρα δεν ήταν μια μεγάλη βιβλιοθήκη αλλά μετά από πολύ καιρό τριγύριζε ανάμεσα σε βιβλία που μύριζαν χαρτί, γύρισμα σελίδων και σκόνη. Βιβλία τέχνης, κλασική λογοτεχνία, λίγα δοκίμια, αρκετά μυθιστορήματα και αστυνομικά με τις πλέον ταλαιπωρημένες ράχες. Ναι, ένιωθε υπέροχα, σχεδόν ευτυχισμένος να τα αγγίζει και να μην ξέρει τι να πρώτο-διαλέξει για να το φυλλομετρήσει στο μεγάλο τραπέζι στον προθάλαμο. Είχε την ψευδαίσθηση της πλήρους προστασίας, σαν να βρισκόταν στη μήτρα της μητέρας του. Δεν ακουγόταν τίποτα από το δρόμο και τα γύρω διαμερίσματα. Ήταν λες και βρισκόταν σε ένα κουκούλι αυτοσυγκέντρωσης. Στάθηκε στο ράφι με τα βιβλία της τέχνης και χάιδεψε τις ράχες των σκληρών εξώφυλλων. Βρισκόταν εκεί που έπρεπε να είναι αυτή τη στιγμή. Το παρελθόν του ερχόταν και τον γέμιζε. Ήθελε να βρει μια χαραμάδα συμπάθειας και συγχώρεσης για τον ίδιον. Ήθελε να βρει τη δύναμη να μην είναι τόσο αυστηρός κριτής του εαυτού και το βασικότερο όλων, ήθελε να βάλει τη ζωή του σε μια σειρά. Τελικά τι είχε γίνει μετά από εκείνον τον άθλιο καυγά με τον πατέρα του; Πώς συνεχίστηκε η ζωή του; Τι μονοπάτι διάλεξε;
Το γρύλισμα τον έκανε να τα χάσει. Το βιβλίο με τα έργα του Κοκόσκα έπεσε από τα χέρια του. Γρύλισμα στη βιβλιοθήκη, όπου βρισκόταν μόνο ο ίδιος κι η ηλικιωμένη κυρία Βιόννη; Το γρύλισμα έγινε τώρα γαύγισμα και έκανε τον Χάρη να τα χάσει ακόμα περισσότερο. Ακουγόταν ακριβώς από πίσω του. Τρομαγμένος γύρισε να δει τι γίνεται. Πιάστηκε από τα ντέξιον για να μη λιποθυμήσει. Μπροστά του δε βρισκόταν το δωμάτιο με τα αμέτρητα βιβλία. Ο ίδιος δεν ήταν στον όγδοο όροφο της παλιάς και βρώμικης πολυκατοικίας. Μπροστά του έβλεπε τον Κίνδυνο, το μαύρο σκύλο της γειτονιάς του. Μπροστά του έβλεπε το σταυροδρόμι στον παλιό του δρόμο. Εκεί είχε νοικιάσει το πρώτο του σπίτι. Ο ίδιος είχε βρεθεί για άλλη μια φορά σε εκείνο το σταυροδρόμι των αποφάσεων και των διλημμάτων. Μέσα του χάθηκε και μια τελευταία ελπίδα που του είχε μείνει για την έκβαση των πραγμάτων. Τώρα ήξερε ότι μετά από ό,τι είχε γίνει με τον πατέρα του, δεν τα κατάφερε να ολοκληρώσει την επανάστασή του και δούλεψε δίπλα του, κάτω από τη σκιά του, μισώντας αυτό που έκανε αλλά και τον εαυτό του για κάθε μέρα που περνούσε στο γραφείο του. Τώρα ήταν περίπου είκοσι πέντε ετών. Η αγαπημένη του στιγμή μες στην ημέρα ήταν όταν έκλεινε την πόρτα του γραφείου με το όνομά του τυπωμένο σε χρυσό χρώμα και γυρνούσε στο δικό του σπίτι. Έκλεινε τη δική του πόρτα και άφηνε άλλη μια χαμένη μέρα πίσω του με συμβόλαια ζωής. Το σπίτι δεν ήταν κάτι σπουδαίο αλλά ήταν το δικό του καταφύγιο.
 Το τελευταίο τρίμηνο τα απογεύματα έβλεπε ένα μαύρο μεγαλόσωμο σκύλο να κάνει βόλτες στα στενά. Ήταν φιλικός και από ότι είχε προσέξει τον τάιζαν οι γείτονες του. Του άρεσαν τα χάδια και πολλές φορές όταν τον έβρισκε να κόβει βόλτες στο σταυροδρόμι, του σφύριζε να έρθει κοντά του και έκαναν μαζί βόλτα το τετράγωνο, πριν πάει ο Χάρης στο σπίτι του. Για τον ίδιο η επαφή με τον τετράποδο αυτό σύντροφο γινόταν ένα είδος ψυχοθεραπείας. Έδιωχνε τη συσσωρευμένη ένταση και οργή από μέσα του. Η σύντομη αυτή βόλτα έγινε ένα μέρος της καθημερινότητάς του που ο ίδιος αποζητούσε. Όταν ο σκύλος ερχόταν κοντά του, ήταν μάλλον απρόσεκτος και τις πρώτες φορές γλίτωσε από θαύμα τη ρόδα του αυτοκινήτου. 
«Εσύ είσαι σωστός κίνδυνος», του είχε πει ο Χάρης και κάπως έτσι του έμεινε το όνομα. Χαμογελούσε στη σκέψη ότι βγαίνει βόλτα με τον Κίνδυνο, αυτόματα τον έκανε να νιώθει ατρόμητος . Συνήθως έκαναν στάση στο παρκάκι πίσω από το σχολείο, όπου ο Κίνδυνος μύριζε και κατούραγε όλους τους θάμνους, ο Χάρης θα έκανε τσιγάρο και μετά θα έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού, διασχίζοντας τη λεωφόρο. Κάποιες φορές μοιραζόταν μαζί του φέτες ζαμπόν που αγόραζε από το μίνι μάρκετ της γειτονιάς και τις έτρωγαν στα σκαλιά της εισόδου της πολυκατοικίας του. Χωρίς να είναι δικός του, τον ένιωθε κοντά του. 
Δεν ήταν σίγουρος γιατί είχε γυρίσει πίσω σε αυτή τη χρονική στιγμή της ζωής του. Κάποιος θα σκεφτόταν ότι δεν ήταν και τόσο σημαντική. Το ίδιο πέρασε και από το δικό του μυαλό. Κι όμως. Το θυμόταν αυτό το απόγευμα. Είχε περάσει μια δύσκολη μέρα στο γραφείο με πολλή πίεση και άλλον έναν καυγά με τον πατέρα του. Ήταν Παρασκευή και η προσμονή του σαββατοκύριακου ήταν εξαιρετικά παρήγορο. Είχε βρει τον Κίνδυνο να τριγυρίζει κοντά στη διασταύρωση και, μόλις τον είδε, έτρεξε κοντά του κουνώντας την ουρά του.  Ο Χάρης ναι μεν χάρηκε που τον είδε, αλλά δεν είχε διάθεση για την καθιερωμένη τους βόλτα. Τον χάιδεψε στο κεφάλι, του έδωσε το μπισκοτάκι του και τον προσπέρασε. Ήθελε να πάει σπίτι και να αράξει στον καναπέ του. Ίσως αργότερα να κανόνιζε να συναντήσει τους φίλους του για καμιά μπύρα. Ίσως. Προς το παρόν, προσπέρασε την κοινωνικότητα και συνέχισε για το σπίτι. Ο Κίνδυνος  γάβγισε βλέποντας τον αρσενικό του φίλο να μην του δίνει περισσότερη σημασία. Του γάβγισε κουνώντας την ουρά του. Ο Χάρης συνέχιζε προς το σπίτι. Ο Κίνδυνος άρχισε να γρυλίζει με παράπονο. Ο Χάρης ξεκλείδωσε την πόρτα του σπιτιού του και τρύπωσε στην πολυκατοικία του. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που είδε τον Κίνδυνο. Πέρασαν μέρες. Ρώτησε τους γείτονες που τον τάιζαν αν είναι καλά. Είχαν να τον δουν και αυτοί μέρες. Μπορεί να τον είχαν πάρει, μπορεί να τον είχε χτυπήσει αυτοκίνητο, μπορεί να του είχαν ρίξει φόλα, μπορεί να έφυγε απλά. Κανείς ποτέ δεν έμαθε τι απέγινε ο Κίνδυνος. Πέρασε ο καιρός και δεν τον είδαν ξανά στα μέρη τους. Ο Χάρης είχε νιώσει τότε πολύ άσχημα γιατί, ουσιαστικά, ποτέ δεν του είχε δοθεί  η ευκαιρία να περάσει εκείνο το τελευταίο απόγευμα με τον αθώο φίλο του. Βέβαια, πού να ξέρει ότι θα εξαφανιζόταν; 
Και τώρα τον έβλεπε μπροστά του να του γρυλίζει να γυρίσει πίσω να πάνε τη βόλτα τους. Κουνάει την ουρά του, είναι εκεί όλο ενέργεια και ζωή. Ο Χάρης, όντας πάλι εικοσιπεντάχρονος, το βρήκε σαν την ιδανική στιγμή να επανορθώσει. Τον χάιδεψε ξανά στο κεφάλι και στην κοιλιά του. Γέλασε πηγαία και η όρεξη για βόλτα ξαναγύρισε. Διέσχισαν τη λεωφόρο και πήραν την αγαπημένη τους διαδρομή. Έμειναν λίγο παραπάνω στο πάρκο αυτή τη φορά. Όταν έφτασαν πάλι στο σημείο που συνήθως αποχωρίζονταν, του έδωσε το μπισκοτάκι του και τον φίλησε στο κεφάλι, κάτι που δεν είχε ξανακάνει στο παρελθόν. Τον είδε να παίρνει από πίσω τη σκυλίτσα της ηλικιωμένης κυρίας Έμερσον που έμενε στο διπλανό του διαμέρισμα. 
«Μην πετάτε τα βιβλία στο πάτωμα σας παρακαλώ κύριε Στίλτον», άκουσε την φανερά εκνευρισμένη φωνή της κυρίας Βιόννης από το βάθος. 
Είχε γυρίσει πάλι απότομα, όπως κάθε φορά άλλωστε, στη βιβλιοθήκη του όγδοου ορόφου. Στο πάτωμα όντως έβλεπε δύο βιβλία τέχνης. Θα του έπεσαν από το σάστισμα προφανώς. Ντράπηκε για την παρατήρηση γιατί δεν θα το έκανε ποτέ αυτό.

Δε θα μάθαινε την αλήθεια ούτε αυτή τη φορά για το τι έγινε με τον Κίνδυνο, αλλά άρχιζε να καταλαβαίνει γιατί ήρθε αυτό το περιστατικό στο προσκήνιο. Τώρα ήξερε πού βρισκόταν. Το παρελθόν του ουσιαστικά δεν είχε αλλάξει καθόλου. Η πορεία του ήταν αυτή που θυμόταν και αυτό ήταν που τον τρομοκρατούσε. Οι κουστουμαρισμένοι κύριοι με τις μάσκες τον προετοίμαζαν για το γεγονός που είχε στιγματίσει τη ζωή του και του πρόσφεραν μια δεύτερη ευκαιρία ίσως. Και μόνο στη σκέψη αυτής της πιθανότητας τον έλουζε κρύος ιδρώτας. Ο χρόνος ήταν μπροστά του και μακάρι να τον έβγαζε ψεύτη. 

THE VOLUNTEER 7: A STROLL WITH DANGER

“I can’t believe it! I‘ve been living in Bowieville for so long and I didn’t know there was a library” Harry cried out when, during a casual chat with the twins in the garden, he found out there was a small library on the eighth floor of an old block of flats. The twins didn’t often visit it but they gave him useful information. 
“Don’t expect something grand, it’s just two big rooms with shelves and elementary filing, but the lady who is in charge is very sweet and discreet”.
Harry went on the first day of his week off. His personnel officer had given him a week off and it was perfect timing. Now, more than ever, he needed time. Time to roll, time to arrange his thoughts and his past, his present and his future. Time away from Sierra and the daily routine. Since this adventure with the “journey of his life” started, he didn’t have the chance to put the events in order. He felt that everything was running so fast and to the wrong direction. He confronted his own wounds which, even though he thought they had closed, they remained wide open. His personal path with all the options and the price for every one of them had been put under the microscope and he needed the time to arrange them appropriately inside him. Being in a the retreat of a library was the ideal place to re-examine his life and try not to get lost into the pages of the books, but to try to find the space to reconcile with the one that haunted him. Himself. 
There was a half-erased B on the bell. He took the dirty elevator to the eighth floor. He found the door open at the end of the dark corridor.
“Come in” he heard a mature female voice. He walked into a bright foyer with white walls and a large wooden table in the center with an old-fashioned lamp with tedious yellow light. He walked past the table and he entered the main room with dexion shelves that reached the ceiling loaded with books. The shelves continued in the second room, with the elderly lady sitting behind a small desk with various papers spread out before her. 
“Good morning, I haven’t seen you before in our library”, she welcomed him taking her glasses off and placing them on her white hair.
“Yes, even though I live in town long enough, I didn’t know about this place”, Harry answered.
“Fine, you will be enlisted and you will be able to come and read as often as you wish. You cannot take the books with you”, she said in a strict way and she took the pen in her hands to write down Harry’s personal data in the rather small list of members. 
“Yes, it is a great misfortune that we don’t have many members but it is reasonable. Who reads now days?” she apologized discreetly watching Harry’s look gazing the list. ‘I am at your disposal whatever you need. You can call me Vionni.”
He shared his data and he started wandering through the narrow corridors. Yes, it certainly was not a big library but, after a long time, he wandered among books that smelled paper, the turning of pages and dust. Art books, classical literature, a few essays, several novels and crime stories with the weariest spines. Yes, he felt wonderful, almost happy to touch them without knowing which to browse first at the large table. He had the illusion of complete protection, as if he were in his mother’s womb. You could not hear anything from the street and the surrounding apartments. It was as if he were into a concentration cocoon. He stood by the shelf with the art books and caressed the spines of the hard covers. He was where he should be. His past was coming and it was filling him. He wanted to find a glimmer of compassion and forgiveness for himself. He wanted to find the strength not to be such a harsh judge of himself and, above all, he wanted to put his life in order. What had happened after that miserable fight with his father? How did his life continue? Which path hid he choose?
The growl made him shake. The book with Kokoschka’s work fell off his hands. A growl in the library where there were only himself and Mrs. Vionni? The growl became a barking and made Harry shake even more. It sounded right behind him. He turned in fear to see what was going on. He grabbed the shelves to avoid fainting. In front of him there was no room with countless books. He himself was not on the eighth floor of the old and dirty block of flats. In front of him he saw Danger, the black dog of his neighborhood. In front of him he saw the crossroad of his old street. It was where he had rented his first flat. He was once again in a crossroad of decisions and dilemmas. A remaining last hope inside him was lost concerning the outcome of the events. Now he knew that, after everything that had happened with his father, he never made it to complete his revolution and he worked by his side, under his shadow, hating what he did but himself as well for every single day he spent in his office. Now he was about twenty- five years old. His favorite part of the day was when he closed the office door, with his name printed in gold, behind him and returned to his apartment. He shut his own door and left behind him another lost day with life insurance contracts. The house was not something special but it was his refuge. The last three months in the afternoons he saw a big black dog wandering in the small alleys. It was friendly and he had noticed that the neighbors fed it. It liked the caresses and sometimes when Harry found it on the crossroad, he whistled so that it approached him and they would walk together around the block before Harry went home. It was like a psychotherapy for him. The contact with this four legged companion turned away the accumulated anger inside him. This short walk became a part of his routine which he was looking forward to. When it approached him, the dog was rather careless and at first it escaped the car miraculously. 
“You are pure danger”, Harry had said so the dog stuck with the name. He smiled at the thought that he walked with Danger, automatically that made him feel fearless. They usually made a stop at the small park behind the school, where Danger usually smelled and pissed all the bushes and Harry would smoke a cigarette and afterwards they would return, crossing the avenue. Sometimes they would share bacon slices which Harry bought from the neighborhood’s convenience store and they would eat them at the block of flat’s entrance stairs. Without being his owner, he felt close to him.
He was not sure why he had returned to this specific moment of his life. One might think that it was not so important. This thought crossed his own mind as well. Still it truly was. He remembered that afternoon. A difficult day at the office had passed with a lot of pressure and another fight with his father. It was Friday and longing for the weekend was extremely comforting. He had found Danger waiting for him at the crossroad and when he saw him he ran towards him, wagging his tail. Harry was glad to see him but he was not in the mood for their usual walk. He patted his head, gave him a cookie and walked past him. He wanted to go home and lay down on the couch. Maybe later, he would arrange to meet his friends for a beer. Maybe. For now, he walked by the sociability and headed to the house. Danger barked at his male friend who didn’t pay attention to him. He barked wagging his tail. Harry was heading to his house. Harry started growling with complaint. Harry unlocked the door and sneaked in his block of flats. That was the last time he saw Danger. Days went by. He asked the neighbors who fed him if he was all right. They hadn’t seen him for days. Someone might have taken him, he might be hit by a car, he might be poisoned, and he might have just left. Nobody ever found out what happened to Danger. Time passed and they never saw him again in the neighborhood. Harry had felt bad back then because he never actually had the chance to spend that last afternoon with his innocent friend. Of course, who knew that he would disappear? 
And now he saw him in front of him growling for that walk of theirs. He wagged his tail, he was there in full energy and life. Harry, being again a twenty-five year-old young man, found it the ideal moment to make amends. He patted him on the head again and on the belly. He spontaneously laughed out loud and the mood for a walk returned. They crossed the avenue and took their favorite route. They stayed a little bit longer in the park this time. When they came to their usual point where they departed, Harry gave him his cookie and kissed him on the head, something he had never done before. He saw him follow Mrs. Emerson’s female dog, who lived in the apartment next door. 
«Please don’t throw the books on the floor, Mr. Stilton”, he heard the clearly irritated Mrs. Vionni’s voice at the back of the room. 
He had suddenly, as always, returned to the library of the eighth floor. He actually saw two art books on the floor. They clearly must had fallen from his hands out of surprise. He was embarrassed because he would never do such a thing.

Nor this time he would find out the truth about Danger, but he started to understand why this event appeared. Now he knew where he was standing. His past actually had not changed at all. The path was the one he remembered and this was something that terrified him. The men with the masks in suits prepared him for the event that had stigmatized his life and maybe offered him a second chance. Only the thought of that possibility made him sweat. Time was ahead and he wished it proved him wrong. 

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 6: ΤΟ ΣΟΥΤΙΕΝ ΤΗΣ ΑΝΝΑΜΠΕΛ


«Βγήκε καλή;» ρώτησε η Σύλβια, κόβοντας ταυτόχρονα και το δικό της κομμάτι.
«Μη ρωτάς τα αυτονόητα. Πάντα βγαίνει καλή», της απάντησε ο Χάρης μπουκωμένος.
«Πρόσεχε βρε λαίμαργε, καίει ακόμα», του είπε η Σύλβια κολακευμένη.
«Αυτό είναι κάτι που δε με εμποδίζει και στο έχω αποδείξει», της είπε και σέρβιρε λίγο καφέ στα φλιτζάνια τους. 
Ήταν Κυριακή πρωί και το σπίτι ήταν ακόμα ήσυχο. Η μυρωδιά της μηλόπιτας θα έφερνε σε λίγο τα δίδυμα και τον Τζόναθαν που θα στριμώχνονταν να σερβιριστούν. Η Μπράνκα κοιμόταν πάντα βαριά και ούτε η πίτα της Σύλβια δεν ήταν ικανή να τη σηκώσει από το κρεβάτι.  Ήδη το κομμάτι της ήταν στο μικρό κίτρινο πιατάκι και θα της το πήγαινε ο Χάρης σε λίγο. Του άρεσε να κουβεντιάζει με τη Σύλβια τα πρωινά αυτά, όπου άκουγες και τον παραμικρό θόρυβο του σπιτιού. Ο ρυθμικός ήχος του ψυγείου, τα τριξίματα των παλιών σωληνώσεων, ο ήχος από τα μηχανάκια που περνούν στο δρόμο, το νερό που είναι έτοιμο στο βραστήρα, σαν να έπαιρναν μέρος στις, έτσι και αλλιώς σύντομες, συζητήσεις του Χάρη. Τη Σύλβια τη συμπαθούσε. Ήταν πάντα με μια ζεστή κουβέντα κι ένα τσιγάρο στο στόμα. Όλο έλεγε ότι θα το κόψει αλλά ποτέ δεν το προσπαθούσε. Ήταν πολύ προσεκτική στα λόγια της και είχε πολύ ωραίο χιούμορ.
« Πώς πάει η βάρκα; Τελειώνει η αναστήλωση; Με ζαλίζει τα βράδια για την ανοιξιάτικη περιοδεία σας», τον ρώτησε ανάβοντας ένα τσιγάρο.
«Είναι σχεδόν έτοιμη, από ότι καταλαβαίνω», της είπε καθώς μάζευε με το δάχτυλό του τα τελευταία ψίχουλα από την πίτα και τα έγλειφε.  
«Ούτε κι εκείνος καταλαβαίνει πολλά, μόνο τη φυγή θέλει, όπως κι εσύ κατά βάθος», του είπε συνωμοτικά και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια, φυσώντας δαχτυλίδια καπνού.
Ο Χάρης της χαμογέλασε αμήχανα και σηκώθηκε με το κομμάτι της Μπράνκα. Κυριακή σήμαινε χουζούρι. Οι σχέσεις τους είχαν αποκατασταθεί για άλλη μια φορά και απολάμβανε το ζεστό της κορμί και τα μεσογειακά της καπρίτσια, μέχρι τον επόμενο αντίστοιχο καυγά. Ευχαρίστησε τη Σύλβια για τη μηλόπιτα και την άφησε να κοιτάζει τα χαρτάκια  με τις γιαπωνέζικες φράσεις που της υπαγόρευαν οι φοιτητές. Τώρα πλέον τις έγραφε για να τις θυμάται αλλά και πάλι δυσκολευόταν να τις συγκρατήσει. 
Είχε περάσει περίπου ένας μήνας από το τελευταίο ταξίδι στο χρόνο. Ο Χάρης είχε δυσκολευτεί πολύ να δεχτεί το πώς χειρίστηκε το θέμα με τον πατέρα του. Τον έτρωγε που έφτασε η κατάσταση μέχρι εκεί και ένιωθε το ίδιο μετέωρος με πριν. Αυτή τη φορά και περισσότερο γιατί, από εδώ και πέρα, δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για το παρελθόν του. Δεν ήξερε τι είχε συμβεί μετά, άρα δεν ήξερε πώς είχε κυλήσει η ζωή του μέχρι σήμερα. Από τη μια ανυπομονούσε για την επόμενη επιστροφή για να δει την εξέλιξη, αλλά από την άλλη ήταν τρομοκρατημένος για τις αντιδράσεις του πλέον. Ήταν σαν να συγκατοικούσε στο σώμα του με κάποιον που δε γνώριζε καθόλου πια και όλο αυτό του δημιουργούσε φοβερή ανασφάλεια. Φοβόταν τον εαυτό του για τα λάθη που είχε  κάνει σε όλες τι διαστάσεις του χρόνου. Συνέχιζε την καθημερινότητά του αλλά το μυαλό του ήταν αλλού τις περισσότερες φορές. Έβρισκε παρηγοριά στην επαφή με την Μπράνκα αλλά και πάλι δεν μπορούσε να μοιραστεί μαζί της τίποτα από όλα αυτά. 
Άνοιξε την πόρτα του δωματίου προσεκτικά για να μην την ξυπνήσει. Άκουγε τη ρυθμική της αναπνοή. Ξεντύθηκε, άφησε το πιάτο με τη μηλόπιτα στο κομοδίνο και ξάπλωσε δίπλα της. Της χάιδεψε απαλά την πλάτη και τότε εκείνη, σαν επιδέξια γάτα, γύρισε νωχελικά προς το μέρος του και άνοιξε τα μάτια της. Ο Χάρης σάστισε τόσο πολύ που παραλίγο να πέσει από το κρεβάτι. Όσο απίστευτο κι αν του φαινόταν, είχε γυρίσει πίσω στο χρόνο. Από τη μια στιγμή στην άλλη, το δωμάτιο αυτό δεν ήταν το δωμάτιό του. Από μέσα ακούγονταν τραγούδια δυνατά και φωνές αγοριών και κοριτσιών. Ο ίδιος ήταν δεκατεσσάρων χρονών και η γυναίκα στο κρεβάτι του δεν ήταν η Μπράνκα, αλλά η Άνναμπελ, ο παιδικός του έρωτας. Είναι στο πάρτι γενεθλίων της και είναι στο κρεβάτι της!
Πώς τη θυμόταν αυτή τη βραδιά! Μετρούσε τις μέρες στο σχολείο να έρθει το Σάββατο. Η Άνναμπελ, το πιο όμορφο κορίτσι της τάξης του, που το πολιορκούσαν όλοι αλλά εκείνη είχε μάτια μόνο για το Χάρη, με τα σπυράκια και τις ατελείωτες φαντασιώσεις ενός εφήβου. Μικροκαμωμένη, με ξανθά μαλλιά και λίγες φακίδες και, φυσικά, ένα υπέροχο κορμί που τον βασάνιζε τα βράδια. Είχε καλέσει όλη την τάξη στο σπίτι της. Θα έλειπαν οι γονείς της  και παρών θα ήταν μόνο ο μεγαλύτερος αδερφός της να επιβλέπει την κατάσταση. Θυμόταν ότι είχε δυσκολευτεί μπροστά στον καθρέπτη να στρώνει τα έτσι και αλλιώς ατίθασα μαλλιά του, να παρφουμαρίζεται και να διαλέγει το σωστό πουκάμισο. Ήθελε να της αρέσει , ήθελε να τη σφίξει όταν θα χορεύανε στα σκοτεινά, ήθελε να τη φιλήσει παραπάνω από τα φιλιά που δίνανε στο άδειο γυμναστήριο στο σχολείο, ήθελε να την αγγίξει, ήθελε να κάνει τόσα πολλά που φανταζόταν τα βράδια και τον κρατούσαν ξάγρυπνο και με καρδιοχτύπια. Και φυσικά οι ίδιες ακριβώς εικόνες ήταν και το πρώτο πράγμα που σκεφτόταν όταν άνοιγε τα μάτια του τα πρωινά. Το σώμα του είχε ξυπνήσει μαζί της και ήθελε να εκμεταλλευτεί αυτήν τη βραδιά, έστω και με το φόβο του μεγάλου της αδερφού. Ήθελε να πάει ένα βήμα παραπάνω αυτή τη φορά.
Και είχε φτάσει η μεγάλη στιγμή που χτύπησε το κουδούνι της και η Άνναμπελ, πιο όμορφη από ποτέ, άνοιξε την πόρτα και του είπε να περάσει. Φορούσε ένα σιέλ φόρεμα και ανατρίχιασε όταν είδε το λευκό της σουτιέν να διαγράφεται κάτω από το λεπτό ύφασμα. Τα εφηβικά της στηθάκια ήταν εκεί και τον προκαλούσαν. Πέρασε στο σαλόνι και ήδη είχαν φτάσει αρκετοί συμμαθητές του που χόρευαν κάτω από τα πολύχρωμα μπαλόνια που είχαν μείνει μετέωρα στο ταβάνι. Ο αδερφός της ήρθε να τον χαιρετήσει και η Άνναμπελ του σέρβιρε έναν μηλίτη, τον οποίο ο Χάρης βρήκε πολύ κοριτσίστικο αλλά υποκρίθηκε τον ενθουσιασμένο για να την κάνει να νιώσει όμορφα. Χόρεψε, γέλασε, έφαγε τυροπιτάκια και τραγούδησε το τραγουδάκι όταν έσβηνε τα κεράκια της στην ολόλευκη τούρτα. Ήταν πάλι πιτσιρίκος και απολάμβανε πραγματικά την έξαψη που ένιωθε, αυτή τη φλόγα που, αν καθυστερούσαν λίγο ακόμα τα μπλουζ, θα τον έκαιγε ειδικά εκεί ανάμεσα στα πόδια του. 
Την αγκάλιασε σφιχτά και άρχισαν να χορεύουν ένα τραγούδι της εποχής. Τα μαλλιά της μύριζαν άνοιξη και όσο την κρατούσε στο στέρνο του και ένιωθε το στήθος της να κολλάει πάνω του, τρελαινόταν από πόθο πρωτόγνωρο που δεν μπορούσε να διαχειριστεί. 
«Μπορούμε να μείνουμε μόνοι για λίγο να σου δώσω το δωράκι σου;” τη ρώτησε δειλά, έχοντας τον αδερφό της απέναντί τους.
«Μμμμ, ναι για λίγο, μπορούμε να ανέβουμε στο δωμάτιό μου», του ψιθύρισε συνωμοτικά στο αυτί.
Δεν κοίταξε καν το δωμάτιο γιατί επιτέλους ήταν μόνος μαζί της. Δεν πρόσεχε τίποτα άλλο παρά το λευκό της σουτιέν. Η καρδιά του ένιωθε ότι θα έσκιζε το πουκάμισό του. Τα χέρια του είχαν ιδρώσει, καθώς έβγαζε από την τσέπη του ένα ταλαιπωρημένο κουτάκι. Της φόρεσε στο λεπτό της καρπό ένα βραχιολάκι που χαιρόταν που ξαναέβλεπε τώρα γιατί το είχε ξεχάσει με τα χρόνια. Ήταν μια διακριτική αλυσίδα με μια κόκκινη πασχαλίτσα κοντά στο κούμπωμα. Θυμόταν ότι φύλαγε το χαρτζιλίκι του για να της το πάρει. Η Άνναμπελ ενθουσιάστηκε και τον φίλησε. Αχ, τι ωραία αίσθηση είχε αυτό το φιλί της! Τα χείλη της ήταν βελούδινα και η γλώσσα της γατίσια και λίγο αδέξια. Η αγκαλιά κράτησε παραπάνω από όσο συνήθιζαν και την οδήγησε στο κρεβάτι της. Παραμέρισε λίγο τα φουσκωτά της μαξιλάρια, τι περίεργο να έχει τόσα ενώ ο ίδιος είχε μόνο ένα στο κρεβάτι του, και την έσφιξε στην, έτοιμη να εκραγεί, αγκαλιά του χωρίς να σταματήσει αυτά τα φιλιά που τον αναστάτωναν λες και τον περνούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Τα χέρια του πέρασαν από τα μαλλιά της και τα μάγουλά της κι άρχισαν να κατεβαίνουν στο λαιμό της και να νιώθουν το ζεστό της δέρμα. Τη φιλούσε και η εικόνα του λευκού της σουτιέν στο μυαλό του τον προκαλούσε. Ήθελε να της χαϊδέψει τα μικρά της στήθη και να ανοίξει το σουτιέν, το εμπόδιο που έμπαινε ανάμεσα τους. Τα δάχτυλά του γλίστρησαν στο σεμνό της ντεκολτέ και άκουσε έναν μικρό αναστεναγμό. Και το δικό της το σώμα είχε ηλεκτριστεί όσο και το δικό του. Της ξεκούμπωσε τα δύο κουμπάκια κοντά στο γιακά και τα δάχτυλά του τώρα τρύπωσαν στο σώμα της. Πόσες βραδιές το είχε φανταστεί αυτό και πόσες φορές τα χέρια του κατέβαιναν στο ατίθασο όργανο της ανεξέλεγκτης του σεξουαλικότητας! Και τώρα το ζούσε και δε χόρταινε αυτή τη γλυκιά αίσθηση. Στην πραγματικότητα, ο Χάρης είχε σταματήσει εκεί και δεν είχε προχωρήσει. Το σουτιέν της Άνναμπελ είχε παραμείνει το φυσικό της απόρθητο οχυρό. Πολλές φορές είχε ξαναγυρίσει στη μνήμη του ο κοινός τους φόβος για τον μεγαλύτερο αδερφό που τριγύριζε στο σπίτι ή απλά η δική του δειλία. Τώρα όμως ήταν ένας άντρας στο κορμί ενός δεκατετράχρονου που ξαναζεί αυτή τη μαγική στιγμή με την πιτσιρίκα που είχε ερωτευτεί για πρώτη φορά. Ναι , δεν υπήρχε περίπτωση να δειλιάσει. Για μια στιγμή μόνο αμφιταλαντεύτηκε ως προς το ηθικό κομμάτι, γιατί στην πραγματικότητα ήταν όντως ένας ενήλικας στο κρεβάτι με μια ανήλικη, αλλά αυτός ο προβληματισμός πρέπει να κράτησε πολύ λίγο. Δεν όριζε η λογική το σώμα και τις κινήσεις του.
Τα δάχτυλά του σύρθηκαν απαλά στη πλάτη της και σταμάτησαν στην κόπιτσα του σουτιέν. Θα σταματούσε αν τον σταματούσε, αλλά κι η ίδια φαινόταν να θέλει τα χάδια του όσο κι αυτός. Η κόπιτσα δεν του αντιστάθηκε και τα σφιχτά της στήθη έμειναν ελεύθερα για να τα αγγίξει. Υπέροχα, σαν άγουρα μικρά εξωτικά φρούτα στα χέρια του. Φίλησε τις σκληρές της ρώγες, καθώς εκείνη τον έσφιγγε στην αγκαλιά της και τον χάιδευε αμήχανα στην πλάτη και το στέρνο. Το σώμα του είχε πάρει φωτιά και ήξερε ότι δε θα μπορούσε να ελέγξει τίποτα για πολύ ακόμα. 
Ξαφνικά, η Άνναμπελ, πάγωσε. «Πρέπει να ανεβαίνει ο αδερφός μου», είπε και τινάχτηκε κι άρχισε να κουμπώνεται και να φτιάχνει το φόρεμά της. Ο Χάρης με τα μάγουλά του αναψοκοκκινισμένα, είπε σαστισμένος: «Μα εγώ δεν άκουσα κάτι, μόνο τη μουσική από κάτω», και άρχισε να ισιώνει το πουκάμισό του που το μισό ήταν έξω από το παντελόνι του.
«Κι όμως, ανεβαίνει, βιάσου, δε θέλω να μας βρει έτσι», και τον άρπαξε από το χέρι. Συναντήθηκαν στα σκαλιά. Ο μεγάλος αδερφός τούς άφησε να κατέβουν τα σκαλιά χωρίς να τους πει κάτι. Φυσικά και ήξερε πολύ καλά τι έκαναν στο δωμάτιό της, φυσικά και η έξαψή τους ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους και στο φουσκωμένο παντελόνι του Χάρη, φυσικά ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει να είσαι έφηβος σε πάρτι. 
«Meu querido, μου μυρίζει μηλόπιτα», η φωνή της Μπράνκα τον γύρισε πίσω στην πραγματικότητα. Ο Χάρης την κοίταξε που τέντωνε το γυμνό της σώμα σαν ένα γνήσιο αιλουροειδές.  

«Ναι, σου έφερα το κομμάτι σου», της είπε και την αγκάλιασε σφιχτά. Η επιστροφή ήταν πολύ απότομη κι αυτή τη φορά. Τη φίλησε με πάθος και κόλλησε το σώμα του πάνω στο δικό της. Σήμερα δεν ήθελε να κάνουν έρωτα, αλλά να μείνουν έτσι. Σήμερα απλά ήθελε να μείνει στη θέα του ξεκούμπωτου σουτιέν της Άνναμπελ. Το φρούριό της δεν ήταν απόρθητο πια. 

THE VOLUNTEER 6: ANNABEL’S BRA

“Is it good?” Sylvia asked while cutting her piece as well.
“Don’t ask such things. It is always good”, Harry replied with his mouth full.
“You sure do have a sweet tooth! Be careful, it is still very hot”, Sylvia said feeling flattered.
“That is something that hasn’t stopped me before and I have proved it to you”, he told her and served some coffee in their cups. 
It was Sunday morning and the house was still quiet. The smell of the apple pie would bring the twins and Jonathan in the kitchen in a while and they would be huddled to be served. Branca was always a heavy sleeper and not even Sylvia’s apple pie could make her get out of her bed. Her piece was already in the yellow saucer and Harry would take it to her in a while. He liked to chat with Sylvia these mornings, when you could hear even the slightest noise in the house. The rhythmic noise of the refrigerator, the squeaks of the old pipes, the sound of the motorbikes passing through the street, the water ready in the kettle, it was as if they all took part in the short, as always, Harry’s conversations. He liked Sylvia. She was always with a warm thing to say and a cigarette in her mouth. She always said that she would quit, but she never tried. She was very careful with her talking and she had a good sense of humor. 
“How is the boat getting along? Is the restoration reaching an end? He is talking every night about your spring tour”, she asked him lighting a cigarette.
“It is almost ready, as far as I can understand”, he told her as he picked with his finger the last crumbs of the pie and licked them. 
“He doesn’t understand much either. He only wants to get away, like you, deep inside”, he told him conspiratorially and looked deep into his eyes, blowing smoke rings.
Harry smiled at her awkwardly and got up holding Branca’s piece. Sunday meant staying in bed. Their relationship was restored once again and he enjoyed her warm body and her Mediterranean whims until their next fight. He thanked Sylvia for the pie and he left her looking at her notes with the Japanese phrases which the students dictated her. She now wrote them down to remember them but she still found it difficult to memorize them. 
About a month had passed since the last time travel. Harry had found it very difficult to accept how he handled the situation with his father. It was frustrating that things had gone that far and he felt as hovered as before. Now even more because, from now on, he could not be certain about his past. He didn’t know what had happened afterwards, so he didn’t know how his life had unfolded till today. On one hand, he looked forward to the next return just to see the progress, but on the other hand he was now terrified with his reactions. It was as if he lived in the body of someone he no longer recognized and all this created an immense insecurity. He was afraid of himself, of the mistakes he had made throughout all the time dimensions. He continued his daily life but his mind was elsewhere most of the time. He found comfort in Branca but still, he couldn’t share with her any of this. 
He carefully opened the door of the room so as not to wake her up. He listened to her rhythmic breathing. He took off his clothes, he left the plate with the apple pie by the side table and laid down beside her. He gently caressed her back and she, like a skillful cat, turned lazily towards him and opened her eyes. Harry was at such a loss, that he almost fell off the bed. Incredible as it seemed, he had travelled back in time. From one moment to another, this room was not his. At the back he could hear songs and loud voices of boys and girls. He himself was fourteen years old and the woman on his bed was not Branca, but Annabel, his first love. It is her birthday party and he in on her bed!
How he remembered that night! He counted the days at school until Saturday. Annabel, the prettiest girl in class, whom everyone flirted but she had only eyes for Harry, with his pimples and his endless adolescence fantasies. Petite, with blonde hair, a few freckles and, of course, a beautiful body that tormented him at night. She had invited her entire class to her house. Her parents would leave and only her big brother would be at home to supervise. He remembered finding it difficult to straighten his unruly hair in front of the mirror, putting on perfume and choosing the right shirt. He wanted her to like him, he wanted to squeeze her while dancing in the dark, and he wanted to kiss her longer than the kisses they gave each other at the empty school gym, he wanted to touch her, he wanted to do all the things he fantasized at night and kept him awake. And of course, the exact images were the first thing to think about when he opened his eyes in the morning. His body was awake with her and he wanted to take advantage of that night, even with the fear of her big brother. He wanted to take it a step forward this time. 
And the moment had come when he rang the bell and Annabel, more beautiful than ever, opened the door and told him to come in. She wore a light blue dress and he shivered when he saw her white bra delineated through the thin fabric. Her teenage tits were there and provoked him. He went to the living room and many of his schoolmates were already there dancing under the colorful balloons staying still at the ceiling. Her brother came to greet him and Annabel served him a cider, which Harry found very girly but he pretended being excited to make her feel good. He danced, he laughed, he ate small cheese pies and he sang the song when she blew out the birthday candles on her white cake. He was a teenager again and he truly enjoyed the excitement he felt, that inner flame which, if the blues were to delay a little bit longer, it was about to burn him there, especially between his legs. 
He hugged her tightly in his arms and started dancing a popular song. Her hair smelled like spring and the more he held her close to his chest and felt her breasts against him, the more he went crazy with a lust so strong that he could not manage. 
“Can we be alone for a while to give you your present?” he shyly asked her, having her brother opposite them.
“Mmmm, yes, for a while we can go up to my room” she conspiratorially whispered to his ear. 
He didn’t even look at the room because he was finally alone with her. He didn’t notice anything else but her white bra. He felt his heart ready to tear off his shirt. His hands were sweaty while he took a worn small box out of his pocket. He put on her thin wrist a bracelet, which he was really happy to see it again since he had forgotten it with the years passing. It was a discreet chain with a red ladybug near the clasp. He remembered saving his pocket money to be able to buy it. Annabel got excited and kissed him. Oh, what a great feeling that kiss was! Her lips were velvet and her tongue was a bit clumsy, like a cat’s. The hug lasted more than they used to and he led her to her bed. He put aside the fluffy pillows, so strange to have so many while he himself had only one, and he held her tightly in his ready to burst arms without stopping those kisses that upset him, as if electric current was passing through him. His hands passed through her hair and her cheeks and started descending to her neck and feel her warm skin. He kissed her and the image of the white bra in his mind provoked him. He wanted to caress her small breasts and to unbutton her bra, the obstacle standing between them. His fingers slipped through her modest neckline and he heard a small sigh. Her body was as much electrified as his. He unclasped the two small buttons near her neck and now his fingers touched her body. He had imagined this for so many nights with his hands going down to his wild organ of uncontrolled sexuality. And now he experienced it and he couldn’t get enough of this sweet sensation. In reality, Harry had stopped there and hadn’t moved on. Annabel’s bra had remained her natural impregnable fortress. Their mutual fear for the big brother wandering in the house or his own lack of bravery had returned to his memory many times. But now he was a grown up man in the body of a fourteen year-old who relived this magical moment with the kiddo with whom he had fallen in love for the first time. Yes, there was no way of pulling back. He only hesitated for a moment as to whether it was moral or not to go to bed with a minor but this dilemma only lasted for a while. Logic did not define his actions. 
His fingers gently dragged on her back and stopped at the hooks of the bra. He would stop if she stopped him, but she seemed to want his caresses as well. The hooks did not resist and her tight breasts were free for him to touch. They were wonderful, like small unripe exotic fruits in his hands. He kissed her hard nipples while she squeezed him tight in her arms and awkwardly caressed him on the back. His body was on fire and he knew that he could not control anything for much longer. Suddenly, Annabel froze. “My brother must be getting up here”, she said and immediately got up and started to button up and make her dress. Harry, with his cheeks flushed, bewilderedly said:” But I did not hear a thing, just the music from downstairs”, and he started straighten his shirt that was half out of his pants.
“Yes, he is coming up, hurry up, I don’t want him to find us like that”, and she grabbed his wrist. They met at the staircase. The big brother let them go down the stairs without saying a word. Of course he knew damn well what they were doing in her room, of course their flushed faces and his erected pair of pants told no lies and of course he knew what it was like to be a teenager at a party. 
“Meu querido, I smell apple pie”, Branca’s voice got him back to reality. Harry looked at her stretching her naked body like a true big cat.

“Yes, I brought you your piece” he told her and tightly hugged her. The return was very sudden once more. He passionately kissed her and he slid his body close to hers. Today he didn’t want to make love to her, he just wanted to stay that way. Today he wanted to stay still in the sight of the unbuttoned Annabel’s bra. His fortress was no longer impregnable. 

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 5: ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ (Β ΜΕΡΟΣ)

  Όσο ο πατέρας του κάπνιζε το τσιγάρο του, ο Χάρης ένιωθε τον ιδρώτα να μουσκεύει το μέτωπό του και το σβέρκο του. Πόσο είχε χαραχτεί αυτή η μέρα στη μνήμη του και πόσο ανέτοιμος ήταν σήμερα να την ξαναζήσει! Τον παρακολουθούσε να μιλάει για το κοινό τους επαγγελματικό μέλλον και ήξερε πως δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του πριν χτυπήσει το κουδούνι και έρθει το ραντεβού του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον διέκοψε, χωρίς να έχει πάρει ακόμα το φάκελο με τα χρήματα.
«Πατέρα, ήρθα σήμερα για να σου μιλήσω», ξεκίνησε δειλά, όπως είχε κάνει και τότε.
«Τι να μου πεις, Χάρη, εγώ έχω να σου πω χίλια δυο για τη δουλειά, αλλά θα τα μάθεις όλα τα κόλπα κοντά μου.»
«Μα, για αυτό θέλω να μιλήσουμε»
«Σου έχω πει χίλιες φορές ότι δε μου αρέσει να με διακόπτεις, λες και μεγάλωσες σε κοτέτσι, χωρίς τρόπους. Ό,τι και να έχεις να μου πεις αποκλείεται να είναι πιο σημαντικό από το πρώτο ραντεβού που σου έχω κλείσει στο οποίο θα είμαι και εγώ παρών βέβαια. Είναι στρωμένη η δουλειά, έτοιμη, απλά θέλω να δεις πώς μιλάω στον πελάτη, πώς τον χειρίζομαι για να μπεις στο πνεύμα. Δεν πρέπει να χάνεις καθόλου καιρό. Η ζωή κυλάει σα νερό και δε σε μεγάλωσα για να σπαταλάς τις μέρες σου έτσι. Ήρθε ο καιρός να βγάζεις μόνος σου τα λεφτά σου κι όχι να σε συντηρώ εγώ λες και είσαι άρρωστος» είπε και, βρίσκοντας αστεία την τελευταία του φράση, άρχισε να γελάει δυνατά. 
  Ο Χάρης έσφιξε τα χέρια του γροθιά και κοίταξε το ρολόι του τοίχου. Είχε πέντε λεπτά στη διάθεσή του. Είχε την ανάμνηση της εμπειρίας αυτής της στιγμής και ήξερε ότι τα είχε σκατώσει στο παρελθόν. Θυμόταν πολύ καλά ότι σε αυτά τα πέντε λεπτά είχε βγει ένα ποτάμι οργής από μέσα του, του είχε μιλήσει για τα μαθήματα που ήθελε να ακολουθήσει και για το πόσο, αντίθετα, δεν ήθελε κανένα όνομά του σε ταμπέλες και δεν ήθελε αυτή τη ζωή που του έστρωνε ο πατέρας του χωρίς να ακούσει ποτέ τι ήθελε πραγματικά ο γιος του. Όσο τα θυμόταν, τόσο έσφιγγε τη γροθιά του περισσότερο γιατί η απάντηση του πατέρα του ήταν απλά φωνές και απειλές και εξευτελισμοί. Τον είχε μειώσει και του είχε πει ότι αν ήθελε να αλλάξει ρότα θα έπρεπε να περάσει πάνω από το πτώμα του. Το κουδούνι είχε χτυπήσει και η τελευταία του κουβέντα ήταν :
«Έννοια σου και ξέρω πολύ καλά πώς να σε κάνω να αλλάξεις γνώμη». Ο Χάρης είχε παγώσει με αυτήν την απειλή και τότε είχε φύγει πανικόβλητος και δεν ήταν σίγουρος ποτέ αν ο πατέρας του ήταν απλά παρανοϊκός ή τρελά πεισματάρης και εγωιστής. Δεν είχε πει τίποτα στη μάνα του και ακολούθησε πιστά τις οδηγίες του για αρκετά χρόνια. Τον μίσησε όσο δεν πήγαινε άλλο, έμεινε στωικά να δουλεύει μαζί του από φόβο και πάντα κάθε Πρωτοχρονιά έδινε την υπόσχεση ότι αυτή η χρονιά θα ήταν κι η τελευταία. Και πάντα αυτή η χρονιά έφερνε και την επόμενη, μέχρι εκείνη την Πρωτοχρονιά που ο χρόνος σαν να έσπασε σε αμέτρητα κι ασήμαντα κομμάτια.  Είχε να τον δει τώρα τόσα χρόνια που πραγματικά δεν ήξερε αν ζούσε ή αν ήταν θαμμένος σε κανένα χλοερό τόπο της μακρινής Πρετσένιας. Μια αέναη εκκρεμότητα ήταν η σχέση τους και αυτό το μαρτυρικό πεντάλεπτο που έμενε ήταν η τελευταία του ευκαιρία για να τρίξει τα δόντια και να πάρει το χαμένο χρόνο πίσω. Να ξεπεράσει τους φόβους του, δικαιολογημένους ή όχι, και να σταθεί μπροστά του διεκδικώντας σωστά τα νιάτα του, τώρα που του δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία. Χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρος για το αν αντιδρούσε σωστά, ύψωσε τον τόνο της φωνής του.
«Έχω μεγαλώσει στο κοτέτσι σου και τώρα ήρθε η ώρα να φύγω τρέχοντας. Είσαι σαδιστής και απαίσιος». Τώρα απλά ούρλιαζε με το πάθος όλων αυτών των ετών. Σταγόνες από τα σάλια του έφευγαν από το στόμα του και προσγειώνονταν στο πρόσωπο του πατέρα του που, ξαφνιασμένος από τη στάση του γιου του, αμήχανα τις σκούπιζε.
«Δεν είμαι κτήμα σου να με κάνεις ό,τι θέλεις. Θέλω όσο τίποτα άλλο να πάω σε αυτή τη σχολή αρχιτεκτονικής και να μην ασχοληθώ ποτέ με τις κωλο-ασφάλειές σου. Δεν ξέρω αν είσαι τρελός ή το παίζεις αλλά δε θέλω να μείνω εδώ πέρα να το διαπιστώσω. Αρκετά!», συνέχισε να ουρλιάζει και έκανε να φύγει, χωρίς να πάρει το φάκελο από το τραπέζι. 
«Πού νομίζεις ότι πηγαίνεις νεαρέ; Ποιος σου είπε ότι τελειώσαμε;», του είπε αυστηρά ο πατέρας του και τον έπιασε από το μπράτσο με δύναμη. 
«Άσε μου το χέρι, τώρα», φώναξε στα όρια της υστερίας ο νεαρός Χάρης και, γυρνώντας προς το μέρος του, σήκωσε το δικό του δεξί  χέρι, αυτό που τώρα στο παρόν είχε βαμμένο ένα κόκκινο νύχι, και, χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, έριξε μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο του πατέρα του. 
  Σαστισμένος εκείνος, ανταπέδωσε το χτύπημα και βρέθηκαν να κυλιούνται στο ξύλινο πάτωμα και να παλεύουν σαν αγρίμια, ρίχνοντας τα μισά πράγματα από το γραφείο. Τα σώματά τους έμοιαζαν με σάκους του μποξ. Ο Χάρης λειτουργούσε με τέτοια αγριάδα, λες και όλα τα λάθη και η πίεση από το παρελθόν αλλά και από το μέλλον, είχαν βγει τώρα στην επιφάνεια και του ξαναγέμιζαν τις γροθιές  σαν να ήταν πυροβόλα όπλα. Ο πατέρας του από την άλλη, ανάμεσα σε μουγκρητά και βρισιές, ανταπέδιδε λες και χτυπιόταν σε μπαρ με ναύτες για τα μάτια καμιάς ομορφονιάς. Αίμα έτρεχε από τη μύτη του Χάρη και το πουκάμισο του πατέρα του είχε σκιστεί στους ώμους. Τίποτα δεν τους σταματούσε και λόγια σκόρπια όπως: «αχάριστε», «σατράπη της δεκάρας», «έλα να μας δείξεις πόσο άντρας είσαι τελικά», ακούγονταν μέσα από γρυλίσματα και κραυγές πόνου αλλά δεν ήταν καθαρό από ποιανού το στόμα έβγαιναν. Ο καθένας ήθελε να πονέσει τον άλλο και πραγματικά ο χρόνος είχε γίνει ένα άγριο φουσκωμένο ποτάμι που τα είχε παρασύρει όλα στο πέρασμά του. 
Την κλειστή πόρτα του γραφείου του άνοιξαν με θόρυβο ο διευθυντής και συνάδελφοι από τα γειτονικά γραφεία και τους κάτω ορόφους, που σάστισαν με τη φασαρία και το θέαμα. 
«Κύριε Στίλτον, Χάρη, τι χάλια είναι αυτά; Διαλύστε το αμέσως, ντροπή», φώναξαν και όρμηξαν να τους χωρίσουν. Οι γυναίκες δακτυλογράφοι και γραμματείς έμειναν στο άνοιγμα της πόρτας, στριμωγμένες να δουν το θέαμα της ντροπής. Άλλες έτρεξαν με χαρτομάντηλα να προσφέρουν για τα αίματα που έτρεχαν και τον ίδρωτα. Πατέρας και γιος σηκώθηκαν, προσπαθώντας να συμμαζέψουν τα ρούχα τους. Η μπλούζα του Χάρη είχε βγει από το παντελόνι του, ο πατέρας του προσπαθούσε να ισιώσει τη γραβάτα του. Ο διευθυντής του τμήματος ευγενικά έδιωξε τον κόσμο που είχε μαζευτεί τριγύρω. Ο Χάρης άκουσε τον πατέρα του να του ζητάει να αναλάβει το ραντεβού του, που ευτυχώς είχε καθυστερήσει, όσο θα πήγαινε να φρεσκαριστεί στις τουαλέτες. Έριξε μια ματιά περιφρονητική στο γιο του καθώς έβγαινε από το γραφείο του. Ο Χάρης έμεινε ταπεινωμένος να σκουπίζει τη μύτη του. Μετά από πέντε λεπτά, έφυγε τρέχοντας, προσπερνώντας τα πηγαδάκια που είχαν σχηματίσει οι εργαζόμενοι, εμφανώς σχολιάζοντας το πρωτοφανές γεγονός. Βγαίνοντας από το κτίριο, κοντοστάθηκε να πάρει μια ανάσα και να βάλει μια τάξη στις σκέψεις του που, σα χείμαρρος, έρχονταν να τον πνίξουν. Ένα χέρι στον ώμο του τον χτύπησε απαλά.
«Χάρη, είσαι καλά ; H μπύρα σου έχει ζεσταθεί».
Γύρισε και είδε το χέρι του Τζόναθαν να στέκεται στον ώμο του. 
«Τόσο βαρύ σου έπεσε το τρίψιμο της βάρκας;» του είπε γελώντας. 
« Ήμουν αφηρημένος, με συγχωρείς.»
«Ναι, αυτό το κατάλαβα. Είσαι εδώ και κανένα τέταρτο με το γυαλόχαρτο στο χέρι και το βλέμμα σου στο κενό. Σου μιλάω και δε με ακούς.»
«Ναι… ναι … κάτι σκεφτόμουν», μουρμούρισε και ήπιε μονορούφι σχεδόν την όντως ζεστή μπύρα του, αλλά τη χρειαζόταν για να τον συνεφέρει. «Με συγχωρείς, Τζόναθαν, δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα κατέβω αύριο πάλι. Πάω να ξαπλώσω λίγο», είπε και ανέβηκε στο δωμάτιό του, αφήνοντας τον Τζόναθαν να μουρμουρίζει κάτι για τις γυναικοδουλειές και τα μπλεξίματά τους. 

  Ξάπλωσε στο κρεβάτι του σοκαρισμένος. Αν είχε καταλάβει καλά, μόλις είχε αλλάξει το παρελθόν του κατά τον χειρότερο τρόπο. Ναι μεν είχε καταφέρει να αντιμετωπίσει τον πατέρα του σε μια στιγμή που τον είχε καθηλώσει ο φόβος του για το πρόσωπό του, αλλά τα είχε κάνει θάλασσα στον τρόπο που το χειρίστηκε. Το να πλακωθούν στο ξύλο δεν ήταν μια ενήλικη συμπεριφορά από κανέναν από τους δύο. Και το χειρότερο, το να ζει την ανατροπή αποσπασματικά δε δικαίωνε με κανέναν τρόπο την όποια επιλογή του. Ωραία, και παίξανε μπουνιές και γίνανε ο περίγελος του κτιρίου. Μετά, τι έγινε; Πώς συνεχίστηκε η ζωή του, έκανε την επανάστασή του και έφυγε, χωρίς μία στην τσέπη να κυνηγήσει το όνειρό του στην Ευρώπη ή σαν πρώτης τάξεως δειλός, μόλις στέγνωσε το αίμα από τη μύτη, σαν κοτούλα, γύρισε πίσω στο κοτέτσι του και στην ασφάλεια του; Θα είχε άραγε απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα ή θα έμεναν μετέωρα; Το μόνο σίγουρο ήταν πως τώρα που καταλάγιαζαν σιγά σιγά αυτά που είχε ζήσει εκείνο το πρωί, ένιωθε φόβο. Όχι για τον πατέρα του, αυτή τη φορά, αλλά για τον ίδιο του τον εαυτό και τις αντιδράσεις του, που ούτε του είχαν περάσει από το μυαλό ότι θα ήταν ικανός να τις υλοποιήσει.
Σήκωσε το δεξί του χέρι και είδε το κόκκινο του νύχι. Χαμογέλασε αυθόρμητα. «Αν αρχίζω και τρελαίνομαι, ας το κάνω με στυλ», και μπήκε για ένα ντους για να ετοιμαστεί για τη δουλειά.