Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα fantasy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα fantasy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Απριλίου 2018

THE FOUR LANTERNS - ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ


Το στοίχημα για φέτος είναι αν θα έρθει ο μεσιέ Ζερόμ στο μεταμεσονύκτιο πικνίκ. Ο Αλφρέδος και ο Ζενεβιέ είναι βαθύτατα προβληματισμένοι. Τι να κάνουν; Να ακυρώσουν μια παράδοση έξι ετών; Δεν τους πάει με τίποτα. Έχουν εμπιστοσύνη στον Ζερόμ αλλά φέτος με την ανακαίνιση του ξενοδοχείου και την επανατοποθέτησή του σε άλλο σημείο, θα τα καταφέρει να τους βρει; Έρχεται από πολύ μακριά, μην το ξεχνάμε. 
Οι δυο τους αποφασίζουν τελικά να τα μαγειρέψουν τα ντολμαδάκια. 
« Αν πετύχουν, θα βρει το δρόμο» λέει χαριτολογώντας ο Αλφρέδος. 
Έχει δίκιο. 
Το ραντεβού είναι όπως πάντα για τα μεσάνυχτα της πρωταπριλιάς στους κήπους του ξενοδοχείου, στο αγαπημένο σημείο του μεσιέ Ζερόμ. Εκεί συνήθιζε να λιάζεται μετά τη βουτιά του στην πισίνα και να παραγγέλνει το πιάτο με τα πρώτα ανοιξιάτικα ντολμαδάκια. Ο μεσιέ Ζερόμ βρέθηκε νεκρός ένα μεσημέρι στην πισίνα. Η καρδιά του τον πρόδωσε. Οι πρώτες βοήθειες δε στάθηκαν αρκετές για να τον επαναφέρουν στη ζωή. Υπήρξε μια αναστάτωση σε όλο το ξενοδοχείο. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και ανοιχτόκαρδος.. Όλοι είχαν να τον μνημονεύουν για καιρό μετά. Όλοι είχαν να διηγηθούν και μια αστεία ιστορία για αυτόν και για τους ωραίους του τρόπους. 
Ο ίδιος όμως ήθελε να ξαναγυρίσει πίσω και να γευτεί τα ωραία ανοιξιάτικα ντολμαδάκια. Δύσκολο από εκεί που ήταν. Πηγαινοερχόταν στα γνώριμα μέρη, βέβαια, αλλά δεν τον έβλεπε κανείς. Δεν μπορούσε να το κάνει και συχνά, άλλωστε. Βρήκε το τέχνασμα να τρυπώσει στο όνειρο του Ζενεβιέ και του Αλφρέδου και τα κατάφερε να τους επικοινωνήσει τη λαχτάρα του. 
« Δεν κάνουμε ένα ωραίο πικνίκ με τα ντολμαδάκια που τα έχω λαχταρήσει και με την ευκαιρία να δω κι εσάς και να μου πείτε τα νέα σας;»
Την πρώτη χρονιά το εγχείρημα στήθηκε με λίγο φόβο. Δεν είναι και λίγο πράγμα να έχεις συνδαιτημόνα στα γρασίδια έναν νεκρό. Είχαν στρώσει τα τραπεζομάντηλα και τα πιάτα, είχαν σερβίρει τα μοσχομυριστά ντολμαδάκια με μπόλικο δυόσμο, όπως του άρεσαν, και στο πλάι ζεστό ακόμα ζυμωτό ψωμί. Είχαν καθίσει και περίμεναν στη μεταμεσονύκτια δροσιά και υγρασία τον μεσιέ Ζερόμ να φανεί. Και ήρθε φυσικά. Εντυπωσιακή είσοδο θα την έλεγε κανείς μιας και διάλεξε να βγει από την πισίνα, αλλά το τεκμηρίωσε.
«Μην απορείτε φίλοι μου, από εδώ μπήκα, από εδώ και θα βγω.»
Τα έφαγε με τόση λαχτάρα όση τους είχε μεταδώσει στο όνειρο και τους ευχαρίστησε από καρδιάς. Δεν ειπώθηκαν κουβέντες για άλλους κόσμους, αλλά απλά καθημερινά νέα του προσωπικού και της πόλης. Μια διακριτικότητα και από τις δύο πλευρές. Το πικνίκ κράτησε μια ώρα περίπου και ανανεώθηκε το ραντεβού για την επόμενη χρονιά. Και για την επόμενη. Και για την επόμενη. Και πέρασαν ήδη έξι χρόνια. 
Ο Αλφρέδος  είναι σίγουρος ότι θα το βρει το σημείο και ειδικά φέτος που έχουν να του πουν τόσα νέα, τόσες ενδιαφέρουσες ιστορίες που έχουν ζήσει μέχρι τώρα. 
Το πικνίκ στήνεται στους καινούργιους κήπους του ξενοδοχείου και όπως πάντα τον περιμένουν στη μεταμεσονύκτια δροσιά της άνοιξης. 
«Σαν να άργησε λιγάκι φέτος», λέει ο Ζενεβιέ κοιτάζοντας το ρολόι του.
«Δώσε του λίγο χρόνο ακόμα, είναι λίγο διαφορετικά τα πράγματα αυτή τη φορά»
Το βλέμμα τους είναι καρφωμένο στην πισίνα. Τα εξωτικά πουλιά έχουν σωπάσει και ακούγεται μόνο το αεράκι που ξεσηκώνει τα φύλλα των δέντρων. Ο μεσιέ Ζερόμ αυτή τη φορά βγαίνει από μια συστάδα θάμνων και τους τρομάζει
«Καλώς τον, από αλλού σε περιμέναμε καλέ μου Ζερόμ» μίλησε σιγανά και λίγο τρομαγμένα ο Ζενεβιέ.

«Μου βγήκε η ψυχή μέχρι να σας βρω, αλλά τίποτα δε θα με χώριζε από τα αιώνια μου ντολμαδάκια.»


*Eυχαριστούμε θερμά τον Άγγελο Παπαδημητρίου για την εμπιστοσύνη.
Ήταν μια εξαιρετική συνεργασία.

THE FOUR LANTERNS - ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ


The bet for this year is whether or not Monsieur Jerοme is coming to the midnight picnic. Alfred and Jenevier are deeply concerned. What should they do? Cancel a six-year tradition? No way. They trust Jerome but this year with the hotel’s renovation and its relocation at another spot, will he manage to find them? Let’s not forget, he will come from afar. 
The two of them finally decide to cook the stuffed vine leaves.
“If they are a success, he will find his way” Alfred says wittily.
He is right.
The rendez -vous was set as always on April first’s midnight at the hotel’s gardens, Monsieur Jerome’s favorite spot. He used to sunbathe there after a swim in the pool and order the first spring stuffed vine leaves. Monsieur Jerome was found dead one afternoon by the pool. His heart betrayed him. . First aid was not enough to keep him alive. There was a big fuss all over the hotel. He was particularly loved and open hearted. Everyone had a kind word to say a long time after the incident. Everyone had a funny story to say about him and his good manners. 
But Monsieur Jerome wanted to return and taste the fine spring stuffed vine leaves. Very difficult from where he was, though. He went back and forth to familiar places, of course, but no one could see him and it was not something that he could often perform, anyway. He managed to sneak into Jenevier’s and Alfred’s dream and succeeded into communicating his craving. 
“Why don’t we have a nice picnic with the stuffed vine leaves which I craved for so long and, of course, tell me all about your news?”
The first year the venture was set with a little bit of fear. It is not a small thing to have a dead man as a banqueter sitting with you on the lawn. They had laid down the tablecloths and the dishes, they had served the good-smelling vine leaves with lots of mint, just as he liked it, and some fresh, still warm, bread on the side. They had sat down by the post moon dew and moisture waiting for Monsieur Jerome. 
And he came of course. An impressive entrance one would say, since he chose to come out of the pool, but he had a reason.
“No need to question it my friends, this was my way in and of course it will my way out.”
He ate them with the great appetite he had transmitted them in their dreams and thanked them from the heart. There was no small talk about the other world, just everyday news from the stuff and the city. A discretion from both sides. The picnic lasted about an hour and it was renewed for the following year. And the following. And the following. And six years had passed since then. 
Alfred is certain that he will find the spot and especially this year that they have so many news, so many interesting stories to tell him. The picnic is set at the hotel’s gardens and as always they wait for him in the midnights’ spring dew.
“I think he’s late this year” Jenevier said looking at his watch. 
“Give him more time. Things are a bit different this year.”
They stare at the pool. The exotic birds are silent and only the breeze rustling the tree leaves is heard. Monsieur Jerome is coming out of the bushes this year and scares them. 
“Welcome, we were expecting you from elsewhere, my dear Jerome” Jenevier talked quietly and a bit scared. 

“Oh my, it was so difficult to find you but there was nothing that could keep me apart from my eternal stuffed vine leaves.”


*We would like to warmly thank Aggelo Papadimitriou for his trust.
It was an excellent collaboration.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

THE FOUR LANTERNS - WAITING FOR THAT GOLDFISH

«Ω, τον αγαπητό μας κύριο Βελιτάλ! Πόσο χαίρομαι που σας ξαναβλέπω!»
«Και για μένα είναι πάντα μεγάλη η συγκίνηση, καλέ μου Ζενεβιέ».
Ο Βελιτάλ ήταν το ίδιο χαμογελαστός και καλοδιάθετος όπως πάντα. Είχε κόψει το μικρό του μουσάκι και φορούσε το κίτρινο καρό του κοστούμι. Στα χέρια του κρατούσε μια γυάλα με ένα χρυσόψαρο.
«Ο Φερεντίν, πιστός φίλος τα τελευταία οκτώ χρόνια», είπε κοιτάζοντας το χρυσόψαρο με τρυφερότητα. 
«Είναι αξιαγάπητος», είπε ο Ζενεβιέ, ρίχνοντας μια ματιά στο βιβλίο των κρατήσεων. «Νομίζω θα σας δώσω το αγαπημένο μου δωμάτιο στον τρίτο που έχει θέα στους κήπους, που ξέρω ότι σας αρέσουν πολύ και σίγουρα θα τους θαυμάσετε μετά την ανακαίνιση του χώρου», πρότεινε με μια διάθεση να περιποιηθεί όσο μπορεί τον, γερασμένο από την τελευταία φορά, ταξιδιώτη.
Ο Αλφρέδος προσφέρθηκε να πάρει τη γυάλα προσεκτικά αλλά ο Βελιτάλ εναντιώθηκε. 
«Όχι, όχι, σας παρακαλώ, τη γυάλα δε θέλω να την αποχωριστώ, σας παρακαλώ» είπε και ακολούθησε τον Αλφρέδο που αρκέστηκε να πάρει τη βαλίτσα του, στο ασανσέρ.
Ο Ζενεβιέ έδωσε αμέσως οδηγίες στο προσωπικό να προσέχουν τον κύριο Βελιτάλ. Ήταν ένας ευαίσθητος και μοναχικός άνθρωπος που ερχόταν περίπου κάθε δέκα χρόνια, πάντα κρατώντας μια καινούργια γυάλα με ένα χρυσόψαρο. Διαισθανόμενος ότι το χρυσόψαρο ήταν έτοιμο να αφήσει τα εγκόσμια, έμενε συνήθως ένα σαββατοκύριακο, θέλοντας να περάσουν ποιοτικό χρόνο μαζί.  Πάντα με τη γυάλα αγκαλιά έκανε βόλτες στους κήπους ή αναπαυόταν στις σεζλόνγκ ή διάβαζε χαμηλόφωνα στο μικρό του φίλο συνήθως αστυνομικά βιβλία τσέπης. Είχε την υποψία ότι τον συγκινούσαν, κρίνοντας από τις πολλές αναβλύζουσες φυσαλίδες στην επιφάνεια της γυάλας του με τις περιγραφές των φόνων. Το σαββατοκύριακο περνούσε γρήγορα και ο κύριος Βελιτάλ θα έφευγε  όπως  ακριβώς είχε έρθει. Αγκαλιά με τη γυάλα. Το εκάστοτε χρυσόψαρο αναχωρούσε σφύζοντας από ζωή. Στη ρεσεψιόν πάντα ένιωθε την ανάγκη να ψελλίσει κάτι απολογητικό αλλά ο Ζενεβιέ δε θα το δεχόταν. 
«Είστε πολύ τυχερός που θα έχετε το μικρό σας φίλο για περισσότερο καιρό κοντά σας», θα έλεγε συνήθως και θα τον χάζευε να φεύγει, μια εύθραυστη φιγούρα σε παστέλ κοστούμια που του ήταν ειλικρινά συμπαθής.
Ο Βελιτάλ είχε μείνει ενθουσιασμένος από την ανακαίνιση του ξενοδοχείου. Η θέα από το παράθυρο ήταν απλά μαγική. ‘Έβλεπε στους κεντρικούς κήπους με τα γέρικα μπάομπαμπ που πρωταγωνιστούσαν στο πράσινο μωσαϊκό, ανάμεσα σε αμέτρητα εξωτικά πολύχρωμα λουλούδια και δέντρα. Στο κέντρο είχαν αφήσει τη μικρή λίμνη με τα νούφαρα που έκλαιγαν με τους κεραυνούς, ένα αστείο θέαμα αν πετύχαιναν οι ένοικοι καμιά καταιγίδα. Τη μισή μέρα βρισκόταν εκεί και συνήθως μιλούσε ή διάβαζε στο χρυσόψαρό του. Περνούσε αρκετή ώρα και στο δωμάτιό του. Στο κομοδίνο ήταν αραδιασμένα πολλά αστυνομικά βιβλία με κιτρινισμένες και τσακισμένες σελίδες. Κάθε μέρα διάβαζε στον Φερεντίν αποσπάσματα και ήταν σίγουρος ότι το χρυσόψαρό του το απολάμβανε. Μετά από κάθε απόσπασμα,  άφηνε τη γυάλα στο περβάζι του παράθυρου για να μπορεί να χαίρεται τη θέα ο φίλος του. Θα κατέβαινε μόνο για το γεύμα στο εστιατόριο ενώ τον πρωινό του καφέ τον ανέβαζαν στο δωμάτιο. Σε προηγούμενο ταξίδι είχε εκμυστηρευθεί στον Ζενεβιέ ότι δεν μπορούσε να εμπιστευθεί τους ανθρώπους. Τους φοβόταν ή μάλλον τους ντρεπόταν. Θα προτιμούσε να ζει αόρατος, αν γίνεται, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματά τους. Δεν είχε μοιραστεί τίποτα άλλο από την προσωπική του ζωή κι ο διευθυντής φυσικά ποτέ δε ρώτησε από διακριτικότητα, οπότε ένα επιπλέον πέπλο μυστηρίου κάλυπτε την περσόνα του.
Την Κυριακή το πρωί η Μαντλέν, που ανέβασε τον καφέ στο δωμάτιό του, αντίκρισε ένα παράξενο θέαμα. Ο Βελιτάλ  ήταν ακίνητος και παγωμένος στην καρέκλα του. Το βλέμμα του είχε μείνει να χαζεύει τα πανύψηλα δέντρα στους κήπους. Ένα βιβλίο ήταν ακουμπισμένο στα γόνατά του στη σελίδα 89, με υπογραμμισμένη την πρόταση: «Και ο Τζακ, που τόσο φοβόταν το θάνατο, τώρα είχε πέσει στην παγίδα του.» Η γυάλα δίπλα του ήταν γεμάτη καθαρό νερό. Ο Φερεντίν δεν ήταν μέσα. 
Ο Ζενεβιέ λυπήθηκε αληθινά για το θάνατό του. Σχεδόν τον ένιωθε φίλο του. « Μα πόσο ειρωνικό, να έρθει γιατί περίμενε να πεθάνει το χρυσόψαρό του και να πεθάνει τελικά ο ίδιος!» έλεγε στον Αλφρέδο.
«Μπα, το ψάρι τον σκότωσε κι έφυγε μακριά του. Δεν υπήρχε περίπτωση να το υποπτευθεί κανείς έτσι κι αλλιώς» αποκάλυψε ο καμαρότος τη θεωρία συνωμοσίας του. Ο Ζενεβιέ γέλασε νευρικά. Ο Αλφρέδος όχι.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να το βρείτε, όσο κι αν ψάξετε στο ξενοδοχείο. Είναι πια ελεύθερο» είπε με ακόμα πιο σοβαρό ύφος.  

THE FOUR LANTERNS - WAITING FOR THAT GOLDFISH

“My dearest Mr. Velital! Such a pleasure to see you again!”
“The pleasure is all mine, my beloved Jenevier.”
Velital was smily and in good spirit as always. He had shaved his small beard and he wore his yellow checkered suit. He held a bowl with a goldfish in his hands. 
“Feredin, my loyal friend for the past eight years” he said looking tenderly at the goldfish.
“He is adorable” Jenevier said taking a look at the reservations book. “I think I will give you my favorite room on the third floor overlooking the gardens, which I am certain that you will like very much and definitely going to admire after the renovation” he suggested wanting to take care as much as he could the, aged since the last time, traveler. 
Alfred volunteered to hold the goldfish bowl but Velital refused.
“No, no, please I don’t want to leave my bowl, please” he said and he followed Alfred who just took his suitcase to the elevator.
Jenevier immediately instructed the stuff to look after Mr. Velital. He was a sensitive lonely man who would come every ten years, always holding a new bowl with a goldfish. Sensing that the goldfish was about to die, he would usually stay for the weekend, wanting to spend quality time with it. Always with the goldfish bowl in his hands, he would take long walks in the gardens or rest on the chaise lounge chairs or read to his little friend in a low voice usually crime pocket books. He suspected that the fish liked them, judging by the amount of bubbles on the surface of the bowl with the murder descriptions. The weekend would quickly pass away and Mr. Velital would go away in the exact way as he had come. Embracing the bowl. Each time the goldfish would depart full of life. At the reception desk, he always felt the need to whisper a few words apologetically but Jenevier would not accept it.
“You are very lucky to have your little friend for a little longer” he would usually say and would watch him go away, a fragile figure in pastel suits to whom he felt close to. 
Velital was excited with the hotel’s renovation. The view from the window was just magical. It overlooked the central gardens with the old baobabs starring in the green mosaics, among countless exotic and colorful flowers and trees. In the center, they had left the small pond with the water lilies that cried with the lightings, a funny spectacle if the tenants happened to watch a storm. He would be there for the half of the day and he usually talked or read to his goldfish. He spent much time in his room as well. There were many crime books on his bedside table with yellow and dog-eared pages. Every day he would read to Feredin excerpts and he was certain that his goldfish enjoyed it. After every excerpt, he left the bowl by the window sill so that his friend could be happy with the view. He would only go downstairs at the restaurant for lunch while they would bring his morning coffee to his room. On a previous trip he had confided in Jenevier that he could not trust people. He was afraid of them or rather he was embarrassed. He would prefer to live invisible, if possible, far away from their indiscreet glances. He had not shared anything else from his personal life and the manager, of course, never asked out of discretion so another veil of mystery covered his persona.
On Sunday morning Madlen, who brought his coffee up to his room, saw something strange. Velital was still and frozen on his chair. His look was at the tall trees in the gardens. A book was on his knees on page 89 with the sentence underlined: “And Jack, who was so afraid of death, had now fallen into its trap.” The bowl beside him was full of clean water. Feredin was not inside. 
Jenevier was truly sorry for his death. He almost thought of him as a friend. “But it is so ironic, he came here waiting for his goldfish to die and in the end he died himself!” he said to Alfred.
“Nope, the fish killed him and ran away. It had no chance of being suspected anyway” the bellboy revealed his conspiracy theory. Jenevier nervously laughed. Alfred did not. 

“You are never going to find it, no matter how hard you search in the hotel. It is now free” he said in an even more serious tone.

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

THE FOUR LANTERNS - ΡΟΔΟΚΛΕΙΑ ΜΠΕΖ

Όλοι θα θυμούνται τις τρεις ημέρες και νύχτες που πέρασε η Ροδόκλεια Μπεζ στο ξενοδοχείο «Four Lanterns», κι ας έχει περάσει καιρός. Ήρθε αργά το βράδυ και βρήκε το Ζενεβιέ στη ρεσεψιόν. Φορούσε ένα μακρύ γκρι κασμιρένιο παλτό, μαύρα γάντια και κρατούσε μια μικρή δερμάτινη βαλίτσα. Τα χάλκινα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε έναν κομψό κότσο. Το βλέμμα της ήταν αδιαπέραστο και η ηλικία της απροσδιόριστη. 
«Θα ήθελα να μείνω το τριήμερο, αν υπάρχει διαθεσιμότητα» είπε αυστηρά στον Ζενεβιέ. 
«Μα, φυσικά, καλώς ορίσατε! Παρακαλώ, θα χρειαστώ το ονοματεπώνυμό σας για το βιβλίο κρατήσεων.»
«Ροδόκλεια. Μπεζ.» είπε η μυστηριώδης γυναίκα σχεδόν βαριεστημένα.
«Υπέροχα, ο Αλφρέδος θα σας συνοδεύσει στο δωμάτιo νούμερο τριάντα δύο και μισό στον πρώτο όροφο.»
Ανέβηκε με τον Αλφρέδο και τα πλοκάμια χταποδιού από τις τιράντες του σχεδόν την χάιδευαν, μην μπορώντας να κρύψει το πόσο γοητευμένος ήταν από την παρουσία της. Ευγενέστατη και κολακευμένη του άφησε ένα γενναιόδωρο φιλοδώρημα και κλείδωσε την πόρτα του δωματίου χαμογελαστή.
Η αρχή της τρικυμίας που έφερε η Ροδόκλεια Μπεζ σε όλους τους χώρους του ξενοδοχείου έγινε αντιληπτή από την επόμενη ημέρα. Τις πρωινές ώρες εθεάθη στην αίθουσα του πρωινού να απολαμβάνει τον καφέ της και να διαβάζει την εφημερίδα της πάντα με το ίδιο κομψό και απροσπέλαστο πρόσωπο της προηγούμενης νύχτας. Την ίδια ώρα η Κλοντέτ, η καμαριέρα, έφυγε τρέχοντας με δάκρυα στα μάτια από το δωμάτιο τριάντα δύο και μισό γιατί η Ροδόκλεια Μπεζ την είχε προσβάλλει σε απίστευτο βαθμό. Η κοπέλα της ζήτησε ευγενικά να σβήσει το τσιγάρο από αφυδατωμένες ρίζες  γιατί δεν επιτρεπόταν το κάπνισμα στα δωμάτια. Αμακιγιάριστη, φορώντας ένα λευκό νυχτικό και με τα μαλλιά της αχτένιστα να πέφτουν στους ώμους, μίλησε τόσο άσχημα στην καμαριέρα, η οποία  έφυγε τρέχοντας από το δωμάτιο και έτρεξε στον διευθυντή. Ο Ζενεβιέ τα έχασε γιατί πριν από λίγο είχε καλημερίσει την εν λόγω ένοικο του ξενοδοχείου που καθόταν σχεδόν απέναντί του στην αίθουσα του πρωινού. Πήρε από το χέρι την Κλοντέτ να της την δείξει. Καθόταν ακόμα στην ίδια θέση και διάβαζε αμέριμνη. 
«Μα, δεν μπορεί! Σας λέω, αυτή η τρελή είναι πάνω και φωνάζει σαν υστερική. Ελάτε να τη δείτε, αν δε με πιστεύετε», του είπε με παράπονο.
«Έτσι κι αλλιώς θα ανέβω μαζί σου γιατί ο Αλφρέδος  πάντα ενημερώνει όλους τους ενοίκους ότι δεν επιτρέπεται το κάπνισμα στα δωμάτια. Διαταράσσει την ηρεμία των αναρριχώμενων φυτών στους τοίχους. Ο κανονισμός ορίζει να τους κάνω παρατήρηση, αν δεν πειθαρχούν.»
Ανέβηκε μαζί της λίγο δύσπιστος, θέλοντας να βεβαιωθεί ότι τα φυτά είναι εντάξει. Χτύπησε την πόρτα του δωματίου και πραγματικά τα έχασε όταν άνοιξε την πόρτα η Ροδόκλεια Μπεζ με ένα τσιγάρο στο στόμα, ακόμα με το νυχτικό και εμφανώς πολύ νευριασμένη. 
«Τι έγινε; Έφερε τον διευθυντή να με μαλώσει η πιτσιρίκα; Πώς κάνετε έτσι με ένα τσιγάρο εδώ μέσα;» πέρασε στην επίθεση αμέσως.
Ο Ζενεβιέ προσπάθησε να της εξηγήσει το λόγο και της ζήτησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε να το σβήσει. Εκνευρισμένη το έσβησε με μανία στο περβάζι του παράθυρου και το πέταξε έξω.
«Δε φταίω εγώ αν δεν έχετε τασάκια να τα σβήνουμε σαν άνθρωποι» είπε χαιρέκακα. «Και τώρα θα ήθελα να μου αδειάσετε τη γωνιά» φώναξε και τους έκλεισε την πόρτα απότομα, χωρίς να προλάβουν να πουν κουβέντα. Και το κυριότερο, χωρίς να προλάβει να καταλάβει ο Ζενεβιέ τι είχε συμβεί ακριβώς. 
Το ίδιο συνέβη και τις επόμενες μέρες. Η Ροδόκλεια Μπεζ θα ήταν τη μια στιγμή απαστράπτουσα και άκρως ερωτική να αφήνει να την φλερτάρουν στο μπαρ του ξενοδοχείου πίνοντας ροζέ κρασί και την ίδια στιγμή θα έκανε βραδινές βουτιές στη μεγάλη πισίνα του ξενοδοχείου. Θα έκανε βόλτες στους κήπους, καλημερίζοντας όποιον συναντούσε, και την ίδια στιγμή θα έπαιρναν τηλέφωνο ένοικοι στη ρεσεψιόν κάνοντας παράπονα για την υπερβολική φασαρία που ερχόταν από το δωμάτιο τριάντα δύο και μισό ζητώντας να χαμηλώσει την ένταση του γραμμόφωνου. Κάποιοι απλά ήθελαν να σταματήσει να τραγουδάει τόσο φάλτσα και τόσο δυνατά, χωρίς να κάνουν νύξη για την ένταση του γραμμόφωνου. Την ίδια στιγμή που θα έβγαινε από το ξενοδοχείο φορώντας το γκρι παλτό της , χαμογελώντας στον Αλφρέδο, την ίδια ώρα θα έμπαινε στην υποδοχή φορτωμένη με σακούλες από τις μπουτίκ της Μπρενανσόν.
Κάποιοι ένοικοι το είχαν δει αλλά φυσικά δεν μπορούσαν να το πιστέψουν και δεν έδωσαν σημασία σε μια οφθαλμαπάτη. Το προσωπικό όμως και ο διευθυντής πραγματικά είχαν μπερδευτεί και δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν. Τα πηγαδάκια και τα στοιχήματα έπεφταν βροχή στην κουζίνα. Άλλοι έλεγαν ότι έχει μια δίδυμη αδερφή και άλλοι έλεγαν ότι είναι μια μάγισσα. Πολλές καμαριέρες από την πρώτη μέρα είχαν αρνηθεί να πηγαίνουν στο δωμάτιό της. Ο Ζενεβιέ απροκάλυπτα την ακολουθούσε για να ανακαλύψει την αλήθεια πίσω από όλο αυτό το μυστήριο και κρατούσε και σημειώσεις στην ατζέντα του για να τα βάλει όλα κάτω από ένα πρίσμα λογικής. Δεν τα είχε καταφέρει μέχρι στιγμής. Ο Αλφρέδος πάλι, ήταν ο μόνος που ήταν καταγοητευμένος από την παρουσία της και δεν τον ενδιέφερε αν βρισκόταν σε δύο ή περισσότερα σημεία και με άλλη διάθεση ταυτόχρονα. 
Οι τρεις μέρες και νύχτες πέρασαν επεισοδιακά μεν, πολύ γρήγορα δε. Το ίδιο αινιγματική και αέρινη όσο την πρώτη μέρα που ήρθε στο ξενοδοχείο, προσέγγισε τη ρεσεψιόν την τελευταία μέρα για να τακτοποιήσει το λογαριασμό. Άφησε εφτά πέρλες στην παλάμη του Ζενεβιέ και είπε ένα απλό ευχαριστώ. Ο Ζενεβιέ ήταν έτοιμος να της ζητήσει να του αποκαλύψει το μυστικό της. Η Ροδόκλεια Μπεζ το κατάλαβε και αστραπιαία έβαλε το χέρι της στο στόμα του πριν προλάβει να ψελλίσει λέξη.

«Μην το κάνετε, αγαπητέ μου, θα με προσβάλλετε. Κανένα θηλυκό δεν μπορεί να αναλύσει τα πολλά του πρόσωπα» και γύρισε να φύγει. 


*Eυχαριστούμε θερμά την Όλια Λαζαρίδου για την εμπιστοσύνη.
Ήταν μια εξαιρετική συνεργασία.

THE FOUR LANTERNS - ΡΟΔΟΚΛΕΙΑ ΜΠΕΖ

Everyone will remember the three nights and days that Ροδόκλεια Μπεζ spent at “The Four Lanterns Hotel”, even though it’s been a long time. She arrived late at night and she found Jenevier at the front desk. She wore a long gray cashmere coat, black gloves and she held a small leather suitcase. She had her golden copper hair in a stylish bun. Her look was impenetrable and her age indefinable. 
“I would like to stay for three days, if there is any availability” she strictly said to Jenevier. 
“But of course, welcome! Please, I would like your name and surname for the registration book.”
“Ροδόκλεια. Μπεζ.» the mysterious woman said almost bored.
“Lovely, Alfred will escort you to your room number thirty- two and a half on the first floor.”
She went up with Alfred and the octopus’s tentacles of his suspenders almost caressed her, unable to hide how charmed he was by her presence. Polite and flattered she gave him a generous tip and she locked the room’s door smiling. 
The beginning of the hurricane that Ροδόκλεια Μπεζ brought in every single area of the hotel was noticed the following day. In the morning she was seen in the breakfast room to enjoy her coffee and read the newspaper in the same elegant and inaccessible face of the previous night. In the meanwhile, Claudette, the maid, ran away from the room thirty-two and a half with tears in her eyes because Ροδόκλεια Μπεζ had tremendously offended her. The girl politely asked her to turn off the cigarette made out of dehydrated roots because smoking was not permitted in the rooms. Without any make-up on, wearing a white nightgown and with her hair uncombed, she spoke so lousy to the maid who left the room and ran to the manager. Jenevier got confused because he had just greeted the specific tenant, who sat almost opposite him in the breakfast room. He took Claudette’s hand to show her. She was still sitting in the same position reading calmly her newspaper.
“But, it can’t be true! I’m telling you, this lunatic is upstairs and she is yelling like a hysterical. Come and see her, if you don’t believe me” she told him complaining.
“In any case, I will come upstairs with you because Alfred always informs the tenants that smoking is not allowed in the rooms. It disturbs the calmness of the climbing plants on the walls. The regulation states that I should kindly point it out, if they don’t obey the rules.”
He went upstairs with her, a bit skeptical, wanting to make sure that the plants were all right. He knocked on the door and he was really shocked to see Ροδόκλεια Μπεζ open the door with a cigarette in her mouth, still in her nightgown and very irritated. 
“Oh my, the chick brought the manager to scold me? What is wrong with you people around here?” she yelled.
Jenevier tried to explain the reason and asked of her as kindly as possible to turn it off. She turned it off with anger on the window sill and threw it out. 
“It’s not my fault if you don’t have any ashtrays around here” she said spitefully.  “And now I want you to butt off” she shouted and abruptly closed the door on them. Jenevier could not understand what was going on. 
The same thing happened the following days. Ροδόκλεια Μπεζ would be radiant and erotic letting herself be flirted at the hotel’s bar sipping rose’ wine and at the same time she would night dive in the hotel’s pool. She would stroll in the garden and say good morning to anyone and at the same time tenants would call at the front desk complaining about the noise that came from the room thirty-two and a half, demanding to lower the gramophone’s volume. Some just wanted her to stop singing so loud and so out of tune, without making any point on the gramophone’s volume. When she would step out of the hotel wearing the gray coat smiling at Alfred, the exact same time she would step in the lobby loaded with shopping bags from Brenanson’s boutiques. 
Some tenants had noticed it but they, of course, could not believe it and did not pay attention to an illusion, but the stuff and the manager were really confused and they could not explain it. There was nothing but small talk and betting in the kitchen. Some said that she had a twin sister and others said that she was a witch. Many maids had refused to enter her room from the first day. Jenevier openly followed her to find out the truth behind all this mystery and took notes in his diary to help him put the info into a logical track. He hadn’t succeeded so far. Alfred, on the other hand, was the only one who was charmed by her presence and didn’t give a damn if she was in two or more places with different moods at the same time. 
The three days and nights were dramatic yet fast-paced. She reached the front desk to take care of the bill in the same enigmatic and aery mood she was when she had first came. She left seven pearls in Jenevier’s palm and said a plain “thank you”. Jenevier was about to ask her to reveal her secret. Ροδόκλεια Μπεζ saw it coming and instantly put her hand on his mouth before him uttering a single word. 

“Don’t do it, my dear, you will offend me. No female could ever analyze her many faces” she said and she turned around.

*We would like to warmly thank Olia Lazaridou for her trust.
It was an excellent collaboration.

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

THE FOUR LANTERNS - THE GRAND OPENING



Ο Ζενεβιέ σέρβιρε στον εαυτό του και στον Αλφρέδο ένα μικρό ποτήρι Pedro Ximénez με παλαιωμένα αρμυρίκια ογδόντα τριών ετών. Το κρατούσε για ειδικές περιπτώσεις και σίγουρα η αποψινή βραδιά ήταν μία από αυτές. Φορούσε το καλό του βελούδινο σμόκιν με τη λευκή του ποσέτ. Σήκωσε το ποτήρι του για πρόποση.
«Τα καταφέραμε καλά, πιστέ μου Αλφρέδο! Ας πιούμε τώρα πριν έρθουν οι καλεσμένοι μας. Στην υγειά του Four Lanterns!»
O Αλφρέδος του χαμογέλασε πλατιά.
«Καλή μας σεζόν», είπε κοιτάζοντας την αίθουσα υποδοχής. Οι τιράντες του με τα πλοκάμια του γυάλιζαν κάτω από το φως των τεράστιων πολυελαίων. 
Το ξενοδοχείο είχε όντως μεταμορφωθεί. Μέσα σε ένα μήνα ασταμάτητων εργασιών δε θύμιζε σε τίποτα τον προηγούμενο εαυτό του. Ο εξωτερικός χώρος είχε αποκτήσει πλέον εξωτικό κήπο με τεράστια δέντρα με περίεργο φύλλωμα και πολύχρωμα πουλιά που τραγουδούσαν και μιλούσαν μόνο τις νύχτες. Στο φουαγιέ είχαν αφαιρέσει τις δεξαμενές με τα γιγαντιαία καλαμάρια και είχε ανοίξει ο χώρος. Στην αίθουσα χορού στην ταράτσα είχαν τοποθετήσει τους μεγάλους καθρέπτες που τους έφεραν από τις φημισμένες αντικερί της Βενετίας και είχαν την υποψία ότι απόψε θα έκαναν πάταγο. Στα δωμάτια, στους πάνω ορόφους, αλλά και στο εστιατόριο είχαν τοποθετήσει καινούργιες ταπετσαρίες με τους παράλληλους δορυφόρους κόσμους, μία συμφωνία για την οποία είχε δουλέψει σκληρά ο Αλφρέδος. Καινούργιο προσωπικό είχε προσληφθεί για να καλύψει τις ανάγκες της σεζόν και απόψε γυάλιζαν μέσα στις ολόλευκες λάτεξ στολές τους. 
Ο Ζενεβιέ άναψε τα καινούργια νέον φώτα της εισόδου και κοίταξε το ρολόι του. Τρία λεπτά πριν τα μεσάνυχτα. 
«Ντελπί, να ανοίξουν οι πόρτες. Ζεράρ, να ξεκινήσει η μπάντα με τους θαλάσσιους ελέφαντες να παίζει τα κόντρα φαγκότα τους. Ήρθε η ώρα!» είπε και άφησε το μικρό του ποτήρι κάτω από τον πάγκο του μπαρ. 
Ο Dominus Abandone’ ήταν ο πρώτος που μπήκε κρατώντας την πρόσκλησή του με το ένα χέρι και μια ψηλόλιγνη καλλονή, που φορούσε μάσκα ιππόκαμπου, στο άλλο. 
«Ζενεβιέ, μόνο καλά λόγια έχω να πω για την τοποθεσία. Πώς σας ήρθε η ιδέα να το μεταφέρετε κάτω από τον υπόνομο; Πολύ έξυπνο, ένα ολοκαίνουργιο λαμπερό ξενοδοχείο κάτω από τα παπούτσια των ανυποψίαστων περαστικών της πόλης. Σας συγχαίρω, χωρίς να έχω δει τίποτα ακόμα. Ήμουν σίγουρος ότι μπορούσα να στηριχτώ πάνω σας.»
«Σας ευχαριστώ θερμά, κάναμε απλά τη δουλειά μας. Να περάσετε στο μπαρ για ένα πρώτο ποτό. Όπου να ‘ναι θα καταφτάσουν οι καλεσμένοι μας».
Οι καλεσμένοι άρχισαν να καταφτάνουν εντυπωσιασμένοι από την ανακαίνιση του χώρου. Τους είχε μαγέψει το γεγονός ότι, σύμφωνα με την πρόσκληση, έπρεπε να ακολουθήσουν τις συντεταγμένες και να σηκώσουν το βαρύ καπάκι του υπονόμου στην πιο κεντρική διασταύρωση της πόλης Mπρενανσόν, και ως δια μαγείας, κατεβαίνοντας δεκατρία σκαλιά να ανοίξουν την πόρτα και να βρεθούν στην ταράτσα του πολυώροφου ξενοδοχείου με τους οκτώ τεράστιους καθρέπτες, τα εξωτικά φυτά και το μεγάλο μπαρ στο κέντρο του, χαρίζοντάς τους μια μοναδική θέα της πόλης από τόσο ψηλά.
Και ήρθαν όλοι όσοι περίμεναν. Ήρθαν οι παλιότεροι και πιστοί πελάτες του ξενοδοχείου «Four Lanterns» φανερά συγκινημένοι, λίγο μεγαλύτεροι με περισσότερα γκρίζα μαλλιά και ρυτίδες. Ο τοσοδούλης astroboy περπάτησε προσεκτικά ανάμεσα στα φύλλα των φυτών και έκατσε στην άκρη του μπαρ, χαζεύοντας την εξαδάχτυλη ράφτρα που είχε έρθει με ένα φόρεμα  που είχε κεντήσει με αστεροκλωστή. Είχε καταφτάσει, αν και λίγο ταλαιπωρημένος από το πολύωρο ταξίδι, ακόμα και ο ψαράς με την Κασσιόπη, που ήταν πια στην έβδομη ζωή της, από το μακρινό νησί των γάτων. Είχαν καλέσει και νέους πελάτες, ανθρώπους που εκτιμούσαν ιδιαίτερα, να γνωρίσουν τις καινούργιες τους εγκαταστάσεις. Όλοι έπιναν και χόρευαν και έδιναν συγχαρητήρια στον ιδιοκτήτη και στον διευθυντή. Και όσο περνούσε η ώρα το κέφι άναβε και τα γέλια ζωήρευαν και τα πηγαδάκια έδιναν και έπαιρναν. Ο Ζενεβιέ, ευχαριστημένος από την πορεία της βραδιάς, κοίταξε τον Αλφρέδο και χτύπησε συνθηματικά τα χέρια του δυο φορές. Ο καμαρότος πήγε διακριτικά πίσω από τον κεντρικό καθρέπτη και πάτησε ένα κουμπί. Τα φώτα από τους πολυελαίους χαμήλωσαν και τα φαγκότα της ορχήστρας σίγησαν. Οι φωνές και τα χάχανα σίγησαν σταδιακά και στην ατμοσφαιρική ταράτσα ακουγόταν μόνο το θρόισμα από τα φυλλώματα των δέντρων. 
Ο Dominus ήταν ο πρώτος που πλησίασε τους καθρέπτες και έβγαλε μια φωνή ξαφνιάσματος. 
«Μα, πώς γίνεται αυτό;» ψιθύρισε. «Φίλοι μου, πλησιάστε, αξίζει τον κόπο», φώναξε χωρίς να φύγει μπροστά από το μεγάλο καθρέπτη του μπαρ.
Σιγά σιγά στριμώχτηκαν όλοι και έμειναν με το στόμα ανοικτό. Μόνο μικρές κραυγές θαυμασμού και φόβου ακούγονταν αλλά κανείς δεν απομακρυνόταν. Λες και ο καθρέπτης τους είχε δέσει με μια αλυσίδα και δεν τους άφηνε να φύγουν. Όλοι, κοιτάζοντας τον εαυτό τους μέσα του, τα έχαναν γιατί δεν αντίκριζαν το είδωλό τους αλλά κάτι τελείως διαφορετικό. Έμεναν με το στόμα ανοιχτό γιατί έβλεπαν στη θέση τους άγρια ζώα η προϊστορικά όντα ή ανθρώπους με άλλα πρόσωπα σε άλλο φύλο και σε άλλες εποχές ή σε κάποιες περιπτώσεις αντίκριζαν μόνο το κενό. Κι ο καθένας ήταν σαν να θυμόταν ένα βαθύτερο κομμάτι του εκείνη τη στιγμή της αναγνώρισης του παλιότερου του εαυτού του, του παρελθόντος του. Αμυδρά σαν να θυμόταν, σαν να ήξερε ότι αυτό ήταν το πραγματικό του πρόσωπο, αυτή ήταν η αλήθεια του. Και όσο την αντίκριζαν στα μάτια, προσπαθούσαν να αναπτύξουν έναν εσωτερικό διάλογο με το είδωλό τους. Άλλοι δάκρυζαν, άλλοι έμεναν αμίλητοι, άλλοι μονολογούσαν σαν τους τρελούς. Ήταν η δική τους στιγμή, η πιο δική τους. 
«Εκλεκτοί μας καλεσμένοι, ας περάσουμε στον μπουφέ στο φουαγιέ και με την ευκαιρία να σας ξεναγήσουμε στα δωμάτια. Ελάτε φίλοι μας, ακολουθήστε τον Αλφρέδο, η βραδιά μόλις άρχισε!» έσπασε τη μυσταγωγία ο Ζενεβιέ, όλος ενθουσιασμό. 

THE FOUR LANTERNS - THE GRAND OPENING

Jenevier served himself and Alfred a small glass of Pedro Ximénez with tamarisk of eighty- three years of age. He kept if for special occasions and tonight was surely one of them. He wore his velvet tuxedo with the white pocket square. He raised his glass for a toast.
“We did it, my dear Alfred! Let’s drink now before our guests arrive. To the Four Lanterns!”
Alfred smiled.
“Let’s hope for a good season” he said looking at the reception hall. His suspenders with the tentacles were shining under the light of the huge chandeliers. 
The hotel had truly been transformed. Within a month of unstoppable work the place had nothing to do with its former self. The exterior space had now an exotic garden with huge trees with strange foliage and colorful birds singing and talking only during the night. In the foyer they had removed the tanks with the giant squids and the space became more open. In the dance hall on the terrace they had placed the big mirrors they had brought from the famous antique shops of Venice and they suspected that they would become a big hit tonight. In the rooms, on the top floors, and in the restaurant new wallpapers were installed with the parallel satellite worlds, a deal for which Alfred had worked hard. New personnel was hired to meet the needs of the season and tonight they all shined in their all- white latex suits. 
Jenevier lit the entrance’s new neon lights and looked at his watch. Three minutes to midnight. 
“Delpi, open the doors. Gerard, tell the sea lions to start playing their contrabassoons. It is time!” he said and left his small glass under the bar counter. 
Dominus Abandone’ was the first to enter holding his invitation with one hand and a tall belle, wearing a seahorse mask, with the other. 
“Jenevier, I only have compliments about the spot. How did you come up with the idea of transferring it under the sewer? Brilliant, a brand new glamorous hotel under the shoes of the city’s unsuspecting passers-by. I congratulate you without having seen anything else yet. I was sure I could rely on you.”
“Thank you very much. We only did our job. Help yourself with a first drink at the bar. Our guests will arrive any minute now.”
The guests arrived impressed by the renovation of the place. They were fascinated by the fact that, according to the invitation, they had to follow the coordinates and lift up the heavy sewer cap at the most central junction of Brananson City and, by going down thirteen steps, open the door and magically be on the terrace of a multi-story hotel with its eight huge mirrors, the exotic plants and the big bar in the center, giving them a unique city view from above.
And the guests arrived. The old and loyal clients of “The four Lanterns” were obviously moved with a lot more gray hair and wrinkles. The tiny astroboy carefully walked between the leaves of the plants and stood on the edge of the bar, staring at the six-finger tailor, who had arrived in a dress embroidered with thread from the stars. Even the fisherman had arrived with Cassiope, who was now in her seventh life, from the remote island of the cats, although he was a bit late and tired from the long trip. They had invited new clients of course to see the new facilities, people who deeply respected. They all drank and danced and congratulated the owner and the manager. And as time went by, the good spirit and the laughter and the talking was more intense. Jenevier, pleased with the result, looked at Alfred and clapped his hands twice. The groom discretely went behind the big mirror and pushed a button. The lights from the chandeliers were lowered and the orchestra’s bassoons silenced. The voices and the laughter gradually lowered and only the rustling of the foliage of the trees was heard on the atmospheric terrace. 
Dominus was the first to approach the mirrors and cried out of surprise.
“But, how can it be?” he whispered. “My friends, get closer, it is worth it” he shouted still remaining in front of the bar’s big mirror. 
They gradually  squeezed in and were astonished with the sight. Just a few screams of admiration and fear were heard but no one was going away. It was as if the mirror had tied them up with a chain and did not leave them escape. They were puzzled because, when they looked in the mirror, they did not see their reflection but something completely different. They were in awe because they saw wild animals or prehistoric creatures or people with different faces in different sex in different eras or in some cases they only stared into the void. And it was as if everyone was remembering a deeper part of himself that very moment of identification of the former self, the past. It was as if they vaguely remembered, as if they knew that this was their real face, their truth. The more they looked at it, the more they tried to establish an inner dialogue with their reflection. Others had tears in their eyes, others stayed silent, and others talked to themselves as if they were crazy. It was their moment, the most intimate.

“Our special guests, let us step into the buffet restaurant and let us guide you through the rooms. Come along, follow Alfred, the night has just begun!” Jenevier enthusiastically broke the spell.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

O ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 3: Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

  

Είχαν περάσει περίπου δύο εβδομάδες από τα γεγονότα της Ταμαρίνια. Ο Χάρης επέστρεφε πάλι στους ρυθμούς της καθημερινής του ρουτίνας. Πήγαινε για τρέξιμο τα απογεύματα, πριν πάει για δουλειά, έτρωγε με τη Σύλβια, αν την πετύχαινε σπίτι και δεν ήταν στον κήπο της, άκουγε τους δίσκους του σε εκείνο το ταλαιπωρημένο πικ-απ, κοιμόταν με την Μπράνκα, έκαναν έρωτα τα μεσημέρια που σχολούσε, τον σέρβιρε την μπύρα του στο ρεπό του και πήγαινε να τον βρει πάλι στο δωμάτιό του, και φυσικά περνούσε τα βράδια του στη Σιέρρα, προσέχοντας ένα άδειο και ψυχρό ερευνητικό κέντρο. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο είχε πειστεί ότι εκείνο το μεσημέρι, στον κλειστό σταθμό του μετρό, ήταν ένα παραλήρημα της φαντασίας του, το πιο πιθανό προερχόμενο από την κούραση και τη νύστα. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει με τη λογική και για αυτό ένα μεγάλο κομμάτι του είχε ανακουφιστεί για τις ήσυχες μέρες και νύχτες που είχαν ακολουθήσει. Είχε βιαστεί όμως να καθησυχαστεί.
  Η πρώτη του επιστροφή στο παρελθόν συνέβη ένα απόγευμα που είχε πάει για τρέξιμο στο πάρκο κοντά στο σπίτι. Είχε φύγει, αφήνοντας την Μπράνκα με μούτρα. Είχε ξεκινήσει πάλι εκείνη την κουβέντα περί συμβίωσης. Την είχε κουράσει να ζει σε ένα δωμάτιο κλεισμένη και να τον περιμένει, είχε βαρεθεί να πηγαίνει μόνο εκείνη στο δωμάτιό του και δεν καταλάβαινε γιατί δεν αποφάσιζε να ζήσει μαζί της σε ένα μεγαλύτερο χώρο, σε μια γειτονιά πιο κοντά στο κέντρο. Δεν άντεχε να την ακούει να γκρινιάζει. Όσο αισθησιακή ήταν στις καλές της, τόσο γυναικούλα του φαινόταν τότε. Της εξηγούσε ότι ήταν μια χαρά έτσι, ότι όλοι είναι μόνοι τους κατά βάθος και το να μένουν μαζί θα ήταν καταστροφικό και δε θα λειτουργούσε. 
«Μα δε σε καταλαβαίνω, Χάρη. Σου λέω ότι έχω κουραστεί με αυτόν τον τρόπο ζωής και θέλω κάτι παραπάνω και εσύ τι κάνεις για αυτό;»
«Θα πάω για δύο γύρους τρέξιμο στο πάρκο γιατί θα τσακωθούμε και δε θέλω», απαντούσε συνήθως και έφευγε. Ο ίδιος δεν είχε καταλάβει αν πίστευε έστω και μια λέξη από όσα της έλεγε. 
Και σήμερα τα έφερνε στο μυαλό του πάλι. Δεν ήθελε να δεσμευτεί όπως εκείνη. Καλά δεν περνούσαν; Τι παραπάνω ζητούσε; Ήταν σίγουρος ότι, όταν γυρνούσε στο δωμάτιο, η ίδια θα είχε φύγει. Θα του κρατούσε μούτρα λίγες μέρες και μετά θα επέστρεφε στο κρεβάτι του. Μια διαδικασία που ήταν ίδια και απαράλλακτη, δουλεμένοι διάλογοι που τους είχαν αποστηθίσει για την παράσταση κάθε φορά. Σταμάτησε να κάνει ένα διάλειμμα στον κορμό ενός δέντρου. Έγειρε πάνω του και πήρε βαθιές ανάσες, καθώς ο ήλιος τους απογεύματος του έκαιγε το πρόσωπο. Ένιωσε ξαφνικά τον κορμό να υποχωρεί, σαν να υπήρχε μια πόρτα, την οποία ο Χάρης δεν είχε δει, και άνοιξε απότομα. Έχασε την ισορροπία του κι άρχισε να κυλάει σε ένα σκοτεινό τούνελ, χωρίς να νιώθει τα τοιχώματά του. Σαν να έπεφτε σε μια μαύρη τρύπα, σαν μια άλλη Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. 
 
Προσγειώθηκε, πέφτοντας άγαρμπα σε ένα δωμάτιο. Ήταν ένα σαλόνι με έναν μεγάλο καναπέ με πράσινα βελούδινα μαξιλάρια , ένα τραπέζι γεμάτο μαρκαδόρους και χαρτιά, αμέτρητα αυτοκινητάκια στο πάτωμα. Στον τοίχο υπήρχαν κορνίζες με κεντημένες μαρκησίες και δούκες στα δάση ή άμαξες δίπλα σε ειδυλλιακές γέφυρες. Ο Χάρης ήταν ξαπλωμένος σε μια γωνία κοντά στην εξώπορτα, με ένα μαύρο μαρκαδόρο στο χέρι και ένα χαρτί μπροστά του. Όσο και αν δεν μπορούσε να το πιστέψει, να που είχε συμβεί. Είχε ταξιδέψει σε ανύποπτη στιγμή πίσω στο χρόνο. Δεν φορούσε τα αθλητικά του και την μουσκεμένη από τον ιδρώτα μπλούζα του, αλλά ένα μόνο ένα μπλε σορτσάκι με τον Σούπερμαν στην κωλότσεπη. Δροσίζεται εκείνο το ζεστό απόγευμα στο πατρικό του σπίτι. Νιώθει πάλι μικρός στο μικρό του σώμα. Κοιτάζει τα μουτζουρωμένα χέρια του. Ναι, είναι παιδικά. Νιώθει πάλι έξι χρονών σε αυτό το σπίτι με τα πράσινα μαξιλάρια που σιχαινόταν και τα κάδρα-κειμήλια που είχε κεντήσει η γιαγιά του. Είναι πάλι έξι χρονών και αρχίζει να θυμάται πολύ καλά αυτό το απόγευμα, που είχε κρυφτεί ακόμα καλύτερα κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού του. Θυμάται ότι έχει φύγει η γειτόνισσα, που περνάει να του ρίξει μια ματιά και να τον ταΐσει το φαγητό της μαμάς του. Είναι ηλικιωμένη και βαριέται να παίζει μαζί του. Μένει από κάτω, το όνομά της είναι Αιμιλία και έχει μουστάκι και μυρίζει γριά. Τον μαλώνει πάντα που δε μαζεύει τα παιχνίδια του και δεν την αγαπάει. Θυμάται που ζωγραφίζει έναν σκίουρο πάνω σε έναν κορμό δέντρου στο δάσος. Τώρα που το ξαναβλέπει, όμως, μέσα από τα ενήλικά μάτια του, τού φαίνεται ότι είναι η μεγαλύτερη μουτζούρα του κόσμου.  
  Και ξαφνικά μπαίνει εκείνη. Μπαίνει η μαμά του και η καρδιά του πάει να σπάσει. Είναι η μητέρα του, νέα, κάτω από τριάντα. Φοράει εκείνο το μπλε φόρεμα με τα μεγάλα λουλούδια και τον άσπρο γιακά στο λαιμό. Τα μαλλιά της δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα και τα έχει πιασμένα πίσω. Του κόβεται η ανάσα. Πόσο όμορφη δείχνει! Στο μυαλό του είχε πάντα την εικόνα της τα τελευταία χρόνια, που μεγάλωνε και βάραινε και γινόταν σαν την ηλικιωμένη κυρία Αιμιλία. Τα άσπρα της μαλλιά, οι ρυτίδες, η δυσκολία στο περπάτημα, το σώμα της που είχε κρεμάσει, όλα του φώναζαν ότι η μάνα του είχε μεγαλώσει όπως και εκείνος. Σε κάθε του ταξίδι την έβρισκε όλο και πιο ταλαιπωρημένη, όλο και πιο κουρασμένη από την ζωή ουσιαστικά και τις φθορές της. Η τελευταία εικόνα δική της, που του είχε χαραχτεί στο μυαλό, ήταν στο νοσοκομείο με τόσα καλώδια και ορούς να κρέμονται από πάνω της. Και τώρα να τη, τόσο νέα και όμορφη και μυρωδάτη και δροσερή! Την παρατηρεί καθώς μπαίνει, αφήνει τα κλειδιά της στο τραπεζάκι και τον κοιτάζει στα μάτια με ένα τεράστιο χαμόγελο αφοπλιστικό. 
«Πού είναι το αγοράκι μου; Πού είναι ο Χαρούλης μου;» και απλώνει τα χέρια της για να τoν αγκαλιάσει. 
Ο Χάρης σηκώνεται και τρέχει αμέσως κοντά της. Χάνεται μέσα στην αγκαλιά της, ρουφάει αχόρταγα τα φιλιά της και το άρωμά της. Πόσο του είχε λείψει και δεν το είχε ομολογήσει ούτε στον εαυτό του όλα αυτά τα χρόνια!
Όταν εκείνη αποτραβιέται, κοιτάζει το μικρό χάος γύρω της. 
«Πάλι δεν έχεις μαζέψει τα παιχνίδια σου βρε Χάρη; Πόσες φορές θα το πω; Tόσο δύσκολο είναι πια;», του λέει έντονα και αρχίζει να μαζεύει ένα-ένα τα αυτοκινητάκια και τους μαρκαδόρους. 
  Και όσο την παρατηρεί καλύτερα, αρχίζει και το διακρίνει. Βλέπει ότι είναι κουρασμένη, βλέπει τις μπλε φλεβίτσες να πετάγονται πίσω από τα γόνατά της, μυρίζει τον καφέ και το τσιγάρο στα μαλλιά της και την ανάσα της, θυμάται ότι δουλεύει πάντα υπερωρίες στο κατάστημα με τα υφάσματα γιατί υπάρχει το δάνειο του σπιτιού, είναι νέα αλλά έχει το άγχος μιας γυναίκας που πρέπει να τα καταφέρει. Την παρατηρεί μέσα από το σώμα ενός παιδιού, αλλά με τη ματιά ενός ενήλικα.
Ο Χάρης δε μιλάει και συνεχίζει να παίζει τώρα με τα αυτοκινητάκια του, πριν η μαμά του τα βάλει στο κουτί των παιχνιδιών. Όταν τελειώνει με αυτά, μαζεύει τους μαρκαδόρους και τσαλακώνει το χαρτί με τη ζωγραφιά του μικρού. Όταν ο Χάρης το βλέπει, βάζει τα κλάματα. 
«Γιατί την τσαλάκωσες; Το είχα φτιάξει για σένα. Είναι ένας σκίουρος πάνω στον κορμό του», της φωνάζει μες στα αναφιλητά του. Τα δάκρυά του κυλάνε στα μάγουλά του, η λεπτή του φωνή τρέμει και νιώθει ότι τον πνίγει ένα τεράστιο παράπονο, λες κι όλη η αδικία του κόσμου έχει πέσει πάνω του και δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα. Η μαμά του τον παίρνει στην αγκαλιά της και προσπαθεί να τον ηρεμήσει. 
«Ναι, μωρό μου, έχεις δίκιο. Μα πώς δεν το είδα; Είναι ένας παιχνιδιάρης σκίουρος πάνω σε έναν κορμό δέντρου. Συγγνώμη που στο τσαλάκωσα. Να τι θα κάνουμε όμως, θα το βάλουμε κάτω από το μεγάλο και βαρύ λεξικό να ισιώσει και μετά θα το κορνιζάρω, αφού είναι μια ζωγραφιά μόνο για μένα. Πολύ σε ευχαριστώ, Χαρούλη μου», του λέει καθώς τον πνίγει στα φιλιά και τώρα το βλέπει καθαρά ότι ένα δάκρυ είναι έτοιμο να κυλήσει από τα δικά της μάτια, κάτι που δε θυμόταν στην αρχική βερσιόν της ιστορίας. Του φαίνεται τόσο, μα τόσο, περίεργο να το ξαναζεί όλο αυτό, μια ανάμνηση που του είχε μείνει χαραγμένη ως ένα παράπονο. Η ζωγραφιά που παραλίγο να πεταχτεί, μια λεπτομέρεια από την παιδική του ηλικία που της το κρατούσε, ενώ τώρα έβλεπε άλλα, τόσο πιο πολύ σημαντικά πράγματα. Την έσφιγγε κι εκείνος στη μικρή του αγκαλιά και έκλαιγε γοερά σαν ένας πεισματάρης και εγωιστής γίγαντας, ως ένα εξάχρονο μικρό αγόρι που ήθελε να γίνει το δικό του ενώ δε μάζεψε ποτέ τα παιχνίδια του χωρίς να την εκνευρίσει. 
  Όσο την έσφιγγε, η αγκαλιά της γινόταν όλο και πιο σκληρή και άκαμπτη. Το άρωμα της εξαφανιζόταν και το μαλακό της νεανικό της δέρμα κρυβόταν κάτω από κάτι που θύμιζε ξύλο. Άνοιξε τα μάτια του και είδε τον εαυτό του να αγκαλιάζει τον κορμό εκείνου του δέντρου στο πάρκο. Τα μάτια του ήταν υγρά από τα κλάματα και ένα ζευγάρι που έκανε ποδήλατο τον προσπέρασε, κοιτάζοντάς τον περίεργα. Αμέσως σκούπισε τα μάτια του και απομακρύνθηκε από το δέντρο. Το σοκ αυτής της εμπειρίας ήταν ασύλληπτο. Είχε γυρίσει πίσω στην παιδική του ηλικία, είχε τρυπώσει στο εξάχρονο σώμα του και τα έχασε μπροστά στη μητέρα του. Τα έχασε και δε βρήκε το θάρρος να της πει τόσα πολλά που τώρα, καθώς γύριζε σπίτι, του έρχονταν σα χείμαρρος. Τώρα δεν τον έπνιγαν τα δάκρυα, αλλά οι λέξεις και τα λόγια που δεν της είχε πει. Δε βρήκε το θάρρος να της πει ότι είναι πανέμορφη και ότι το ήξερε ότι κουραζόταν πολύ σε εκείνη τη δουλειά που απεχθανόταν κι ότι την έκανε μόνο και μόνο για να βοηθάει τα οικονομικά του σπιτιού, ότι το ήξερε ότι προσπαθούσε να τα βολεύει όλα με τον καλύτερο τρόπο και ότι λυπόταν που την ταλαιπωρούσε με τις δικές του αταξίες. Δεν της είπε ότι για εκείνον ήταν η καλύτερη μαμά του κόσμου. Πόσο το μετάνιωνε που δεν μπόρεσε να τρυπώσει όπως ήθελε στο παρελθόν του και να αλλάξει τη σπαραξικάρδια σκηνή. Σάστισε όμως τόσο πολύ, τον πήρε μαζί του αυτό το δυνατό κύμα της συγκίνησης και τον χτύπησε ανελέητα.

Τα δάκρυά του στέγνωσαν μέχρι να πάει στο δωμάτιό του. Είχε γίνει πάλι ο δυνατός, σκληρός ενήλικας.  Πόσο θα ήθελε να το μοιραστεί με την Μπράνκα, αλλά ήξερε ότι δε θα την έβρισκε στο δωμάτιό του…
SaveSave