Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα house. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα house. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

O ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 3: Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

  

Είχαν περάσει περίπου δύο εβδομάδες από τα γεγονότα της Ταμαρίνια. Ο Χάρης επέστρεφε πάλι στους ρυθμούς της καθημερινής του ρουτίνας. Πήγαινε για τρέξιμο τα απογεύματα, πριν πάει για δουλειά, έτρωγε με τη Σύλβια, αν την πετύχαινε σπίτι και δεν ήταν στον κήπο της, άκουγε τους δίσκους του σε εκείνο το ταλαιπωρημένο πικ-απ, κοιμόταν με την Μπράνκα, έκαναν έρωτα τα μεσημέρια που σχολούσε, τον σέρβιρε την μπύρα του στο ρεπό του και πήγαινε να τον βρει πάλι στο δωμάτιό του, και φυσικά περνούσε τα βράδια του στη Σιέρρα, προσέχοντας ένα άδειο και ψυχρό ερευνητικό κέντρο. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο είχε πειστεί ότι εκείνο το μεσημέρι, στον κλειστό σταθμό του μετρό, ήταν ένα παραλήρημα της φαντασίας του, το πιο πιθανό προερχόμενο από την κούραση και τη νύστα. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει με τη λογική και για αυτό ένα μεγάλο κομμάτι του είχε ανακουφιστεί για τις ήσυχες μέρες και νύχτες που είχαν ακολουθήσει. Είχε βιαστεί όμως να καθησυχαστεί.
  Η πρώτη του επιστροφή στο παρελθόν συνέβη ένα απόγευμα που είχε πάει για τρέξιμο στο πάρκο κοντά στο σπίτι. Είχε φύγει, αφήνοντας την Μπράνκα με μούτρα. Είχε ξεκινήσει πάλι εκείνη την κουβέντα περί συμβίωσης. Την είχε κουράσει να ζει σε ένα δωμάτιο κλεισμένη και να τον περιμένει, είχε βαρεθεί να πηγαίνει μόνο εκείνη στο δωμάτιό του και δεν καταλάβαινε γιατί δεν αποφάσιζε να ζήσει μαζί της σε ένα μεγαλύτερο χώρο, σε μια γειτονιά πιο κοντά στο κέντρο. Δεν άντεχε να την ακούει να γκρινιάζει. Όσο αισθησιακή ήταν στις καλές της, τόσο γυναικούλα του φαινόταν τότε. Της εξηγούσε ότι ήταν μια χαρά έτσι, ότι όλοι είναι μόνοι τους κατά βάθος και το να μένουν μαζί θα ήταν καταστροφικό και δε θα λειτουργούσε. 
«Μα δε σε καταλαβαίνω, Χάρη. Σου λέω ότι έχω κουραστεί με αυτόν τον τρόπο ζωής και θέλω κάτι παραπάνω και εσύ τι κάνεις για αυτό;»
«Θα πάω για δύο γύρους τρέξιμο στο πάρκο γιατί θα τσακωθούμε και δε θέλω», απαντούσε συνήθως και έφευγε. Ο ίδιος δεν είχε καταλάβει αν πίστευε έστω και μια λέξη από όσα της έλεγε. 
Και σήμερα τα έφερνε στο μυαλό του πάλι. Δεν ήθελε να δεσμευτεί όπως εκείνη. Καλά δεν περνούσαν; Τι παραπάνω ζητούσε; Ήταν σίγουρος ότι, όταν γυρνούσε στο δωμάτιο, η ίδια θα είχε φύγει. Θα του κρατούσε μούτρα λίγες μέρες και μετά θα επέστρεφε στο κρεβάτι του. Μια διαδικασία που ήταν ίδια και απαράλλακτη, δουλεμένοι διάλογοι που τους είχαν αποστηθίσει για την παράσταση κάθε φορά. Σταμάτησε να κάνει ένα διάλειμμα στον κορμό ενός δέντρου. Έγειρε πάνω του και πήρε βαθιές ανάσες, καθώς ο ήλιος τους απογεύματος του έκαιγε το πρόσωπο. Ένιωσε ξαφνικά τον κορμό να υποχωρεί, σαν να υπήρχε μια πόρτα, την οποία ο Χάρης δεν είχε δει, και άνοιξε απότομα. Έχασε την ισορροπία του κι άρχισε να κυλάει σε ένα σκοτεινό τούνελ, χωρίς να νιώθει τα τοιχώματά του. Σαν να έπεφτε σε μια μαύρη τρύπα, σαν μια άλλη Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. 
 
Προσγειώθηκε, πέφτοντας άγαρμπα σε ένα δωμάτιο. Ήταν ένα σαλόνι με έναν μεγάλο καναπέ με πράσινα βελούδινα μαξιλάρια , ένα τραπέζι γεμάτο μαρκαδόρους και χαρτιά, αμέτρητα αυτοκινητάκια στο πάτωμα. Στον τοίχο υπήρχαν κορνίζες με κεντημένες μαρκησίες και δούκες στα δάση ή άμαξες δίπλα σε ειδυλλιακές γέφυρες. Ο Χάρης ήταν ξαπλωμένος σε μια γωνία κοντά στην εξώπορτα, με ένα μαύρο μαρκαδόρο στο χέρι και ένα χαρτί μπροστά του. Όσο και αν δεν μπορούσε να το πιστέψει, να που είχε συμβεί. Είχε ταξιδέψει σε ανύποπτη στιγμή πίσω στο χρόνο. Δεν φορούσε τα αθλητικά του και την μουσκεμένη από τον ιδρώτα μπλούζα του, αλλά ένα μόνο ένα μπλε σορτσάκι με τον Σούπερμαν στην κωλότσεπη. Δροσίζεται εκείνο το ζεστό απόγευμα στο πατρικό του σπίτι. Νιώθει πάλι μικρός στο μικρό του σώμα. Κοιτάζει τα μουτζουρωμένα χέρια του. Ναι, είναι παιδικά. Νιώθει πάλι έξι χρονών σε αυτό το σπίτι με τα πράσινα μαξιλάρια που σιχαινόταν και τα κάδρα-κειμήλια που είχε κεντήσει η γιαγιά του. Είναι πάλι έξι χρονών και αρχίζει να θυμάται πολύ καλά αυτό το απόγευμα, που είχε κρυφτεί ακόμα καλύτερα κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού του. Θυμάται ότι έχει φύγει η γειτόνισσα, που περνάει να του ρίξει μια ματιά και να τον ταΐσει το φαγητό της μαμάς του. Είναι ηλικιωμένη και βαριέται να παίζει μαζί του. Μένει από κάτω, το όνομά της είναι Αιμιλία και έχει μουστάκι και μυρίζει γριά. Τον μαλώνει πάντα που δε μαζεύει τα παιχνίδια του και δεν την αγαπάει. Θυμάται που ζωγραφίζει έναν σκίουρο πάνω σε έναν κορμό δέντρου στο δάσος. Τώρα που το ξαναβλέπει, όμως, μέσα από τα ενήλικά μάτια του, τού φαίνεται ότι είναι η μεγαλύτερη μουτζούρα του κόσμου.  
  Και ξαφνικά μπαίνει εκείνη. Μπαίνει η μαμά του και η καρδιά του πάει να σπάσει. Είναι η μητέρα του, νέα, κάτω από τριάντα. Φοράει εκείνο το μπλε φόρεμα με τα μεγάλα λουλούδια και τον άσπρο γιακά στο λαιμό. Τα μαλλιά της δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα και τα έχει πιασμένα πίσω. Του κόβεται η ανάσα. Πόσο όμορφη δείχνει! Στο μυαλό του είχε πάντα την εικόνα της τα τελευταία χρόνια, που μεγάλωνε και βάραινε και γινόταν σαν την ηλικιωμένη κυρία Αιμιλία. Τα άσπρα της μαλλιά, οι ρυτίδες, η δυσκολία στο περπάτημα, το σώμα της που είχε κρεμάσει, όλα του φώναζαν ότι η μάνα του είχε μεγαλώσει όπως και εκείνος. Σε κάθε του ταξίδι την έβρισκε όλο και πιο ταλαιπωρημένη, όλο και πιο κουρασμένη από την ζωή ουσιαστικά και τις φθορές της. Η τελευταία εικόνα δική της, που του είχε χαραχτεί στο μυαλό, ήταν στο νοσοκομείο με τόσα καλώδια και ορούς να κρέμονται από πάνω της. Και τώρα να τη, τόσο νέα και όμορφη και μυρωδάτη και δροσερή! Την παρατηρεί καθώς μπαίνει, αφήνει τα κλειδιά της στο τραπεζάκι και τον κοιτάζει στα μάτια με ένα τεράστιο χαμόγελο αφοπλιστικό. 
«Πού είναι το αγοράκι μου; Πού είναι ο Χαρούλης μου;» και απλώνει τα χέρια της για να τoν αγκαλιάσει. 
Ο Χάρης σηκώνεται και τρέχει αμέσως κοντά της. Χάνεται μέσα στην αγκαλιά της, ρουφάει αχόρταγα τα φιλιά της και το άρωμά της. Πόσο του είχε λείψει και δεν το είχε ομολογήσει ούτε στον εαυτό του όλα αυτά τα χρόνια!
Όταν εκείνη αποτραβιέται, κοιτάζει το μικρό χάος γύρω της. 
«Πάλι δεν έχεις μαζέψει τα παιχνίδια σου βρε Χάρη; Πόσες φορές θα το πω; Tόσο δύσκολο είναι πια;», του λέει έντονα και αρχίζει να μαζεύει ένα-ένα τα αυτοκινητάκια και τους μαρκαδόρους. 
  Και όσο την παρατηρεί καλύτερα, αρχίζει και το διακρίνει. Βλέπει ότι είναι κουρασμένη, βλέπει τις μπλε φλεβίτσες να πετάγονται πίσω από τα γόνατά της, μυρίζει τον καφέ και το τσιγάρο στα μαλλιά της και την ανάσα της, θυμάται ότι δουλεύει πάντα υπερωρίες στο κατάστημα με τα υφάσματα γιατί υπάρχει το δάνειο του σπιτιού, είναι νέα αλλά έχει το άγχος μιας γυναίκας που πρέπει να τα καταφέρει. Την παρατηρεί μέσα από το σώμα ενός παιδιού, αλλά με τη ματιά ενός ενήλικα.
Ο Χάρης δε μιλάει και συνεχίζει να παίζει τώρα με τα αυτοκινητάκια του, πριν η μαμά του τα βάλει στο κουτί των παιχνιδιών. Όταν τελειώνει με αυτά, μαζεύει τους μαρκαδόρους και τσαλακώνει το χαρτί με τη ζωγραφιά του μικρού. Όταν ο Χάρης το βλέπει, βάζει τα κλάματα. 
«Γιατί την τσαλάκωσες; Το είχα φτιάξει για σένα. Είναι ένας σκίουρος πάνω στον κορμό του», της φωνάζει μες στα αναφιλητά του. Τα δάκρυά του κυλάνε στα μάγουλά του, η λεπτή του φωνή τρέμει και νιώθει ότι τον πνίγει ένα τεράστιο παράπονο, λες κι όλη η αδικία του κόσμου έχει πέσει πάνω του και δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα. Η μαμά του τον παίρνει στην αγκαλιά της και προσπαθεί να τον ηρεμήσει. 
«Ναι, μωρό μου, έχεις δίκιο. Μα πώς δεν το είδα; Είναι ένας παιχνιδιάρης σκίουρος πάνω σε έναν κορμό δέντρου. Συγγνώμη που στο τσαλάκωσα. Να τι θα κάνουμε όμως, θα το βάλουμε κάτω από το μεγάλο και βαρύ λεξικό να ισιώσει και μετά θα το κορνιζάρω, αφού είναι μια ζωγραφιά μόνο για μένα. Πολύ σε ευχαριστώ, Χαρούλη μου», του λέει καθώς τον πνίγει στα φιλιά και τώρα το βλέπει καθαρά ότι ένα δάκρυ είναι έτοιμο να κυλήσει από τα δικά της μάτια, κάτι που δε θυμόταν στην αρχική βερσιόν της ιστορίας. Του φαίνεται τόσο, μα τόσο, περίεργο να το ξαναζεί όλο αυτό, μια ανάμνηση που του είχε μείνει χαραγμένη ως ένα παράπονο. Η ζωγραφιά που παραλίγο να πεταχτεί, μια λεπτομέρεια από την παιδική του ηλικία που της το κρατούσε, ενώ τώρα έβλεπε άλλα, τόσο πιο πολύ σημαντικά πράγματα. Την έσφιγγε κι εκείνος στη μικρή του αγκαλιά και έκλαιγε γοερά σαν ένας πεισματάρης και εγωιστής γίγαντας, ως ένα εξάχρονο μικρό αγόρι που ήθελε να γίνει το δικό του ενώ δε μάζεψε ποτέ τα παιχνίδια του χωρίς να την εκνευρίσει. 
  Όσο την έσφιγγε, η αγκαλιά της γινόταν όλο και πιο σκληρή και άκαμπτη. Το άρωμα της εξαφανιζόταν και το μαλακό της νεανικό της δέρμα κρυβόταν κάτω από κάτι που θύμιζε ξύλο. Άνοιξε τα μάτια του και είδε τον εαυτό του να αγκαλιάζει τον κορμό εκείνου του δέντρου στο πάρκο. Τα μάτια του ήταν υγρά από τα κλάματα και ένα ζευγάρι που έκανε ποδήλατο τον προσπέρασε, κοιτάζοντάς τον περίεργα. Αμέσως σκούπισε τα μάτια του και απομακρύνθηκε από το δέντρο. Το σοκ αυτής της εμπειρίας ήταν ασύλληπτο. Είχε γυρίσει πίσω στην παιδική του ηλικία, είχε τρυπώσει στο εξάχρονο σώμα του και τα έχασε μπροστά στη μητέρα του. Τα έχασε και δε βρήκε το θάρρος να της πει τόσα πολλά που τώρα, καθώς γύριζε σπίτι, του έρχονταν σα χείμαρρος. Τώρα δεν τον έπνιγαν τα δάκρυα, αλλά οι λέξεις και τα λόγια που δεν της είχε πει. Δε βρήκε το θάρρος να της πει ότι είναι πανέμορφη και ότι το ήξερε ότι κουραζόταν πολύ σε εκείνη τη δουλειά που απεχθανόταν κι ότι την έκανε μόνο και μόνο για να βοηθάει τα οικονομικά του σπιτιού, ότι το ήξερε ότι προσπαθούσε να τα βολεύει όλα με τον καλύτερο τρόπο και ότι λυπόταν που την ταλαιπωρούσε με τις δικές του αταξίες. Δεν της είπε ότι για εκείνον ήταν η καλύτερη μαμά του κόσμου. Πόσο το μετάνιωνε που δεν μπόρεσε να τρυπώσει όπως ήθελε στο παρελθόν του και να αλλάξει τη σπαραξικάρδια σκηνή. Σάστισε όμως τόσο πολύ, τον πήρε μαζί του αυτό το δυνατό κύμα της συγκίνησης και τον χτύπησε ανελέητα.

Τα δάκρυά του στέγνωσαν μέχρι να πάει στο δωμάτιό του. Είχε γίνει πάλι ο δυνατός, σκληρός ενήλικας.  Πόσο θα ήθελε να το μοιραστεί με την Μπράνκα, αλλά ήξερε ότι δε θα την έβρισκε στο δωμάτιό του…
SaveSave

ΤΗΕ VOLUNTEER 3: THE FIRST RETURN


  Two weeks had passed since the afternoon at Tamarinia. Harry gradually returned to his daily routine. He would go jogging in the afternoons, before going to work, he would eat lunch with Sylvia, if she was home and not in her garden, he would listen to his records on that worn turn table, he would sleep and make love with Branca when his shift would end, she would serve him his beer on his night off and then she would go find him in his room, and of course he would spend his night at Sierra, guarding an empty cold research center. As time passed by, he was almost convinced that that afternoon, at the abandoned metro station, was merely a delirium of his imagination, most likely coming from tiredness and sleepiness. He could not explain it with his logic and that was why he was utterly relieved with the quiet nights and days that had followed. It was too soon to rest assured. 
  His first return to the past occurred one afternoon while he was jogging at the park near the house. He had left Branca with the long face. She had started that talk again about living together. She was tired of staying indoors in a room waiting for him, she was tired of visiting him and not the opposite and she could not understand why he could not decide to live with her in a bigger room closer to the city center. Harry could not stand her whining. She was so sensual when she was in the mood but she was so pathetic with that talk. He explained to her that they were fine together the way they were, that everyone is alone deep down, and that living together would be catastrophic and would definitely not work. 
“But, Harry, I don’t understand you. I am telling you that I am tired with this way of living and what do you do about it?”
“I will go for a run in the park because I don’t want to fight with you”, he would usually answer and leave. He was not sure if he meant a single word. 
And today these thoughts were on his mind. He did not want to settle down like her. Weren’t they having a good time? What more did she want? He was certain that he wouldn’t find her in his room when he would go back. She would be cranky for a few days and she would then return to his bed. A procedure that was the same every time, rehearsed dialogues for each show. He stopped for a break at the trunk of a tree. He leaned on it and took deep breaths, as the afternoon sun burned his face. He suddenly felt the trunk pull away, as if there was a door, which Harry had not seen, that abruptly opened. He lost his balance and started rolling in a dark tunnel, without feeling its walls. It was as if he fell in a black hole, like another Alice in Wonderland. 
  He clumsily landed in a room. It was a living room with a big sofa with green velvet cushions, a table full of papers and markers, countless small cars on the floor. On the walls, there were frames with embroidered marquis and dukes in forests or in wagon beside idyllic bridges. Harry was lying in a corner by the front door, with a black marker in one hand and a paper in front of him. As much as he couldn’t believe it, it had happened. He had travelled back in time when least expected. He was not wearing his sneakers and his soaked from sweat t-shirt, but just one pair of blue shorts with Superman at the back pocket. He’s cooling that hot afternoon at his family’s house. He is feeling small again in his small body. He is looking at his smeared hands. Yes, they are children’s hands. He is feeling six years old again in this house with the green cushions that he detested and the relic frames that his grandmother had embroidered. He is six years old again and he is starting to remember clearly that afternoon, which was very well hidden somewhere at the back of his mind. He remembers that the next door lady, who drops by to feed him his mother’s food and to check on him, has just left. She is old and she is bored to play with him. Her name is Emilia, she has a moustache and she smells old. She always scolds him for not picking up his toys from the floor and he doesn’t love her. He remembers drawing a squirrel on a tree trunk in the forest. Now that he sees it again through his adult’s eyes, it looks like the biggest smudge in the world. 
  And suddenly, she enters. His mum gets in and his heart is about to break. It is his mother, young, below thirty years old. She is wearing that blue dress with the big flowers and the white collar round her neck. Her hair is not white at all and she has it in a bun. He gasps. She looks so beautiful! In his mind, he always had her image of the last years, when she was growing old and weary, when she was becoming like old Mrs. Emilia. Her white hair, her wrinkles, her difficulty in walking, her heavy body, everything shouted that his mother, just like himself, was growing old. He found her more tired on every visit, more tired from life actually and its spoilage. The last image of her stuck in his mind was in the hospital with so many cables and saline hanging over her head. And now, here she was, so young and beautiful and smelling so good and so fresh! He observes her as she enters, leaves her keys on the table and looks at him in the eyes with a huge disarming smile.
«Where is my little boy? Where is my Harry?” and she extends her arms for an embrace. 
Harry gets up and runs towards her. He is lost in her embrace, greedily sucking her kisses and her aroma. He had missed her so much and he had not confessed it even to himself all these years!
When she pulls back, she sees the small chaos around her.
“You haven’t picked up your toys again, Harry! How many times will I say it? Is it that difficult?” she says in a strict tone and she starts picking up the small cars and the markers.
  The better he observes her, the clearer he sees it. He sees that she is tired, he sees the small blue veins pop up behind her knees, he smells the coffee and the cigarettes in her hair and her breath, and he remembers that she is working overtime in the shop with the fabrics because there is the loan of the house, she is young but she has the stress of the woman that has to succeed. He observes her through the body of a child but with the eyes of an adult. 
Harry does not speak and he continues to play with his cars this time, before his mum puts them in the toy box. When she is through with them, she collects the markers and crumples the boy’s paper drawing. When Harry sees it, he starts crying. 
“Why did you crumple it? I had drawn it especially for you. It is a squirrel on a trunk”, he shouts between his sobbing. His tears roll down his face, his thin voice trembles and he feels that a huge complaint chokes him, as if all the injustice in the world has fallen on him and doesn’t let him catch his breath. His mum takes him in her arms and tries to calm him down. 
“Yes, baby, you are right. But how did I not see it? It is a playful squirrel on a tree trunk. I am so sorry for creasing it. Here is what we are going to go, though. We will put it underneath that big heavy dictionary to straighten it up a bit and then I will frame it, since it is a drawing just for me. Thank you so much, my Harry”, she says as she kisses him and he can now see it clearly that a tear is ready to roll from her eyes, something that he didn’t remember in the original version of the story. He finds it so strange to relive it all again, a memory that had been marked as a complaint. The drawing that was almost thrown away, a detail from his childhood that he held it against her, while he saw so many more important aspects this time. He squeezed her with his small hands and he cried like a stubborn and selfish giant full of moan, as a six year old small boy who wanted things done in his way while he never picked up his toys without making her upset.
  As he squeezed her, her hug was becoming more hard and rigid. Her perfume was fading away and her young skin was hiding beneath something that looked like wood. He opened his eyes and he saw himself embracing the trunk of that tree in the park. His eyes were wet from tears and a couple cycling that passed him by, looked at him in a strange way. Immediately, he wiped his eyes and moved away from the tree. The shock of that experience was inconceivable. He had returned to his childhood, he has sneaked into his six year old body and he totally lost it in front of his mother. He had lost his courage to tell her so many things that now, on his way back home, overflowed him. Now, it was not the tears that drowned him but all the words that had not been said to her. He had not found the courage to tell her how beautiful she was and that he knew that she was getting tired in that job that she detested which she did only to help the finance of the house, that he knew that she was trying so hard to have everything ready in the best possible way and that he was so sorry for making it too hard on her with his wildness. He didn’t tell her that for him, she was the best mum in the world. How much he regretted that he didn’t sneak in his past the way he wanted to change the heartbreaking scene. But he was taken by surprise by that big emotional wave which hit him without mercy. 

  His tears had dried by the time he reached his room. He was once more the strong, tough adult. He would like to share all this with Branca, but he knew that he wouldn’t find her in his room…

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΣΙΝΗ ΡΑΧΗ



«Επιστροφή στο σπίτι της γιαγιάς. Ψάξε για το βιβλίο με την πράσινη ράχη. Σε φιλώ, θεία Κορτέσα».
   Είχε να την ακούσει πολύ καιρό και τώρα κρατούσε αυτό το αυστηρό της γράμμα και το διάβαζε πολλές φορές στο στενό κάθισμα τρένου, επιστρέφοντας στην Προσίντια, την πόλη όπου γεννήθηκε. Κάθε λέξη φαινόταν να έχει τη δική της βαρύτητα. Εμπιστευόταν απόλυτα το ένστικτο της ιδιαίτερης αυτής γυναίκας που τον μεγάλωσε όταν έχασε τους γονείς του σε μικρή ηλικία. Πολλοί την έλεγαν αλαφροΐσκιωτη και σκοτεινή αλλά εκείνος ήξερε ότι τίποτα από αυτά δεν ήταν αλήθεια. Του έλεγε τα πιο ιδιαίτερα παραμύθια όταν ξάπλωνε και μαζί κάνανε τους πιο ωραίους περιπάτους με παγωμένο τσάι και κρύα σάντουιτς. Ακόμα και τώρα, που ήταν ολόκληρος άντρας και είχε μετακομίσει μακριά, του ταχυδρομούσε πού και πού τα νέα της και του έστελνε φωτογραφίες της ζωηρής γάτας της. Και η ίδια είχε φύγει με τη σειρά της. Δεν μπορούσε να μένει μόνη της σε ένα άδειο σπίτι και τα τελευταία χρόνια ζούσε με την αδερφή της πίσω από τη λίμνη. Για να του ζητάει να γυρίσει πίσω και να ψάξει το βιβλίο με την πράσινη ράχη σίγουρα θα ήταν σημαντικό. Τα παράτησε όλα στo γραφείο του και πήρε το τρένο που σε λίγο θα σταματούσε στον τόπο του που είχε να επισκεφτεί τουλάχιστον είκοσι εφτά χρόνια. Σε ένα σάκο είχε πάρει μαζί του το χάρτη για να θυμηθεί την πόλη του, μια τόση δα κουκκίδα με δαιδαλώδεις δρόμους και σοκάκια, το σημειωματάριό του, τις αναμνήσεις του και μια μικρή δόση αγωνίας που προσπαθούσε να κρύψει στην πλαϊνή βοηθητική τσέπη. 
    Έφτασε λίγο πριν τις έντεκα το πρωί. Η Προσίντια του φάνηκε πιο μικρή και πιο ήσυχη, ή απλά ο ίδιος είχε μεγαλώσει και πλέον ήταν στα μέτρα του. Με το χάρτη στο χέρι, σαν ένας ταξιδευτής που έρχεται από μακριά, πήρε το δρόμο για το σπίτι της γιαγιάς. Διέσχισε τον κεντρικό δρόμο με το ταχυδρομείο που ήταν το μόνο που είχε μείνει όπως το θυμόταν αμυδρά. Υπήρχαν εμπορικά, άχρωμα καταστήματα και λιγοστοί κάτοικοι που τον κοίταξαν με περιέργεια ως νεοφερμένο. Το σπίτι βρισκόταν σε ένα αδιέξοδο. Δυσκολεύτηκε λίγο. Αντίκρισε ένα γερασμένο, μικρό σπίτι με κεραμίδια και έναν κήπο στο πίσω μέρος.
Εκεί είχε φυτέψει κάτι περίεργα δέντρα η θεία Κορτέσα που τα βράδια του καλοκαιριού πολλές φορές σαν να την άκουγε να τους ψιθυρίζει λόγια. Όταν την είχε ρωτήσει τι δέντρα είναι αυτά και τι τους λέει του είχε απαντήσει αποστομωτικά: «Δεν είναι δέντρα, είναι φίλοι μου. Δεν είναι λόγια, είναι υποσχέσεις.»
    Το κλειδί ήταν κάτω από το φθαρμένο χαλάκι της εξώπορτας. Ανακουφίστηκε γιατί αλλιώς θα χρειαζόταν να παραβιάσει την πόρτα. Με το που γύρισε το σκουριασμένο κλειδί στην κλειδαριά οι αναμνήσεις τον χτύπησαν σαν ένα πελώριο κύμα. Σκόρπιες εικόνες, λέξεις, διάλογοι, μυρωδιές, ο μικρόκοσμος ενός χώρου που δημιουργεί ένα σπιτικό. Σε αυτό το σπίτι είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια και η απώλεια είχε πέσει σα μια βαριά κουρτίνα από νωρίς και το είχε σκεπάσει. Η θεία Κορτέσα έκανε ό,τι μπορούσε για να τον στηρίξει αλλά θυμάται ακόμα και τώρα πώς με τόσο ύπουλο τρόπο ο φόβος είχε τρυπώσει μέσα του. Δεν είχε φοβηθεί ποτέ το σκοτάδι αλλά λίγο μετά το θάνατο των γονιών του σε τροχαίο δεν μπορούσε να κοιμηθεί χωρίς την πόρτα μισάνοιχτη για να μπαίνει το φως του διαδρόμου. Κι όταν ερχόταν ο ύπνος ήταν φορτωμένος με εφιάλτες, ένα γενικότερο αίσθημα απειλής που το μετέφερε και την επόμενη μέρα στο σχολείο και στις δραστηριότητές του. Το σκοτάδι ήταν η είσοδος σε ένα μυστικό κόσμο όπου το κακό ήταν κυρίαρχο. Κράτησε πολύ αυτή η πάλη μέσα του και η προσπάθεια να την τιθασεύσει. Τα χρόνια πέρασαν από τότε και η ενήλικη ζωή είχε ήδη μπει από τη μισάνοιχτη πόρτα. Σπουδές, μετακόμιση στη μεγάλη πόλη, δουλειά, έρωτας, ο γάμος, το παιδί. Ένα καινούργιο κεφάλαιο στη ζωή του όπου το σκοτάδι απλά δεν προλάβαινε να μπει. Μόνο το τελευταίο εξάμηνο είχε βρει μια χαραμάδα. Οι αϋπνίες είχαν επιστρέψει και μια γενικότερη ανησυχία για το μέλλον, για το χρόνο που περνάει και όλα τα σημάδια που όσο και να προσπαθείς να κρύψεις πάντα βρίσκονται εκεί, σε μια χαραμάδα που αφήνει το σκοτάδι να μπει.  Στο τελευταίο γράμμα είχε ανοιχτεί στη θεία Κορτέσα. Της είχε μιλήσει για εκείνο το βάρος που ένιωθε, για το πόσο δεν μπορούσε να χαρεί πια τη ζωή και για το πόσο είχε αρχίσει να θέλει την πόρτα του μισάνοιχτη τα βράδια. Το γράμμα που έλαβε ήταν αυτό που κρατούσε τώρα στα χέρια του και τον προέτρεπε τηλεγραφικά να πάει πίσω στο παλιό, άδειο σπίτι. 
   
Την έσπρωξε δυνατά για να ανοίξει και του φαινόταν σαν κάτι να υπάρχει από πίσω και να βρίσκει αντίσταση. ‘Όσο τα μάτια του συνήθισαν σταδιακά στο μισοσκόταδο του χώρου, το ξάφνιασμα που ένιωσε τον μούδιασε. Αυτό που εμπόδιζε την πόρτα ήταν ένας τεράστιος όγκος από βιβλία. Βρίσκονταν ουσιαστικά παντού. Μισάνοιχτα, το ένα πάνω στο άλλο, σχημάτιζαν ένα σώμα που είχε απλωθεί σε όλο το δωμάτιο με μια γενναία δόση σκόνης. Κάλυπτε όλο το πάτωμα, έφτανε μέχρι το διάδρομο που οδηγούσε στη μικρή κουζίνα και στα υπνοδωμάτια και στο μπάνιο. Οι τοίχοι ήταν τελείως γυμνοί και δεν υπήρχαν καθόλου έπιπλα παρά μόνο μία παλιά ξύλινη πολυθρόνα που πάνω της είχαν σκαρφαλώσει βιβλία και έμοιαζαν να είχαν βολευτεί στα μπράτσα της. Έμεινε εκεί για να συνηθίσει την εικόνα αυτή για λίγο και πήρε μια βαθιά ανάσα μπαίνοντας μέσα. Ποτέ δε θυμόταν να υπάρχουν τόσα βιβλία στο σπίτι. Μα πού πήγαν όλα τα έπιπλα; Έκανε να τα σπρώξει για να προχωρήσει αλλά δυσκολεύτηκε. Πάτησε το διακόπτη για το φως αλλά δεν ανταποκρίθηκε. Το σαλόνι δεν είχε παράθυρο κι έτσι άφησε την πόρτα ανοικτή για να μπαίνει το φως της μέρας. Περπάτησε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε πάνω τους. Η περίεργη αίσθηση ότι πατούσε ένα σώμα και όχι πεταμένα βιβλία κέρδιζε έδαφος. Χάζεψε αυτά που βρίσκονταν πάνω–πάνω. Κάποια ήταν εικονογραφημένα βιβλία του Ιούλιου Βερν που τον διάβαζε συχνά όταν ήταν μικρός, κάποια ήταν ταξιδιωτικά με παλιές γκραβούρες που δεν τα θυμόταν καθόλου, άλλα ήταν δερματόδετα και άλλα ήταν τόσο παλιά που ήταν έτοιμα να διαλυθούν. Μέσα σε ένα τέτοιο όγκο βιβλίων και σε αυτήν τη μορφή θα του έπαιρνε τουλάχιστον μια μέρα να βρει ένα συγκεκριμένο με πράσινη ράχη. Μα τι σκεφτόταν η θεία Κορτέσα όταν του ζήτησε κάτι τέτοιο; Κάθισε πάνω στην τεράστια στοίβα και προσπάθησε να τα ξεχωρίσει. ‘Έμοιαζαν σαν να είναι κολλημένα και κάθε ένα που κατάφερνε να τραβήξει ήταν σαν να ξεκολλάει ένα ζωντανό κομμάτι από ένα πολύ νοσηρό σύνολο που δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Τα περισσότερα βιβλία είχαν σκοτεινές εικονογραφήσεις. Στην αρχή δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω τους και πάλευε να θυμηθεί αν ήταν τα ίδια με αυτά της παιδικής του ηλικίας. Πολλές σκιές, πολύ σκοτάδι, η απειλή και ο κίνδυνος υπήρχε σε όλα σαν ένα υπονοούμενο που τα σκέπαζε. Ποτέ δεν είχε αντικρίσει τόσο σκοτεινή τη θάλασσα όσο σε εκείνον τον Μόμπυ Ντικ που φυλλομέτρησε, ποτέ δεν είχε νιώσει τέτοιο σφίξιμο στο στομάχι με την εικόνα εκείνου του Ροβινσώνα στο έρημο νησί. Όσα βιβλία έκλεινε και σιγουρευόταν ότι δεν είχαν πράσινη ράχη τα τοποθετούσε σε στοίβες κοντά στον τοίχο και έτσι προσπαθούσε να κάνει ένα πέρασμα, ένα μικρό διάδρομο που θα τον έβγαζε στην πίσω μεριά του σπιτιού. Εκμεταλλευόταν το φως που έμπαινε από την πόρτα και υπολόγιζε να τελειώνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε και να ξεκουραστεί στον κήπο με τα περίεργα δέντρα της θείας Κορτέσας. Ένα μικρό στοίχημα με τον εαυτό του που έπρεπε οπωσδήποτε να κερδίσει.
     Όταν κοίταξε το ρολόι του ξανά είχαν περάσει ήδη πέντε ώρες. Ο ήλιος του μεσημεριού είχε ζεστάνει κάπως το χώρο αλλά όχι τις σκέψεις του. Ένιωθε πιο μπερδεμένος από ποτέ. Διέτρεχε τα βιβλία, είχε φτιάξει ένα υποτυπώδες πέρασμα, στοίβαζε τα βιβλία που τα περισσότερα είχαν μαύρη ή καφέ ράχη και μαζί με αυτά διέτρεχε τη ζωή του. Τα παιδικά του χρόνια, οι αναμνήσεις γύριζαν στο μυαλό του σαν τις σελίδες των βιβλίων και μπλέκονταν με μια γλυκόπικρη αίσθηση απώλειας. Ένιωθε το χρόνο εκείνο το μεσημέρι να  είναι αμείλικτος και τρομακτικός που περνάει και αφήνει πίσω του ίχνη και θραύσματα από ανασφάλειες, σωστές επιλογές ή όχι και πολλά «αν» που έχουν μείνει αναπάντητα. Μέσα σε αυτές τις πέντε ώρες είχε αρχίσει να αμφιβάλλει για όλα όσα θεωρούσε σίγουρα στη ζωή του. Τις σχέσεις του με τους γονείς του, τη δουλειά του, την οικογένειά του αλλά πάνω από όλα για τον ίδιο του τον εαυτό που δυσκολευόταν να τον διαχειριστεί ως ενήλικα. Μια δόση φόβου και απογοήτευσης είχε βγάλει ρίζες σταδιακά μέσα του και όσο περνούσε η ώρα, τόσο έβρισκε μάταιο το εγχείρημα. Πού θα το έβρισκε αυτό το βιβλίο ανάμεσα σε τόσα; Tι νόημα είχαν όλα αυτά;
   Το μεσημέρι έγινε απόγευμα και εκεί λίγο πριν χαθεί τελείως το φως της ημέρας κάτι περίεργο άρχισε να συμβαίνει στο ήδη περίεργο σκηνικό. Το βιβλίο με τον τίτλο “Τα μυστικά της Μαύρης Θάλασσας” άρχισε να στάζει.
Όχι, όχι, κυριολεκτώ. Μικρές μαύρες σταγόνες ένιωσε στα δάχτυλά του και πότισαν τις σελίδες. Οι σταγόνες αυτές έγιναν ένα μικρό ρυάκι που κύλησε στις σελίδες των άλλων βιβλίων που βρίσκονταν σχεδόν κολλημένα το ένα με το άλλο, έγινε αστραπιαία ένα μαύρο ποτάμι που γέμισε το δωμάτιο, χωρίς να χύνεται στην ανοιχτή πόρτα, ένας ορμητικός χείμαρρος που η στάθμη του ανέβαινε επικίνδυνα, που τον παρέσυρε με την ορμή του. Τον έσπρωξε στο διάδρομο και όσο τα κύματα ψήλωναν, απεγνωσμένα προσπαθούσε να πιαστεί από ένα γυμνό σπίτι με χιλιάδες βιβλία που είχαν παρασυρθεί κι αυτά σε αυτήν τη μανιασμένη θάλασσα. Πόσο μάταιο ήταν να φτιάχνει τόση ώρα έναν διάδρομο για να περάσει όταν, σε κλάσματα δευτερολέπτων, όλα είχαν γίνει μια μαύρη δίνη που τον έσπρωχνε μόνο προς τα πάνω. Τον χώριζαν λίγα εκατοστά από το ταβάνι πια. Του φαινόταν αδιανόητο ότι θα πνιγόταν μέσα στο σπίτι που μεγάλωσε από λίγες μαύρες σταγόνες που είχαν γίνει μια ορμητική μαύρη θάλασσα. Με κοφτές ανάσες χτυπούσε με τα χέρια του και τα πόδια του το ταλαιπωρημένο ταβάνι που του φαινόταν σαν τη μόνη σωτηρία. Χτυπούσε μανιασμένα με κραυγές, σαν ένα αγρίμι εγκλωβισμένο στο πιο περίεργο κλουβί. Το πείσμα του δικαιώθηκε και μια τρύπα άνοιξε στη στέγη και πιάστηκε αμέσως από την άκρη της. Τα νερά άρχισαν να υποχωρούν με έναν θόρυβο που έμοιαζε με λυγμό, αλλά ίσως και να το φαντάστηκε.
Βρισκόταν κρεμασμένος από εκείνη την τρύπα στην οροφή που τον χωρούσε ίσα-ίσα να σκαρφαλώσει. Το σώμα του πονούσε παντού αλλά κατάφερε να βγει στα κεραμίδια και να ξαπλώσει ξέπνοος και τρομοκρατημένος σε μια γωνιά που του φαινόταν σταθερή. Το λιγότερο που ήθελε τώρα ήταν να γκρεμιστεί από τα κεραμίδια.
     Η καρδιά του βρήκε τους ήρεμους παλμούς της και ανακάθισε. Ο κήπος στο πίσω μέρος του σπιτιού φαινόταν όπως τον θυμόταν, μόνο που τώρα είχε γίνει πια ζούγκλα, αφού κανείς δεν τον περιποιόταν πια. Ξερά χόρτα είχαν μπλεχτεί στα περίεργα δέντρα της θείας Κορτέσας. Η πόλη φαινόταν από ψηλά τώρα τόσο μικρή και μακρινή. Η ανησυχία που είχε μέχρι τώρα φαινόταν τόσο ασήμαντη μπροστά σε αυτήν την περιπέτεια που μόλις είχε ζήσει. Ο κάθε φόβος του φαινόταν ανούσιος μπροστά στα απειλητικά μαύρα νερά που παραλίγο να τον πνίξουν. Γύρισε το βλέμμα του και είδε ένα σκονισμένο βιβλίο κοντά στην άκρη της στέγης. Με πολύ προσεκτικές κινήσεις έφτασε κοντά του και το πήρε στα χέρια του. Το φύσηξε για να φύγει η σκόνη που είχε και δύο μικρά φύλλα ξερά που είχαν κολλήσει πάνω του. Το εξώφυλλο ήταν σκούρο και τα γράμματα είχαν σβηστεί. Το άνοιξε και το φυλλομέτρησε. Κάποιες σελίδες ήταν σκισμένες και είχαν κιτρινίσει λίγο από τον καιρό αλλά όλες ήταν άδειες. Καμία λέξη δεν είχε γραφτεί. Ήταν ένα ταλαιπωρημένο, κενό από λέξεις βιβλίο. Χαμογέλασε πονηρά. Ήταν σίγουρος πως, αν το γύριζε στο πλάι να δει τη ράχη του, θα ήταν πράσινη. Το γύρισε. Γέλασε δυνατά. Η δερμάτινη, φθαρμένη ράχη του είχε μια χακί απόχρωση.  Άφηνε το γέλιο του να το πάρει ο αέρας και να το μεταφέρει σε μια πόλη που θα άφηνε σε λίγο για να προλάβει το τρένο. Θα γύριζε στην ενήλικη ζωή του, σε ό,τι φοβόταν και πίστευε ότι τον πήγαινε πίσω. Θα έπαιρνε τη σημερινή, ξαφνική του μαύρη θάλασσα για να του θυμίζει ότι οι μεγάλοι φόβοι και αναστολές της καθημερινότητας είναι για να ρίχνεται μέσα τους όπως έκανε και σήμερα. Ο χρόνος θα έφερνε πολλά στο πέρασμα του. Καλό θα ήταν να συμφιλιωθεί μαζί του, στο βαθμό που μπορούσε. Το πρώτο πράγμα που θα έκανε όταν έφτανε σπίτι θα ήταν να στείλει το βιβλίο στη θεία Κορτέσα, χωρίς φυσικά να της γράψει κάτι. Θα ακολουθούσε τους κανόνες της. Αυτό που του πέρασε από το μυαλό ήταν πώς θα κατέβαινε από τη στέγη κι η σκέψη αυτή τον έκανε να γελάσει ακόμα πιο δυνατά. 

THE BOOK WITH THE GREEN SPINE

   
“Return to grandma’s house. Look for the book with the green spine. Best regards, aunt Cortesa.”
    He hadn’t heard from her for a long time and now he held her strict letter and read it many times in the narrow train seat, as he returned to Prosidia, his hometown. Every word seemed to have its own gravity. Ηe completely trusted that special woman’s instinct who took care of him after his parents’ death when he was a young boy. People would call her moonstruck and moody but he knew that no such thing was true. She would tell him the most peculiar fairy tales when he went to bed and they would have the greatest walks with ice tea and sandwiches. Even now, that he was no longer a small boy and had moved away, she would mail him her news and occasionally send him pictures of her energetic cat. She had also left. She couldn’t live all by herself in an empty house and she had moved to her sister’s house behind the lake. It must have been important to ask him to return in order to search for a book with a green spine. He quit everything in his office and took the first train that was about to stop in his town that he hadn’t visited for at least twenty seven years. He had in his backpack a map to remember his town, a small dot with streets and alleys like a maze, his memories and a touch of anxiety that he tried hard to hide in a small, extra pocket. 
     He arrived just before eleven o’ clock. Prosidia seemed smaller and quieter, or he had just grown up and it was now up to his measures. With the map in his hand, like a traveler coming from afar, he took the road to grandma’s house. He crossed the main road with the post office being the only building left just like he faintly remembered it. There were toneless stores and a few residents who looked at him with curiosity as the newcomer. The house was at a dead end. He had a hard time finding it. Ηe faced an aged, small house with tiles and a garden at the back.
Aunt Cortesa had planted there some weird trees that during the summer nights he sometimes heard her whisper to them. When he asked her what kind of trees they were and what kind of words she whispered, the answer was unexpected. “They are not trees, they are my friends. They are not words but promises.”
    The key was under the worn front door’s mat. He was relieved to find it there because otherwise he would have to break the door. As soon as he turned the rusted key to the key hole, the memories hit him like a huge wave. All the scattered pictures, words, dialogues, smells, the microcosm of a space that creates a home. In this house he had spent his childhood and the loss had fallen on it like a heavy curtain from the very start. Aunt Cortesa did whatever she could to support him but he still remembered how fear had sneaked inside him in a tricky way. He had never been afraid of the dark but, shortly after his parents’ death in a car accident, he couldn’t sleep without the door being ajar to let the light of the corridor in. And when he finally fell asleep, they were too many nightmares, a general feeling of threat which he carried along the next day at school and all of his activities. Darkness was the gate to a secret world where evil was dominant. This fight within him and the struggle to restrain it lasted for a long time. The years passed since then and adult life had already entered through the half opened door of the corridor. Studies, moving to the big city, work, love, marriage, the kid, a new chapter in his life where darkness had simply no time to sneak in. Only six months ago it found a small crack. Insomnias were back and a general feeling of anxiety for the future, for the time passing by and all of its signs that, no matter how hard you try to hide them, they are always there, in a crack that let darkness sneak in. In his last letter to aunt Cortesa, he was open about it. He had written to her about that weight he felt, about his inability to feel the joys of life anymore and about his wish to have the door half open at night. The letter that he received was the one he was holding right now in his hands, urging him telegraphically to go back to the old, empty house. 
    
He pushed hard to open it and it looked like there was something behind it and held a resistance. As his eyes gradually got used to the twilight of the room, the surprise he felt made him numb. What prevented the door from opening was a huge pile of books. They were actually everywhere. Half opened, one on top of the other, they formed a body that had spread all over the room with a rich powder of dust above them. It covered the entire floor that reached up to the corridor leading to the small kitchen and the bedrooms and the bathroom. The walls were completely empty and there were no furniture except an old, wooden armchair on which the books had climbed and seemed comfortable at her arms. He stayed there for a while to get used to this image and he took a deep breath as he entered. He never remembered to have so many books in the house. But what happened to all the furniture? He tried to push them to get in the room but he found it hard. He switched on the light but never responded. The living room had no windows so he let the door open to let the daylight in. He stepped on them as carefully as he could. The strange feeling that he was stepping on a body and not on scattered books was getting stronger within him. He had a look at the ones that were on top. Some were illustrated books of Jules Verne whom he often read when he was a kid, some were travel books with old engravings that he didn’t remember at all, others were leather bound and others were so old that they were about to dissolve. In such a stock of books and in this form, it would take him at least a day to find a book with a green spine. What on earth was aunt Cortesa thinking? He sat on the huge stack of books and tried to separate them. They looked as if they were glued between them and every one that he managed to pull out of the pile it was as if he unstuck a living piece from a rotten ensemble that he was not capable of interpreting. Most of the books had illustrations. At first he couldn’t take his eyes off them and he struggled to remember if they were the same ones from his childhood. Too many shadows, too much darkness, nothing was clear, the threat and the danger existed in every single one of them like an insinuation that covered them. He had never faced the sea as dark as in that Moby Dick he touched, he had never felt that pain in the stomach as the one he felt when he saw that image of Robinson Crusoe in the desert island. He placed the books, that he made sure had no green spine, in piles near the wall and in that way he tried to make a path, a small corridor that would lead him to the back of the house. He used the light coming from the door and estimated to finish as fast as he could to get some rest in the garden with aunt Cortesa’s strange trees. A small bet with himself that he had to win. 
     When he looked at his watch again five hours had already passed. The midday sun had somewhat warmed up the place but not his thoughts. He felt more confused than ever. He riffled   through the pages of the books, he had made a vestigial path, he stacked the books which most of them had black or brown spine and with them he riffled through the pages of his life. The memories turned in his mind like the pages of the books and were entangled in a bittersweet sense of loss. He strongly felt that afternoon time to be relentless and terrifying that passes by and leaves behind traces and fragments of insecurities, right choices or not, and a lot of “ifs” that have been left without an answer. Within these five hours he had started doubting about everything he felt that was certain in his life like the relationship with his parents, his job, and his family but above all the relationship with himself that he found so difficult to deal with as an adult. A sense of fear and frustration had gradually grown inside him and as time went by, the more pointless he found the whole thing. Where was he to find this book among so many others? What was the meaning of all this?
    Noon became afternoon and, just before the daylight completely disappeared, something strange began to happen in the already strange set. The book entitled “The secrets of the Black Sea” started dripping.
No, I mean it, literally. He felt on his fingers small, black drops and they went through the pages. These small drops became a stream that rolled on the pages of the other books that were almost glued to one another. It instantly became a black river that filled the room, without a drop spilled through the open door, an impetuous torrent whose level dangerously raised that carried him away with its strength. It pushed him to the corridor and the more the waves grew taller, the more desperately he tried to hold on to something from a bare house with thousands of books that were also swept away in this raging sea. How hopeless was it for him to try to make a path for so long, when in less than a minute, everything had become a black vortex that pushed him to the top. A few centimeters were now between him and the ceiling. It seemed impossible that he was about to drown himself in the house he grew up by some small black drops that became a furious sea. He struck with his hands and feet the worn ceiling that seemed to be the only solution breathlessly. He wildly hit it crying like a beast trapped in the weirdest cage ever existed.  Eventually a hole opened in the roof and he immediately grabbed the edge of it. The water began to recede with a noise that resembled a sob, but then again he might have imagined it.
He was hanging from that hole on the ceiling whose size was scarcely big enough for him to climb on the rooftop. His body ached everywhere but he managed to get to the roof tiles and lie down in a corner that seemed solid without a breath and feeling terrified. To fall off the tiles was the least that he wanted right now. 
   His heart found its calm pulses and he sat up. The garden at the back of the house looked the way he remembered it, only now it was more like a jungle, since no one took care of it anymore. Dried brushwood was tangled in between aunt Cortesa’s strange trees. The city looked so small and distant from the roof. The anxiety he had so far seemed so insignificant in front of this adventure he had just experienced. Every fear was meaningless in front of the threatening black waters that nearly drowned him. He turned his head and saw a dusty book at the edge of the roof. He reached it with very careful moves and took it in his hands. He blew it first to make the dust and the two dried leaves that had stuck go away. The cover was dark and the letters from the title had been erased. He opened it and he browsed it. Some pages were torn and a bit yellow from the passing time but they were all blank. Not a single word had been written. It was a worn, empty from words book. He cunningly smiled. He was certain that if he turned it sideways to have a look at the spine, it would be green. He turned it. He laughed out loud. The leather, worn spine was khaki. His laughter came out without an effort and was carried by the wind into the city that he would leave in a while to catch the train. He would return to his adult life, to whatever he was afraid of and thought that kept him behind. He would take the sudden, black sea to remind him that great fears and restrains are only there so that he can dive into them like he did today. Time would bring so much along its way. It would be better to reconcile as much as he could. The first thing that he would do the minute he would step his foot on his house, would be to send the book to aunt Cortesa, without of course explaining anything to her. He would follow her rules. But his major concern right now was how on earth he would come down from the roof and that thought made him laugh even harder.  






Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ



  Ήταν πολύ καλός στη δουλειά του. Ζήτημα να είχε χάσει μόνο τρεις δίκες σε όλη του την καριέρα. Η ατζέντα του ήταν γεμάτη από ραντεβού, συναντήσεις. Η γραμματέας του, που είχε δώδεκα χρόνια μαζί του, πάντα δυσκολευόταν να φτιάξει το ημερήσιο πρόγραμμά του. Στο γραφείο του υπήρχαν συνέχεια στοίβες  με φακέλους δικογραφίας και  υποθέσεις, τις οποίες μελετούσαν πρώτα οι δύο βοηθοί του και μετά τον ενημέρωναν σε ημερήσια βάση. Ακόμα και τα σαββατοκύριακα ερχόταν στο γραφείο για να κλείσει εκκρεμότητες. Είχε συνεργάτες που εμπιστευόταν τυφλά, απολάμβανε έναν αξιοπρεπή μισθό, ζούσε σε  ένα μικρό αλλά λειτουργικό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Ήταν δυστυχισμένος.
  Κάθε πρωί ξυπνούσε με το ίδιο βάρος. Έκανε την πρωινή εικοσάλεπτη γυμναστική του, άκουγε τις πρώτες ειδήσεις στο ράδιο που είχε στην κουζίνα, έπινε τον καφέ του και ετοίμαζε ένα ελαφρύ πρωινό. Ένα χλιαρό μπάνιο και διάλεγε το κοστούμι και τη γραβάτα της ημέρας. Πήγαινε στο γραφείο του με το μετρό και επέστρεφε το βράδυ με τον ίδιο τρόπο. Ζούσε μόνος του κι ένιωθε μόνος του στην καθημερινότητά του. Εκτός από τα έδρανα των δικαστηρίων, κι όπου αλλού έπρεπε να βγάζει  τη λαλίστατή  του πλευρά, όπως πρόσταζε η φύση του επαγγέλματος, ήταν ντροπαλός και λιγομίλητος, συνεσταλμένος. Μισούσε τη δουλειά του κι ό,τι είχε σχέση με αυτήν. Το όνειρό του ήταν κάτι τόσο ταπεινό όπως το να δουλεύει σε ένα γκαράζ παρέα με το σκύλο του. Λάτρευε τα αυτοκίνητα. Ανατρίχιαζε στον ήχο που έκανε η μηχανή όταν έπαιρνε μπρος και το μόνο που ήθελε πάντα ήταν να τα μαστορεύει.
  Ο πατέρας του ήταν υπερβολικά αυστηρός μαζί του. Η μαμά του είχε πεθάνει όταν ήταν πολύ μικρός, σχεδόν δε θυμόταν το πρόσωπό της. Στην αρχή θύμωνε αλλά σιγά-σιγά πέρασε. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος. Το γραφείο του ήταν αυτό που είχε κι ο ίδιος ακόμα. Τότε ήταν όλα καινούργια. Γυάλιζαν τα έπιπλα και οι βιβλιοθήκες με τα νομικά βιβλία. Τώρα ήταν φανερά τα σημάδια που είχε αφήσει ο χρόνος πάνω τους. Λιγομίλητος κι εκείνος αλλά η ματιά του ήταν πάντα ψυχρή, πίσω από τα χοντρά γυαλιά του. Δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί ένα μικρό αγοράκι. Δεν είχε την υπομονή να παίξει μαζί του, τον ενοχλούσε πάντα η φασαρία που μπορεί να έκανε όταν εκείνος μελετούσε τις υποθέσεις του. Τον κούραζαν οι συνεχείς ερωτήσεις του για τα πάντα. Από πολύ νωρίς τον πίεζε για να ακολουθήσει τα δικά του χνάρια. «Οι δικηγόροι είναι λαμπροί επιστήμονες», συνήθιζε να λέει και ξεδίπλωνε τα επιχειρήματά του. Ο μικρός προσπαθούσε αλλά δεν καταλάβαινε λέξη από τα λόγια του πατέρα του και έτσι συνέχιζε να παίζει με τα μεταλλικά του αυτοκινητάκια. Αυτά ήταν η παρέα του κάθε μέρα που περίμενε τον πατέρα του να γυρίσει στο σπίτι. Η ηλικιωμένη γιαγιά του τον πρόσεχε αλλά συνήθως έπαιζε μόνος του.


Τα έστηνε στο πάτωμα και ξεκίναγε τις αόρατες και φανταστικές διαδρομές. Τότε γεννήθηκε κι η ιδέα για το γκαράζ. Όταν μεγάλωνε  θα είχε ένα γκαράζ με πολλά αυτοκίνητα και θα τα μαστόρευε όλη μέρα. Θα είχε κι ένα σκύλο για παρέα. Έβαλε τον εαυτό του σε αυτήν την εικόνα και ταίριαξε απόλυτα.
 Την επόμενη φορά που ο πατέρας του ξεκίνησε να ρητορεύει για τα οφέλη της δικηγορίας, μάζεψε όλο το θάρρος του και τον κοίταξε στα μάτια. Άφησε για λίγο τα αυτοκινητάκια του και ξεκίνησε να του μιλάει για το όνειρό του, το γκαράζ. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει και ένα κύμα οργής ξεχύθηκε από το στόμα του πατέρα του. «Δεν υπάρχει περίπτωση ο δικός μου ο γιος να κάνει κάτι τέτοιο. Να το ξεχάσεις», φώναξε και άρπαξε τα αυτοκινητάκια του από το πάτωμα. Τα έβαλε στις τσέπες του και βγήκε χτυπώντας την πόρτα πίσω του. Τα δάκρυα και το παράπονο του μικρού αγοριού δε στάθηκαν αρκετά για να του επιστραφούν τα παιχνίδια του. Βδομάδες ολόκληρες τα ζητούσε αλλά ο πατέρας του ήταν ανένδοτος. Στο τέλος πίστεψε ότι τα είχε πετάξει στα σκουπίδια.
  Τα χρόνια περνούσαν και η καταπίεση γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Φυσικά και πέρασε τις εξετάσεις κι έγινε δικηγόρος. Του απαγόρεψε να μάθει να οδηγεί με τη δικαιολογία ότι δεν του χρειαζόταν αφού έμενε στην πόλη και υπήρχαν συγκοινωνίες για να μετακινηθεί. Το μικρό αγόρι είχε γίνει ένας νεαρός άντρας φοβισμένος που δεν είχε τη δύναμη να σηκώσει το ανάστημά του ξανά στον πατέρα του, όπως εκείνο το πρωινό. Τα πρώτα χρόνια δούλευε μαζί του στο γραφείο του. Καθημερινά πίεζε το γιο του για να γίνει όλο και καλύτερος. Και γινόταν, αλλά πάντα ήταν στη σκιά του πατέρα του. Οτιδήποτε και να έκανε θα ήταν κατώτερο των δυνατοτήτων του. Πνιγόταν, αλλά και πάλι δεν τολμούσε να αντιμιλήσει.
  Ο ηλικιωμένος άντρας πέθανε ξαφνικά από καρδιά. Ο νεαρός, που πλέον ήταν άντρας με τους πρώτους γκρίζους κροτάφους, έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του. Η σταθερά στη ζωή του έπαψε να υφίσταται. Μετά την κηδεία άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματά του πατέρα του στο σπίτι. Πέταξε παλιά του χαρτιά που μάζευε στο γραφείο του. Δίπλωσε ρούχα του και γραβάτες, τα έβαλε σε σακούλες και κανόνισε να τα δώσει. Σε ένα μικρό κουτί, στο βάθος της ντουλάπας, βρήκε φωτογραφίες της μητέρας του που ο ηλικιωμένος άντρας είχε κρατήσει. Θυμήθηκε τα χαρακτηριστικά της ή πίστεψε ότι τα θυμήθηκε. Τα μεταλλικά του αυτοκινητάκια βρίσκονταν κι αυτά εκεί. Η παιδική του συντροφιά είχε φυλαχτεί σα μικρός θησαυρός. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό για όλα εκείνα που θα μπορούσαν να ειπωθούν και δεν ειπώθηκαν, για όλα εκείνα που θα μπορούσαν να είχαν γίνει και δεν έγιναν. Η μακρινή ανάμνηση του γκαράζ ήρθε και πάλι στο μυαλό. Ίσως τώρα θα μπορούσε… Ίσως. Ποτέ δεν ήταν αργά, αλλά ήταν;
 Εκείνο το βράδυ έκατσε στο σαλόνι, έλυσε τη γραβάτα του, έβαλε να πιει ένα καλό ουίσκι και γύρισε πίσω στο χρόνο αλλά στάθηκε και αρκετά στο παρόν. Ήταν η ευκαιρία του να πάρει τη ζωή στα χέρια του, να βγάλει τη βαριά σκιά του πατέρα του από πάνω του. Ήταν καιρός. Ένας ολόκληρος άντρας κι εκείνο το βράδυ έπαιξε με τα αυτοκινητάκια του ξανά. Τα έβαλε να τρέχουν πάνω στο χαλί όπως δεν το είχε ξανακάνει. Έκλαψε, γέλασε, άδειασε τα πάντα από μέσα του.
  

Τα ξημερώματα έπρεπε να πάρει την απόφασή του. Σηκώθηκε, έκανε ένα χλιαρό μπάνιο και άνοιξε την ντουλάπα του. Στάθηκε διστακτικός για ένα λεπτό. Μόνο για ένα. Φόρεσε ένα γκρι κοστούμι και ετοίμασε το χαρτοφύλακά του για τη δουλειά. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη λίγο πριν φύγει για το γραφείο. Δεν είχε τη δύναμη να κάνει κάτι διαφορετικό. Δε βρήκε τη δύναμη να αλλάξει τη ζωή του. Λίγο πριν κλείσει την πόρτα πίσω του, έβαλε το μικρό αυτοκίνητο στην τσέπη του. Τουλάχιστον αυτό. Και δεν το έβγαλε ποτέ ξανά.

THE SMALL CAR IN THE POCKET


 

 He was very good in his work. He hadn’t lost more than three trials in his entire career. His agenda was full of appointments and meetings. His secretary, who was working with him for the last twelve years, always found it difficult to plan his daily schedule. On his desk there were files with cases that his two assistants first studied and then briefed him on a daily basis. He had partners that blindly trusted, he enjoyed a descent salary, and he lived in a small but functional flat in the city centre. He was unhappy.
  He woke up every morning with the same burden. He had his twenty minute workout. He heard the news on the radio he had in the kitchen. He drank his coffee and had a light breakfast. After a warm bath, he chose the suit and the tie of the day. He used the metro to go to work and returned home at night in the same way. He lived alone and he felt alone in his everyday life. Apart from the court-room, and wherever he had to demonstrate his talkative side, as the nature of the profession commanded, he was shy, quiet, and timid. He hated his job and everything that had to do with it. His dream was something as humble as working in a garage along with his dog. He loved cars. He shivered at the sound of the engine when turned on and the only thing he always wanted was to fix them.
  His father was too strict with him. His mom had died when he was very small, he almost didn’t remember her face. At first he was angry, but eventually it faded away. His father was a lawyer. His office was the same one he still had. Everything was brand new back then. Its furniture and the book cases with the law books were shining. Now, the scars that time had left on them were obvious. He was quiet too but his look, behind his thick glasses, was always cold. He didn’t know how to manage a small boy. He wasn’t patient enough to play with him. The fuss that the boy might make, while he was studying a case, always bothered him. The endless, constant questions about everything gave him a headache. From a very early age, he pushed him to follow his footsteps. “Lawyers are bright scientists,” he used to say and unfolded his arguments. The kid tried but couldn’t understand a thing of his father’s words so he continued to play with his metallic cars. These were his companions while he waited for his father to come home every day. His grandmother took an eye on him but he usually played alone.


He put them on the floor and started invisible and imaginary journeys. It was then that the idea of the garage was born. When he grew up, he would have a garage with lots of cars and he would fix them all day long. He would also have a dog to keep him company. He put himself in that image and he was a perfect fit.
  The next time his father started his speeches about the benefits of advocating, the boy gathered all his courage and looked him in the eyes. He left his toy cars for a while and started talking about his dream, the garage. His sentence wasn’t finished when a wave of anger flowed from his father’s mouth. “There’s no way my son will ever do such a thing. Forger about it,” he shouted and grabbed the small cars from the floor. He put them in his pocket and walked out of the room slamming the door behind him. Little boy’s tears and complaints were not enough to get the toys back. He was asking for them for weeks but his father was adamant. At the end, the kid though that his dad threw them away.
  As years went by, the oppression was becoming bigger and bigger. He passed the exams of course and he became a lawyer. His father forbade him to learn how to drive with the excuse that it wasn’t necessary since he lived in the city and he could use public transportations.  The little boy was now a young, scared man who didn’t have the strength to stand up to his father again, as he had done that morning. During the first years he worked with him in his office. Every day he pushed his son to become better and better. The young man did that but he was always in his father’s shadow. Whatever he did would be lower than his expectations. He was drowning but still couldn’t confront him.
  The old man died suddenly of a heart attack. The young man, who was by now a man with his first gray temples, lost the earth under his feet. Steadiness in his life ceased to exist. After the funeral he began to settle his father’s things in the house. He threw old papers that his father collected in his office. He folded clothes and ties, put them in bags and arranged to give them away. In a small box, at the back of the wardrobe, he found pictures of his mother that the old man had kept. He remembered her characteristics or he believed that he did. His metallic toy cars were there too. His childhood companions were stored like a small treasure. A sob went up to his neck for everything that could be said and done. The distant memory of the garage came back into his mind. Perhaps he now could… Perhaps. It was never too late, but was it?
  That night he sat in the living room, loosened his tie, put him a fine whiskey to drink, travelled back in time but also stood in the present for a while. It was his chance to take his life into his hands, to take his father’s heavy shadow from him. It was about time. He was a grown man but on that night he played with his cars again. He put them to speed on the carpet as he had never done when he was a child. He cried, laughed, and emptied everything out of him.
 
He had to make up his mind by dawn. He got up, had a warm bath and opened his closet. He was hesitant for a moment. For only one. He wore a gray suit and he prepared his briefcase for work. He looked himself in the mirror just before leaving for the office. He didn’t have the strength to do anything different. He didn’t find the strength to change his life. Just before he closed the door behind him, he put the small car in his pocket, at least that, and he never put it out again.