Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα past. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα past. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 10: Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Εννοείται ότι το είχε σκυλομετανιώσει που κατέβηκε στην τουαλέτα του μπαρ. Αν δεν είχε πάει, δε θα βρισκόταν τώρα πίσω από το τιμόνι με αυτήν τη διαβολεμένη βροχή που δεν έλεγε να κοπάσει. Δε θα βρισκόταν αντιμέτωπος με το παρελθόν του, αλλά το πιθανότερο με ένα δεύτερο ποτήρι μπύρας κερασμένο από τον Κέβιν, χαζεύοντας την Μπράνκα να πηγαινοέρχεται με το δίσκο. Αλλά κατά βάθος το ήξερε ότι παραμύθιαζε τον εαυτό του. Όπου κι αν βρισκόταν, θα ερχόταν κι αυτή η στιγμή. Το έβλεπε καθαρά τώρα. Όλα αυτά τα ταξίδια στο χρόνο τόσο καιρό ένιωθε ότι τον προετοίμαζαν για αυτό. Το ταξίδι της ζωής του ήταν αυτή η νύχτα. Τώρα που ξαναγύριζε στο πιο ζόρικο δίλημμα της ζωής του τι θα έκανε; Πώς θα το διαχειριζόταν; Και φυσικά, για να γίνουν τα πράγματα ακόμα πιο περίπλοκα είχε γυρίσει πίσω στο χρόνο τη στιγμή που δεν έπρεπε. 
Μόλις είχε ακούσει αυτόν τον απόκοσμο ήχο από το εμπόδιο πάνω στο οποίο είχαν βρει τα λάστιχά του. Έβγαλε μια κραυγή κι άρχισε να χτυπάει με λύσσα με τα χέρια του το τιμόνι. Τα χέρια του ήταν παγωμένα και ιδρωμένα ταυτόχρονα. Όταν πέρασε αυτή η έκρηξη απόγνωσης, πήρε μια βαθιά ανάσα κι έσβησε τη μηχανή. Δε χρειαζόταν καν να βγει από το αυτοκίνητο. Ήξερε πολύ καλά τι τον περίμενε εκεί πίσω και δεν ήθελε να το αντικρύσει ξανά. Ήξερε πολύ καλά αυτή τη σκηνή της ταινίας και το μόνο που ήθελε ήταν να την τρέξει στο fast forward. Είχε σκεφτεί στο παρελθόν άπειρες φορές αυτήν τη σκηνή, τι θα έκανε αν του δινόταν η ευκαιρία ξανά, τι θα έκανε αν την ξαναζούσε και τώρα επιτέλους βρισκόταν πολύ κοντά στο να τα κάνει όλα σωστά. Ακουγόταν μόνο ο μεταλλικός ήχος της βροχής στο καπό και στα τζάμια μαζί με τις σκέψεις του. 
Τέλος χρόνου. Έστριψε το κλειδί στη μηχανή κι έβαλε μπρος. Και τόσο απλά, βρέθηκε να γυρίζει το πόμολο της πόρτας της τουαλέτας στο μπαρ του Κέβιν. Toυ πήρε λίγο χρόνο να συνηθίσει το πρώτο σοκ της επιστροφής. 
Ανέβηκε μουδιασμένος τα σκαλιά. 
 Ο Κέβιν του είχε ήδη σερβίρει τη δεύτερη μπύρα του.
«Τι έγινε; Μοιάζεις σαν να είδες φάντασμα εκεί κάτω.»
«Μμ.. ναι, θα μπορούσες να το πεις και έτσι», του απάντησε κοφτά, ήπιε μονορούφι τη μπύρα του νιώθοντας τη δροσιά της σε όλο του το σώμα που το ένιωθε να πάρει φωτιά. Έβγαλε ένα τσαλακωμένο  χαρτονόμισμα από την τσέπη του και το άφησε πάνω στην μπάρα.
«Καλό βράδυ, Κέβιν», του είπε σχεδόν ψιθυριστά και πήγε προς την πόρτα.
«Να προσέχεις φιλαράκο, θα τα πούμε την άλλη βδομάδα», του είπε ο Κέβιν καθώς άναβε το τσιγάρο του. 
«Ε, για πού το έβαλες; Σε ένα μισάωρο σχολάω», του είπε παραπονιάρικα η Μπράνκα, πιάνοντάς τον τρυφερά από το μπράτσο. 
«Θέλω να πάρω λίγο αέρα, θα περπατήσω μέχρι το σπίτι», της είπε και τη φίλησε δυνατά στο στόμα. 
Άνοιξε την πόρτα του μπαρ και βγήκε στην καθαρή νύχτα. Είχε πάρει την απόφασή του, όπως τότε, εκείνη τη νύχτα.
Τότε είχε κάνει το ίδιο. Είχε πάρει την απόφαση να  φύγει όσο πιο μακριά γίνεται. Ενστικτωδώς είχε οδηγήσει μέχρι το σταθμό των λεωφορείων όπου και άφησε το αυτοκίνητό του και πήρε το πρώτο πούλμαν που έφευγε άμεσα. Ο προορισμός του ήταν αδιάφορος, η φυγή ήταν ο μοναδικός σκοπός. Το πούλμαν ήταν σχεδόν άδειο λόγω της ημέρας. Δε θυμόταν καν πού έκανε τέρμα μετά από ώρες. Θυμόταν μόνο την αναθεματισμένη τη βροχή. Εξαντλημένος, είχε κοιμηθεί σε ένα άθλιο μοτέλ σε μια πόλη που δεν είχε ξανακούσει. Είχε βγει να πάρει τσιγάρα σε ένα κιόσκι και έμεινε να δει τις ειδήσεις που έτρεχαν στη μικρή οθόνη του καταστήματος. Μόνο τρόμος τον έτρωγε μήπως ακούσει κάτι για το περιστατικό, αν έλεγαν κάτι για κάποιον άγνωστο άντρα που βρέθηκε νεκρός έξω από μπαρ, ή αν είχαν τη δική του φωτογραφία και τον αναζητούσαν για φόνο και εγκατάλειψη του θύματος. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν μπορούσε να πιάσει ξανά τιμόνι. Τον πρώτο καιρό είχε τις κεραίες του τεντωμένες. Περίμενε την τιμωρία του που δεν ερχόταν. Άφησε σταδιακά την παλιά του ζωή πίσω σε εκείνο το βράδυ και άρχισε να περιπλανιέται από πόλη σε πόλη με πούλμαν και με τρένα ή μετρό. Δεν έπιασε ποτέ τιμόνι μετά από εκείνη τη νύχτα. Πάντα διάβαζε ειδήσεις με το φόβο μήπως αναφερθούν σε εκείνη τη νύχτα και πάντα κοίταζε πίσω του μήπως τον παρακολουθούν και τον συλλάβουν. Άρχισε να συλλέγει τις ολιγοσέλιδες χειροποίητες εφημερίδες από τις πόλεις όπου περνούσε και να τις αποθηκεύει στο  κουτί του. Άλλαζε πόλεις και προσωπικότητες. Έβρισκε ευκαιριακές δουλειές που δεν είχαν ιδιαίτερες απαιτήσεις. Έφτιαχνε ευκαιριακές σχέσεις και δεσμούς με συγκάτοικους και αιθέριες υπάρξεις με τις οποίες μοιραζόταν το κρεβάτι του, κρατώντας το μεγαλύτερο κομμάτι του κόσμου του κλειδωμένο.
Ο χρόνος περνούσε και είχε καταφέρει να εξαφανιστεί από τον παλιό του εαυτό, την παλιά του μισητή δουλειά, τον πατέρα του. Κρατούσε μια τηλεφωνική επαφή με τη μητέρα του αλλά κι αυτή ήταν εξαιρετικά αραιή. Είχε υψώσει ένα τοίχος και ήταν λίγο απόμακρος, δαμάζοντας τη μοναξιά του. Πολλές φορές αναρωτιόταν τι να απέγινε αυτό το αντρικό σώμα. Ήταν νεκρός κι αν ναι, τον είχε σκοτώσει ο ίδιος ή είχε γίνει το κακό νωρίτερα; Τον είχαν αναγνωρίσει, ποιος να ήταν άραγε, δεν τον έψαξαν οι γνωστοί του ή οι φίλοι του; Δεν μπορεί να μην είχε ανακοινωθεί κάπου το περιστατικό, αλλά όσο κι αν πάλεψε δεν έβγαλε άκρη. Είχε καταλήξει ότι ο άντρας ήταν ένας άστεγος, ένας άγνωστος σε μια μεγάλη πόλη για τον οποίο κανείς δεν έδινε δεκάρα και του οποίου τα στοιχεία κανείς δε γνώριζε. Αυτή η αλήθεια τον βόλευε περισσότερο και αυτήν καλλιεργούσε μέσα του εδώ και τόσο καιρό. 
Ναι, σίγουρα, αν τα έβαζε κάτω ήταν δειλός και σίγουρα τομάρι, ένα κάθαρμα. Τα είχε σκατώσει τότε αλλά ξέφυγε από την τιμωρία, σαν το μικρό παιδί που κάνει τη ζαβολιά και τη βγάζει καθαρή. Τον βόλεψε η ιστορία. Ναι, καιρός ήταν να το παραδεχτεί. Τώρα πάλι έφευγε. Θα μπορούσε να είχε κάνει το σωστό αλλά και αυτή τη φορά επέλεξε τη φυγή. Είχε ενοχές; Βέβαια, άπειρες, αλλά ταυτόχρονα υπήρχε και μια περίεργη αίσθηση ελευθερίας στον πάτο του βαρελιού όπου είχε βουλιάξει.

Περπατούσε αργά προς το σπίτι. Είχε πάρει τη συνηθισμένη του διαδρομή. Μπόουβιλ, μια πόλη που πραγματικά είχε αγαπήσει αληθινά. Τη χάζευε τώρα στη νυχτερινή της εκδοχή και την απολάμβανε. Έκανε ένα νεύμα χαιρετισμού στο νεαρό που ερχόταν προς το μέρος του που είχε βγάλει το σκύλο του βόλτα. Η πόλη πήγαινε για ύπνο. Οι θόρυβοι είχαν κοπάσει και τα φωτισμένα παράθυρα στις πολυκατοικίες ήταν λιγοστά. Ναι, αποχαιρετούσε με αυτήν τη βόλτα άλλη μια πόλη, όπως και τόσες άλλες, που δεν μπόρεσε να τον κρατήσει. Ένιωθε αγρίμι που δεν μπορούσε να ησυχάσει πουθενά. Πέρασε από το σκοτεινό πάρκο κοντά στο σπίτι. Έβγαλε τα κλειδιά του από την τσέπη. Κουδουνίσανε στα χέρια του. Είχε φτάσει στη γωνία. Είχε πάρει την απόφασή του. Το ταξίδι της ζωής του είχε φτάσει στο τέλος του. 

THE VOLUNTEER 10: THE DECISION

Of course he had regretted going to the bar’s toilet. If he hadn’t gone, now he wouldn’t be behind the wheel with this damn rain that didn’t seem to stop. He wouldn’t be face to face with his past but, more likely, with the second glass of beer, Kevin’s treat, gazing Branca walking around with the tray. But deep inside, he knew that he was just lying to himself. Wherever he was, that moment would come. It was all clear to him now. He felt that all these time travels were just preparing him for this. The journey of his life was that night. Now that he was returning to the most difficult dilemma of his life, what would he do? How would he handle it? And of course, to make things even more complicated, he had turned back in time the wrong moment. 
He had just heard that eerie sound of the obstacle on which his tires had stepped on. He screamed and started furiously hitting the steering wheel with his hands. His hands were sweaty and frozen at the same time. When this despair crisis was over, he took a deep breath and turned off the engine. He didn’t even need to get out of the car. He knew very well what was waiting for him back then and did not want to face it again. He knew that part of the movie very well and the only thing that he wanted was to push the fast forward button. In the past, he had thought about that scene countless times, what he would do if he was given the chance once more, what he would do if he relived it and now he was so close to do everything right. The only thing heard was the metallic sound of the rain on the hood and the windows along with his thoughts. 
Time was up. He turned the key and started the engine. And just like that he found himself turning the doorknob of the toilet’s door at Kevin’s bar. It took him some time to recover the return’s first shock. He staggered as he went up the stairs. 
Kevin had already served him his second beer.
“What happened? You look like you have seen a ghost down there.”
“Hmm… you could say so”, he strictly replied, drank his beer, feeling its coolness all over his body that was on fire. He took a wrinkled banknote from his pocket and left it on the bar.
“Good night Kevin”, he replied almost whisperingly and went towards the exit door.
“Take care buddy, see you next week”, Kevin replied as he lit his cigarette.
“Hey, where are you going? My shift is over in half an hour”, Branca told him crankily, tenderly grabbing him by the arm.
“I want to get some air, I am going to walk to the house” he told her and gave her a passionate kiss on the mouth.
He opened the bar’s door and went into the clear night. He had made his decision, just like that night. 
Back then, he had done the same. He had made the decision to leave as far as he could. He had instinctively driven to the bus station where he left his car and took the first coach. The destination was indifferent, running away was the only purpose. The coach was almost empty due to the day. He didn’t even remember where it stopped after so many hours. He only remembered the damn rain. Exhausted as he was, he had spent the night in a lousy motel in a city he had never heard of. He had gone out to get some cigarettes in a kiosk and he stared at the news on the small shop’s screen. He was filled with terror to hear anything about the incident, if the news said something about a man found dead outside a bar, or if they had his picture accusing him for hit and run and murder. The only thing for certain was that he could not drive again. At first, he had his ears open. He was waiting for his punishment that didn’t seem to come. He gradually left his old life back at that night and he began to wander from city to city by coach, by train or metro. He never touched a steering wheel after that night. He always read the news in fear of mentioning that night and he always looked behind him in case they followed him and arrested him. He started collecting the few-page handmade newspapers from the cities he passed and storing them in his box. He changed cities and personalities. He found occasional jobs with no particular demands. He made opportunistic relationships with roommates and fine ladies with whom he shared his bed, keeping most of his world locked. 
Time passed and he had managed to disappear from his old self, his job that he hated, his father. He kept a telephone contact with his mother but that was extremely sparse as well. He had raised a wall and he was a bit distant, taming his loneliness. He often wondered what happened to that male body. Was he dead and if so, was it him the one who did it or was he dead already? Was he identified, who was he, didn’t his friends and family look for him? The incident must have been reported somewhere but no matter how hard he tried, he didn’t find anything. He had reached the conclusion that the man was homeless, a stranger in a big city for whom nobody gave a damn and whose identity nobody knew. That was the most convenient truth that grew strong inside him. 
Yes, of course, he was nothing but a coward and most definitely a loser, a bastard. He had messed things up back then and never got punished, like a small kid. That story was ideal for him. Yes, it was high time he admitted it. Now, he was escaping once again. He could have done the right thing this time but he still chose to leave. Did he have any regrets? Of course, tons of them, but in the same time there was that strange feeling of freedom at the bottom of the barrel where he had sunk.

He was walking slowly towards the house. He had taken his usual course. Bowieville, a city that he had truly loved. He was looking at her in her late night version and was enjoying her. He made a nod to the young man coming towards him walking his dog. The city was about to go to bed. The noise was reduced and the lights in the windows of the apartment buildings were few. Yes, with this walk he was saying goodbye to another city, like so many others before, that could not keep him. He felt like a wild animal that could not stay still. He passed through the dark park near the house. He took his keys out of his pocket. They were ringing in his hands. He had reached the corner. He had made his decision. The journey of his life had reached its end. 

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 6: ΤΟ ΣΟΥΤΙΕΝ ΤΗΣ ΑΝΝΑΜΠΕΛ


«Βγήκε καλή;» ρώτησε η Σύλβια, κόβοντας ταυτόχρονα και το δικό της κομμάτι.
«Μη ρωτάς τα αυτονόητα. Πάντα βγαίνει καλή», της απάντησε ο Χάρης μπουκωμένος.
«Πρόσεχε βρε λαίμαργε, καίει ακόμα», του είπε η Σύλβια κολακευμένη.
«Αυτό είναι κάτι που δε με εμποδίζει και στο έχω αποδείξει», της είπε και σέρβιρε λίγο καφέ στα φλιτζάνια τους. 
Ήταν Κυριακή πρωί και το σπίτι ήταν ακόμα ήσυχο. Η μυρωδιά της μηλόπιτας θα έφερνε σε λίγο τα δίδυμα και τον Τζόναθαν που θα στριμώχνονταν να σερβιριστούν. Η Μπράνκα κοιμόταν πάντα βαριά και ούτε η πίτα της Σύλβια δεν ήταν ικανή να τη σηκώσει από το κρεβάτι.  Ήδη το κομμάτι της ήταν στο μικρό κίτρινο πιατάκι και θα της το πήγαινε ο Χάρης σε λίγο. Του άρεσε να κουβεντιάζει με τη Σύλβια τα πρωινά αυτά, όπου άκουγες και τον παραμικρό θόρυβο του σπιτιού. Ο ρυθμικός ήχος του ψυγείου, τα τριξίματα των παλιών σωληνώσεων, ο ήχος από τα μηχανάκια που περνούν στο δρόμο, το νερό που είναι έτοιμο στο βραστήρα, σαν να έπαιρναν μέρος στις, έτσι και αλλιώς σύντομες, συζητήσεις του Χάρη. Τη Σύλβια τη συμπαθούσε. Ήταν πάντα με μια ζεστή κουβέντα κι ένα τσιγάρο στο στόμα. Όλο έλεγε ότι θα το κόψει αλλά ποτέ δεν το προσπαθούσε. Ήταν πολύ προσεκτική στα λόγια της και είχε πολύ ωραίο χιούμορ.
« Πώς πάει η βάρκα; Τελειώνει η αναστήλωση; Με ζαλίζει τα βράδια για την ανοιξιάτικη περιοδεία σας», τον ρώτησε ανάβοντας ένα τσιγάρο.
«Είναι σχεδόν έτοιμη, από ότι καταλαβαίνω», της είπε καθώς μάζευε με το δάχτυλό του τα τελευταία ψίχουλα από την πίτα και τα έγλειφε.  
«Ούτε κι εκείνος καταλαβαίνει πολλά, μόνο τη φυγή θέλει, όπως κι εσύ κατά βάθος», του είπε συνωμοτικά και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια, φυσώντας δαχτυλίδια καπνού.
Ο Χάρης της χαμογέλασε αμήχανα και σηκώθηκε με το κομμάτι της Μπράνκα. Κυριακή σήμαινε χουζούρι. Οι σχέσεις τους είχαν αποκατασταθεί για άλλη μια φορά και απολάμβανε το ζεστό της κορμί και τα μεσογειακά της καπρίτσια, μέχρι τον επόμενο αντίστοιχο καυγά. Ευχαρίστησε τη Σύλβια για τη μηλόπιτα και την άφησε να κοιτάζει τα χαρτάκια  με τις γιαπωνέζικες φράσεις που της υπαγόρευαν οι φοιτητές. Τώρα πλέον τις έγραφε για να τις θυμάται αλλά και πάλι δυσκολευόταν να τις συγκρατήσει. 
Είχε περάσει περίπου ένας μήνας από το τελευταίο ταξίδι στο χρόνο. Ο Χάρης είχε δυσκολευτεί πολύ να δεχτεί το πώς χειρίστηκε το θέμα με τον πατέρα του. Τον έτρωγε που έφτασε η κατάσταση μέχρι εκεί και ένιωθε το ίδιο μετέωρος με πριν. Αυτή τη φορά και περισσότερο γιατί, από εδώ και πέρα, δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για το παρελθόν του. Δεν ήξερε τι είχε συμβεί μετά, άρα δεν ήξερε πώς είχε κυλήσει η ζωή του μέχρι σήμερα. Από τη μια ανυπομονούσε για την επόμενη επιστροφή για να δει την εξέλιξη, αλλά από την άλλη ήταν τρομοκρατημένος για τις αντιδράσεις του πλέον. Ήταν σαν να συγκατοικούσε στο σώμα του με κάποιον που δε γνώριζε καθόλου πια και όλο αυτό του δημιουργούσε φοβερή ανασφάλεια. Φοβόταν τον εαυτό του για τα λάθη που είχε  κάνει σε όλες τι διαστάσεις του χρόνου. Συνέχιζε την καθημερινότητά του αλλά το μυαλό του ήταν αλλού τις περισσότερες φορές. Έβρισκε παρηγοριά στην επαφή με την Μπράνκα αλλά και πάλι δεν μπορούσε να μοιραστεί μαζί της τίποτα από όλα αυτά. 
Άνοιξε την πόρτα του δωματίου προσεκτικά για να μην την ξυπνήσει. Άκουγε τη ρυθμική της αναπνοή. Ξεντύθηκε, άφησε το πιάτο με τη μηλόπιτα στο κομοδίνο και ξάπλωσε δίπλα της. Της χάιδεψε απαλά την πλάτη και τότε εκείνη, σαν επιδέξια γάτα, γύρισε νωχελικά προς το μέρος του και άνοιξε τα μάτια της. Ο Χάρης σάστισε τόσο πολύ που παραλίγο να πέσει από το κρεβάτι. Όσο απίστευτο κι αν του φαινόταν, είχε γυρίσει πίσω στο χρόνο. Από τη μια στιγμή στην άλλη, το δωμάτιο αυτό δεν ήταν το δωμάτιό του. Από μέσα ακούγονταν τραγούδια δυνατά και φωνές αγοριών και κοριτσιών. Ο ίδιος ήταν δεκατεσσάρων χρονών και η γυναίκα στο κρεβάτι του δεν ήταν η Μπράνκα, αλλά η Άνναμπελ, ο παιδικός του έρωτας. Είναι στο πάρτι γενεθλίων της και είναι στο κρεβάτι της!
Πώς τη θυμόταν αυτή τη βραδιά! Μετρούσε τις μέρες στο σχολείο να έρθει το Σάββατο. Η Άνναμπελ, το πιο όμορφο κορίτσι της τάξης του, που το πολιορκούσαν όλοι αλλά εκείνη είχε μάτια μόνο για το Χάρη, με τα σπυράκια και τις ατελείωτες φαντασιώσεις ενός εφήβου. Μικροκαμωμένη, με ξανθά μαλλιά και λίγες φακίδες και, φυσικά, ένα υπέροχο κορμί που τον βασάνιζε τα βράδια. Είχε καλέσει όλη την τάξη στο σπίτι της. Θα έλειπαν οι γονείς της  και παρών θα ήταν μόνο ο μεγαλύτερος αδερφός της να επιβλέπει την κατάσταση. Θυμόταν ότι είχε δυσκολευτεί μπροστά στον καθρέπτη να στρώνει τα έτσι και αλλιώς ατίθασα μαλλιά του, να παρφουμαρίζεται και να διαλέγει το σωστό πουκάμισο. Ήθελε να της αρέσει , ήθελε να τη σφίξει όταν θα χορεύανε στα σκοτεινά, ήθελε να τη φιλήσει παραπάνω από τα φιλιά που δίνανε στο άδειο γυμναστήριο στο σχολείο, ήθελε να την αγγίξει, ήθελε να κάνει τόσα πολλά που φανταζόταν τα βράδια και τον κρατούσαν ξάγρυπνο και με καρδιοχτύπια. Και φυσικά οι ίδιες ακριβώς εικόνες ήταν και το πρώτο πράγμα που σκεφτόταν όταν άνοιγε τα μάτια του τα πρωινά. Το σώμα του είχε ξυπνήσει μαζί της και ήθελε να εκμεταλλευτεί αυτήν τη βραδιά, έστω και με το φόβο του μεγάλου της αδερφού. Ήθελε να πάει ένα βήμα παραπάνω αυτή τη φορά.
Και είχε φτάσει η μεγάλη στιγμή που χτύπησε το κουδούνι της και η Άνναμπελ, πιο όμορφη από ποτέ, άνοιξε την πόρτα και του είπε να περάσει. Φορούσε ένα σιέλ φόρεμα και ανατρίχιασε όταν είδε το λευκό της σουτιέν να διαγράφεται κάτω από το λεπτό ύφασμα. Τα εφηβικά της στηθάκια ήταν εκεί και τον προκαλούσαν. Πέρασε στο σαλόνι και ήδη είχαν φτάσει αρκετοί συμμαθητές του που χόρευαν κάτω από τα πολύχρωμα μπαλόνια που είχαν μείνει μετέωρα στο ταβάνι. Ο αδερφός της ήρθε να τον χαιρετήσει και η Άνναμπελ του σέρβιρε έναν μηλίτη, τον οποίο ο Χάρης βρήκε πολύ κοριτσίστικο αλλά υποκρίθηκε τον ενθουσιασμένο για να την κάνει να νιώσει όμορφα. Χόρεψε, γέλασε, έφαγε τυροπιτάκια και τραγούδησε το τραγουδάκι όταν έσβηνε τα κεράκια της στην ολόλευκη τούρτα. Ήταν πάλι πιτσιρίκος και απολάμβανε πραγματικά την έξαψη που ένιωθε, αυτή τη φλόγα που, αν καθυστερούσαν λίγο ακόμα τα μπλουζ, θα τον έκαιγε ειδικά εκεί ανάμεσα στα πόδια του. 
Την αγκάλιασε σφιχτά και άρχισαν να χορεύουν ένα τραγούδι της εποχής. Τα μαλλιά της μύριζαν άνοιξη και όσο την κρατούσε στο στέρνο του και ένιωθε το στήθος της να κολλάει πάνω του, τρελαινόταν από πόθο πρωτόγνωρο που δεν μπορούσε να διαχειριστεί. 
«Μπορούμε να μείνουμε μόνοι για λίγο να σου δώσω το δωράκι σου;” τη ρώτησε δειλά, έχοντας τον αδερφό της απέναντί τους.
«Μμμμ, ναι για λίγο, μπορούμε να ανέβουμε στο δωμάτιό μου», του ψιθύρισε συνωμοτικά στο αυτί.
Δεν κοίταξε καν το δωμάτιο γιατί επιτέλους ήταν μόνος μαζί της. Δεν πρόσεχε τίποτα άλλο παρά το λευκό της σουτιέν. Η καρδιά του ένιωθε ότι θα έσκιζε το πουκάμισό του. Τα χέρια του είχαν ιδρώσει, καθώς έβγαζε από την τσέπη του ένα ταλαιπωρημένο κουτάκι. Της φόρεσε στο λεπτό της καρπό ένα βραχιολάκι που χαιρόταν που ξαναέβλεπε τώρα γιατί το είχε ξεχάσει με τα χρόνια. Ήταν μια διακριτική αλυσίδα με μια κόκκινη πασχαλίτσα κοντά στο κούμπωμα. Θυμόταν ότι φύλαγε το χαρτζιλίκι του για να της το πάρει. Η Άνναμπελ ενθουσιάστηκε και τον φίλησε. Αχ, τι ωραία αίσθηση είχε αυτό το φιλί της! Τα χείλη της ήταν βελούδινα και η γλώσσα της γατίσια και λίγο αδέξια. Η αγκαλιά κράτησε παραπάνω από όσο συνήθιζαν και την οδήγησε στο κρεβάτι της. Παραμέρισε λίγο τα φουσκωτά της μαξιλάρια, τι περίεργο να έχει τόσα ενώ ο ίδιος είχε μόνο ένα στο κρεβάτι του, και την έσφιξε στην, έτοιμη να εκραγεί, αγκαλιά του χωρίς να σταματήσει αυτά τα φιλιά που τον αναστάτωναν λες και τον περνούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Τα χέρια του πέρασαν από τα μαλλιά της και τα μάγουλά της κι άρχισαν να κατεβαίνουν στο λαιμό της και να νιώθουν το ζεστό της δέρμα. Τη φιλούσε και η εικόνα του λευκού της σουτιέν στο μυαλό του τον προκαλούσε. Ήθελε να της χαϊδέψει τα μικρά της στήθη και να ανοίξει το σουτιέν, το εμπόδιο που έμπαινε ανάμεσα τους. Τα δάχτυλά του γλίστρησαν στο σεμνό της ντεκολτέ και άκουσε έναν μικρό αναστεναγμό. Και το δικό της το σώμα είχε ηλεκτριστεί όσο και το δικό του. Της ξεκούμπωσε τα δύο κουμπάκια κοντά στο γιακά και τα δάχτυλά του τώρα τρύπωσαν στο σώμα της. Πόσες βραδιές το είχε φανταστεί αυτό και πόσες φορές τα χέρια του κατέβαιναν στο ατίθασο όργανο της ανεξέλεγκτης του σεξουαλικότητας! Και τώρα το ζούσε και δε χόρταινε αυτή τη γλυκιά αίσθηση. Στην πραγματικότητα, ο Χάρης είχε σταματήσει εκεί και δεν είχε προχωρήσει. Το σουτιέν της Άνναμπελ είχε παραμείνει το φυσικό της απόρθητο οχυρό. Πολλές φορές είχε ξαναγυρίσει στη μνήμη του ο κοινός τους φόβος για τον μεγαλύτερο αδερφό που τριγύριζε στο σπίτι ή απλά η δική του δειλία. Τώρα όμως ήταν ένας άντρας στο κορμί ενός δεκατετράχρονου που ξαναζεί αυτή τη μαγική στιγμή με την πιτσιρίκα που είχε ερωτευτεί για πρώτη φορά. Ναι , δεν υπήρχε περίπτωση να δειλιάσει. Για μια στιγμή μόνο αμφιταλαντεύτηκε ως προς το ηθικό κομμάτι, γιατί στην πραγματικότητα ήταν όντως ένας ενήλικας στο κρεβάτι με μια ανήλικη, αλλά αυτός ο προβληματισμός πρέπει να κράτησε πολύ λίγο. Δεν όριζε η λογική το σώμα και τις κινήσεις του.
Τα δάχτυλά του σύρθηκαν απαλά στη πλάτη της και σταμάτησαν στην κόπιτσα του σουτιέν. Θα σταματούσε αν τον σταματούσε, αλλά κι η ίδια φαινόταν να θέλει τα χάδια του όσο κι αυτός. Η κόπιτσα δεν του αντιστάθηκε και τα σφιχτά της στήθη έμειναν ελεύθερα για να τα αγγίξει. Υπέροχα, σαν άγουρα μικρά εξωτικά φρούτα στα χέρια του. Φίλησε τις σκληρές της ρώγες, καθώς εκείνη τον έσφιγγε στην αγκαλιά της και τον χάιδευε αμήχανα στην πλάτη και το στέρνο. Το σώμα του είχε πάρει φωτιά και ήξερε ότι δε θα μπορούσε να ελέγξει τίποτα για πολύ ακόμα. 
Ξαφνικά, η Άνναμπελ, πάγωσε. «Πρέπει να ανεβαίνει ο αδερφός μου», είπε και τινάχτηκε κι άρχισε να κουμπώνεται και να φτιάχνει το φόρεμά της. Ο Χάρης με τα μάγουλά του αναψοκοκκινισμένα, είπε σαστισμένος: «Μα εγώ δεν άκουσα κάτι, μόνο τη μουσική από κάτω», και άρχισε να ισιώνει το πουκάμισό του που το μισό ήταν έξω από το παντελόνι του.
«Κι όμως, ανεβαίνει, βιάσου, δε θέλω να μας βρει έτσι», και τον άρπαξε από το χέρι. Συναντήθηκαν στα σκαλιά. Ο μεγάλος αδερφός τούς άφησε να κατέβουν τα σκαλιά χωρίς να τους πει κάτι. Φυσικά και ήξερε πολύ καλά τι έκαναν στο δωμάτιό της, φυσικά και η έξαψή τους ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους και στο φουσκωμένο παντελόνι του Χάρη, φυσικά ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει να είσαι έφηβος σε πάρτι. 
«Meu querido, μου μυρίζει μηλόπιτα», η φωνή της Μπράνκα τον γύρισε πίσω στην πραγματικότητα. Ο Χάρης την κοίταξε που τέντωνε το γυμνό της σώμα σαν ένα γνήσιο αιλουροειδές.  

«Ναι, σου έφερα το κομμάτι σου», της είπε και την αγκάλιασε σφιχτά. Η επιστροφή ήταν πολύ απότομη κι αυτή τη φορά. Τη φίλησε με πάθος και κόλλησε το σώμα του πάνω στο δικό της. Σήμερα δεν ήθελε να κάνουν έρωτα, αλλά να μείνουν έτσι. Σήμερα απλά ήθελε να μείνει στη θέα του ξεκούμπωτου σουτιέν της Άνναμπελ. Το φρούριό της δεν ήταν απόρθητο πια. 

THE VOLUNTEER 6: ANNABEL’S BRA

“Is it good?” Sylvia asked while cutting her piece as well.
“Don’t ask such things. It is always good”, Harry replied with his mouth full.
“You sure do have a sweet tooth! Be careful, it is still very hot”, Sylvia said feeling flattered.
“That is something that hasn’t stopped me before and I have proved it to you”, he told her and served some coffee in their cups. 
It was Sunday morning and the house was still quiet. The smell of the apple pie would bring the twins and Jonathan in the kitchen in a while and they would be huddled to be served. Branca was always a heavy sleeper and not even Sylvia’s apple pie could make her get out of her bed. Her piece was already in the yellow saucer and Harry would take it to her in a while. He liked to chat with Sylvia these mornings, when you could hear even the slightest noise in the house. The rhythmic noise of the refrigerator, the squeaks of the old pipes, the sound of the motorbikes passing through the street, the water ready in the kettle, it was as if they all took part in the short, as always, Harry’s conversations. He liked Sylvia. She was always with a warm thing to say and a cigarette in her mouth. She always said that she would quit, but she never tried. She was very careful with her talking and she had a good sense of humor. 
“How is the boat getting along? Is the restoration reaching an end? He is talking every night about your spring tour”, she asked him lighting a cigarette.
“It is almost ready, as far as I can understand”, he told her as he picked with his finger the last crumbs of the pie and licked them. 
“He doesn’t understand much either. He only wants to get away, like you, deep inside”, he told him conspiratorially and looked deep into his eyes, blowing smoke rings.
Harry smiled at her awkwardly and got up holding Branca’s piece. Sunday meant staying in bed. Their relationship was restored once again and he enjoyed her warm body and her Mediterranean whims until their next fight. He thanked Sylvia for the pie and he left her looking at her notes with the Japanese phrases which the students dictated her. She now wrote them down to remember them but she still found it difficult to memorize them. 
About a month had passed since the last time travel. Harry had found it very difficult to accept how he handled the situation with his father. It was frustrating that things had gone that far and he felt as hovered as before. Now even more because, from now on, he could not be certain about his past. He didn’t know what had happened afterwards, so he didn’t know how his life had unfolded till today. On one hand, he looked forward to the next return just to see the progress, but on the other hand he was now terrified with his reactions. It was as if he lived in the body of someone he no longer recognized and all this created an immense insecurity. He was afraid of himself, of the mistakes he had made throughout all the time dimensions. He continued his daily life but his mind was elsewhere most of the time. He found comfort in Branca but still, he couldn’t share with her any of this. 
He carefully opened the door of the room so as not to wake her up. He listened to her rhythmic breathing. He took off his clothes, he left the plate with the apple pie by the side table and laid down beside her. He gently caressed her back and she, like a skillful cat, turned lazily towards him and opened her eyes. Harry was at such a loss, that he almost fell off the bed. Incredible as it seemed, he had travelled back in time. From one moment to another, this room was not his. At the back he could hear songs and loud voices of boys and girls. He himself was fourteen years old and the woman on his bed was not Branca, but Annabel, his first love. It is her birthday party and he in on her bed!
How he remembered that night! He counted the days at school until Saturday. Annabel, the prettiest girl in class, whom everyone flirted but she had only eyes for Harry, with his pimples and his endless adolescence fantasies. Petite, with blonde hair, a few freckles and, of course, a beautiful body that tormented him at night. She had invited her entire class to her house. Her parents would leave and only her big brother would be at home to supervise. He remembered finding it difficult to straighten his unruly hair in front of the mirror, putting on perfume and choosing the right shirt. He wanted her to like him, he wanted to squeeze her while dancing in the dark, and he wanted to kiss her longer than the kisses they gave each other at the empty school gym, he wanted to touch her, he wanted to do all the things he fantasized at night and kept him awake. And of course, the exact images were the first thing to think about when he opened his eyes in the morning. His body was awake with her and he wanted to take advantage of that night, even with the fear of her big brother. He wanted to take it a step forward this time. 
And the moment had come when he rang the bell and Annabel, more beautiful than ever, opened the door and told him to come in. She wore a light blue dress and he shivered when he saw her white bra delineated through the thin fabric. Her teenage tits were there and provoked him. He went to the living room and many of his schoolmates were already there dancing under the colorful balloons staying still at the ceiling. Her brother came to greet him and Annabel served him a cider, which Harry found very girly but he pretended being excited to make her feel good. He danced, he laughed, he ate small cheese pies and he sang the song when she blew out the birthday candles on her white cake. He was a teenager again and he truly enjoyed the excitement he felt, that inner flame which, if the blues were to delay a little bit longer, it was about to burn him there, especially between his legs. 
He hugged her tightly in his arms and started dancing a popular song. Her hair smelled like spring and the more he held her close to his chest and felt her breasts against him, the more he went crazy with a lust so strong that he could not manage. 
“Can we be alone for a while to give you your present?” he shyly asked her, having her brother opposite them.
“Mmmm, yes, for a while we can go up to my room” she conspiratorially whispered to his ear. 
He didn’t even look at the room because he was finally alone with her. He didn’t notice anything else but her white bra. He felt his heart ready to tear off his shirt. His hands were sweaty while he took a worn small box out of his pocket. He put on her thin wrist a bracelet, which he was really happy to see it again since he had forgotten it with the years passing. It was a discreet chain with a red ladybug near the clasp. He remembered saving his pocket money to be able to buy it. Annabel got excited and kissed him. Oh, what a great feeling that kiss was! Her lips were velvet and her tongue was a bit clumsy, like a cat’s. The hug lasted more than they used to and he led her to her bed. He put aside the fluffy pillows, so strange to have so many while he himself had only one, and he held her tightly in his ready to burst arms without stopping those kisses that upset him, as if electric current was passing through him. His hands passed through her hair and her cheeks and started descending to her neck and feel her warm skin. He kissed her and the image of the white bra in his mind provoked him. He wanted to caress her small breasts and to unbutton her bra, the obstacle standing between them. His fingers slipped through her modest neckline and he heard a small sigh. Her body was as much electrified as his. He unclasped the two small buttons near her neck and now his fingers touched her body. He had imagined this for so many nights with his hands going down to his wild organ of uncontrolled sexuality. And now he experienced it and he couldn’t get enough of this sweet sensation. In reality, Harry had stopped there and hadn’t moved on. Annabel’s bra had remained her natural impregnable fortress. Their mutual fear for the big brother wandering in the house or his own lack of bravery had returned to his memory many times. But now he was a grown up man in the body of a fourteen year-old who relived this magical moment with the kiddo with whom he had fallen in love for the first time. Yes, there was no way of pulling back. He only hesitated for a moment as to whether it was moral or not to go to bed with a minor but this dilemma only lasted for a while. Logic did not define his actions. 
His fingers gently dragged on her back and stopped at the hooks of the bra. He would stop if she stopped him, but she seemed to want his caresses as well. The hooks did not resist and her tight breasts were free for him to touch. They were wonderful, like small unripe exotic fruits in his hands. He kissed her hard nipples while she squeezed him tight in her arms and awkwardly caressed him on the back. His body was on fire and he knew that he could not control anything for much longer. Suddenly, Annabel froze. “My brother must be getting up here”, she said and immediately got up and started to button up and make her dress. Harry, with his cheeks flushed, bewilderedly said:” But I did not hear a thing, just the music from downstairs”, and he started straighten his shirt that was half out of his pants.
“Yes, he is coming up, hurry up, I don’t want him to find us like that”, and she grabbed his wrist. They met at the staircase. The big brother let them go down the stairs without saying a word. Of course he knew damn well what they were doing in her room, of course their flushed faces and his erected pair of pants told no lies and of course he knew what it was like to be a teenager at a party. 
“Meu querido, I smell apple pie”, Branca’s voice got him back to reality. Harry looked at her stretching her naked body like a true big cat.

“Yes, I brought you your piece” he told her and tightly hugged her. The return was very sudden once more. He passionately kissed her and he slid his body close to hers. Today he didn’t want to make love to her, he just wanted to stay that way. Today he wanted to stay still in the sight of the unbuttoned Annabel’s bra. His fortress was no longer impregnable. 

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

O ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 4: ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ (Α ΜΕΡΟΣ)

  Eκείνη η πρώτη βουτιά στο παρελθόν τον τάραξε. Κλόνισε καλά χτισμένα θεμέλια μέσα του. Η απόσταση ανάμεσα στο να γυρνάς νοερά πίσω με τις αναμνήσεις και τις αλήθειες των πραγμάτων, που πολλές φορές έχουν θολώσει, και στο να γυρνάς κυριολεκτικά σε εκείνες τις σκηνές και να τις ξαναζείς ήταν τεράστια. Όσο κι αν το φοβόταν, κάθε λέξη που είχαν πει οι μασκοφόροι κουστουμαρισμένοι τύποι ήταν αλήθεια και ήξερε ότι αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή. Δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Δε θα μπορούσε να είναι προετοιμασμένος για καμία σκηνή που θα ακολουθούσε. Όσο κι αν ήθελε να το μοιραστεί με την Μπράνκα, δεν της είπε τίποτα. Το κράτησε βαθιά μέσα του. Έτσι κι αλλιώς, ακόμα κι ο ίδιος δυσκολευόταν να το χωνέψει. Και αυτήν την περίοδο μόνο στη Σιέρρα βρισκόταν μόνος με τις σκέψεις του, κι αυτό κατά βάθος τον βόλευε. Στο σπίτι τις τελευταίες δύο βδομάδες πάντα ήταν απασχολημένος. Βοηθούσε τον Τζόναθαν να επισκευάσει μια παλιά βάρκα που ήταν στο γκαράζ πολλά χρόνια. Του είχε καρφωθεί στο μυαλό να φτιάξει τη μηχανή, να της φρεσκάρει το χρώμα και με το που μπει η άνοιξη να πηγαίνει για ψάρεμα στη λίμνη Τράνκιλο. Ο Χάρης δεν είχε ιδέα από μαστορέματα και βάρκες. Πιο πολύ του έκανε παρέα και ακολουθούσε τις οδηγίες που του έδινε ο Τζόναθαν, πάντα με τη συνοδεία μιας παγωμένης μπύρας, που τις είχε άφθονες στο μικρό ψυγείο κάτω από τις σκάλες στην είσοδο, πίσω από τα ποδήλατα των δίδυμων. 
  Ήταν το διάστημα που η Μπράνκα του κρατούσε μούτρα και δεν ερχόταν να τον επισκεφτεί. Στο μικρό του δωμάτιο έβρισκε πάντα δικά της πράγματα στα πιο απίθανα σημεία. Το τελευταίο του εύρημα ήταν ένα βερνίκι νυχιών σε έντονο κόκκινο χρώμα στο περβάζι του παράθυρου, πίσω από τις κουρτίνες. Χαμογέλασε αυθόρμητα στη θέα του. Από μια περίεργη παρόρμηση το άνοιξε και έβαψε το νύχι στο μικρό του δάχτυλο του δεξιού χεριού. Απορούσε πώς τα κατάφερναν οι γυναίκες με αυτά τα μαραφέτια. Εκτός από το νύχι, το χρώμα απλώθηκε και λίγο στο δάχτυλο. Το κοίταξε και αποφάσισε να μην το ξεβάψει. Ήθελε να την έχει κοντά του σήμερα και δεν έδινε δεκάρα για τα περίεργα βλέμματα που θα το πρόσεχαν. Χαμογέλασε στην ιδέα να περάσει από το μπαρ το βράδυ, πριν τη δουλειά, για να τη δει και να την κάνει να το προσέξει. Θα ήταν ο τρόπος του να της πει ότι του είχε λείψει. Είχε όλη τη μέρα να το σκεφτεί και να αποφασίσει. 
  Ο Τζόναθαν το πρόσεξε αλλά ήταν τόσο διακριτικός που δεν είπε τίποτα απολύτως, όσες φευγαλέες ματιές κι αν έριχνε στα χέρια του. Σήμερα του ζήτησε να περάσει ένα πρώτο τρίψιμο στη βάρκα όσο εκείνος θα τελείωνε τα μαστορέματα. Ήταν όλο χαρά γιατί το είχε δαμάσει το μοτέρ και δε σταματούσε να χαράζει νοερά τις διαδρομές της άνοιξης. 
« Εννοείται, στο ρεπό σου, Χάρη, θα έρχεσαι μαζί μου, να ανοιγόμαστε και να περνάμε τη μέρα παρέα. Θα σου πάρω και σένα ένα καλάμι και θα είμαστε έτοιμοι», του είχε πει ίσα με εκατό φορές με τον ενθουσιασμό ενός μικρού παιδιού.
«Μέχρι την άνοιξη, έχουμε καιρό, μη βιάζεσαι», του είπε ο Χάρης και άρχισε να τρίβει με το γυαλόχαρτο το ταλαιπωρημένο υπόλευκο ξύλο, πάντα με το κόκκινο του νύχι να του τραβάει την προσοχή.
«Καλά, δε με πιστεύεις εσύ αλλά να δεις τι ωραία που θα είναι. Πάω να φέρω καμιά μπύρα παγωμένη», είπε και κατέβηκε προσεκτικά από τη βάρκα.
  Ο Χάρης συνέχισε να τρίβει και να σκέφτεται το ζεστό κορμί της Μπράνκα. Χαμένος στις ερωτικές του αναπολήσεις, άκουσε μια πόρτα να κλείνει πίσω του με δύναμη. Γύρισε να δει και του έπεσε το γυαλόχαρτο από το χέρι. Είχε βρεθεί χωρίς να το καταλάβει μέσα στο γραφείο του πατέρα του. Ναι, βέβαια, το αναγνώριζε. Η μεγάλη βιβλιοθήκη που έπιανε όλον τον τοίχο, το μασίφ του ξύλινο γραφείο με τα πολλά συρτάρια, η μολυβοθήκη με τις πένες του και το δοχείο με το μελάνι, τα κάδρα με τα τεράστια καράβια σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, και εκείνη η οικογενειακή φωτογραφία με τον ίδιο μωρό, να δεσπόζει κι αυτή στον τοίχο, γεμάτη σκόνη, όπως και η κοινή τους οικογενειακή ζωή. 
«Τι έγινε, σε τρόμαξα; Αφού σου είπα ότι πήγα να πάρω τσιγάρα από το κιόσκι», του είπε ο πατέρας του.
  Ο Χάρης έμεινε να τον κοιτάζει. Ήταν ο πατέρας του, στο γραφείο του και εκείνος πρέπει να ήταν είκοσι δύο ετών, πάνω που είχε πάρει το πτυχίο του. Φοράει το τζην του παντελόνι και νιώθει τόσο δυνατός μέσα στο νεανικό του σώμα. Σαστισμένος προσέχει το μικρό του δάχτυλο, αλλά δεν είναι βαμμένο το νύχι του. Ο πατέρας του τον προσπερνάει και κάθεται στη δερμάτινη καρέκλα του πίσω από το γραφείο του και ανάβει ένα τσιγάρο. Είναι όπως τον θυμάται. Κοντούλης, με τη φαλάκρα του να γυαλίζει κάτω από το φως, να φοράει εκείνη τη γκρίζα αυστηρή γραβάτα με τα ασορτί μανικετόκουμπα. Του φαίνεται τόσο περίεργο να είναι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του. Του φαίνεται τόσο δύσκολο να είναι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του και να ξέρει ότι θα ακολουθήσει ένας ακόμα πιο ζόρικος διάλογος. 
«Τι έγινε; Φάντασμα είδες;», τον ρωτάει ρουφώντας τον καπνό του και γελώντας δυνατά. «Λοιπόν, ας μη χάνουμε χρόνο, γιατί έχω ραντεβού με την κατασκευαστική εταιρία σε ένα τέταρτο». Έβγαλε από το πρώτο συρτάρι ένα φάκελο και του τον έδωσε. 
«Ένα μικρό ποσό να βγεις να το γιορτάσεις με τους φίλους σου. Δεν παίρνει κάθε μέρα ο γιος μου το πτυχίο του με άριστα. Έχω κανονίσει να φτιάξουν την επιγραφή έξω από βδομάδα για να το συνηθίζουν και οι πελάτες, καταλαβαίνεις. Το όνομά σου θα μπει και στις επαγγελματικές κάρτες. Από το τέλος του μήνα θα έχουν ρυθμιστεί όλες οι λεπτομέρειες. Κανονικά, δε χωράει και δεύτερο γραφείο εδώ μέσα, αλλά θα τα βολέψουμε», του είπε μιλώντας γρήγορα. 


  Ο Χάρης όρθιος, σε στάση άμυνας, έμεινε να κοιτάζει το φάκελο πάνω στο γραφείο και να ακούει τα μεγαλεπήβολα σχέδια του πατέρα του. Δεν ήταν ότι δεν τον νοιαζόταν, αλλά τον ένιωθε μουδιασμένο στον ισόβιο ρόλο του πατέρα. Πάντα ξεγλιστρούσε αυτή η σχέση από το να ριζώσει, σαν να ήταν ένα  νούφαρο. Μεγαλώνοντας, ένιωθε ότι δεν είχε και πολλά να πει μαζί του. Ο ίδιος πάντα αυστηρός, χωρίς να δείχνει τρυφερότητα στο γιο του, τον μάλωνε, είχε πάντα υπερβολικές απαιτήσεις τελειότητας. Ο Χάρης, όπως κι η μητέρα του, τον φοβόταν γιατί ακριβώς όταν χανόταν η μαγική εκείνη επίφαση της επικοινωνίας, ο πατέρας του θα περνούσε στην επίθεση, στην ειρωνεία, στις φωνές. Ενώ δεν είχε βίαια ξεσπάσματα, ήταν εκείνο το βλέμμα του και τα λόγια του που, πάντα, σου έδιναν την εντύπωση ότι στην περίπτωση που δεν έκανες ότι σου έλεγε, ήταν ικανός να σε τιμωρήσει ή να παίξει τόσο πολύ με το μυαλό σου κι έτσι πάντα θα υποχωρούσες αμαχητί. Το ότι θα ακολουθούσε τα χνάρια του και θα γινόταν και αυτός «υπόδειγμα ασφαλιστή» ήταν πάντα αυτονόητο. Θα μάθαινε τη δουλειά κοντά του και θα πληρωνόταν από την πρώτη μέρα που θα περνούσε το πόδι του από το κατώφλι του. Και τώρα, που είχε φτάσει αυτή η στιγμή και το είχε πάρει το ρημάδι το πτυχίο, ένιωθε να πνίγεται λες και του έχουν βαλει το κεφάλι κάτω από το νερό και δεν τον αφήνουν να πάρει ανάσα. Είχε αριστεύσει, είχε τελειώσει τα οικονομικά που του είχαν επιβάλλει και δεν το άντεχε να σκεφτεί ότι θα περάσει την υπόλοιπη ζωή του στο δεύτερο όροφο ενός θλιβερού κτιρίου με αντίστοιχα καταθλιπτικά γραφεία, πασχίζοντας να κλείσει ασφάλειες ζωής, «η μόνη δουλειά που θα σου δίνει πάντα ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι σου».
Ο λόγος του πατέρα του ήταν πάντα το ευαγγέλιο που περνούσε αδιαμαρτύρητα. Στην εταιρία αυτή δούλευε δώδεκα χρόνια και η αλήθεια είναι ότι από τότε που ξεκίνησε είχαν βελτιωθεί πολύ τα οικονομικά της οικογένειας. Το έβλεπε ότι η μάνα του είχε χαλαρώσει λιγάκι από αυτή την έννοια, το δάνειο για το σπίτι ουσιαστικά, αλλά ήταν σαν να είχε εξαγοράσει τη σιωπή της σε όλα τα θέματα. Η παντοδυναμία του περνούσε και στο γιο του, που χωρίς να ξέρει πώς να τον μεταχειριστεί, τον χειριζόταν με τον τρόπο του και προσπαθούσε να τον μετατρέψει σε μια μικρογραφία του. Σήμερα είχε οπλιστεί με το όλο θάρρος που είχε στην ηλικία αυτή των είκοσι ετών για να τον αντιμετωπίσει. Το θυμόταν πόσο μπλεγμένος κόμπος ήταν το στομάχι του όταν ανέβαινε τα σκαλιά του κτιρίου. Ήθελε να του μιλήσει ανοιχτά για πρώτη φορά, ίσως, στη ζωή του για κάτι που τον αφορούσε και τον έκαιγε. Το μέλλον του. Είχε φτιάξει ένα μονόλογο για να του απαγγείλει με δραματικά σημεία που ήθελε να τονίσει και, όσο κι αν ζοριζόταν και φοβόταν τις αντιδράσεις του και  και τις εκρήξεις του, ήθελε να το φτάσει στο τέρμα του. Έπρεπε να του μιλήσει για τα σχέδιά του για εκείνη τη σχολή αρχιτεκτονικής  που είχε βρει  στην Ευρώπη και τα μαθήματα ξεκινούσαν σε δύο εβδομάδες, πριν βάλει ονόματα σε ταμπέλες και επαγγελματικές κάρτες. Έπρεπε να του μιλήσει για το πόσο αγαπούσε το σχέδιο και τις πόλεις και τα κτίρια. Έπρεπε να βρει τη δύναμη να του πει ότι μέχρι τώρα έκανε ό,τι του ζητούσε και ότι ήταν πια μεγάλος άντρας για να πάρει τη ζωή του στα χέρια του.  Έπρεπε.

THE VOLUNTEER 4: CONVERSATION WITH THE FATHER (PART ONE)

  That first dive into the past shocked him. It shook foundations within him well built. The distance between going back with your memories that might have faded and literally going back and relive these scenes was enormous. As much as he was afraid of it, every single word that the guys with the masks in suits had told him was true and he knew that this was only the beginning. He could not stop. He could not be prepared for any of the scenes that would follow. As much as he wanted to share it with Branca, he didn’t tell her anything. He kept it deep inside him. Needless to say that he himself was struggling to believe it.  And that period, only at the Sierra he found himself alone with his thoughts and that was convenient. The last few weeks he was busy at the house. He was helping Jonathan repair an old boat that was at the garage for many years. He had this idea of fixing the engine, refresh the color and as soon as soon as the spring would come, he would go for fishing at the Tranquilo Lake. Harry had no idea of boats and repairing. He mostly kept Jonathan company and followed his instructions always with a cold beer, which Jonathan kept at the small fridge under the stairs by the entrance, behind the twins’ bicycles.
  It was the period when Branca was moody and did not come to his room. He found her stuff at the most peculiar places in the room. His latest find was a deep red nail polish by the window, behind the curtains. He spontaneously smiled looking at it. Following a weird impulse he opened it and painted the nail of his right’s hand small finger. How on earth did the women handle these things! Except the nail, the color spread in the finger as well. He looked at it and decided not to take it off. He wanted to be with her that day and he didn’t give a damn about the strange looks that would attract. He smiled thinking that it would be a great idea to pass by the bar before going  to work to see her and make her notice it. It would be his way of telling her that he missed her. He had all day to think about it and decide.
  Jonathan noticed it but he was too discreet to say anything, no matter how many quick looks he took at his hands. Today he asked of him to roughly rub the boat while he would finish the repairings. He was happy because he had managed to fix the engine and he could not stop mapping the spring routes with his mind. 
“Of course, Harry, on your day off, you will come with me fishing and spend the day together. I will buy you a fishing rod and we will be all set”, he had told him up to a thousand times with the enthusiasm of a small child.
“We have time until the spring comes, take it easy”, Harry told him and started rubbing the worn off- white wood with the sandpaper, always with his red fingernail attracting attention. 
“Have it your way, you don’t believe me but you’ll see, it is going to be great. I will go get us some cold beer”, he said and carefully got off the boat. 
  Harry continued rubbing the boat and thinking Branca’s warm body. While he was lost in his erotic memories, he heard a door slamming behind him. He turned around and the sandpaper fell off his hand. He was found, without realizing it, in his father’s office. Yes, of course, he recognized it. The large library across the wall, his wooden desk with so many drawers, his pencil holder with his pens and the inkwell, the frames with the boats in rough sea and that family photo with himself as a baby dominating the wall, full of dust like their common family life. 
“What happened? Did I scare you? But I told you that I was going to get my cigarettes from the kiosk”, his father told him. 
  Harry was standing still looking at him. He was his father, in his office and Harry must have been twenty two years old, short after he had graduated. He is wearing his pair of jeans and he is feeling so strong in his young body. He looks at his small fingernail but it is not painted. His father walks past him and sits in the leather chair behind his desk and lights a cigarette. He looks exactly the way Harry remembered him. Short, with his baldness shining under the light, wearing that strict gray tie with the matching cufflinks. It seems so strange to be in the same room with him. It seems so difficult to be in the same room with him and know that an even more difficult dialogue will follow.
“What’s wrong? Did you see a ghost?” he asks him as he inhales the smoke laughing out loud. “So, let’s not waste any time, because I have an appointment with the construction company in fifteen minutes.” He took an envelope from the first drawer and gave it to him. 
“A small amount to go out and celebrate with your friends. It’s not every day that my son graduates with distinction. I have arranged for the sign outside to be fixed with your name on it next week, so the customers get familiar with it, you know. Your name will also be in the business cards. By the end of the month, all the details will be arranged. Under normal circumstances a second desk will not fit in here, but we will manage it”, he said talking fast. 

  Harry, standing still defensively, stared at the envelope on the desk and listened to his father’s ambitious plans. He cared for him but Harry felt him numb in the lifelong role of the father. This relationship always slipped away instead of growing roots, as if it were a water lily. As he was growing older, he felt like he didn’t have much to tell him. He was always strict, without showing any affection to his son, he scolded him, having too many perfection expectations out of him. Harry, just like his mother, was afraid of him because when the magic facade of communication was lost, his father would go offensive, he would be ironic and he would yell. While he did not have any violent outbursts, it was his look and his words that always gave you the impression that if you didn’t do what he told you, he was capable of punishing you or playing so much with your mind that you eventually would back down. The fact that Harry would follow his footsteps and become a “model insurer” was always clear. He would learn the job by his side and he would get paid from day one. And now that he had finally got his diploma, he felt as if he was drowning, having his head underwater with no air left in him. He had succeeded, he had his diploma in economics which had been imposed on him and he could not bear to think that he would spend the rest of his life on the second floor of a depressing building with other depressing offices struggling to make life insurance policies, “the only job that will serve a plate with food on your table.”
The words of his father were the ultimate truth without any protest. He worked in this firm for twelve years now and, to be honest, the financial of the family had improved. He could see his mum being more relaxed concerning the loan of the house actually, but it was as if he had bought her silence on all the other matters. His power passed on his son whom, without knowing how to handle him, he manipulated him and tried to turn him into his own miniature. Today Harry was full of courage for a man of twenty years old to confront him. He remembered how tight his stomach was as he went up the stairs of the building. He wanted to talk to him for the first time perhaps in his life for something that was crucial. His future. He had prepared a monologue with all the dramatic features and however hard he found it and no matter how afraid he was of his father’s reactions, he was determined to take it all the way. He had to talk to him about his plans for that architecture school in Europe, whose lessons would start in two weeks before he put any names on the door and on the business cards. He had to talk to him about his love for drawing, cities and buildings. He had to find the strength to tell him that up till now he did whatever his father wanted and it was now the time to get hold of his life. He had to. 

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

O ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 3: Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

  

Είχαν περάσει περίπου δύο εβδομάδες από τα γεγονότα της Ταμαρίνια. Ο Χάρης επέστρεφε πάλι στους ρυθμούς της καθημερινής του ρουτίνας. Πήγαινε για τρέξιμο τα απογεύματα, πριν πάει για δουλειά, έτρωγε με τη Σύλβια, αν την πετύχαινε σπίτι και δεν ήταν στον κήπο της, άκουγε τους δίσκους του σε εκείνο το ταλαιπωρημένο πικ-απ, κοιμόταν με την Μπράνκα, έκαναν έρωτα τα μεσημέρια που σχολούσε, τον σέρβιρε την μπύρα του στο ρεπό του και πήγαινε να τον βρει πάλι στο δωμάτιό του, και φυσικά περνούσε τα βράδια του στη Σιέρρα, προσέχοντας ένα άδειο και ψυχρό ερευνητικό κέντρο. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο είχε πειστεί ότι εκείνο το μεσημέρι, στον κλειστό σταθμό του μετρό, ήταν ένα παραλήρημα της φαντασίας του, το πιο πιθανό προερχόμενο από την κούραση και τη νύστα. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει με τη λογική και για αυτό ένα μεγάλο κομμάτι του είχε ανακουφιστεί για τις ήσυχες μέρες και νύχτες που είχαν ακολουθήσει. Είχε βιαστεί όμως να καθησυχαστεί.
  Η πρώτη του επιστροφή στο παρελθόν συνέβη ένα απόγευμα που είχε πάει για τρέξιμο στο πάρκο κοντά στο σπίτι. Είχε φύγει, αφήνοντας την Μπράνκα με μούτρα. Είχε ξεκινήσει πάλι εκείνη την κουβέντα περί συμβίωσης. Την είχε κουράσει να ζει σε ένα δωμάτιο κλεισμένη και να τον περιμένει, είχε βαρεθεί να πηγαίνει μόνο εκείνη στο δωμάτιό του και δεν καταλάβαινε γιατί δεν αποφάσιζε να ζήσει μαζί της σε ένα μεγαλύτερο χώρο, σε μια γειτονιά πιο κοντά στο κέντρο. Δεν άντεχε να την ακούει να γκρινιάζει. Όσο αισθησιακή ήταν στις καλές της, τόσο γυναικούλα του φαινόταν τότε. Της εξηγούσε ότι ήταν μια χαρά έτσι, ότι όλοι είναι μόνοι τους κατά βάθος και το να μένουν μαζί θα ήταν καταστροφικό και δε θα λειτουργούσε. 
«Μα δε σε καταλαβαίνω, Χάρη. Σου λέω ότι έχω κουραστεί με αυτόν τον τρόπο ζωής και θέλω κάτι παραπάνω και εσύ τι κάνεις για αυτό;»
«Θα πάω για δύο γύρους τρέξιμο στο πάρκο γιατί θα τσακωθούμε και δε θέλω», απαντούσε συνήθως και έφευγε. Ο ίδιος δεν είχε καταλάβει αν πίστευε έστω και μια λέξη από όσα της έλεγε. 
Και σήμερα τα έφερνε στο μυαλό του πάλι. Δεν ήθελε να δεσμευτεί όπως εκείνη. Καλά δεν περνούσαν; Τι παραπάνω ζητούσε; Ήταν σίγουρος ότι, όταν γυρνούσε στο δωμάτιο, η ίδια θα είχε φύγει. Θα του κρατούσε μούτρα λίγες μέρες και μετά θα επέστρεφε στο κρεβάτι του. Μια διαδικασία που ήταν ίδια και απαράλλακτη, δουλεμένοι διάλογοι που τους είχαν αποστηθίσει για την παράσταση κάθε φορά. Σταμάτησε να κάνει ένα διάλειμμα στον κορμό ενός δέντρου. Έγειρε πάνω του και πήρε βαθιές ανάσες, καθώς ο ήλιος τους απογεύματος του έκαιγε το πρόσωπο. Ένιωσε ξαφνικά τον κορμό να υποχωρεί, σαν να υπήρχε μια πόρτα, την οποία ο Χάρης δεν είχε δει, και άνοιξε απότομα. Έχασε την ισορροπία του κι άρχισε να κυλάει σε ένα σκοτεινό τούνελ, χωρίς να νιώθει τα τοιχώματά του. Σαν να έπεφτε σε μια μαύρη τρύπα, σαν μια άλλη Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. 
 
Προσγειώθηκε, πέφτοντας άγαρμπα σε ένα δωμάτιο. Ήταν ένα σαλόνι με έναν μεγάλο καναπέ με πράσινα βελούδινα μαξιλάρια , ένα τραπέζι γεμάτο μαρκαδόρους και χαρτιά, αμέτρητα αυτοκινητάκια στο πάτωμα. Στον τοίχο υπήρχαν κορνίζες με κεντημένες μαρκησίες και δούκες στα δάση ή άμαξες δίπλα σε ειδυλλιακές γέφυρες. Ο Χάρης ήταν ξαπλωμένος σε μια γωνία κοντά στην εξώπορτα, με ένα μαύρο μαρκαδόρο στο χέρι και ένα χαρτί μπροστά του. Όσο και αν δεν μπορούσε να το πιστέψει, να που είχε συμβεί. Είχε ταξιδέψει σε ανύποπτη στιγμή πίσω στο χρόνο. Δεν φορούσε τα αθλητικά του και την μουσκεμένη από τον ιδρώτα μπλούζα του, αλλά ένα μόνο ένα μπλε σορτσάκι με τον Σούπερμαν στην κωλότσεπη. Δροσίζεται εκείνο το ζεστό απόγευμα στο πατρικό του σπίτι. Νιώθει πάλι μικρός στο μικρό του σώμα. Κοιτάζει τα μουτζουρωμένα χέρια του. Ναι, είναι παιδικά. Νιώθει πάλι έξι χρονών σε αυτό το σπίτι με τα πράσινα μαξιλάρια που σιχαινόταν και τα κάδρα-κειμήλια που είχε κεντήσει η γιαγιά του. Είναι πάλι έξι χρονών και αρχίζει να θυμάται πολύ καλά αυτό το απόγευμα, που είχε κρυφτεί ακόμα καλύτερα κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού του. Θυμάται ότι έχει φύγει η γειτόνισσα, που περνάει να του ρίξει μια ματιά και να τον ταΐσει το φαγητό της μαμάς του. Είναι ηλικιωμένη και βαριέται να παίζει μαζί του. Μένει από κάτω, το όνομά της είναι Αιμιλία και έχει μουστάκι και μυρίζει γριά. Τον μαλώνει πάντα που δε μαζεύει τα παιχνίδια του και δεν την αγαπάει. Θυμάται που ζωγραφίζει έναν σκίουρο πάνω σε έναν κορμό δέντρου στο δάσος. Τώρα που το ξαναβλέπει, όμως, μέσα από τα ενήλικά μάτια του, τού φαίνεται ότι είναι η μεγαλύτερη μουτζούρα του κόσμου.  
  Και ξαφνικά μπαίνει εκείνη. Μπαίνει η μαμά του και η καρδιά του πάει να σπάσει. Είναι η μητέρα του, νέα, κάτω από τριάντα. Φοράει εκείνο το μπλε φόρεμα με τα μεγάλα λουλούδια και τον άσπρο γιακά στο λαιμό. Τα μαλλιά της δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα και τα έχει πιασμένα πίσω. Του κόβεται η ανάσα. Πόσο όμορφη δείχνει! Στο μυαλό του είχε πάντα την εικόνα της τα τελευταία χρόνια, που μεγάλωνε και βάραινε και γινόταν σαν την ηλικιωμένη κυρία Αιμιλία. Τα άσπρα της μαλλιά, οι ρυτίδες, η δυσκολία στο περπάτημα, το σώμα της που είχε κρεμάσει, όλα του φώναζαν ότι η μάνα του είχε μεγαλώσει όπως και εκείνος. Σε κάθε του ταξίδι την έβρισκε όλο και πιο ταλαιπωρημένη, όλο και πιο κουρασμένη από την ζωή ουσιαστικά και τις φθορές της. Η τελευταία εικόνα δική της, που του είχε χαραχτεί στο μυαλό, ήταν στο νοσοκομείο με τόσα καλώδια και ορούς να κρέμονται από πάνω της. Και τώρα να τη, τόσο νέα και όμορφη και μυρωδάτη και δροσερή! Την παρατηρεί καθώς μπαίνει, αφήνει τα κλειδιά της στο τραπεζάκι και τον κοιτάζει στα μάτια με ένα τεράστιο χαμόγελο αφοπλιστικό. 
«Πού είναι το αγοράκι μου; Πού είναι ο Χαρούλης μου;» και απλώνει τα χέρια της για να τoν αγκαλιάσει. 
Ο Χάρης σηκώνεται και τρέχει αμέσως κοντά της. Χάνεται μέσα στην αγκαλιά της, ρουφάει αχόρταγα τα φιλιά της και το άρωμά της. Πόσο του είχε λείψει και δεν το είχε ομολογήσει ούτε στον εαυτό του όλα αυτά τα χρόνια!
Όταν εκείνη αποτραβιέται, κοιτάζει το μικρό χάος γύρω της. 
«Πάλι δεν έχεις μαζέψει τα παιχνίδια σου βρε Χάρη; Πόσες φορές θα το πω; Tόσο δύσκολο είναι πια;», του λέει έντονα και αρχίζει να μαζεύει ένα-ένα τα αυτοκινητάκια και τους μαρκαδόρους. 
  Και όσο την παρατηρεί καλύτερα, αρχίζει και το διακρίνει. Βλέπει ότι είναι κουρασμένη, βλέπει τις μπλε φλεβίτσες να πετάγονται πίσω από τα γόνατά της, μυρίζει τον καφέ και το τσιγάρο στα μαλλιά της και την ανάσα της, θυμάται ότι δουλεύει πάντα υπερωρίες στο κατάστημα με τα υφάσματα γιατί υπάρχει το δάνειο του σπιτιού, είναι νέα αλλά έχει το άγχος μιας γυναίκας που πρέπει να τα καταφέρει. Την παρατηρεί μέσα από το σώμα ενός παιδιού, αλλά με τη ματιά ενός ενήλικα.
Ο Χάρης δε μιλάει και συνεχίζει να παίζει τώρα με τα αυτοκινητάκια του, πριν η μαμά του τα βάλει στο κουτί των παιχνιδιών. Όταν τελειώνει με αυτά, μαζεύει τους μαρκαδόρους και τσαλακώνει το χαρτί με τη ζωγραφιά του μικρού. Όταν ο Χάρης το βλέπει, βάζει τα κλάματα. 
«Γιατί την τσαλάκωσες; Το είχα φτιάξει για σένα. Είναι ένας σκίουρος πάνω στον κορμό του», της φωνάζει μες στα αναφιλητά του. Τα δάκρυά του κυλάνε στα μάγουλά του, η λεπτή του φωνή τρέμει και νιώθει ότι τον πνίγει ένα τεράστιο παράπονο, λες κι όλη η αδικία του κόσμου έχει πέσει πάνω του και δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα. Η μαμά του τον παίρνει στην αγκαλιά της και προσπαθεί να τον ηρεμήσει. 
«Ναι, μωρό μου, έχεις δίκιο. Μα πώς δεν το είδα; Είναι ένας παιχνιδιάρης σκίουρος πάνω σε έναν κορμό δέντρου. Συγγνώμη που στο τσαλάκωσα. Να τι θα κάνουμε όμως, θα το βάλουμε κάτω από το μεγάλο και βαρύ λεξικό να ισιώσει και μετά θα το κορνιζάρω, αφού είναι μια ζωγραφιά μόνο για μένα. Πολύ σε ευχαριστώ, Χαρούλη μου», του λέει καθώς τον πνίγει στα φιλιά και τώρα το βλέπει καθαρά ότι ένα δάκρυ είναι έτοιμο να κυλήσει από τα δικά της μάτια, κάτι που δε θυμόταν στην αρχική βερσιόν της ιστορίας. Του φαίνεται τόσο, μα τόσο, περίεργο να το ξαναζεί όλο αυτό, μια ανάμνηση που του είχε μείνει χαραγμένη ως ένα παράπονο. Η ζωγραφιά που παραλίγο να πεταχτεί, μια λεπτομέρεια από την παιδική του ηλικία που της το κρατούσε, ενώ τώρα έβλεπε άλλα, τόσο πιο πολύ σημαντικά πράγματα. Την έσφιγγε κι εκείνος στη μικρή του αγκαλιά και έκλαιγε γοερά σαν ένας πεισματάρης και εγωιστής γίγαντας, ως ένα εξάχρονο μικρό αγόρι που ήθελε να γίνει το δικό του ενώ δε μάζεψε ποτέ τα παιχνίδια του χωρίς να την εκνευρίσει. 
  Όσο την έσφιγγε, η αγκαλιά της γινόταν όλο και πιο σκληρή και άκαμπτη. Το άρωμα της εξαφανιζόταν και το μαλακό της νεανικό της δέρμα κρυβόταν κάτω από κάτι που θύμιζε ξύλο. Άνοιξε τα μάτια του και είδε τον εαυτό του να αγκαλιάζει τον κορμό εκείνου του δέντρου στο πάρκο. Τα μάτια του ήταν υγρά από τα κλάματα και ένα ζευγάρι που έκανε ποδήλατο τον προσπέρασε, κοιτάζοντάς τον περίεργα. Αμέσως σκούπισε τα μάτια του και απομακρύνθηκε από το δέντρο. Το σοκ αυτής της εμπειρίας ήταν ασύλληπτο. Είχε γυρίσει πίσω στην παιδική του ηλικία, είχε τρυπώσει στο εξάχρονο σώμα του και τα έχασε μπροστά στη μητέρα του. Τα έχασε και δε βρήκε το θάρρος να της πει τόσα πολλά που τώρα, καθώς γύριζε σπίτι, του έρχονταν σα χείμαρρος. Τώρα δεν τον έπνιγαν τα δάκρυα, αλλά οι λέξεις και τα λόγια που δεν της είχε πει. Δε βρήκε το θάρρος να της πει ότι είναι πανέμορφη και ότι το ήξερε ότι κουραζόταν πολύ σε εκείνη τη δουλειά που απεχθανόταν κι ότι την έκανε μόνο και μόνο για να βοηθάει τα οικονομικά του σπιτιού, ότι το ήξερε ότι προσπαθούσε να τα βολεύει όλα με τον καλύτερο τρόπο και ότι λυπόταν που την ταλαιπωρούσε με τις δικές του αταξίες. Δεν της είπε ότι για εκείνον ήταν η καλύτερη μαμά του κόσμου. Πόσο το μετάνιωνε που δεν μπόρεσε να τρυπώσει όπως ήθελε στο παρελθόν του και να αλλάξει τη σπαραξικάρδια σκηνή. Σάστισε όμως τόσο πολύ, τον πήρε μαζί του αυτό το δυνατό κύμα της συγκίνησης και τον χτύπησε ανελέητα.

Τα δάκρυά του στέγνωσαν μέχρι να πάει στο δωμάτιό του. Είχε γίνει πάλι ο δυνατός, σκληρός ενήλικας.  Πόσο θα ήθελε να το μοιραστεί με την Μπράνκα, αλλά ήξερε ότι δε θα την έβρισκε στο δωμάτιό του…
SaveSave