Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα future. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα future. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 6: ΤΟ ΣΟΥΤΙΕΝ ΤΗΣ ΑΝΝΑΜΠΕΛ


«Βγήκε καλή;» ρώτησε η Σύλβια, κόβοντας ταυτόχρονα και το δικό της κομμάτι.
«Μη ρωτάς τα αυτονόητα. Πάντα βγαίνει καλή», της απάντησε ο Χάρης μπουκωμένος.
«Πρόσεχε βρε λαίμαργε, καίει ακόμα», του είπε η Σύλβια κολακευμένη.
«Αυτό είναι κάτι που δε με εμποδίζει και στο έχω αποδείξει», της είπε και σέρβιρε λίγο καφέ στα φλιτζάνια τους. 
Ήταν Κυριακή πρωί και το σπίτι ήταν ακόμα ήσυχο. Η μυρωδιά της μηλόπιτας θα έφερνε σε λίγο τα δίδυμα και τον Τζόναθαν που θα στριμώχνονταν να σερβιριστούν. Η Μπράνκα κοιμόταν πάντα βαριά και ούτε η πίτα της Σύλβια δεν ήταν ικανή να τη σηκώσει από το κρεβάτι.  Ήδη το κομμάτι της ήταν στο μικρό κίτρινο πιατάκι και θα της το πήγαινε ο Χάρης σε λίγο. Του άρεσε να κουβεντιάζει με τη Σύλβια τα πρωινά αυτά, όπου άκουγες και τον παραμικρό θόρυβο του σπιτιού. Ο ρυθμικός ήχος του ψυγείου, τα τριξίματα των παλιών σωληνώσεων, ο ήχος από τα μηχανάκια που περνούν στο δρόμο, το νερό που είναι έτοιμο στο βραστήρα, σαν να έπαιρναν μέρος στις, έτσι και αλλιώς σύντομες, συζητήσεις του Χάρη. Τη Σύλβια τη συμπαθούσε. Ήταν πάντα με μια ζεστή κουβέντα κι ένα τσιγάρο στο στόμα. Όλο έλεγε ότι θα το κόψει αλλά ποτέ δεν το προσπαθούσε. Ήταν πολύ προσεκτική στα λόγια της και είχε πολύ ωραίο χιούμορ.
« Πώς πάει η βάρκα; Τελειώνει η αναστήλωση; Με ζαλίζει τα βράδια για την ανοιξιάτικη περιοδεία σας», τον ρώτησε ανάβοντας ένα τσιγάρο.
«Είναι σχεδόν έτοιμη, από ότι καταλαβαίνω», της είπε καθώς μάζευε με το δάχτυλό του τα τελευταία ψίχουλα από την πίτα και τα έγλειφε.  
«Ούτε κι εκείνος καταλαβαίνει πολλά, μόνο τη φυγή θέλει, όπως κι εσύ κατά βάθος», του είπε συνωμοτικά και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια, φυσώντας δαχτυλίδια καπνού.
Ο Χάρης της χαμογέλασε αμήχανα και σηκώθηκε με το κομμάτι της Μπράνκα. Κυριακή σήμαινε χουζούρι. Οι σχέσεις τους είχαν αποκατασταθεί για άλλη μια φορά και απολάμβανε το ζεστό της κορμί και τα μεσογειακά της καπρίτσια, μέχρι τον επόμενο αντίστοιχο καυγά. Ευχαρίστησε τη Σύλβια για τη μηλόπιτα και την άφησε να κοιτάζει τα χαρτάκια  με τις γιαπωνέζικες φράσεις που της υπαγόρευαν οι φοιτητές. Τώρα πλέον τις έγραφε για να τις θυμάται αλλά και πάλι δυσκολευόταν να τις συγκρατήσει. 
Είχε περάσει περίπου ένας μήνας από το τελευταίο ταξίδι στο χρόνο. Ο Χάρης είχε δυσκολευτεί πολύ να δεχτεί το πώς χειρίστηκε το θέμα με τον πατέρα του. Τον έτρωγε που έφτασε η κατάσταση μέχρι εκεί και ένιωθε το ίδιο μετέωρος με πριν. Αυτή τη φορά και περισσότερο γιατί, από εδώ και πέρα, δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για το παρελθόν του. Δεν ήξερε τι είχε συμβεί μετά, άρα δεν ήξερε πώς είχε κυλήσει η ζωή του μέχρι σήμερα. Από τη μια ανυπομονούσε για την επόμενη επιστροφή για να δει την εξέλιξη, αλλά από την άλλη ήταν τρομοκρατημένος για τις αντιδράσεις του πλέον. Ήταν σαν να συγκατοικούσε στο σώμα του με κάποιον που δε γνώριζε καθόλου πια και όλο αυτό του δημιουργούσε φοβερή ανασφάλεια. Φοβόταν τον εαυτό του για τα λάθη που είχε  κάνει σε όλες τι διαστάσεις του χρόνου. Συνέχιζε την καθημερινότητά του αλλά το μυαλό του ήταν αλλού τις περισσότερες φορές. Έβρισκε παρηγοριά στην επαφή με την Μπράνκα αλλά και πάλι δεν μπορούσε να μοιραστεί μαζί της τίποτα από όλα αυτά. 
Άνοιξε την πόρτα του δωματίου προσεκτικά για να μην την ξυπνήσει. Άκουγε τη ρυθμική της αναπνοή. Ξεντύθηκε, άφησε το πιάτο με τη μηλόπιτα στο κομοδίνο και ξάπλωσε δίπλα της. Της χάιδεψε απαλά την πλάτη και τότε εκείνη, σαν επιδέξια γάτα, γύρισε νωχελικά προς το μέρος του και άνοιξε τα μάτια της. Ο Χάρης σάστισε τόσο πολύ που παραλίγο να πέσει από το κρεβάτι. Όσο απίστευτο κι αν του φαινόταν, είχε γυρίσει πίσω στο χρόνο. Από τη μια στιγμή στην άλλη, το δωμάτιο αυτό δεν ήταν το δωμάτιό του. Από μέσα ακούγονταν τραγούδια δυνατά και φωνές αγοριών και κοριτσιών. Ο ίδιος ήταν δεκατεσσάρων χρονών και η γυναίκα στο κρεβάτι του δεν ήταν η Μπράνκα, αλλά η Άνναμπελ, ο παιδικός του έρωτας. Είναι στο πάρτι γενεθλίων της και είναι στο κρεβάτι της!
Πώς τη θυμόταν αυτή τη βραδιά! Μετρούσε τις μέρες στο σχολείο να έρθει το Σάββατο. Η Άνναμπελ, το πιο όμορφο κορίτσι της τάξης του, που το πολιορκούσαν όλοι αλλά εκείνη είχε μάτια μόνο για το Χάρη, με τα σπυράκια και τις ατελείωτες φαντασιώσεις ενός εφήβου. Μικροκαμωμένη, με ξανθά μαλλιά και λίγες φακίδες και, φυσικά, ένα υπέροχο κορμί που τον βασάνιζε τα βράδια. Είχε καλέσει όλη την τάξη στο σπίτι της. Θα έλειπαν οι γονείς της  και παρών θα ήταν μόνο ο μεγαλύτερος αδερφός της να επιβλέπει την κατάσταση. Θυμόταν ότι είχε δυσκολευτεί μπροστά στον καθρέπτη να στρώνει τα έτσι και αλλιώς ατίθασα μαλλιά του, να παρφουμαρίζεται και να διαλέγει το σωστό πουκάμισο. Ήθελε να της αρέσει , ήθελε να τη σφίξει όταν θα χορεύανε στα σκοτεινά, ήθελε να τη φιλήσει παραπάνω από τα φιλιά που δίνανε στο άδειο γυμναστήριο στο σχολείο, ήθελε να την αγγίξει, ήθελε να κάνει τόσα πολλά που φανταζόταν τα βράδια και τον κρατούσαν ξάγρυπνο και με καρδιοχτύπια. Και φυσικά οι ίδιες ακριβώς εικόνες ήταν και το πρώτο πράγμα που σκεφτόταν όταν άνοιγε τα μάτια του τα πρωινά. Το σώμα του είχε ξυπνήσει μαζί της και ήθελε να εκμεταλλευτεί αυτήν τη βραδιά, έστω και με το φόβο του μεγάλου της αδερφού. Ήθελε να πάει ένα βήμα παραπάνω αυτή τη φορά.
Και είχε φτάσει η μεγάλη στιγμή που χτύπησε το κουδούνι της και η Άνναμπελ, πιο όμορφη από ποτέ, άνοιξε την πόρτα και του είπε να περάσει. Φορούσε ένα σιέλ φόρεμα και ανατρίχιασε όταν είδε το λευκό της σουτιέν να διαγράφεται κάτω από το λεπτό ύφασμα. Τα εφηβικά της στηθάκια ήταν εκεί και τον προκαλούσαν. Πέρασε στο σαλόνι και ήδη είχαν φτάσει αρκετοί συμμαθητές του που χόρευαν κάτω από τα πολύχρωμα μπαλόνια που είχαν μείνει μετέωρα στο ταβάνι. Ο αδερφός της ήρθε να τον χαιρετήσει και η Άνναμπελ του σέρβιρε έναν μηλίτη, τον οποίο ο Χάρης βρήκε πολύ κοριτσίστικο αλλά υποκρίθηκε τον ενθουσιασμένο για να την κάνει να νιώσει όμορφα. Χόρεψε, γέλασε, έφαγε τυροπιτάκια και τραγούδησε το τραγουδάκι όταν έσβηνε τα κεράκια της στην ολόλευκη τούρτα. Ήταν πάλι πιτσιρίκος και απολάμβανε πραγματικά την έξαψη που ένιωθε, αυτή τη φλόγα που, αν καθυστερούσαν λίγο ακόμα τα μπλουζ, θα τον έκαιγε ειδικά εκεί ανάμεσα στα πόδια του. 
Την αγκάλιασε σφιχτά και άρχισαν να χορεύουν ένα τραγούδι της εποχής. Τα μαλλιά της μύριζαν άνοιξη και όσο την κρατούσε στο στέρνο του και ένιωθε το στήθος της να κολλάει πάνω του, τρελαινόταν από πόθο πρωτόγνωρο που δεν μπορούσε να διαχειριστεί. 
«Μπορούμε να μείνουμε μόνοι για λίγο να σου δώσω το δωράκι σου;” τη ρώτησε δειλά, έχοντας τον αδερφό της απέναντί τους.
«Μμμμ, ναι για λίγο, μπορούμε να ανέβουμε στο δωμάτιό μου», του ψιθύρισε συνωμοτικά στο αυτί.
Δεν κοίταξε καν το δωμάτιο γιατί επιτέλους ήταν μόνος μαζί της. Δεν πρόσεχε τίποτα άλλο παρά το λευκό της σουτιέν. Η καρδιά του ένιωθε ότι θα έσκιζε το πουκάμισό του. Τα χέρια του είχαν ιδρώσει, καθώς έβγαζε από την τσέπη του ένα ταλαιπωρημένο κουτάκι. Της φόρεσε στο λεπτό της καρπό ένα βραχιολάκι που χαιρόταν που ξαναέβλεπε τώρα γιατί το είχε ξεχάσει με τα χρόνια. Ήταν μια διακριτική αλυσίδα με μια κόκκινη πασχαλίτσα κοντά στο κούμπωμα. Θυμόταν ότι φύλαγε το χαρτζιλίκι του για να της το πάρει. Η Άνναμπελ ενθουσιάστηκε και τον φίλησε. Αχ, τι ωραία αίσθηση είχε αυτό το φιλί της! Τα χείλη της ήταν βελούδινα και η γλώσσα της γατίσια και λίγο αδέξια. Η αγκαλιά κράτησε παραπάνω από όσο συνήθιζαν και την οδήγησε στο κρεβάτι της. Παραμέρισε λίγο τα φουσκωτά της μαξιλάρια, τι περίεργο να έχει τόσα ενώ ο ίδιος είχε μόνο ένα στο κρεβάτι του, και την έσφιξε στην, έτοιμη να εκραγεί, αγκαλιά του χωρίς να σταματήσει αυτά τα φιλιά που τον αναστάτωναν λες και τον περνούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Τα χέρια του πέρασαν από τα μαλλιά της και τα μάγουλά της κι άρχισαν να κατεβαίνουν στο λαιμό της και να νιώθουν το ζεστό της δέρμα. Τη φιλούσε και η εικόνα του λευκού της σουτιέν στο μυαλό του τον προκαλούσε. Ήθελε να της χαϊδέψει τα μικρά της στήθη και να ανοίξει το σουτιέν, το εμπόδιο που έμπαινε ανάμεσα τους. Τα δάχτυλά του γλίστρησαν στο σεμνό της ντεκολτέ και άκουσε έναν μικρό αναστεναγμό. Και το δικό της το σώμα είχε ηλεκτριστεί όσο και το δικό του. Της ξεκούμπωσε τα δύο κουμπάκια κοντά στο γιακά και τα δάχτυλά του τώρα τρύπωσαν στο σώμα της. Πόσες βραδιές το είχε φανταστεί αυτό και πόσες φορές τα χέρια του κατέβαιναν στο ατίθασο όργανο της ανεξέλεγκτης του σεξουαλικότητας! Και τώρα το ζούσε και δε χόρταινε αυτή τη γλυκιά αίσθηση. Στην πραγματικότητα, ο Χάρης είχε σταματήσει εκεί και δεν είχε προχωρήσει. Το σουτιέν της Άνναμπελ είχε παραμείνει το φυσικό της απόρθητο οχυρό. Πολλές φορές είχε ξαναγυρίσει στη μνήμη του ο κοινός τους φόβος για τον μεγαλύτερο αδερφό που τριγύριζε στο σπίτι ή απλά η δική του δειλία. Τώρα όμως ήταν ένας άντρας στο κορμί ενός δεκατετράχρονου που ξαναζεί αυτή τη μαγική στιγμή με την πιτσιρίκα που είχε ερωτευτεί για πρώτη φορά. Ναι , δεν υπήρχε περίπτωση να δειλιάσει. Για μια στιγμή μόνο αμφιταλαντεύτηκε ως προς το ηθικό κομμάτι, γιατί στην πραγματικότητα ήταν όντως ένας ενήλικας στο κρεβάτι με μια ανήλικη, αλλά αυτός ο προβληματισμός πρέπει να κράτησε πολύ λίγο. Δεν όριζε η λογική το σώμα και τις κινήσεις του.
Τα δάχτυλά του σύρθηκαν απαλά στη πλάτη της και σταμάτησαν στην κόπιτσα του σουτιέν. Θα σταματούσε αν τον σταματούσε, αλλά κι η ίδια φαινόταν να θέλει τα χάδια του όσο κι αυτός. Η κόπιτσα δεν του αντιστάθηκε και τα σφιχτά της στήθη έμειναν ελεύθερα για να τα αγγίξει. Υπέροχα, σαν άγουρα μικρά εξωτικά φρούτα στα χέρια του. Φίλησε τις σκληρές της ρώγες, καθώς εκείνη τον έσφιγγε στην αγκαλιά της και τον χάιδευε αμήχανα στην πλάτη και το στέρνο. Το σώμα του είχε πάρει φωτιά και ήξερε ότι δε θα μπορούσε να ελέγξει τίποτα για πολύ ακόμα. 
Ξαφνικά, η Άνναμπελ, πάγωσε. «Πρέπει να ανεβαίνει ο αδερφός μου», είπε και τινάχτηκε κι άρχισε να κουμπώνεται και να φτιάχνει το φόρεμά της. Ο Χάρης με τα μάγουλά του αναψοκοκκινισμένα, είπε σαστισμένος: «Μα εγώ δεν άκουσα κάτι, μόνο τη μουσική από κάτω», και άρχισε να ισιώνει το πουκάμισό του που το μισό ήταν έξω από το παντελόνι του.
«Κι όμως, ανεβαίνει, βιάσου, δε θέλω να μας βρει έτσι», και τον άρπαξε από το χέρι. Συναντήθηκαν στα σκαλιά. Ο μεγάλος αδερφός τούς άφησε να κατέβουν τα σκαλιά χωρίς να τους πει κάτι. Φυσικά και ήξερε πολύ καλά τι έκαναν στο δωμάτιό της, φυσικά και η έξαψή τους ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους και στο φουσκωμένο παντελόνι του Χάρη, φυσικά ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει να είσαι έφηβος σε πάρτι. 
«Meu querido, μου μυρίζει μηλόπιτα», η φωνή της Μπράνκα τον γύρισε πίσω στην πραγματικότητα. Ο Χάρης την κοίταξε που τέντωνε το γυμνό της σώμα σαν ένα γνήσιο αιλουροειδές.  

«Ναι, σου έφερα το κομμάτι σου», της είπε και την αγκάλιασε σφιχτά. Η επιστροφή ήταν πολύ απότομη κι αυτή τη φορά. Τη φίλησε με πάθος και κόλλησε το σώμα του πάνω στο δικό της. Σήμερα δεν ήθελε να κάνουν έρωτα, αλλά να μείνουν έτσι. Σήμερα απλά ήθελε να μείνει στη θέα του ξεκούμπωτου σουτιέν της Άνναμπελ. Το φρούριό της δεν ήταν απόρθητο πια. 

THE VOLUNTEER 6: ANNABEL’S BRA

“Is it good?” Sylvia asked while cutting her piece as well.
“Don’t ask such things. It is always good”, Harry replied with his mouth full.
“You sure do have a sweet tooth! Be careful, it is still very hot”, Sylvia said feeling flattered.
“That is something that hasn’t stopped me before and I have proved it to you”, he told her and served some coffee in their cups. 
It was Sunday morning and the house was still quiet. The smell of the apple pie would bring the twins and Jonathan in the kitchen in a while and they would be huddled to be served. Branca was always a heavy sleeper and not even Sylvia’s apple pie could make her get out of her bed. Her piece was already in the yellow saucer and Harry would take it to her in a while. He liked to chat with Sylvia these mornings, when you could hear even the slightest noise in the house. The rhythmic noise of the refrigerator, the squeaks of the old pipes, the sound of the motorbikes passing through the street, the water ready in the kettle, it was as if they all took part in the short, as always, Harry’s conversations. He liked Sylvia. She was always with a warm thing to say and a cigarette in her mouth. She always said that she would quit, but she never tried. She was very careful with her talking and she had a good sense of humor. 
“How is the boat getting along? Is the restoration reaching an end? He is talking every night about your spring tour”, she asked him lighting a cigarette.
“It is almost ready, as far as I can understand”, he told her as he picked with his finger the last crumbs of the pie and licked them. 
“He doesn’t understand much either. He only wants to get away, like you, deep inside”, he told him conspiratorially and looked deep into his eyes, blowing smoke rings.
Harry smiled at her awkwardly and got up holding Branca’s piece. Sunday meant staying in bed. Their relationship was restored once again and he enjoyed her warm body and her Mediterranean whims until their next fight. He thanked Sylvia for the pie and he left her looking at her notes with the Japanese phrases which the students dictated her. She now wrote them down to remember them but she still found it difficult to memorize them. 
About a month had passed since the last time travel. Harry had found it very difficult to accept how he handled the situation with his father. It was frustrating that things had gone that far and he felt as hovered as before. Now even more because, from now on, he could not be certain about his past. He didn’t know what had happened afterwards, so he didn’t know how his life had unfolded till today. On one hand, he looked forward to the next return just to see the progress, but on the other hand he was now terrified with his reactions. It was as if he lived in the body of someone he no longer recognized and all this created an immense insecurity. He was afraid of himself, of the mistakes he had made throughout all the time dimensions. He continued his daily life but his mind was elsewhere most of the time. He found comfort in Branca but still, he couldn’t share with her any of this. 
He carefully opened the door of the room so as not to wake her up. He listened to her rhythmic breathing. He took off his clothes, he left the plate with the apple pie by the side table and laid down beside her. He gently caressed her back and she, like a skillful cat, turned lazily towards him and opened her eyes. Harry was at such a loss, that he almost fell off the bed. Incredible as it seemed, he had travelled back in time. From one moment to another, this room was not his. At the back he could hear songs and loud voices of boys and girls. He himself was fourteen years old and the woman on his bed was not Branca, but Annabel, his first love. It is her birthday party and he in on her bed!
How he remembered that night! He counted the days at school until Saturday. Annabel, the prettiest girl in class, whom everyone flirted but she had only eyes for Harry, with his pimples and his endless adolescence fantasies. Petite, with blonde hair, a few freckles and, of course, a beautiful body that tormented him at night. She had invited her entire class to her house. Her parents would leave and only her big brother would be at home to supervise. He remembered finding it difficult to straighten his unruly hair in front of the mirror, putting on perfume and choosing the right shirt. He wanted her to like him, he wanted to squeeze her while dancing in the dark, and he wanted to kiss her longer than the kisses they gave each other at the empty school gym, he wanted to touch her, he wanted to do all the things he fantasized at night and kept him awake. And of course, the exact images were the first thing to think about when he opened his eyes in the morning. His body was awake with her and he wanted to take advantage of that night, even with the fear of her big brother. He wanted to take it a step forward this time. 
And the moment had come when he rang the bell and Annabel, more beautiful than ever, opened the door and told him to come in. She wore a light blue dress and he shivered when he saw her white bra delineated through the thin fabric. Her teenage tits were there and provoked him. He went to the living room and many of his schoolmates were already there dancing under the colorful balloons staying still at the ceiling. Her brother came to greet him and Annabel served him a cider, which Harry found very girly but he pretended being excited to make her feel good. He danced, he laughed, he ate small cheese pies and he sang the song when she blew out the birthday candles on her white cake. He was a teenager again and he truly enjoyed the excitement he felt, that inner flame which, if the blues were to delay a little bit longer, it was about to burn him there, especially between his legs. 
He hugged her tightly in his arms and started dancing a popular song. Her hair smelled like spring and the more he held her close to his chest and felt her breasts against him, the more he went crazy with a lust so strong that he could not manage. 
“Can we be alone for a while to give you your present?” he shyly asked her, having her brother opposite them.
“Mmmm, yes, for a while we can go up to my room” she conspiratorially whispered to his ear. 
He didn’t even look at the room because he was finally alone with her. He didn’t notice anything else but her white bra. He felt his heart ready to tear off his shirt. His hands were sweaty while he took a worn small box out of his pocket. He put on her thin wrist a bracelet, which he was really happy to see it again since he had forgotten it with the years passing. It was a discreet chain with a red ladybug near the clasp. He remembered saving his pocket money to be able to buy it. Annabel got excited and kissed him. Oh, what a great feeling that kiss was! Her lips were velvet and her tongue was a bit clumsy, like a cat’s. The hug lasted more than they used to and he led her to her bed. He put aside the fluffy pillows, so strange to have so many while he himself had only one, and he held her tightly in his ready to burst arms without stopping those kisses that upset him, as if electric current was passing through him. His hands passed through her hair and her cheeks and started descending to her neck and feel her warm skin. He kissed her and the image of the white bra in his mind provoked him. He wanted to caress her small breasts and to unbutton her bra, the obstacle standing between them. His fingers slipped through her modest neckline and he heard a small sigh. Her body was as much electrified as his. He unclasped the two small buttons near her neck and now his fingers touched her body. He had imagined this for so many nights with his hands going down to his wild organ of uncontrolled sexuality. And now he experienced it and he couldn’t get enough of this sweet sensation. In reality, Harry had stopped there and hadn’t moved on. Annabel’s bra had remained her natural impregnable fortress. Their mutual fear for the big brother wandering in the house or his own lack of bravery had returned to his memory many times. But now he was a grown up man in the body of a fourteen year-old who relived this magical moment with the kiddo with whom he had fallen in love for the first time. Yes, there was no way of pulling back. He only hesitated for a moment as to whether it was moral or not to go to bed with a minor but this dilemma only lasted for a while. Logic did not define his actions. 
His fingers gently dragged on her back and stopped at the hooks of the bra. He would stop if she stopped him, but she seemed to want his caresses as well. The hooks did not resist and her tight breasts were free for him to touch. They were wonderful, like small unripe exotic fruits in his hands. He kissed her hard nipples while she squeezed him tight in her arms and awkwardly caressed him on the back. His body was on fire and he knew that he could not control anything for much longer. Suddenly, Annabel froze. “My brother must be getting up here”, she said and immediately got up and started to button up and make her dress. Harry, with his cheeks flushed, bewilderedly said:” But I did not hear a thing, just the music from downstairs”, and he started straighten his shirt that was half out of his pants.
“Yes, he is coming up, hurry up, I don’t want him to find us like that”, and she grabbed his wrist. They met at the staircase. The big brother let them go down the stairs without saying a word. Of course he knew damn well what they were doing in her room, of course their flushed faces and his erected pair of pants told no lies and of course he knew what it was like to be a teenager at a party. 
“Meu querido, I smell apple pie”, Branca’s voice got him back to reality. Harry looked at her stretching her naked body like a true big cat.

“Yes, I brought you your piece” he told her and tightly hugged her. The return was very sudden once more. He passionately kissed her and he slid his body close to hers. Today he didn’t want to make love to her, he just wanted to stay that way. Today he wanted to stay still in the sight of the unbuttoned Annabel’s bra. His fortress was no longer impregnable. 

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 5: ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ (Β ΜΕΡΟΣ)

  Όσο ο πατέρας του κάπνιζε το τσιγάρο του, ο Χάρης ένιωθε τον ιδρώτα να μουσκεύει το μέτωπό του και το σβέρκο του. Πόσο είχε χαραχτεί αυτή η μέρα στη μνήμη του και πόσο ανέτοιμος ήταν σήμερα να την ξαναζήσει! Τον παρακολουθούσε να μιλάει για το κοινό τους επαγγελματικό μέλλον και ήξερε πως δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του πριν χτυπήσει το κουδούνι και έρθει το ραντεβού του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον διέκοψε, χωρίς να έχει πάρει ακόμα το φάκελο με τα χρήματα.
«Πατέρα, ήρθα σήμερα για να σου μιλήσω», ξεκίνησε δειλά, όπως είχε κάνει και τότε.
«Τι να μου πεις, Χάρη, εγώ έχω να σου πω χίλια δυο για τη δουλειά, αλλά θα τα μάθεις όλα τα κόλπα κοντά μου.»
«Μα, για αυτό θέλω να μιλήσουμε»
«Σου έχω πει χίλιες φορές ότι δε μου αρέσει να με διακόπτεις, λες και μεγάλωσες σε κοτέτσι, χωρίς τρόπους. Ό,τι και να έχεις να μου πεις αποκλείεται να είναι πιο σημαντικό από το πρώτο ραντεβού που σου έχω κλείσει στο οποίο θα είμαι και εγώ παρών βέβαια. Είναι στρωμένη η δουλειά, έτοιμη, απλά θέλω να δεις πώς μιλάω στον πελάτη, πώς τον χειρίζομαι για να μπεις στο πνεύμα. Δεν πρέπει να χάνεις καθόλου καιρό. Η ζωή κυλάει σα νερό και δε σε μεγάλωσα για να σπαταλάς τις μέρες σου έτσι. Ήρθε ο καιρός να βγάζεις μόνος σου τα λεφτά σου κι όχι να σε συντηρώ εγώ λες και είσαι άρρωστος» είπε και, βρίσκοντας αστεία την τελευταία του φράση, άρχισε να γελάει δυνατά. 
  Ο Χάρης έσφιξε τα χέρια του γροθιά και κοίταξε το ρολόι του τοίχου. Είχε πέντε λεπτά στη διάθεσή του. Είχε την ανάμνηση της εμπειρίας αυτής της στιγμής και ήξερε ότι τα είχε σκατώσει στο παρελθόν. Θυμόταν πολύ καλά ότι σε αυτά τα πέντε λεπτά είχε βγει ένα ποτάμι οργής από μέσα του, του είχε μιλήσει για τα μαθήματα που ήθελε να ακολουθήσει και για το πόσο, αντίθετα, δεν ήθελε κανένα όνομά του σε ταμπέλες και δεν ήθελε αυτή τη ζωή που του έστρωνε ο πατέρας του χωρίς να ακούσει ποτέ τι ήθελε πραγματικά ο γιος του. Όσο τα θυμόταν, τόσο έσφιγγε τη γροθιά του περισσότερο γιατί η απάντηση του πατέρα του ήταν απλά φωνές και απειλές και εξευτελισμοί. Τον είχε μειώσει και του είχε πει ότι αν ήθελε να αλλάξει ρότα θα έπρεπε να περάσει πάνω από το πτώμα του. Το κουδούνι είχε χτυπήσει και η τελευταία του κουβέντα ήταν :
«Έννοια σου και ξέρω πολύ καλά πώς να σε κάνω να αλλάξεις γνώμη». Ο Χάρης είχε παγώσει με αυτήν την απειλή και τότε είχε φύγει πανικόβλητος και δεν ήταν σίγουρος ποτέ αν ο πατέρας του ήταν απλά παρανοϊκός ή τρελά πεισματάρης και εγωιστής. Δεν είχε πει τίποτα στη μάνα του και ακολούθησε πιστά τις οδηγίες του για αρκετά χρόνια. Τον μίσησε όσο δεν πήγαινε άλλο, έμεινε στωικά να δουλεύει μαζί του από φόβο και πάντα κάθε Πρωτοχρονιά έδινε την υπόσχεση ότι αυτή η χρονιά θα ήταν κι η τελευταία. Και πάντα αυτή η χρονιά έφερνε και την επόμενη, μέχρι εκείνη την Πρωτοχρονιά που ο χρόνος σαν να έσπασε σε αμέτρητα κι ασήμαντα κομμάτια.  Είχε να τον δει τώρα τόσα χρόνια που πραγματικά δεν ήξερε αν ζούσε ή αν ήταν θαμμένος σε κανένα χλοερό τόπο της μακρινής Πρετσένιας. Μια αέναη εκκρεμότητα ήταν η σχέση τους και αυτό το μαρτυρικό πεντάλεπτο που έμενε ήταν η τελευταία του ευκαιρία για να τρίξει τα δόντια και να πάρει το χαμένο χρόνο πίσω. Να ξεπεράσει τους φόβους του, δικαιολογημένους ή όχι, και να σταθεί μπροστά του διεκδικώντας σωστά τα νιάτα του, τώρα που του δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία. Χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρος για το αν αντιδρούσε σωστά, ύψωσε τον τόνο της φωνής του.
«Έχω μεγαλώσει στο κοτέτσι σου και τώρα ήρθε η ώρα να φύγω τρέχοντας. Είσαι σαδιστής και απαίσιος». Τώρα απλά ούρλιαζε με το πάθος όλων αυτών των ετών. Σταγόνες από τα σάλια του έφευγαν από το στόμα του και προσγειώνονταν στο πρόσωπο του πατέρα του που, ξαφνιασμένος από τη στάση του γιου του, αμήχανα τις σκούπιζε.
«Δεν είμαι κτήμα σου να με κάνεις ό,τι θέλεις. Θέλω όσο τίποτα άλλο να πάω σε αυτή τη σχολή αρχιτεκτονικής και να μην ασχοληθώ ποτέ με τις κωλο-ασφάλειές σου. Δεν ξέρω αν είσαι τρελός ή το παίζεις αλλά δε θέλω να μείνω εδώ πέρα να το διαπιστώσω. Αρκετά!», συνέχισε να ουρλιάζει και έκανε να φύγει, χωρίς να πάρει το φάκελο από το τραπέζι. 
«Πού νομίζεις ότι πηγαίνεις νεαρέ; Ποιος σου είπε ότι τελειώσαμε;», του είπε αυστηρά ο πατέρας του και τον έπιασε από το μπράτσο με δύναμη. 
«Άσε μου το χέρι, τώρα», φώναξε στα όρια της υστερίας ο νεαρός Χάρης και, γυρνώντας προς το μέρος του, σήκωσε το δικό του δεξί  χέρι, αυτό που τώρα στο παρόν είχε βαμμένο ένα κόκκινο νύχι, και, χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, έριξε μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο του πατέρα του. 
  Σαστισμένος εκείνος, ανταπέδωσε το χτύπημα και βρέθηκαν να κυλιούνται στο ξύλινο πάτωμα και να παλεύουν σαν αγρίμια, ρίχνοντας τα μισά πράγματα από το γραφείο. Τα σώματά τους έμοιαζαν με σάκους του μποξ. Ο Χάρης λειτουργούσε με τέτοια αγριάδα, λες και όλα τα λάθη και η πίεση από το παρελθόν αλλά και από το μέλλον, είχαν βγει τώρα στην επιφάνεια και του ξαναγέμιζαν τις γροθιές  σαν να ήταν πυροβόλα όπλα. Ο πατέρας του από την άλλη, ανάμεσα σε μουγκρητά και βρισιές, ανταπέδιδε λες και χτυπιόταν σε μπαρ με ναύτες για τα μάτια καμιάς ομορφονιάς. Αίμα έτρεχε από τη μύτη του Χάρη και το πουκάμισο του πατέρα του είχε σκιστεί στους ώμους. Τίποτα δεν τους σταματούσε και λόγια σκόρπια όπως: «αχάριστε», «σατράπη της δεκάρας», «έλα να μας δείξεις πόσο άντρας είσαι τελικά», ακούγονταν μέσα από γρυλίσματα και κραυγές πόνου αλλά δεν ήταν καθαρό από ποιανού το στόμα έβγαιναν. Ο καθένας ήθελε να πονέσει τον άλλο και πραγματικά ο χρόνος είχε γίνει ένα άγριο φουσκωμένο ποτάμι που τα είχε παρασύρει όλα στο πέρασμά του. 
Την κλειστή πόρτα του γραφείου του άνοιξαν με θόρυβο ο διευθυντής και συνάδελφοι από τα γειτονικά γραφεία και τους κάτω ορόφους, που σάστισαν με τη φασαρία και το θέαμα. 
«Κύριε Στίλτον, Χάρη, τι χάλια είναι αυτά; Διαλύστε το αμέσως, ντροπή», φώναξαν και όρμηξαν να τους χωρίσουν. Οι γυναίκες δακτυλογράφοι και γραμματείς έμειναν στο άνοιγμα της πόρτας, στριμωγμένες να δουν το θέαμα της ντροπής. Άλλες έτρεξαν με χαρτομάντηλα να προσφέρουν για τα αίματα που έτρεχαν και τον ίδρωτα. Πατέρας και γιος σηκώθηκαν, προσπαθώντας να συμμαζέψουν τα ρούχα τους. Η μπλούζα του Χάρη είχε βγει από το παντελόνι του, ο πατέρας του προσπαθούσε να ισιώσει τη γραβάτα του. Ο διευθυντής του τμήματος ευγενικά έδιωξε τον κόσμο που είχε μαζευτεί τριγύρω. Ο Χάρης άκουσε τον πατέρα του να του ζητάει να αναλάβει το ραντεβού του, που ευτυχώς είχε καθυστερήσει, όσο θα πήγαινε να φρεσκαριστεί στις τουαλέτες. Έριξε μια ματιά περιφρονητική στο γιο του καθώς έβγαινε από το γραφείο του. Ο Χάρης έμεινε ταπεινωμένος να σκουπίζει τη μύτη του. Μετά από πέντε λεπτά, έφυγε τρέχοντας, προσπερνώντας τα πηγαδάκια που είχαν σχηματίσει οι εργαζόμενοι, εμφανώς σχολιάζοντας το πρωτοφανές γεγονός. Βγαίνοντας από το κτίριο, κοντοστάθηκε να πάρει μια ανάσα και να βάλει μια τάξη στις σκέψεις του που, σα χείμαρρος, έρχονταν να τον πνίξουν. Ένα χέρι στον ώμο του τον χτύπησε απαλά.
«Χάρη, είσαι καλά ; H μπύρα σου έχει ζεσταθεί».
Γύρισε και είδε το χέρι του Τζόναθαν να στέκεται στον ώμο του. 
«Τόσο βαρύ σου έπεσε το τρίψιμο της βάρκας;» του είπε γελώντας. 
« Ήμουν αφηρημένος, με συγχωρείς.»
«Ναι, αυτό το κατάλαβα. Είσαι εδώ και κανένα τέταρτο με το γυαλόχαρτο στο χέρι και το βλέμμα σου στο κενό. Σου μιλάω και δε με ακούς.»
«Ναι… ναι … κάτι σκεφτόμουν», μουρμούρισε και ήπιε μονορούφι σχεδόν την όντως ζεστή μπύρα του, αλλά τη χρειαζόταν για να τον συνεφέρει. «Με συγχωρείς, Τζόναθαν, δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα κατέβω αύριο πάλι. Πάω να ξαπλώσω λίγο», είπε και ανέβηκε στο δωμάτιό του, αφήνοντας τον Τζόναθαν να μουρμουρίζει κάτι για τις γυναικοδουλειές και τα μπλεξίματά τους. 

  Ξάπλωσε στο κρεβάτι του σοκαρισμένος. Αν είχε καταλάβει καλά, μόλις είχε αλλάξει το παρελθόν του κατά τον χειρότερο τρόπο. Ναι μεν είχε καταφέρει να αντιμετωπίσει τον πατέρα του σε μια στιγμή που τον είχε καθηλώσει ο φόβος του για το πρόσωπό του, αλλά τα είχε κάνει θάλασσα στον τρόπο που το χειρίστηκε. Το να πλακωθούν στο ξύλο δεν ήταν μια ενήλικη συμπεριφορά από κανέναν από τους δύο. Και το χειρότερο, το να ζει την ανατροπή αποσπασματικά δε δικαίωνε με κανέναν τρόπο την όποια επιλογή του. Ωραία, και παίξανε μπουνιές και γίνανε ο περίγελος του κτιρίου. Μετά, τι έγινε; Πώς συνεχίστηκε η ζωή του, έκανε την επανάστασή του και έφυγε, χωρίς μία στην τσέπη να κυνηγήσει το όνειρό του στην Ευρώπη ή σαν πρώτης τάξεως δειλός, μόλις στέγνωσε το αίμα από τη μύτη, σαν κοτούλα, γύρισε πίσω στο κοτέτσι του και στην ασφάλεια του; Θα είχε άραγε απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα ή θα έμεναν μετέωρα; Το μόνο σίγουρο ήταν πως τώρα που καταλάγιαζαν σιγά σιγά αυτά που είχε ζήσει εκείνο το πρωί, ένιωθε φόβο. Όχι για τον πατέρα του, αυτή τη φορά, αλλά για τον ίδιο του τον εαυτό και τις αντιδράσεις του, που ούτε του είχαν περάσει από το μυαλό ότι θα ήταν ικανός να τις υλοποιήσει.
Σήκωσε το δεξί του χέρι και είδε το κόκκινο του νύχι. Χαμογέλασε αυθόρμητα. «Αν αρχίζω και τρελαίνομαι, ας το κάνω με στυλ», και μπήκε για ένα ντους για να ετοιμαστεί για τη δουλειά.

THE VOLUNTEER 5: CONVERSATION WITH THE FATHER (PART TWO)

  While his father was smoking his cigarette, Harry felt the sweat running down his chin and his back. How vivid this day was in his memory and how unprepared he was to relive it! He watched him talk about their professional future together and he knew that he did not have much time before the bell would ring and his appointment would show up. He took a deep breath and he interrupted him, without taking the envelope with the money. 
“Father, I came today to talk to you”, he began timidly, just as he had done that day.
“What do you want to talk about, Harry? I am the one who has a thousand things to tell you about the job but you are going to learn all the tricks by my side.”
“But that’s what I want to talk to you about.”
“I have told you a thousand times that I don’t like to be interrupted, as if you grew up in a barn without manners. Whatever you have to tell me, can’t be more important than the first appointment that I have arranged for you, in which I will be present of course. It is a done deal job but I want you to see the way I talk to the client, how I deal with him so that you get in the mood. You must not waste any time. Life flies away and I didn’t raise you to waste your days. It’s time you earn your money and stop being supported by me as if you were sick”, he said and, having found funny his last phrase, started laughing out loud.
  Harry clasped his hands and looked at the clock on the wall. He had only five minutes at his disposal. He had the memory of that experience and he knew that he had screwed up in the past. He remembered very well that in those five minutes a river of range had flowed from him, he had talked to him about the lessons that he wanted to take and how, on the contrary, did not want his name on any signs and did not want the life that his father arranged for him without ever hearing what his son wanted. The more he remembered it, the more he gripped his fist because his father’s response was all yelling and threats and humiliations. He had insulted him and he had told him that if he wanted to change his course of life he should pass over his dead body. The bell had rang and his last words were:
“Don’t sweat it, I know exactly how to change your mind’. Harry was frozen with this threat and he had gone away in such a panic and he was never actually sure if his father was just paranoid or the biggest stubborn and selfish of all times. He hadn’t said a word to his mother about it and he loyally obeyed his instructions for years. He hated him so much, he stoically remained in the job out of fear and every New Year’s Eve he promised himself that this would be the last year. And this year always led to the next one until that specific New Year’s Eve when time seemed to crash into countless and trivial pieces. He had not seen him for so many years that in reality he didn’t know whether he was alive or buried into a verdant estate of distant Pretsenia. Their relationship was an ongoing abeyance and these agonizing five minutes left were his last chance to win back lost time, to overcome his fears, justified or not, and to stand in front of him correctly claiming his youth, now that he had a second chance. Without being totally sure if he reacted in the right way, he raised his voice.
“I have grown up in your barn and now it’s time to run away. You are a sadist and a sinister”. Now he just screamed with the passion of all those years. Drops of his saliva were slipping his mouth and landed on his father’s face who, surprised from his son’s behavior, awkwardly swept them away. 
“You don’t own me to treat me like you do. I want more than anything else in the world to go to that school of architecture and never deal with your fucking insurances. I don’t know if you are crazy or not but I don’t want to stay here to figure it out. Enough!” he continued screaming and he tried to leave without taking the envelope from the table. 
“Where do you think you are going young man? Who told you that we are through?” his father strictly told him and grabbed him by his arm.
“Leave my arm, now” young Harry cried almost hysterically and as he turned towards him, he raised his right arm, the one that had a nail painted in the present, and without having a second thought, he punched his father’s face. 
  His father was bewildered and hit him back with the two of them rolling on the wooden floor fighting like wild beasts, throwing half the things off the desk. Their bodies looked like boxing bags. Harry functioned with such ferocity as if all the mistakes and the pressure from the past and the future have now reached the surface and they were the ones to reload his fists as if they were guns. His father, on the other hand, between groans and cursing, hit back as if he were in a bar fighting with sailors for the eyes of a woman. Blood was running from Harry’s nose and his father’s shirt was torn at the shoulder. Nothing seemed to stop them and scattered words like: “ungrateful”, “satrap my ass”, “show us the real man in you”, were heard through grunts and cries of pain but you could not tell from whose mouth they came out. They both wanted to hurt another and time truly had become a fierce river that had drifted everything along. 
The manager and the colleagues from the neighboring offices and the lower floors opened noisily the closed door, baffled with the yelling and the spectacle. 
“Mr. Stilton, Harry, what’s all this mess? Stop it you two, you should be ashamed”, they shouted and rushed to separate them. The women typists and secretaries stayed in the doorway, cramped to see the spectacle of shame. Others hurried to offer handkerchiefs for the blood and the sweat. Father and son got up, trying to tidy up their clothes. Harry’s t-shirt was out of his pair of jeans, his father was trying to straighten his tie. The manager kindly sent away the crowd that had gathered. Harry heard his father asking of him to take over the appointment, which fortunately had delayed, while he would go and freshen up in the men’s room. He took a degrading look at his son as he got out of his office. Ηarry was left humiliated to wipe his nose. Five minutes later he ran away, passing the small groups of employees obviously talking about the unprecedented event. As he left the building, he stopped to catch his breath and put his thoughts in order that came like a torrent in order to drown him. A hand on his shoulder shook him gently. 
“Harry, are you all right? Your beer is getting warm”.
He turned and saw Jonathan’s hand standing on his shoulder.
“Was the rubbing of the boat so heavy for you?” he asked him laughing.
“I am sorry, I was distracted.”
“Yes, I can see that. For the last fifteen minutes you stand with the sandpaper in your hand and your mind is elsewhere. I am talking and you do not listen.’
“Yes…yes… I was thinking about something”, he murmured and gulped his really warm beer, which he needed to revive him a little. “I am sorry, Jonathan, but I can’t go on. I will come down tomorrow. I am going to lie down for a while”, he said and went to his room, leaving Jonathan muttering something about women and their affairs. 

  He lied on his bed in shock. If he had understood correctly, he had just changed his past in the worst possible way. Even though he had managed to confront his father at a time when fear towards him was dominating, he had messed up the way he handled it. Fighting was not an adult behavior by none of them. And the worst part, living the turnover in fragments did not justify in any way either of his choice. So, they punched each other and became the laughing stock of the building. Then what? How did he continue his life, did he do his revolution and go, without a dime in his pocket, to Europe to follow his dream or like a first-class coward, as soon as the blood dried from his nose did he return to his barn and its safety? Would he have answers to these questions or not? The only thing for certain was the fear he felt now that all the morning events settled down in him. Not fear for his father, this time, but for himself and his reactions, which had never crossed his mind that he would be able to go through them.
He raised his right hand and he saw his red nail. He spontaneously smiled. “If I am starting to lose my mind, I might as well do it in style”, and he went in for a quick shower before getting ready for work.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

O ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 4: ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ (Α ΜΕΡΟΣ)

  Eκείνη η πρώτη βουτιά στο παρελθόν τον τάραξε. Κλόνισε καλά χτισμένα θεμέλια μέσα του. Η απόσταση ανάμεσα στο να γυρνάς νοερά πίσω με τις αναμνήσεις και τις αλήθειες των πραγμάτων, που πολλές φορές έχουν θολώσει, και στο να γυρνάς κυριολεκτικά σε εκείνες τις σκηνές και να τις ξαναζείς ήταν τεράστια. Όσο κι αν το φοβόταν, κάθε λέξη που είχαν πει οι μασκοφόροι κουστουμαρισμένοι τύποι ήταν αλήθεια και ήξερε ότι αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή. Δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Δε θα μπορούσε να είναι προετοιμασμένος για καμία σκηνή που θα ακολουθούσε. Όσο κι αν ήθελε να το μοιραστεί με την Μπράνκα, δεν της είπε τίποτα. Το κράτησε βαθιά μέσα του. Έτσι κι αλλιώς, ακόμα κι ο ίδιος δυσκολευόταν να το χωνέψει. Και αυτήν την περίοδο μόνο στη Σιέρρα βρισκόταν μόνος με τις σκέψεις του, κι αυτό κατά βάθος τον βόλευε. Στο σπίτι τις τελευταίες δύο βδομάδες πάντα ήταν απασχολημένος. Βοηθούσε τον Τζόναθαν να επισκευάσει μια παλιά βάρκα που ήταν στο γκαράζ πολλά χρόνια. Του είχε καρφωθεί στο μυαλό να φτιάξει τη μηχανή, να της φρεσκάρει το χρώμα και με το που μπει η άνοιξη να πηγαίνει για ψάρεμα στη λίμνη Τράνκιλο. Ο Χάρης δεν είχε ιδέα από μαστορέματα και βάρκες. Πιο πολύ του έκανε παρέα και ακολουθούσε τις οδηγίες που του έδινε ο Τζόναθαν, πάντα με τη συνοδεία μιας παγωμένης μπύρας, που τις είχε άφθονες στο μικρό ψυγείο κάτω από τις σκάλες στην είσοδο, πίσω από τα ποδήλατα των δίδυμων. 
  Ήταν το διάστημα που η Μπράνκα του κρατούσε μούτρα και δεν ερχόταν να τον επισκεφτεί. Στο μικρό του δωμάτιο έβρισκε πάντα δικά της πράγματα στα πιο απίθανα σημεία. Το τελευταίο του εύρημα ήταν ένα βερνίκι νυχιών σε έντονο κόκκινο χρώμα στο περβάζι του παράθυρου, πίσω από τις κουρτίνες. Χαμογέλασε αυθόρμητα στη θέα του. Από μια περίεργη παρόρμηση το άνοιξε και έβαψε το νύχι στο μικρό του δάχτυλο του δεξιού χεριού. Απορούσε πώς τα κατάφερναν οι γυναίκες με αυτά τα μαραφέτια. Εκτός από το νύχι, το χρώμα απλώθηκε και λίγο στο δάχτυλο. Το κοίταξε και αποφάσισε να μην το ξεβάψει. Ήθελε να την έχει κοντά του σήμερα και δεν έδινε δεκάρα για τα περίεργα βλέμματα που θα το πρόσεχαν. Χαμογέλασε στην ιδέα να περάσει από το μπαρ το βράδυ, πριν τη δουλειά, για να τη δει και να την κάνει να το προσέξει. Θα ήταν ο τρόπος του να της πει ότι του είχε λείψει. Είχε όλη τη μέρα να το σκεφτεί και να αποφασίσει. 
  Ο Τζόναθαν το πρόσεξε αλλά ήταν τόσο διακριτικός που δεν είπε τίποτα απολύτως, όσες φευγαλέες ματιές κι αν έριχνε στα χέρια του. Σήμερα του ζήτησε να περάσει ένα πρώτο τρίψιμο στη βάρκα όσο εκείνος θα τελείωνε τα μαστορέματα. Ήταν όλο χαρά γιατί το είχε δαμάσει το μοτέρ και δε σταματούσε να χαράζει νοερά τις διαδρομές της άνοιξης. 
« Εννοείται, στο ρεπό σου, Χάρη, θα έρχεσαι μαζί μου, να ανοιγόμαστε και να περνάμε τη μέρα παρέα. Θα σου πάρω και σένα ένα καλάμι και θα είμαστε έτοιμοι», του είχε πει ίσα με εκατό φορές με τον ενθουσιασμό ενός μικρού παιδιού.
«Μέχρι την άνοιξη, έχουμε καιρό, μη βιάζεσαι», του είπε ο Χάρης και άρχισε να τρίβει με το γυαλόχαρτο το ταλαιπωρημένο υπόλευκο ξύλο, πάντα με το κόκκινο του νύχι να του τραβάει την προσοχή.
«Καλά, δε με πιστεύεις εσύ αλλά να δεις τι ωραία που θα είναι. Πάω να φέρω καμιά μπύρα παγωμένη», είπε και κατέβηκε προσεκτικά από τη βάρκα.
  Ο Χάρης συνέχισε να τρίβει και να σκέφτεται το ζεστό κορμί της Μπράνκα. Χαμένος στις ερωτικές του αναπολήσεις, άκουσε μια πόρτα να κλείνει πίσω του με δύναμη. Γύρισε να δει και του έπεσε το γυαλόχαρτο από το χέρι. Είχε βρεθεί χωρίς να το καταλάβει μέσα στο γραφείο του πατέρα του. Ναι, βέβαια, το αναγνώριζε. Η μεγάλη βιβλιοθήκη που έπιανε όλον τον τοίχο, το μασίφ του ξύλινο γραφείο με τα πολλά συρτάρια, η μολυβοθήκη με τις πένες του και το δοχείο με το μελάνι, τα κάδρα με τα τεράστια καράβια σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, και εκείνη η οικογενειακή φωτογραφία με τον ίδιο μωρό, να δεσπόζει κι αυτή στον τοίχο, γεμάτη σκόνη, όπως και η κοινή τους οικογενειακή ζωή. 
«Τι έγινε, σε τρόμαξα; Αφού σου είπα ότι πήγα να πάρω τσιγάρα από το κιόσκι», του είπε ο πατέρας του.
  Ο Χάρης έμεινε να τον κοιτάζει. Ήταν ο πατέρας του, στο γραφείο του και εκείνος πρέπει να ήταν είκοσι δύο ετών, πάνω που είχε πάρει το πτυχίο του. Φοράει το τζην του παντελόνι και νιώθει τόσο δυνατός μέσα στο νεανικό του σώμα. Σαστισμένος προσέχει το μικρό του δάχτυλο, αλλά δεν είναι βαμμένο το νύχι του. Ο πατέρας του τον προσπερνάει και κάθεται στη δερμάτινη καρέκλα του πίσω από το γραφείο του και ανάβει ένα τσιγάρο. Είναι όπως τον θυμάται. Κοντούλης, με τη φαλάκρα του να γυαλίζει κάτω από το φως, να φοράει εκείνη τη γκρίζα αυστηρή γραβάτα με τα ασορτί μανικετόκουμπα. Του φαίνεται τόσο περίεργο να είναι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του. Του φαίνεται τόσο δύσκολο να είναι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του και να ξέρει ότι θα ακολουθήσει ένας ακόμα πιο ζόρικος διάλογος. 
«Τι έγινε; Φάντασμα είδες;», τον ρωτάει ρουφώντας τον καπνό του και γελώντας δυνατά. «Λοιπόν, ας μη χάνουμε χρόνο, γιατί έχω ραντεβού με την κατασκευαστική εταιρία σε ένα τέταρτο». Έβγαλε από το πρώτο συρτάρι ένα φάκελο και του τον έδωσε. 
«Ένα μικρό ποσό να βγεις να το γιορτάσεις με τους φίλους σου. Δεν παίρνει κάθε μέρα ο γιος μου το πτυχίο του με άριστα. Έχω κανονίσει να φτιάξουν την επιγραφή έξω από βδομάδα για να το συνηθίζουν και οι πελάτες, καταλαβαίνεις. Το όνομά σου θα μπει και στις επαγγελματικές κάρτες. Από το τέλος του μήνα θα έχουν ρυθμιστεί όλες οι λεπτομέρειες. Κανονικά, δε χωράει και δεύτερο γραφείο εδώ μέσα, αλλά θα τα βολέψουμε», του είπε μιλώντας γρήγορα. 


  Ο Χάρης όρθιος, σε στάση άμυνας, έμεινε να κοιτάζει το φάκελο πάνω στο γραφείο και να ακούει τα μεγαλεπήβολα σχέδια του πατέρα του. Δεν ήταν ότι δεν τον νοιαζόταν, αλλά τον ένιωθε μουδιασμένο στον ισόβιο ρόλο του πατέρα. Πάντα ξεγλιστρούσε αυτή η σχέση από το να ριζώσει, σαν να ήταν ένα  νούφαρο. Μεγαλώνοντας, ένιωθε ότι δεν είχε και πολλά να πει μαζί του. Ο ίδιος πάντα αυστηρός, χωρίς να δείχνει τρυφερότητα στο γιο του, τον μάλωνε, είχε πάντα υπερβολικές απαιτήσεις τελειότητας. Ο Χάρης, όπως κι η μητέρα του, τον φοβόταν γιατί ακριβώς όταν χανόταν η μαγική εκείνη επίφαση της επικοινωνίας, ο πατέρας του θα περνούσε στην επίθεση, στην ειρωνεία, στις φωνές. Ενώ δεν είχε βίαια ξεσπάσματα, ήταν εκείνο το βλέμμα του και τα λόγια του που, πάντα, σου έδιναν την εντύπωση ότι στην περίπτωση που δεν έκανες ότι σου έλεγε, ήταν ικανός να σε τιμωρήσει ή να παίξει τόσο πολύ με το μυαλό σου κι έτσι πάντα θα υποχωρούσες αμαχητί. Το ότι θα ακολουθούσε τα χνάρια του και θα γινόταν και αυτός «υπόδειγμα ασφαλιστή» ήταν πάντα αυτονόητο. Θα μάθαινε τη δουλειά κοντά του και θα πληρωνόταν από την πρώτη μέρα που θα περνούσε το πόδι του από το κατώφλι του. Και τώρα, που είχε φτάσει αυτή η στιγμή και το είχε πάρει το ρημάδι το πτυχίο, ένιωθε να πνίγεται λες και του έχουν βαλει το κεφάλι κάτω από το νερό και δεν τον αφήνουν να πάρει ανάσα. Είχε αριστεύσει, είχε τελειώσει τα οικονομικά που του είχαν επιβάλλει και δεν το άντεχε να σκεφτεί ότι θα περάσει την υπόλοιπη ζωή του στο δεύτερο όροφο ενός θλιβερού κτιρίου με αντίστοιχα καταθλιπτικά γραφεία, πασχίζοντας να κλείσει ασφάλειες ζωής, «η μόνη δουλειά που θα σου δίνει πάντα ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι σου».
Ο λόγος του πατέρα του ήταν πάντα το ευαγγέλιο που περνούσε αδιαμαρτύρητα. Στην εταιρία αυτή δούλευε δώδεκα χρόνια και η αλήθεια είναι ότι από τότε που ξεκίνησε είχαν βελτιωθεί πολύ τα οικονομικά της οικογένειας. Το έβλεπε ότι η μάνα του είχε χαλαρώσει λιγάκι από αυτή την έννοια, το δάνειο για το σπίτι ουσιαστικά, αλλά ήταν σαν να είχε εξαγοράσει τη σιωπή της σε όλα τα θέματα. Η παντοδυναμία του περνούσε και στο γιο του, που χωρίς να ξέρει πώς να τον μεταχειριστεί, τον χειριζόταν με τον τρόπο του και προσπαθούσε να τον μετατρέψει σε μια μικρογραφία του. Σήμερα είχε οπλιστεί με το όλο θάρρος που είχε στην ηλικία αυτή των είκοσι ετών για να τον αντιμετωπίσει. Το θυμόταν πόσο μπλεγμένος κόμπος ήταν το στομάχι του όταν ανέβαινε τα σκαλιά του κτιρίου. Ήθελε να του μιλήσει ανοιχτά για πρώτη φορά, ίσως, στη ζωή του για κάτι που τον αφορούσε και τον έκαιγε. Το μέλλον του. Είχε φτιάξει ένα μονόλογο για να του απαγγείλει με δραματικά σημεία που ήθελε να τονίσει και, όσο κι αν ζοριζόταν και φοβόταν τις αντιδράσεις του και  και τις εκρήξεις του, ήθελε να το φτάσει στο τέρμα του. Έπρεπε να του μιλήσει για τα σχέδιά του για εκείνη τη σχολή αρχιτεκτονικής  που είχε βρει  στην Ευρώπη και τα μαθήματα ξεκινούσαν σε δύο εβδομάδες, πριν βάλει ονόματα σε ταμπέλες και επαγγελματικές κάρτες. Έπρεπε να του μιλήσει για το πόσο αγαπούσε το σχέδιο και τις πόλεις και τα κτίρια. Έπρεπε να βρει τη δύναμη να του πει ότι μέχρι τώρα έκανε ό,τι του ζητούσε και ότι ήταν πια μεγάλος άντρας για να πάρει τη ζωή του στα χέρια του.  Έπρεπε.

THE VOLUNTEER 4: CONVERSATION WITH THE FATHER (PART ONE)

  That first dive into the past shocked him. It shook foundations within him well built. The distance between going back with your memories that might have faded and literally going back and relive these scenes was enormous. As much as he was afraid of it, every single word that the guys with the masks in suits had told him was true and he knew that this was only the beginning. He could not stop. He could not be prepared for any of the scenes that would follow. As much as he wanted to share it with Branca, he didn’t tell her anything. He kept it deep inside him. Needless to say that he himself was struggling to believe it.  And that period, only at the Sierra he found himself alone with his thoughts and that was convenient. The last few weeks he was busy at the house. He was helping Jonathan repair an old boat that was at the garage for many years. He had this idea of fixing the engine, refresh the color and as soon as soon as the spring would come, he would go for fishing at the Tranquilo Lake. Harry had no idea of boats and repairing. He mostly kept Jonathan company and followed his instructions always with a cold beer, which Jonathan kept at the small fridge under the stairs by the entrance, behind the twins’ bicycles.
  It was the period when Branca was moody and did not come to his room. He found her stuff at the most peculiar places in the room. His latest find was a deep red nail polish by the window, behind the curtains. He spontaneously smiled looking at it. Following a weird impulse he opened it and painted the nail of his right’s hand small finger. How on earth did the women handle these things! Except the nail, the color spread in the finger as well. He looked at it and decided not to take it off. He wanted to be with her that day and he didn’t give a damn about the strange looks that would attract. He smiled thinking that it would be a great idea to pass by the bar before going  to work to see her and make her notice it. It would be his way of telling her that he missed her. He had all day to think about it and decide.
  Jonathan noticed it but he was too discreet to say anything, no matter how many quick looks he took at his hands. Today he asked of him to roughly rub the boat while he would finish the repairings. He was happy because he had managed to fix the engine and he could not stop mapping the spring routes with his mind. 
“Of course, Harry, on your day off, you will come with me fishing and spend the day together. I will buy you a fishing rod and we will be all set”, he had told him up to a thousand times with the enthusiasm of a small child.
“We have time until the spring comes, take it easy”, Harry told him and started rubbing the worn off- white wood with the sandpaper, always with his red fingernail attracting attention. 
“Have it your way, you don’t believe me but you’ll see, it is going to be great. I will go get us some cold beer”, he said and carefully got off the boat. 
  Harry continued rubbing the boat and thinking Branca’s warm body. While he was lost in his erotic memories, he heard a door slamming behind him. He turned around and the sandpaper fell off his hand. He was found, without realizing it, in his father’s office. Yes, of course, he recognized it. The large library across the wall, his wooden desk with so many drawers, his pencil holder with his pens and the inkwell, the frames with the boats in rough sea and that family photo with himself as a baby dominating the wall, full of dust like their common family life. 
“What happened? Did I scare you? But I told you that I was going to get my cigarettes from the kiosk”, his father told him. 
  Harry was standing still looking at him. He was his father, in his office and Harry must have been twenty two years old, short after he had graduated. He is wearing his pair of jeans and he is feeling so strong in his young body. He looks at his small fingernail but it is not painted. His father walks past him and sits in the leather chair behind his desk and lights a cigarette. He looks exactly the way Harry remembered him. Short, with his baldness shining under the light, wearing that strict gray tie with the matching cufflinks. It seems so strange to be in the same room with him. It seems so difficult to be in the same room with him and know that an even more difficult dialogue will follow.
“What’s wrong? Did you see a ghost?” he asks him as he inhales the smoke laughing out loud. “So, let’s not waste any time, because I have an appointment with the construction company in fifteen minutes.” He took an envelope from the first drawer and gave it to him. 
“A small amount to go out and celebrate with your friends. It’s not every day that my son graduates with distinction. I have arranged for the sign outside to be fixed with your name on it next week, so the customers get familiar with it, you know. Your name will also be in the business cards. By the end of the month, all the details will be arranged. Under normal circumstances a second desk will not fit in here, but we will manage it”, he said talking fast. 

  Harry, standing still defensively, stared at the envelope on the desk and listened to his father’s ambitious plans. He cared for him but Harry felt him numb in the lifelong role of the father. This relationship always slipped away instead of growing roots, as if it were a water lily. As he was growing older, he felt like he didn’t have much to tell him. He was always strict, without showing any affection to his son, he scolded him, having too many perfection expectations out of him. Harry, just like his mother, was afraid of him because when the magic facade of communication was lost, his father would go offensive, he would be ironic and he would yell. While he did not have any violent outbursts, it was his look and his words that always gave you the impression that if you didn’t do what he told you, he was capable of punishing you or playing so much with your mind that you eventually would back down. The fact that Harry would follow his footsteps and become a “model insurer” was always clear. He would learn the job by his side and he would get paid from day one. And now that he had finally got his diploma, he felt as if he was drowning, having his head underwater with no air left in him. He had succeeded, he had his diploma in economics which had been imposed on him and he could not bear to think that he would spend the rest of his life on the second floor of a depressing building with other depressing offices struggling to make life insurance policies, “the only job that will serve a plate with food on your table.”
The words of his father were the ultimate truth without any protest. He worked in this firm for twelve years now and, to be honest, the financial of the family had improved. He could see his mum being more relaxed concerning the loan of the house actually, but it was as if he had bought her silence on all the other matters. His power passed on his son whom, without knowing how to handle him, he manipulated him and tried to turn him into his own miniature. Today Harry was full of courage for a man of twenty years old to confront him. He remembered how tight his stomach was as he went up the stairs of the building. He wanted to talk to him for the first time perhaps in his life for something that was crucial. His future. He had prepared a monologue with all the dramatic features and however hard he found it and no matter how afraid he was of his father’s reactions, he was determined to take it all the way. He had to talk to him about his plans for that architecture school in Europe, whose lessons would start in two weeks before he put any names on the door and on the business cards. He had to talk to him about his love for drawing, cities and buildings. He had to find the strength to tell him that up till now he did whatever his father wanted and it was now the time to get hold of his life. He had to. 

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 1: Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ


 Ο Χάρης άνοιξε προσεκτικά το ντουλάπι της κουζίνας. Έτριζε τις τελευταίες μέρες, βγάζοντας έναν ανατριχιαστικό ήχο και δεν ήθελε να ξυπνήσει τους υπόλοιπους στο σπίτι. Ο Τζόναθαν είχε υποσχεθεί να ασχοληθεί μαζί του αλλά ακόμα δεν το είχε κάνει. Έβγαλε το τσίγκινο κουτάκι του καφέ. Γαμώτο, ίσα-ίσα έφτανε για το θερμός του. Έπρεπε να θυμηθεί να πεταχτεί στην αγορά σχολώντας το πρωί να τον ανανεώσει. Τηρούσε πιστά τους χρυσούς κανόνες της συγκατοίκησης αλλά σιχαινόταν να πηγαίνει για τους έκτακτους ανεφοδιασμούς. H Σύλβια ήταν η ραχοκοκαλιά της οργάνωσης του χώρου, όπως τα περισσότερα θηλυκά που το έχουν κάπως έμφυτο το να διοικούν ένα σπίτι χωρίς να το κάνουν θέμα. Προτιμούσε απλά να αφήνει σε ένα φάκελο το μερίδιό του για τα ψώνια του μήνα και τους λογαριασμούς. Ζούσε σε αυτό το σπίτι εδώ και δύο χρόνια και πλέον ένιωθε μέλος του. Με την παγκόσμια κρίση ήταν πλέον συνηθισμένο να νοικιάζουν οι οικογένειες δωμάτια των σπιτιών τους για να τα βγάλουν πέρα με τα έξοδα και τη συντήρησή τους. Ο νόμος προέτρεπε οικογένειες, που άρα είχαν και περισσότερο χώρο, να διαλέγουν αντίστοιχα οικογένειες για να έχουν τα παιδιά παρέα για το παιχνίδι, ζευγάρια να διαλέγουν ζευγάρια και εργένηδες, ανάλογα με το μέγεθος των σπιτιών. Το καλό με το συγκεκριμένο διώροφο σπίτι ήταν ότι το μοιραζόταν με ένα ηλικιωμένο ζευγάρι και άλλους δύο δίδυμους νεαρούς φοιτητές που έμεναν στον πάνω όροφο. Το είχε επιλέξει γιατί δεν ήταν μακριά από το κέντρο της Μπόουβιλ και επειδή τα παιδιά της οικογένειας ήταν μεγάλα και έμεναν μακριά. Το καλύτερο ,όμως, ήταν όλοι είχαν την ησυχία τους. Οι ιδιοκτήτες, ο Τζόναθαν και η Σύλβια, πέρναγαν το χρόνο τους φροντίζοντας τον κήπο στο πίσω μέρος του σπιτιού και βλέποντας παλιές ταινίες κάθε Παρασκευή στο σινεμά του παλιού τους συμμαθητή στην πλατεία. Και οι δυο τους ήταν φιλόλογοι που είχαν βγει πια στη σύνταξη με μια γεμάτη βιβλιοθήκη που φυσικά ήταν ανοιχτή για τους ενοίκους του σπιτιού. Η Σύλβια δεν ήταν και τόσο δυνατή στην κουζίνα, έβγαζε μια νευρικότητα και μια βιασύνη σε ό,τι κι αν έκανε αλλά η μηλόπιτά της ήταν πραγματικά απίθανη. Κάποιες Κυριακές πρωί, μαζεύονταν όλοι στην κουζίνα της, επειδή τους είχε οδηγήσει εκεί η μυρωδιά και θύμιζαν σχολιαρόπαιδα που περίμεναν ανυπόμονα να ψηθεί για να φάνε το καυτό ακόμα πρώτο κομμάτι. Οι δίδυμοι φοιτητές από την Ιαπωνία, Τάτσουο και Σιγκερού, πάντα μελετούσαν για εξετάσεις που ερχόντουσαν και έφευγαν ή περνούσαν τα σαββατοκύριακα κρυφά στα δωμάτια κοριτσιών στη φοιτητική εστία. Τουλάχιστον έτσι ήθελε να πιστεύει ο Χάρης γιατί τους έβρισκε πολύ χαμογελαστούς την επόμενη μέρα. Ήταν πολύ σοβαροί νέοι και μιλούσαν πάντα χαμηλόφωνα. Έμοιαζαν υπερβολικά μεταξύ τους, αλλά τους ξεχώριζες εύκολα από το ύψος και από τα μούσια του Σιγκερού. Ήταν πιο ψηλός και άφηνε γενειάδα την οποία χάιδευε με τρυφερότητα όλη την ώρα.  Η Σύλβια με ενθουσιασμό προσπαθούσε να μάθει λέξεις στα ιαπωνικά με τον πρωινό καφέ που μέχρι το βράδυ είχε ξεχάσει και αυτό ήταν το καθημερινό τους παιχνίδι. 

Ο Χάρης πέρναγε τα δικά του βράδια στη δουλειά. Ήταν νυχτοφύλακας στο μεγάλο ερευνητικό κέντρο Σιέρρα, εκείνο το πολυώροφο γυάλινο κτίριο που φαινόταν από όπου και αν στεκόσουν στην πόλη. Έριξε το καυτό νερό στο χάρτινο φίλτρο με τον καφέ και έμεινε να το βλέπει να το ρουφάει το θερμός του. Το βίδωσε σφιχτά και το έβαλε στην ειδική θήκη του σάκου του. Το βλέμμα του έμεινε, αφηρημένα, στα φώτα της πόλης όπως φαίνονταν από το παράθυρο της κουζίνας. Όταν είχε έρθει στη Μπόουβιλ είχε μείνει κι εκείνος να χαζεύει το ψηλό κτίριο της Σιέρρα και είχε πάει την πρώτη βδομάδα της παραμονής του να ρωτήσει αν χρειάζονταν νυχτοφύλακες. Η πείρα του από τις περιπλανήσεις του τον είχε διδάξει ότι οι νυχτοφύλακες είναι ένας αναλώσιμος κλάδος και τον είχε διευκολύνει αφάνταστα όταν έψαχνε ευκαιριακές δουλειές στις πόλεις από όπου είχε περάσει. Ξεκίνησε την επόμενη μέρα και από τότε είχαν περάσει ήδη δύο χρόνια.  Πάντα προτιμούσε τη βραδινή βάρδια. Με όσους λιγότερους συναδέλφους έπρεπε να συγχρωτίζεται, τόσο το καλύτερο. Είχε συνηθίσει τη μοναξιά του και δεν μπορούσε την πολυκοσμία και τις άσκοπες κουβέντες σε διαδρόμους και σε ασανσέρ. Έδεσε τα κορδόνια των αθλητικών του και κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Πρώτη Σεπτέμβρη και η ζέστη ήταν έντονη ακόμα και στις δύο τα ξημερώματα, την ώρα που εκείνος θα κατηφόριζε την οδό Κέιβροουντ για να πάρει το μετρό. Στη γωνία ήταν το μπαρ του Κέβιν. Το τιμούσε  στο ρεπό του για να πιει τη μαύρη μπύρα του. Τα στόρια του  ήταν κατεβασμένα και η πόρτα μισάνοιχτη. Θα έπλεναν τα τελευταία ποτήρια πριν κλειδώσουν και σύρουν τις μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών στον κάδο στη γωνία. Πάντα περνούσε από εδώ για να δει έστω και φευγαλέα την Μπράνκα. Ήταν η μικροκαμωμένη Πορτογαλέζα σερβιτόρα με τα κοντά μαλλιά που τον φλέρταρε από το πρώτο του βράδυ εκεί. Πλέον είχε το κλειδί του δωματίου του και θα την έβρισκε πολλές φορές να χουζουρεύει στο κρεβάτι του όταν γύριζε τα πρωινά από την Σιέρρα. Απλά ξάπλωνε δίπλα της και αγκάλιαζε το ζεστό της γυμνό σώμα και την άκουγε να μουρμουρίζει στη γλώσσα της γλυκόλογα μες στον ύπνο της. Όταν τύχαινε να τον δει να περνάει τα βράδια για να πάει στο μετρό κρατώντας το δίσκο της, του χαμογελούσε και το πρόσωπό της έλαμπε. Τέτοια ώρα τις καθημερινές οι πελάτες ήταν λιγοστοί κι έτσι πολλές φορές μπορεί να του έστελνε και φιλιά στον αέρα .Ο Χάρης υπέθετε ότι όλοι οι άνθρωποι της Μεσογείου είχαν αρκετό ήλιο μέσα τους και τον έβγαζαν λίγο λίγο όταν μιλούσαν ή γελούσαν. Ή μπορεί να έκανε και λάθος.
 Δύο τα ξημερώματα. Του άρεσε πάντα να κυκλοφορεί αργά τη νύχτα, ειδικά τις καθημερινές που δε συναντούσε πολλούς ανθρώπους στους δρόμους αλλά και στα βαγόνια του μετρό. Ήταν η ώρα που του άρεσε να βάζει σε μια σειρά της σκέψεις του. Είχε φτιάξει μια ρουτίνα στην καθημερινότητά του μέσα στην οποία ένιωθε ασφάλεια. Ένιωθε ο εαυτός του μετά από καιρό και τουλάχιστον λίγο πιο ανάλαφρος σε αυτήν την πόλη με τον μικρόκοσμό της και τους ανθρώπους της. Ένας από τους πλέον συμπαθητικούς τύπους ήταν ο εφημεριδοπώλης έξω από τον υπόγειο σταθμό του Κάρθαπαρκ. Για το Χάρη, έναν εραστή του χαρτιού, ο ηλικιωμένος αυτός τύπος έμοιαζε με ήρωα στα μάτια του. Οι εφημερίδες αποτελούσαν πλέον ένα άχρηστο προϊόν σε όλον τον κόσμο, καθώς όλοι ενημερώνονταν ηλεκτρονικά. Ελάχιστοι  είχαν μείνει πια, οι οποίοι αναλάμβαναν να τυπώνουν λίγα ολιγοσέλιδα φύλλα, τα οποία και μοίραζαν χωρίς να δέχονται χρήματα, ορμώμενοι μόνο από την αγάπη τους για το χαρτί και την τυπωμένη είδηση. Οι ειδήσεις ,φυσικά, είχαν ένα αρκετά προσωπικό χρώμα και σίγουρα δεν ήταν και τόσο συγχρονισμένες με την επικαιρότητα, αναγκαστικά λόγω της χειροποίητης δημιουργίας τους. Συνήθως ήταν άρθρα και αναλύσεις με αφορμή γεγονότα που είχαν γίνει μες στην εβδομάδα. Το όλο εγχείρημα ήταν μια προσπάθεια να μείνει με έναν τρόπο ζωντανός ο παλιός κόσμος.  Ο συγκεκριμένος ήταν στο πόστο του κάθε βδομάδα αργά τη νύχτα και έκανε τη δουλειά του χωρίς να λέει και πολλά. Απλά θα χαιρετούσε τους έτσι και αλλιώς γνώριμους πελάτες του με ένα νεύμα σχεδόν συνωμοτικό. Τους έδινε την αίσθηση ότι ανήκαν σε μια ξεχασμένη ελίτ συντροφιά, στους τελευταίους ρομαντικούς των μεταμοντέρνων καιρών. Ο Χάρης εκτιμούσε απεριόριστα αυτές τις προσπάθειες και το να βρει αν υπήρχαν  εφημερίδες στις πόλεις από όπου είχε περάσει ήταν και βασικό κριτήριο του αν θα έμενε για ένα διάστημα εκεί. Η μυρωδιά του χαρτιού ήταν μια από τις απολαύσεις στις οποίες υπέκυπτε με ευκολία. Του άρεσε πάρα πολύ κι ο τρόπος γραφής του συγκεκριμένου εφημεριδοπώλη με τα μαυρισμένα από τα μελάνια δάχτυλα και το λευκό του μουστάκι. Θα ξεκοκκάλιζε την ολιγοσέλιδη εφημερίδα στην υπόγεια διαδρομή του μέχρι να φτάσει στο κτίριο της Σιέρρα και θα την φυλούσε στο σάκο του μέχρι να πάει πίσω στο δωμάτιό του και να τη βάλει στο κουτί, όπου και τις είχε με χρονολογική σειρά αλλά και γεωγραφική. Η Μπράνκα τον κορόιδευε όχι μόνο που τη διάβαζε, αλλά και που την κρατούσε. 
«Μα μοιάζεις με ρακοσυλλέκτη, βρε Χάρη»,  του παραπονιόταν. « Σου πιάνουν τόσο χώρο και να πω ότι  έχεις και κανένα μεγάλο δωμάτιο». Ο Χάρης όμως δεν είχε πτοηθεί. Αποτελούσαν κάτι σαν ημερολόγιο της διαδρομής του και της πορείας του. Όσο χώρο και να έπιαναν, ήταν ένα μέρος του εαυτού του.


Ο εφημεριδοπώλης, όταν είδε να πλησιάζει το πόστο,τού έδωσε την εφημερίδα και του είπε σιγανά, λες και τους άκουγε κανείς και θα ήταν αυτό επικίνδυνο για την τάξη των πραγμάτων: « Ο νικητής του διαγωνισμού στη σελίδα 7». Και τότε του ήρθε στο μυαλό αυτός ο μεγάλος διαγωνισμός που είχε ανακοινωθεί πριν από ένα τρίμηνο. «Ένας μεγάλος διαγωνισμός για το ταξίδι της ζωής σου», σύμφωνα με τον τίτλο που έπιανε μια γωνίτσα στην εφημερίδα και θα μπορούσε εύκολα να μην το προσέξει κανείς. Ο Χάρης όμως το είχε δει και τον είχε κεντρίσει. Ένα ταξίδι δώρο χωρίς να αναφέρεται ο προορισμός. Έπρεπε μόνο να κόψεις και να τα ταχυδρομήσεις το κουπόνι με τα λιγοστά  προσωπικά στοιχεία που ζητούσαν σε μια ταχυδρομική θυρίδα. Και το είχε κάνει, πηγαίνοντας στο ταχυδρομείο και ρίχνοντας στο κίτρινο κουτί το κουπόνι που είχε χιλιο-τσαλακωθεί στην τσέπη του. To ένιωθε και κάπως σαν υποχρέωση να βοηθήσει έτσι αυτόν τον άνθρωπο που, με κάποιον τρόπο, είχε βρει ένα χορηγό και υπέθετε θα είχε πάρει κάποια χρήματα για αυτήν την καταχώρηση, ίσως μια μικρή ανάσα σε αυτήν τη μοναχική του προσπάθεια. Είχε περάσει ο καιρός και το είχε ξεχάσει μέχρι τώρα. Το βρώμικο βαγόνι σταμάτησε μπροστά του κάνοντας απίστευτη φασαρία. Ένα γέρικο μηχανικό κήτος που ψυχορραγούσε στην αποβάθρα. Μπήκε μέσα, κάθισε στη συνηθισμένη του θέση δίπλα στο παράθυρο με τα γκράφιτι και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του. Άνοιξε την εφημερίδα στη σελίδα 7, διαταράσσοντας για πρώτη φορά τη σειρά με την οποία τη διάβαζε, και να τη. Πάνω δεξιά σε μια μικρή γωνιά βρισκόταν η ανακοίνωση με έντονα γράμματα: « Ο νικητής για το μεγάλο ταξίδι είναι ο ένοικος του block 37, διαμέρισμα 205. Θα ακολουθήσουν οδηγίες. Συγχαρητήρια». Έκλεισε σαστισμένος την εφημερίδα. Μα, ο νικητής ήταν ο ίδιος!
SaveSave