Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα coffee. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα coffee. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 1: Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ


 Ο Χάρης άνοιξε προσεκτικά το ντουλάπι της κουζίνας. Έτριζε τις τελευταίες μέρες, βγάζοντας έναν ανατριχιαστικό ήχο και δεν ήθελε να ξυπνήσει τους υπόλοιπους στο σπίτι. Ο Τζόναθαν είχε υποσχεθεί να ασχοληθεί μαζί του αλλά ακόμα δεν το είχε κάνει. Έβγαλε το τσίγκινο κουτάκι του καφέ. Γαμώτο, ίσα-ίσα έφτανε για το θερμός του. Έπρεπε να θυμηθεί να πεταχτεί στην αγορά σχολώντας το πρωί να τον ανανεώσει. Τηρούσε πιστά τους χρυσούς κανόνες της συγκατοίκησης αλλά σιχαινόταν να πηγαίνει για τους έκτακτους ανεφοδιασμούς. H Σύλβια ήταν η ραχοκοκαλιά της οργάνωσης του χώρου, όπως τα περισσότερα θηλυκά που το έχουν κάπως έμφυτο το να διοικούν ένα σπίτι χωρίς να το κάνουν θέμα. Προτιμούσε απλά να αφήνει σε ένα φάκελο το μερίδιό του για τα ψώνια του μήνα και τους λογαριασμούς. Ζούσε σε αυτό το σπίτι εδώ και δύο χρόνια και πλέον ένιωθε μέλος του. Με την παγκόσμια κρίση ήταν πλέον συνηθισμένο να νοικιάζουν οι οικογένειες δωμάτια των σπιτιών τους για να τα βγάλουν πέρα με τα έξοδα και τη συντήρησή τους. Ο νόμος προέτρεπε οικογένειες, που άρα είχαν και περισσότερο χώρο, να διαλέγουν αντίστοιχα οικογένειες για να έχουν τα παιδιά παρέα για το παιχνίδι, ζευγάρια να διαλέγουν ζευγάρια και εργένηδες, ανάλογα με το μέγεθος των σπιτιών. Το καλό με το συγκεκριμένο διώροφο σπίτι ήταν ότι το μοιραζόταν με ένα ηλικιωμένο ζευγάρι και άλλους δύο δίδυμους νεαρούς φοιτητές που έμεναν στον πάνω όροφο. Το είχε επιλέξει γιατί δεν ήταν μακριά από το κέντρο της Μπόουβιλ και επειδή τα παιδιά της οικογένειας ήταν μεγάλα και έμεναν μακριά. Το καλύτερο ,όμως, ήταν όλοι είχαν την ησυχία τους. Οι ιδιοκτήτες, ο Τζόναθαν και η Σύλβια, πέρναγαν το χρόνο τους φροντίζοντας τον κήπο στο πίσω μέρος του σπιτιού και βλέποντας παλιές ταινίες κάθε Παρασκευή στο σινεμά του παλιού τους συμμαθητή στην πλατεία. Και οι δυο τους ήταν φιλόλογοι που είχαν βγει πια στη σύνταξη με μια γεμάτη βιβλιοθήκη που φυσικά ήταν ανοιχτή για τους ενοίκους του σπιτιού. Η Σύλβια δεν ήταν και τόσο δυνατή στην κουζίνα, έβγαζε μια νευρικότητα και μια βιασύνη σε ό,τι κι αν έκανε αλλά η μηλόπιτά της ήταν πραγματικά απίθανη. Κάποιες Κυριακές πρωί, μαζεύονταν όλοι στην κουζίνα της, επειδή τους είχε οδηγήσει εκεί η μυρωδιά και θύμιζαν σχολιαρόπαιδα που περίμεναν ανυπόμονα να ψηθεί για να φάνε το καυτό ακόμα πρώτο κομμάτι. Οι δίδυμοι φοιτητές από την Ιαπωνία, Τάτσουο και Σιγκερού, πάντα μελετούσαν για εξετάσεις που ερχόντουσαν και έφευγαν ή περνούσαν τα σαββατοκύριακα κρυφά στα δωμάτια κοριτσιών στη φοιτητική εστία. Τουλάχιστον έτσι ήθελε να πιστεύει ο Χάρης γιατί τους έβρισκε πολύ χαμογελαστούς την επόμενη μέρα. Ήταν πολύ σοβαροί νέοι και μιλούσαν πάντα χαμηλόφωνα. Έμοιαζαν υπερβολικά μεταξύ τους, αλλά τους ξεχώριζες εύκολα από το ύψος και από τα μούσια του Σιγκερού. Ήταν πιο ψηλός και άφηνε γενειάδα την οποία χάιδευε με τρυφερότητα όλη την ώρα.  Η Σύλβια με ενθουσιασμό προσπαθούσε να μάθει λέξεις στα ιαπωνικά με τον πρωινό καφέ που μέχρι το βράδυ είχε ξεχάσει και αυτό ήταν το καθημερινό τους παιχνίδι. 

Ο Χάρης πέρναγε τα δικά του βράδια στη δουλειά. Ήταν νυχτοφύλακας στο μεγάλο ερευνητικό κέντρο Σιέρρα, εκείνο το πολυώροφο γυάλινο κτίριο που φαινόταν από όπου και αν στεκόσουν στην πόλη. Έριξε το καυτό νερό στο χάρτινο φίλτρο με τον καφέ και έμεινε να το βλέπει να το ρουφάει το θερμός του. Το βίδωσε σφιχτά και το έβαλε στην ειδική θήκη του σάκου του. Το βλέμμα του έμεινε, αφηρημένα, στα φώτα της πόλης όπως φαίνονταν από το παράθυρο της κουζίνας. Όταν είχε έρθει στη Μπόουβιλ είχε μείνει κι εκείνος να χαζεύει το ψηλό κτίριο της Σιέρρα και είχε πάει την πρώτη βδομάδα της παραμονής του να ρωτήσει αν χρειάζονταν νυχτοφύλακες. Η πείρα του από τις περιπλανήσεις του τον είχε διδάξει ότι οι νυχτοφύλακες είναι ένας αναλώσιμος κλάδος και τον είχε διευκολύνει αφάνταστα όταν έψαχνε ευκαιριακές δουλειές στις πόλεις από όπου είχε περάσει. Ξεκίνησε την επόμενη μέρα και από τότε είχαν περάσει ήδη δύο χρόνια.  Πάντα προτιμούσε τη βραδινή βάρδια. Με όσους λιγότερους συναδέλφους έπρεπε να συγχρωτίζεται, τόσο το καλύτερο. Είχε συνηθίσει τη μοναξιά του και δεν μπορούσε την πολυκοσμία και τις άσκοπες κουβέντες σε διαδρόμους και σε ασανσέρ. Έδεσε τα κορδόνια των αθλητικών του και κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Πρώτη Σεπτέμβρη και η ζέστη ήταν έντονη ακόμα και στις δύο τα ξημερώματα, την ώρα που εκείνος θα κατηφόριζε την οδό Κέιβροουντ για να πάρει το μετρό. Στη γωνία ήταν το μπαρ του Κέβιν. Το τιμούσε  στο ρεπό του για να πιει τη μαύρη μπύρα του. Τα στόρια του  ήταν κατεβασμένα και η πόρτα μισάνοιχτη. Θα έπλεναν τα τελευταία ποτήρια πριν κλειδώσουν και σύρουν τις μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών στον κάδο στη γωνία. Πάντα περνούσε από εδώ για να δει έστω και φευγαλέα την Μπράνκα. Ήταν η μικροκαμωμένη Πορτογαλέζα σερβιτόρα με τα κοντά μαλλιά που τον φλέρταρε από το πρώτο του βράδυ εκεί. Πλέον είχε το κλειδί του δωματίου του και θα την έβρισκε πολλές φορές να χουζουρεύει στο κρεβάτι του όταν γύριζε τα πρωινά από την Σιέρρα. Απλά ξάπλωνε δίπλα της και αγκάλιαζε το ζεστό της γυμνό σώμα και την άκουγε να μουρμουρίζει στη γλώσσα της γλυκόλογα μες στον ύπνο της. Όταν τύχαινε να τον δει να περνάει τα βράδια για να πάει στο μετρό κρατώντας το δίσκο της, του χαμογελούσε και το πρόσωπό της έλαμπε. Τέτοια ώρα τις καθημερινές οι πελάτες ήταν λιγοστοί κι έτσι πολλές φορές μπορεί να του έστελνε και φιλιά στον αέρα .Ο Χάρης υπέθετε ότι όλοι οι άνθρωποι της Μεσογείου είχαν αρκετό ήλιο μέσα τους και τον έβγαζαν λίγο λίγο όταν μιλούσαν ή γελούσαν. Ή μπορεί να έκανε και λάθος.
 Δύο τα ξημερώματα. Του άρεσε πάντα να κυκλοφορεί αργά τη νύχτα, ειδικά τις καθημερινές που δε συναντούσε πολλούς ανθρώπους στους δρόμους αλλά και στα βαγόνια του μετρό. Ήταν η ώρα που του άρεσε να βάζει σε μια σειρά της σκέψεις του. Είχε φτιάξει μια ρουτίνα στην καθημερινότητά του μέσα στην οποία ένιωθε ασφάλεια. Ένιωθε ο εαυτός του μετά από καιρό και τουλάχιστον λίγο πιο ανάλαφρος σε αυτήν την πόλη με τον μικρόκοσμό της και τους ανθρώπους της. Ένας από τους πλέον συμπαθητικούς τύπους ήταν ο εφημεριδοπώλης έξω από τον υπόγειο σταθμό του Κάρθαπαρκ. Για το Χάρη, έναν εραστή του χαρτιού, ο ηλικιωμένος αυτός τύπος έμοιαζε με ήρωα στα μάτια του. Οι εφημερίδες αποτελούσαν πλέον ένα άχρηστο προϊόν σε όλον τον κόσμο, καθώς όλοι ενημερώνονταν ηλεκτρονικά. Ελάχιστοι  είχαν μείνει πια, οι οποίοι αναλάμβαναν να τυπώνουν λίγα ολιγοσέλιδα φύλλα, τα οποία και μοίραζαν χωρίς να δέχονται χρήματα, ορμώμενοι μόνο από την αγάπη τους για το χαρτί και την τυπωμένη είδηση. Οι ειδήσεις ,φυσικά, είχαν ένα αρκετά προσωπικό χρώμα και σίγουρα δεν ήταν και τόσο συγχρονισμένες με την επικαιρότητα, αναγκαστικά λόγω της χειροποίητης δημιουργίας τους. Συνήθως ήταν άρθρα και αναλύσεις με αφορμή γεγονότα που είχαν γίνει μες στην εβδομάδα. Το όλο εγχείρημα ήταν μια προσπάθεια να μείνει με έναν τρόπο ζωντανός ο παλιός κόσμος.  Ο συγκεκριμένος ήταν στο πόστο του κάθε βδομάδα αργά τη νύχτα και έκανε τη δουλειά του χωρίς να λέει και πολλά. Απλά θα χαιρετούσε τους έτσι και αλλιώς γνώριμους πελάτες του με ένα νεύμα σχεδόν συνωμοτικό. Τους έδινε την αίσθηση ότι ανήκαν σε μια ξεχασμένη ελίτ συντροφιά, στους τελευταίους ρομαντικούς των μεταμοντέρνων καιρών. Ο Χάρης εκτιμούσε απεριόριστα αυτές τις προσπάθειες και το να βρει αν υπήρχαν  εφημερίδες στις πόλεις από όπου είχε περάσει ήταν και βασικό κριτήριο του αν θα έμενε για ένα διάστημα εκεί. Η μυρωδιά του χαρτιού ήταν μια από τις απολαύσεις στις οποίες υπέκυπτε με ευκολία. Του άρεσε πάρα πολύ κι ο τρόπος γραφής του συγκεκριμένου εφημεριδοπώλη με τα μαυρισμένα από τα μελάνια δάχτυλα και το λευκό του μουστάκι. Θα ξεκοκκάλιζε την ολιγοσέλιδη εφημερίδα στην υπόγεια διαδρομή του μέχρι να φτάσει στο κτίριο της Σιέρρα και θα την φυλούσε στο σάκο του μέχρι να πάει πίσω στο δωμάτιό του και να τη βάλει στο κουτί, όπου και τις είχε με χρονολογική σειρά αλλά και γεωγραφική. Η Μπράνκα τον κορόιδευε όχι μόνο που τη διάβαζε, αλλά και που την κρατούσε. 
«Μα μοιάζεις με ρακοσυλλέκτη, βρε Χάρη»,  του παραπονιόταν. « Σου πιάνουν τόσο χώρο και να πω ότι  έχεις και κανένα μεγάλο δωμάτιο». Ο Χάρης όμως δεν είχε πτοηθεί. Αποτελούσαν κάτι σαν ημερολόγιο της διαδρομής του και της πορείας του. Όσο χώρο και να έπιαναν, ήταν ένα μέρος του εαυτού του.


Ο εφημεριδοπώλης, όταν είδε να πλησιάζει το πόστο,τού έδωσε την εφημερίδα και του είπε σιγανά, λες και τους άκουγε κανείς και θα ήταν αυτό επικίνδυνο για την τάξη των πραγμάτων: « Ο νικητής του διαγωνισμού στη σελίδα 7». Και τότε του ήρθε στο μυαλό αυτός ο μεγάλος διαγωνισμός που είχε ανακοινωθεί πριν από ένα τρίμηνο. «Ένας μεγάλος διαγωνισμός για το ταξίδι της ζωής σου», σύμφωνα με τον τίτλο που έπιανε μια γωνίτσα στην εφημερίδα και θα μπορούσε εύκολα να μην το προσέξει κανείς. Ο Χάρης όμως το είχε δει και τον είχε κεντρίσει. Ένα ταξίδι δώρο χωρίς να αναφέρεται ο προορισμός. Έπρεπε μόνο να κόψεις και να τα ταχυδρομήσεις το κουπόνι με τα λιγοστά  προσωπικά στοιχεία που ζητούσαν σε μια ταχυδρομική θυρίδα. Και το είχε κάνει, πηγαίνοντας στο ταχυδρομείο και ρίχνοντας στο κίτρινο κουτί το κουπόνι που είχε χιλιο-τσαλακωθεί στην τσέπη του. To ένιωθε και κάπως σαν υποχρέωση να βοηθήσει έτσι αυτόν τον άνθρωπο που, με κάποιον τρόπο, είχε βρει ένα χορηγό και υπέθετε θα είχε πάρει κάποια χρήματα για αυτήν την καταχώρηση, ίσως μια μικρή ανάσα σε αυτήν τη μοναχική του προσπάθεια. Είχε περάσει ο καιρός και το είχε ξεχάσει μέχρι τώρα. Το βρώμικο βαγόνι σταμάτησε μπροστά του κάνοντας απίστευτη φασαρία. Ένα γέρικο μηχανικό κήτος που ψυχορραγούσε στην αποβάθρα. Μπήκε μέσα, κάθισε στη συνηθισμένη του θέση δίπλα στο παράθυρο με τα γκράφιτι και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του. Άνοιξε την εφημερίδα στη σελίδα 7, διαταράσσοντας για πρώτη φορά τη σειρά με την οποία τη διάβαζε, και να τη. Πάνω δεξιά σε μια μικρή γωνιά βρισκόταν η ανακοίνωση με έντονα γράμματα: « Ο νικητής για το μεγάλο ταξίδι είναι ο ένοικος του block 37, διαμέρισμα 205. Θα ακολουθήσουν οδηγίες. Συγχαρητήρια». Έκλεισε σαστισμένος την εφημερίδα. Μα, ο νικητής ήταν ο ίδιος!
SaveSave

ΤΗΕ VOLUNTEER 1: THE ANNOUNCEMENT


Harry carefully opened the kitchen cupboard. It creaked the last few days making a creepy sound and he didn’t want to wake the others up in the house. Jonathan had promised to fix it but he still hadn’t done so. He took the tin can with the coffee. Damn, the coffee was nearly enough for his thermos. He had to remember to stop by the market in the morning after work and refill it.  He was very loyal to the golden rules of cohabitation but he really hated the sudden restocking. Sylvia was the backbone of organizing the house, like most of the females have inherent that capacity of running a house without making a fuss about it. Harry simply preferred to leave an envelope with his share for the bills and the grocery of the month. He lived in this house for two years and he felt a member of it by now. During the global crisis’ years, it was very common for families to rent their houses’ rooms to cope with the expenses and their maintenance. The law urged the families, therefore with more space to rent, to choose families respectively so the children have company to play with, couples to choose couples or singles, depending on the size of the houses. The good thing with this two-storey house was that he shared it with an elderly couple and two young twin brothers who lived upstairs. He had chosen it because it was not far away from the center of Bowieville and because the children of the family were grown-ups and lived far away. The best thing with the house was that everyone had their privacy. Its owners, Jonathan and Sylvia, spent their time in the garden at the back of the house and watching old movies at their schoolmate’s cinema downtown every Friday night. They were both retired English professors with a library full of books, open for the tenants of the house. Cooking was not Sylvia’s highlight, she was very nervous and hasty with everything, but her apple-pie was really something. Some Sunday mornings everybody gathered in the kitchen because they were driven there by the smell and they looked like schoolboys eagerly waiting for the pie to be cooked to taste the still hot first piece. The twin brothers from Japan, Tatsouo and Shigeru, always studied for exams or they secretly spent their weekends in the girls’ rooms at the university campus. At least, that is what Harry wanted to believe because they both were very smiley the next day. They looked very much alike but you could easily distinguish them by the height and Shigeru’s beard. He was taller and he tenderly caressed his beard all the time. Sylvia enthusiastically tried to learn new words in Japanese with her morning coffee which she would have forgotten by night time and that was their everyday game. 
Harry spent his evenings at work. He was a night watchman at Sierra, the big research center, that multi-storey glass building that could be seen from every part of the city. He poured the hot water in the paper filter with the coffee and watched it being sucked from the thermos. He tightly closed it and put in the special compartment of his backpack. He gazed abstractly the city lights from the kitchen window. When he first came to Bowieville, he stared as well the tall building of Sierra and he had visited it on his first week to ask if they were in need of night watchmen. His experience from his wanderings had taught him that the night watchmen were disposable and that knowledge had tremendously helped him when he was looking for odd jobs in the cities from which he had passed. He started the following day and two years had passed since then. He always preferred the night shift. The fewer colleagues he had to get in touch with, the better. He was accustomed to his loneliness and the unnecessary conversations with the crowd in the corridors and the elevators were not his best quality. He tied the laces of his sneakers and he locked the door behind him. First day of September and the heat was still intense, even at two o’ clock in the morning, when Harry would walk down Cave road to reach the metro station. Kevin’s bar was in the corner. He would visit it on his day off to have his black beer. The blinds were down and the door half open. They would wash the last glasses before they lock down the store and drag the big black garbage bags into the trash can. He always walked by the bar to take a quick look at Branca. She was that slender Portuguese waitress with the short hair who flirted him from his first night there. She now had the key of his room and he would often find her lying on his bed when he returned in the mornings from Sierra. He would just lay beside her and embrace her warm naked body and listen to her sweet - talking in her language in her sleep. When she happened to see him passing by on his way to the metro station, she would smile at him with her face glowing. The customers at the bar at this hour were few on the weekdays and sometimes she would even send him a kiss. Harry assumed that all the Mediterranean people carried a lot of sun within them and spread it around when talking or laughing. He could be wrong, though. 

Two in the morning. He always liked to walk around late at night, especially on weekdays when he didn’t meet many people in the streets and in the subway. It was his favourite time of the day to straighten up his thoughts. He had a routine in his daily life in which he felt safe. He felt good with himself after a long time, at least more carefree in this town with its microcosm and its people. One of the most sympathetic guys was the newsdealer outsider the Karthapark underground station. For Harry, a paper lover, this old man looked like a hero. Newspapers were now a useless product all over the world since everyone got informed electronically. There were only a few left who undertook the printing of thin newspapers, which they handed out for free, accepting no money, driven only by their love for paper and printed news. The news of course had a personal color and they were not synchronized with the events. They were usually articles and analyses occasioned by what had happened during the week. This whole procedure was an attempt to keep the old world alive. This particular old guy was at the same spot every week late at night and did his job without saying much. He would just greet his few familiar customers with an almost conspiratorial nod. He gave them the feeling that they belonged to a forgotten elite group of friends, to the last romantics of the post modern times. Harry truly appreciated these efforts and finding out if there were any newspapers in the cities that he had visited, was a key factor of whether he would spend some time there. The smell of the paper was a pleasure to which he would easily give in to. He also liked the writing style of this newsdealer with the white moustache and the smudgy, from the ink, fingers. He would absorb the thin newspaper in the subway on his way to the Sierra building and he would keep it in his backpack until his return to his room where he would put it in his special box, where they were all kept chronologically and geographically. Branca used to tease him not only for reading it but also for keeping it.
«Harry, come on, you look like a scavenger”, she complained. “ You don’t have that space in the room for this”. Harry would not be intimidated. Τhe newspapers formed something like a diary of his trail and his route. They were a part of him, no matter how much space they needed. 
When the newsdealer saw him approaching, he gave him the newspaper and said to him softly, as if someone was listening and that would disturb the order of things: “The winner of the competition on page 7”. Harry then remembered the announcement of the big contest about three months ago. “A big contest for the journey of your life”, according to the title that was almost hidden in the corner of the newspaper and could easily be overlooked. But Harry had seen it and was stimulated. A journey as a gift without the destination being specific. The only thing you had to do was to cut the coupon, fill in a few personal data and send it via mail to a post office box. He had done it. He went to the post office and dropped the coupon that had been creased in his pocket in the yellow box. He felt as if he was somehow obliged to do so, to help this man in this way who had found a sponsor for this and assumed that the newsdealer had received money for this ad, a small relief in his lonely effort. Time had passed and Harry had forgotten all about it until now. The dirty subway car stopped in front of him making too much noise. An old mechanical beast ready to die on the pier. He walked in, sat in his usual seat by the window with the graffiti and took a sip from his coffee. He opened the newspaper on page seven, for the first time disrupting the order of his reading, and there it was. On the upper right corner there was a small announcement in bold: “The winner of the contest is the tenant of block 37, apartment 205.Instructions will follow. Congratulations”. He was taken aback and he closed the newspaper. The winner was himself!


Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

OXALÁ

   
 He had torn it from a magazine the last time he visited the dentist. He was waiting for him in the foyer for that filling that he had postponed for a couple of months. He was alone and had a look at a travelling magazine. His gaze was caught in this picture of an exotic forest whose exact spot on the map could not remember now but was impressed back then. 
“Oh boy, so much beauty out there! So peaceful!”
It was just a path in the middle of a jungle but the greenery was so dense that it created a garland for you to cross. He kept gazing at it for long and it felt as if he was there trying to travel through it, with his clothes sticking on his skin from the heat and the humidity, with him being tired and the songs of the exotic birds, the whistling of the insects and his panting breath being the only things that could reach his ears. He got the urge to cut the page and put it in the pocket of his jeans as he was all alone. When he returned home that afternoon with his tooth filled, he took the page off his pocket, cut it straight with the scissors and stuck it at the side of the fridge with an advertising magnet from the grill house of his neighborhood around the corner. 
“Let me see the jungle with my coffee and as soon as I get bored of it, I will throw it away. Let us have the mind travel a bit in the morning.” 
      Two years had passed since then and the picture was still there, just like his life was stuck in the exact same place on his fridge with the magnet. He still worked at the carpentry but the work of course had been reduced and the wages they owned him were far too many. He sometimes worked as a waiter in his cousin’s tavern when they were weddings scheduled and extra help was needed. Once a month, he visited his mother and had lunch together. On those Sunday gatherings his sister with her children would sometimes join in. His brother-in-law would stay home because he was tired but everyone knew that they had nothing to say to each other and they had passed to the next level where you are not supposed to keep up appearances. Between you and me, neither did he have much to say with his family. The older he got, the larger the distance grew between them. His sister was over her children and their anxieties, his mother had her health issues and her concerns.
“John, when are you going to settle down and have a kid? My goodness, time flies, you are not a little boy anymore.”
At first, he got angry at her and got himself in an argument. Just words, some might say, but so many times the bitter truth was heard. 
“Like yourself who won the lottery or Lina who hit the jackpot.” He would now remain silent and only say:
“These things just happen” and end the conversation. 
      He had broken up with Helen about six months ago. Oh gosh, it doesn’t really matters what happened or who’s to blame. He missed her, even though he didn’t admit it to himself. He missed her warm body on his bed and that sense of caring for the everyday life. The house was alive when she was in it, even if that meant it was alive from all their fights. 
One morning, while they had their coffee at the kitchen table, she asked him about the picture on the fridge. “Where is that? Are you on a trip?”
“Nah, no, I don’t remember where it is but I like to look at it.”
“Who knows, you might remember and take me there one day”, she told him and tenderly caressed the back of his neck. 
A long time had passed since then. Even though the fridge was opposite the kitchen table and the side he usually sat, most of the mornings he would not have a look at it or when he did, it was in a totally abstract way. He saw the path, the trees and the light that tore them in half as it passed through them but didn’t actually look at them. Before his eyes another day at work with moaning, tension and begging for his money passed by, numbers being summed up by unpaid bills, the insurance policy for his old car that hadn’t been settled yet and occasionally Helen’s face , sometimes full of anger at him and sometimes ready to burst out laughing at some silly joke of his. Most of the mornings he only felt a burden in him. It wasn’t just the last two years that had crushed him, it was the previous as well that had gone by and left an emptiness in him. He didn’t know what he had done wrong, what kind of chance he let slip out of his hands in order to feel a sort of fulfillment, to feel nice with his everyday garment of himself. 

      And today, as he had his first sip of his Greek coffee and burnt his tongue swearing, his glance got caught up in this image opposite him but he actually looked at it after a long time. He looked at it so intensely that he almost felt the breeze on his forehead and the sun rays burning his eyes. The image was so vivid that morning that took him away. He smiled at his daydream and had his, not so voracious, second sip. A whistle was heard that almost spilled his coffee. Where did it come from? By the time he realized the origin of the sound, a second whistle along with something metallic was heard but it didn’t stop this time.
He turned towards the sink and that was where his cup fell off his hands and broke on the floor. Hot drops stained his work pants and burned his feet a bit. He stood up from the daze. He could not believe his eyes. From the marble sink beside him, plants literally grew in tremendous speed. They came out through the holes in the middle of the sink in that weird, organic sound whom the more he heard, the more it reminded him of his dog while it gave birth to its puppies at their old house when he was still a kid and his father was still alive. The sound of the baby as it came out of its mother’s body had strongly impressed him. It was a wet, metallic, hissing sound. He couldn’t name the grasses coming out of the sink and it was the last thing that mattered to him but he was certain that he had seen them before. When they filled the sink and started coming out of it and pouring themselves with their foliage on the floor, he realized it. They were the plants that he saw for the last two years in the picture on his fridge. He could not be certain whether that late October morning in his kitchen was reality or a hallucination but in a momentary burst of courage, he touched the plants that had already started occupying the floor and spreading behind the washing machine and climbing towards the cupboards. Yes, he felt them real on his fingers. Panic came over him and he tried to cut them with the knife he kept in the drawer. It was his first thought against their expansion. The green leaves started wrapping around his fingers and passed undisturbed to the rest of his hand. He started screaming but nothing more than a roar came out of his terror that had already been covered by the branches climbing up the ceiling and their stronger sound.
His heart was about to burst, being trapped in a room with the greenery having occupied every vital part of the space and his body. Τhe branches rose and tightened his torso. His breath became sharp and the colors had already began to fade away. Just before he became unconscious, he struggled to turn towards the picture on the fridge and forced himself not to laugh despite his tragic situation. In the picture that he had for the last couple of years on the fridge saw himself with the same clothes he wore today in the familiar setting of his kitchen drinking his coffee and looking straight to the camera. Someone would say that the picture itself was staring at him for a long time too and wanted to pay him a visit in its own way. It wanted to enter his world for a while just as he wanted to do the same. His last thought was: “How strange our wishes can be”, or something of the sort. 

ΙΣIΑΛΛΑ


      Την είχε κόψει από ένα περιοδικό όταν είχε πάει στον οδοντίατρο την τελευταία φορά. Τον περίμενε στο σαλονάκι για εκείνο το σφράγισμα που το είχε καθυστερήσει κάμποσους μήνες. Ήταν μόνος και χάζευε ένα περιοδικό με ταξίδια. Έπεσε το μάτι του πάνω σε αυτή την εικόνα από ένα εξωτικό δάσος που πλέον δε θυμόταν σε ποιο σημείο του χάρτη βρίσκεται αλλά εκείνη την ώρα  τον εντυπωσίασε. 
«Κοίτα βρε παιδί μου, τι ομορφιά υπάρχει εκεί έξω. Τι γαλήνη» .
Όλο κι όλο ήταν ένα μονοπάτι στη μέση μιας ζούγκλας αλλά η βλάστηση ήταν τόσο πυκνή που δημιουργούσε ένα πράσινο στεφάνι για να το διασχίσεις. Έμεινε να το χαζεύει για ώρα και ένιωθε σαν να ήταν εκεί, να προσπαθεί να το περάσει, τα ρούχα του να κολλάνε πάνω του από τη ζέστη και την υγρασία, να είναι κουρασμένος και μόνο το τραγούδι των εξωτικών πουλιών, το σφύριγμα των εντόμων και η λαχανιασμένη του αναπνοή να φτάνει στα αυτιά του. Μόνος του στο σαλονάκι και του ήρθε η επιθυμία να κόψει τη σελίδα και να την παραχώσει στην τσέπη του τζην του. Με το δόντι σφραγισμένο γυρνώντας το απόγευμα στο σπίτι, έβγαλε τη σελίδα από την τσέπη του, την έκοψε ίσια με το ψαλίδι και την κόλλησε στο πλάι του ψυγείου με ένα μαγνήτη διαφημιστικό από το σουβλατζίδικο της γειτονιάς στην παρακάτω γωνία. 
«Ας βλέπω τη ζούγκλα με τον καφέ μου και όταν το βαρεθώ το πετάω, έτσι να το ταξιδεύουμε το πρωί το μυαλό.»
      Από τότε είχαν περάσει δύο χρόνια και η εικόνα ήταν ακόμα εκεί, όπως και η ζωή του που είχε κολλήσει στο ίδιο σημείο με το ίδιο μαγνητάκι στο ψυγείο του. Εξακολουθούσε να δουλεύει στο ξυλουργείο αλλά οι δουλειές είχαν πέσει φυσικά και τα μεροκάματα που του χρωστούσαν είχαν μαζευτεί πολλά. Καμιά φορά δούλευε γκαρσόνι  τα σαββατοκύριακα στην ταβέρνα του ξάδερφου του όταν είχε κλεισμένους γάμους και ήθελε επιπλέον βοήθεια. Μια φορά το μήνα θα έβλεπε τη μάνα του και θα έτρωγαν παρέα. Σε αυτές τις κυριακάτικες συναντήσεις ερχόταν κάποιες φορές και η αδερφή του με τα παιδιά. Ο γαμπρός του θα έμενε σπίτι γιατί ήταν κουρασμένος αλλά όλοι ήξεραν ότι δεν είχαν τι να πουν και είχαν περάσει στο επόμενο στάδιο όπου δε χρειάζεται να κρατάς πια τα προσχήματα. Μεταξύ μας, ούτε και εκείνος είχε να πει και πολλά με τους δικούς του. Όσο μεγάλωνε ο ίδιος, μεγάλωνε και το κενό ανάμεσά τους. Η αδερφή του ήταν πάνω από τα παιδιά και τα άγχη τους, η μάνα του με τα θέματα υγείας της και τον καημό της .
 « Εσύ βρε Γιάννη μου, πότε θα νοικοκυρευτείς να κάνεις κανένα παιδάκι; Άντε περνάνε τα χρόνια, δεν είσαι παλικαράκι πια.»
 Στην αρχή θύμωνε μαζί της και αρπάζονταν. Λόγια του αέρα αλλά πόσες φορές δεν ακούστηκαν και πικρές αλήθειες.
 «Είδαμε και εσένα που πήρες το πρώτο κελεπούρι ή τη Λίνα που πήρε τον πρώτο αριθμό του λαχείου.» Τώρα πια σώπαινε και απλά μουρμούραγε:
 «Αυτά είναι τυχερά» και σταματούσε εκεί την κουβέντα.
     Με την Ελένη το είχαν διαλύσει εδώ και κανένα εξάμηνο. Τι τα σκαλίζεις, δεν έχει σημασία τι έγινε, ποιος φταίει και δε φταίει. Του έλειπε, όσο κι αν δεν το παραδεχόταν ούτε στον εαυτό του. Του έλειπε το ζεστό της σώμα στο κρεβάτι του και εκείνη η φροντίδα για τα καθημερινά. Το σπίτι ήταν πιο ζωντανό όταν ήταν κι εκείνη εκεί, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι ήταν πιο ζωντανό και από τους καυγάδες τους. Ένα πρωινό πίνανε τον καφέ τους στο τραπέζι της κουζίνας και τον ρώτησε για την εικόνα στο ψυγείο. «Εδώ πού είναι; Είσαι σε κάποια εκδρομή;»
«Μπα, όχι, είναι σε ένα μέρος που δε θυμάμαι πού πέφτει στο χάρτη αλλά μ αρέσει να το χαζεύω.»
«Πού ξέρεις, ίσως θυμηθείς πού είναι και με πας κάποια μέρα», του είχε πει και τον είχε χαϊδέψει στο σβέρκο με τρυφερότητα.
Είχε περάσει καιρός από τότε. Ενώ το ψυγείο ήταν απέναντι από το τραπέζι της κουζίνας και τη μεριά που καθόταν εκείνος συνήθως, τα περισσότερα πρωινά τώρα ούτε που θα της έριχνε μια ματιά ή μπορεί να την κοίταζε αλλά τελείως αφηρημένα. Έβλεπε το χωμάτινο μονοπάτι και τα δέντρα και το φως που τα έσκιζε στη μέση περνώντας ανάμεσά τους αλλά δεν τα κοίταζε. Μπροστά στα μάτια περνούσε άλλη μια μέρα στη δουλειά με γκρίνια, ένταση και παρακάλια για τα μεροκάματα, έβλεπε νούμερα να αθροίζονται από τους απλήρωτους λογαριασμούς, την ασφάλεια για τη σακαράκα του που δεν είχε τακτοποιήσει ακόμα ή έβλεπε πού και πού το πρόσωπο της Ελένης άλλοτε πυρ και μανία μαζί του κι άλλοτε να σκάει στα γέλια με καμιά σαχλαμάρα που θα της είχε πει. Τα περισσότερα πρωινά ένιωθε απλά βαρύς. Δεν ήταν μόνο τα τελευταία δύο χρόνια που σαν να τον είχαν ρίξει, ήταν και τα προηγούμενα που είχαν φύγει και του άφηναν ένα κενό. Δεν ήξερε πού είχε κάνει το λάθος, τι δεν είχε δει, ποια ευκαιρία είχε αφήσει να του γλιστρήσει από τα χέρια για να νιώθει γεμάτος μέσα του, να νιώθει καλά με το ρούχο του εαυτού του που φορούσε κάθε πρωί. 

       Και σήμερα πίνοντας την πρώτη γουλιά από τον ελληνικό του και καίγοντας τη γλώσσα του σιχτιρίζοντας, το βλέμμα του πάλι στάθηκε στην εικόνα απέναντί του αλλά την «κοίταξε» μετά από καιρό. Την κοίταξε τόσο έντονα που ένιωσε σχεδόν το  αεράκι στο μέτωπό του και τις ακτίνες του ήλιου να του καίνε τα μάτια. Και ήταν τόσο ζωντανή αυτή η εικόνα εκείνο το πρωινό που τον πήρε μαζί του. Χαμογέλασε αδιόρατα με το ξεμυάλισμά του και ρούφηξε όχι τόσο αχόρταγα και τη δεύτερη γουλιά. Ένα σφύριγμα ακούστηκε και παραλίγο να του χυθεί ο καφές. Μα από πού ερχόταν; Μέχρι να συνειδητοποιήσει την προέλευση του ήχου κι ένα δεύτερο σφύριγμα με κάτι μεταλλικό μαζί ακούστηκε πάλι και αυτή τη φορά δε σταμάτησε.
Γύρισε προς το νεροχύτη και εκεί του έπεσε το φλυτζάνι από τα χέρια και έσπασε στο μωσαϊκό. Καυτές σταγόνες λέρωσαν το παντελόνι της δουλειάς και του έκαψαν λίγο τα πόδια. Σηκώθηκε όρθιος από το σάστισμα. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Από το μαρμάρινο νεροχύτη δίπλα του, φυτά φύτρωναν στην κυριολεξία και αναρριχόνταν με τρομερή ταχύτητα. Έβγαιναν από τις τρυπούλες στο σιφόνι στο κέντρο του νεροχύτη με αυτόν τον περίεργο , οργανικό ήχο που όσο τον άκουγε τόσο του θύμιζε το σκυλί του όταν γεννούσε τα κουτάβια του όταν ήταν πιτσιρίκι στο παλιό τους σπίτι όταν ζούσε ακόμα ο πατέρας τους. Του είχε κάνει τόση εντύπωση ο ήχος που έκανε όταν το μωρό έβγαινε από το σώμα της μάνας. Υγρός, μεταλλικός, συριστικός ήχος. Δεν ήξερε να ονοματίσει τις πρασινάδες και ήταν το τελευταίο πράγμα που τον ένοιαζε αλλά ναι, ήταν σίγουρος ότι τις είχε ξαναδεί κάπου. Όταν ο νεροχύτης του γέμισε και άρχισαν να βγαίνουν από έξω και να χύνονται με τα φυλλώματά τους στο μωσαϊκό, το συνειδητοποίησε. Ήταν οι πρασινάδες που έβλεπε τα τελευταία δύο χρόνια στην εικόνα στο ψυγείο του. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος αν ήταν η πραγματικότητα ή μια παραίσθηση αυτό που ζούσε εκείνο το πρωινό προς τα τέλη του Οκτώβρη στην κουζίνα του αλλά σε μια  στιγμιαία έκρηξη θάρρους,  άγγιξε τα φυτά αυτά που πλέον είχαν αρχίσει και καταλάμβαναν το πάτωμα και απλώνονταν πίσω από το πλυντήριο και ανέβαιναν προς τα ντουλάπια και τους τοίχους του δωματίου. Ναι , τα ένιωσε αληθινά στα δάχτυλά του. Τον έπιασε πανικός και προσπάθησε να τα κόψει με το μεγάλο μαχαίρι που είχε στο συρτάρι. Ήταν το πρώτο που σκέφτηκε για να τα αναχαιτίσει. Τα πράσινα φύλλα άρχισαν να τυλίγονται στα δάχτυλά του με το πρώτο κόψιμο και πέρασαν ανενόχλητα στο υπόλοιπο χέρι. Έβαλε τις φωνές αλλά από τον τρόμο του δεν κατάφερε να βγει τίποτα άλλο από ένα μουγκρητό που το είχαν ήδη καλύψει τα κλαδιά που με το δικό τους πιο δυνατό ήχο καθώς  μπλέκονταν στο ταβάνι πια.

Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, καθώς ήταν εγκλωβισμένος σε ένα κατάφυτο δωμάτιο με τις περικοκλάδες να καταλαμβάνουν κάθε ζωτικό κομμάτι του χώρου αλλά και του κορμιού του. Τα κλαδιά ανέβαιναν και έσφιγγαν όλο και πιο σφιχτά τον κορμό του. Η ανάσα του γινόταν όλο και πιο κοφτή και τα χρώματα  είχαν άρχισαν ήδη να αλλοιώνονται και να ξεθωριάζουν. Λίγο πριν χάσει τελείως τις αισθήσεις του, γύρισε με δυσκολία στην εικόνα του ψυγείου και κρατήθηκε να μη βάλει τα γέλια, παρά την τραγικότητα της κατάστασής του. Στην εικόνα που είχε τα δύο τελευταία χρόνια στο ψυγείο του έβλεπε καθαρά τον εαυτό του με τα ρούχα που φορούσε σήμερα στο γνώριμο σκηνικό της κουζίνας του να πίνει τον καφέ του και να κοιτάζει έντονα την κάμερα. Θα έλεγε κανείς ότι κι εκείνη τόσο καιρό χάζευε τον ίδιο και ήθελε να τον επισκεφτεί με τον τρόπο της. Ήθελε να έρθει στο δικό του κόσμο για λίγο, όπως κι εκείνος ήθελε το αντίθετο. Η τελευταία του σκέψη ήταν «Τι περίεργες που είναι οι επιθυμίες  μας», ή κάτι σχετικό. 

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ

Κρατούσε την κούπα του καφέ λες και ήταν αγαπημένο σώμα γυναίκας. Τα δάχτυλα του καίγονταν αλλά εξακολουθούσε να τη σφίγγει. Πρώτη ρουφηξιά από το τσιγάρο. Το πρώτο της ημέρας. Κυριακή ξημερώματα στη μικρή του κουζίνα, με θέα τον ακάλυπτο και το πρώτο φως που χαράζει λίγη αισιοδοξία. Το τελευταίο του τσιγάρο στο πακέτο. Δεν είχε σκοπό να αγοράσει άλλο μέχρι το τέλος της εβδομάδας. Κάθε του ρουφηξιά ήταν αχόρταγη, άγριαστα όρια της αδέξιας. Έβλεπε τον καπνό να αιωρείται μέχρι τα απέναντι μπαλκόνια. Σκονισμένα κάγκελα, μπουγάδες, μισοξεραμένοι βασιλικοί. Να τρυπώνει στις γρίλιες των  κλειστών  πατζουριών. Κρεβατοκάμαρες που κρύβουν αγκαλιές, παράθυρα κουζίνας με αγουροξυπνημένα και αχτένιστα κεφάλια που κουτουλάνε στα ντουλάπια ψάχνοντας για το βάζο με τη ζάχαρη. Χουζούρι που σκεπάζει σκέψεις και διαθέσεις. Κυριακάτικο πρωινό στην πόλη. Μέσα στη νεκρική σιωπή από μακριά ο ρυθμικός ήχος της  καμπάνας. Τώρα πια την είχε συνηθίσει ακόμα κι αυτή. Όπως είχε συνηθίσει να βλέπει να συσσωρεύονται οι λογαριασμοί καρφιτσωμένοι στην πόρτα του ψυγείου. Μαζί με αυτούς να πολλαπλασιάζονται τα άγχη και οι φοβίες του.
Κυριακή πρωί. Εκείνη κοιμόταν ακόμα στο κρεβάτι του με τα σεντόνια να χαϊδεύουν με αναίδεια το γυμνό της σώμα  και τα μαλλιά της να μπλέκουν στο πρόσωπό της και στην αθόρυβη ανάσα της. Άνοιξη στην πόλη. Χωρίς πολλά λεφτά. Αλλά και πότε υπήρξαν πολλά;  Έμεινε στο μικρό του μπαλκόνι για όσο κρατάει ένα τσιγάρο. Χάζεψε λίγο ακόμα έξω το αστικό τοπίο και πιο πολύ μέσα του. Πείσμα για όλα εκείνα που θα έρθουν αλλά και μια λαχτάρα για πρωινά φιλιά. Τελευταία ρουφηξιά. Έσβησε το τσιγάρο του, άλλη μια γουλιά καφέ και γρήγορα μέσα, να κουρνιάσει δίπλα στο ζεστό της σώμα.

SUNDAY MORNING

He held his cup of coffee as if it were a beloved body of a woman. Though his fingers were burning he still held it. First smoke of a day. Sunday morning in his small kitchen overlooking the urban backyard with the first light glowing a bit of hope. Last cigarette in the packet. He didn’t intend to buy another one till the end of the week. Every puff was wild, greedy almost clumsy. He saw the smoke floating to the opposite balconies. Dusted railings, laundries and almost dead basils. He watched it sneak into sealed blinds. Bedrooms full of hugs, kitchen windows with just woke up and uncombed people bumping on the cupboards looking for the sugar jar. Snoozing that covers up thoughts and moods. Sunday morning in the city. The rhythmic church bell sound coming from far away in the deathly silence. He was now used to it. He was also used to the pile of bills on the door of his fridge. And they multiplied as long as his anxieties and fears.
Sunday morning. She was still sleeping in his bed with the sheets rudely caressing her naked body and her hair getting in her face and in her breathing. Spring time in the city. Not much money in the pocket. But were there ever enough? He stayed out at his small balcony for as long the cigarette lasted. He gazed the external urban scenery and his internal one. Stubbornness for all things to come and a lust for morning kisses. Last puff. He put out his cigarette, had another coffee sip and hurried inside to lay down beside her.