Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα recession. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα recession. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

TO ΚΛΕΙΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Είχε γυρίσει στο σπίτι της μάνας του στο χωριό εδώ και ένα χρόνο. Έκλεισε το εργοστάσιο, όπου δούλευε, και είχε ζοριστεί με τα έξοδα στην πόλη. Εδώ υπήρχε ένα άδειο σπίτι τουλάχιστον να τον περιμένει, έστω για ένα διάστημα, μέχρι να δει τι θα κάνει. Είχε να πατήσει το πόδι του από την κηδεία της πρόπερσι την άνοιξη.  Του είχε στοιχίσει και έριξε μαύρη πέτρα πίσω του. Δεν ήθελε να έχει σχέση ούτε με το σπίτι, ούτε με τον τόπο όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια, ούτε με τους ανθρώπους που μεγάλωναν μαζί του.  Του φάνηκε το ίδιο δύσκολο να πάρει την απόφαση και να γυρίσει το κλειδί στην κλειδαριά εκείνο το πρωινό. Το καθάρισε, πέταξε πράγματά της, το αέρισε να φύγει η υγρασία και η κλεισούρα, ξεχορτάριασε τον κήπο που είχε μαραζώσει, επισκεύασε ένα κομμάτι της στέγης που ήταν έτοιμη να πέσει. Έγινε πάλι σπίτι ζεστό. Οι συγχωριανοί του έτρεξαν να τον βοηθήσουν αφού ήταν ο μοναχογιός της Κρυσταλλίας, που όλοι την αγαπούσαν κι ήξεραν τι αδυναμία του είχε. Εκείνος όμως τους κρατούσε σε απόσταση, σαν να ντρεπόταν για την επιστροφή του, σαν να ντρεπόταν που δεν τα κατάφερε στη μεγάλη πόλη, σαν να ντρεπόταν για όλες τις δικές του μικρές αποτυχίες που στα μάτια του φαίνονταν θεόρατες. Δεν ήθελε πολλά πάρε-δώσε μαζί τους και έτσι, για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, έκαναν πίσω. Δεν τον ενοχλούσαν και το ίδιο έκανε κι εκείνος. 
Ο καιρός περνούσε και τα λεφτά του τελείωναν. Στο χωριό δεν είχε ελπίδα ούτε για ένα μεροκάματο. Σαραντάριζε και έπρεπε να πάρει σοβαρές αποφάσεις για τη ζωή του. Όλα του έδιναν την εντύπωση ότι κρέμονταν από μια κλωστή. Το άγχος και η απελπισία τον έτρωγαν και δεν ήταν άνθρωπος να ζητήσει βοήθεια. Ήταν πολύ περήφανος για την προσφορά και τη συγχώρεση. Οι αγωνίες και όλες οι θύμησες τον βασάνιζαν και τον ξαγρυπνούσαν. Ήταν ολόκληρος άντρας και φοβόταν σα μικρό παιδί το μέλλον και τη ζωή του. 
Μέχρι που έγινε κάτι πολύ περίεργο εκείνη τη νύχτα, παραμονή Πρωτομαγιάς. Μετά από μια εβδομάδα έντονης αϋπνίας και πονοκεφάλων ξάπλωσε κουρασμένος και ανήσυχος. Όπως κάθε βράδυ, στριφογύριζε ιδρωμένος με όλες τις σκέψεις του να τον κυνηγούν. Άκουσε ένα μικρό χτύπο στο παράθυρο και σηκώθηκε αλαφιασμένος. Το άνοιξε. Δεν είδε κανέναν. Καθώς το έκλεινε, άκουσε ένα βόμβο και κοίταξε χαμηλά στο περβάζι. Ένα έντομο που έμοιαζε με χρυσόμυγα βρισκόταν εκεί στο ασβεστωμένο πεζούλι και πάλευε σαν να είχε τσακωθεί με τα φτερά του. Πάλευε λες και ήθελε να τα ξεκολλήσει από το ιριδίζον σώμα του. Όσο το  χάζευε, θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια. Μαζεύονταν όλα τα παιδιά τα μεσημέρια του καλοκαιριού στην πλατεία του χωριού και έπαιζαν μέχρι να τα φωνάξουν για φαγητό και για ύπνο οι μανάδες τους. Όταν έβρισκαν χρυσόμυγες, το πόσο τις βασάνιζαν δε λεγόταν. Τις έδεναν με σπάγκους κι έριχναν χώματα και πέτρες, τις φυλάκιζαν σε μικρά μεταλλικά κουτιά για να τις ακούνε να βουίζουν με αγωνία. Ο ίδιος τις φοβόταν όσο τίποτα στον κόσμο. Τον τρόμαζε το απόκοσμο χρώμα τους αλλά προσπαθούσε να μην το δείξει στα άλλα παιδιά και τον κοροϊδέψουν. Έτσι, ήταν ο μόνος που πάντα του ξέφευγαν αλλά έπρεπε να τις χαζεύει ως έπαθλο στα χέρια των βασανιστών τους και να υποκρίνεται ότι προσπαθεί κι εκείνος να πιάσει τόσες. Μεγάλος στην πόλη δεν έβλεπε χρυσόμυγες και η φοβία αυτή είχε μείνει στο πίσω μέρος του μυαλού του, ξεχασμένη. Εκείνο το βράδυ όμως η ξεχασμένη αυτή αίσθηση της απειλής γύρισε μέσα του και έκανε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά. Κι όταν το συνειδητοποίησε αυτό, έγινε το πιο αλλόκοτο πράγμα. Η χρυσόμυγα άρχισε να μεγαλώνει. Ο κορμός της όλο και φούσκωνε και ο βόμβος γινόταν όλο και πιο ζωηρός. Πήγε να κλείσει το παράθυρό αλλά είχε ήδη βάλει το μισό της σώμα και ετοιμαζόταν να ανοίξει τα φτερά της που όλο και μεγάλωναν και σε λίγο θα ξεπερνούσαν το δικό του μπόι.  
Μπήκε πετώντας και κουλουριάστηκε στο ξύλινο πάτωμα χωρίς να σταματάει το ρυθμικό της βόμβο.  Ένιωθε την ανάσα του να βγαίνει με δυσκολία. Αν έβλεπε όνειρο, ή καλύτερα εφιάλτη, σίγουρα ήταν πολύ ρεαλιστικό. Στεκόταν ακίνητη μπροστά από το παράθυρο και τον χάζευε, σαν να τον περιεργαζόταν. Κι  εκείνος με τη σειρά του έκανε το ίδιο σε μια προσπάθεια επικοινωνίας με ένα ον εξωπραγματικό και βγαλμένο από τους παιδικούς του εφιάλτες. Αν κατάφερνε να του ξεφύγει, δε θα τον πίστευε κανείς για αυτήν την περιπέτειά του. Τα ανοιχτά της φτερά  πετάριζαν συνέχεια σαν να ετοιμάζονταν για μια πτήση μέσα στο χώρο. Σχεδόν έφτανε το ύψος του και το χρυσαφένιο της χρώμα γυαλοκοπούσε στο νυχτερινό φως. Κι αν ήταν και αυτή τόσο τρομαγμένη όσο και αυτός; Aν είχε μπει, άθελά της, σε έναν κόσμο που δε γνώριζε; Αν ήταν όλα μια παραίσθηση από την παρατεταμένη αυπνία και κούραση; Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για τίποτα. Δεν μπορούσε να υπολογίσει το χρόνο που είχε περάσει. Και οι δύο, πέρα από τον τρόμο και το σοκ, έμοιαζαν να υπολογίζουν τις δυνάμεις τους. Ο ίδιος ένιωθε σιγά σιγά πιο ζωντανός από ποτέ. Τον είχε πλημμυρίσει μια αίσθηση απίστευτης ενέργειας. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό σαν να είχε ξορκίσει όλους τους φόβους και τις ανασφάλειές του. Ένας παιδικός του ξεχασμένος εφιάλτης βρισκόταν απέναντί του με απρόβλεπτες διαθέσεις και ο ίδιος είχε ξεχάσει όλα τα βάρη που τον κρατούσαν σκυμμένο. 

Ήξερε ότι έπρεπε να δράσει αστραπιαία. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήδηξε πάνω στη ράχη της και πιάστηκε άγαρμπα από τα φτερά της. Μάλλον κι η χρυσόμυγα σαν να περίμενε αυτό το σάλτο του και πέταξε από το μισάνοιχτο παράθυρο στη νύχτα. 

THE CLOSED WINDOW


A year had passed since he had returned to his mother’s house at the village. The factory, where he worked, closed and he had hard times with his expenses back at the city. At least, in the village, an empty house was waiting for him for as long as he needed it, till things got sorted out. The last time he was here was three years ago, in the spring at his mother’s funeral. He couldn’t deal with it so he decided not to return. He didn’t want to have any connection with his house, nor the place where he had spent his childhood, nor the people with whom he grew older. It was difficult enough for him to turn the key in the keyhole that morning. He cleaned it, threw away her things, opened the windows for the damp, weeded out the garden, repaired a part of the roof that was about to collapse. He turned it into a home. His fellow villagers came to help him since he was Crystallia’s only son, whom everyone loved and knew how much she adored her son. He kept them in a distance, as if he was ashamed of his return, as if he was ashamed that he didn’t make it in the big city, as if he was ashamed of all his small failures that looked huge to him. He didn’t want to connect with them, so they receded and there were no more misunderstandings. They didn’t bother him and so did he. 
Time went by and his money ran out. In the village he didn’t have a chance for a day job. He was turning forty and he had to make serious decisions about his life. Everything was so fragile. Anxiety and despair were his routine and he was too proud to accept any offer or forgiveness. The memories kept him awake and tortured him. He was a grown man but he was afraid of the future and his life like a small boy. 
And then on that May Day Eve the most peculiar thing happened. After a long week of insomnia and headaches, he went to bed tired and edgy. Like any other night, he twirled in the bed sweating with all his thoughts hunting him. He heard a noise at the window and he got up really upset. He opened it. He saw no one. As he closed it, he heard a buzz and looked down at the sill. An insect that looked like a green may beetle was there and fought as if it had a quarrel with its feathers. It fought as if it wanted to separate them from the rest of its iridescent body. While he watched it, he remembered his childhood. All the children gathered at the square of the village during those long summer afternoons and they played until their mothers would call them for dinner and a nap. When they found green may beetles, they really tortured them. They tied them with cords, they threw dirt and stones at them, they would trap them in small metal boxes just to hear them buzz in despair. He was really afraid of them. He was scared of their eerie color but he tried not to show it to the other kids because they would make fun of him. So, the beetles would escape from him in a magical way but he would have to look at the other insects at the hands of their torturers and of course pretend that he himself was trying to catch as much. Αs a grown up in the city he never say green may beetles, so this phobia of his stayed at the back corners of his mind. But on that night, the forgotten sense of threat returned in him and made his heart beat like a drum. And the minute he realized it, the most intriguing thing happened. The insect started growing bigger. Its abdomen started swelling and the buzz was stronger. He tried to close the window but it had already put half of its body inside the room and it was about to spread its wings that were about his own size. 
It entered the room and fell on the wooden floor without stopping its rhythmic buzz. He felt his breath coming out with great difficulty. If that was a dream, or nightmare in this case, it sure was realistic. The beetle stood in front of the window without moving and stared at him, as if it examined him. He did the same thing in an attempt to communicate with an unreal creature, coming right out of his childhood nightmares. If he ever succeeded in escaping, no one would ever believe him. Its wings flapped as if it was about to fly in the room. It almost reached his height and its golden color glittered in the night. What if it was as scared as he was? What if it accidentally entered a world unknown to it? What if everything was an illusion as a result of the insomnia? He could not be certain of anything. He couldn’t tell how much time had passed. Both of them, apart from the fear and the shock, looked like they estimated their own strength. He gradually felt more awake and alive than ever. He was overwhelmed by that immense sense of energy. For the first time in a long time, it was as if he had exorcised all of his fears and his insecurities. A forgotten childish nightmare was standing in front of him in an unpredictable mood and he had totally forgotten all the burden that locked him down. 

He knew that he had to act immediately. Without a second thought, he jumped on its abdomen and awkwardly grabbed its wings. The green May beetle must have been waiting for his move and flew from the open window into the night.

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

OXALÁ

   
 He had torn it from a magazine the last time he visited the dentist. He was waiting for him in the foyer for that filling that he had postponed for a couple of months. He was alone and had a look at a travelling magazine. His gaze was caught in this picture of an exotic forest whose exact spot on the map could not remember now but was impressed back then. 
“Oh boy, so much beauty out there! So peaceful!”
It was just a path in the middle of a jungle but the greenery was so dense that it created a garland for you to cross. He kept gazing at it for long and it felt as if he was there trying to travel through it, with his clothes sticking on his skin from the heat and the humidity, with him being tired and the songs of the exotic birds, the whistling of the insects and his panting breath being the only things that could reach his ears. He got the urge to cut the page and put it in the pocket of his jeans as he was all alone. When he returned home that afternoon with his tooth filled, he took the page off his pocket, cut it straight with the scissors and stuck it at the side of the fridge with an advertising magnet from the grill house of his neighborhood around the corner. 
“Let me see the jungle with my coffee and as soon as I get bored of it, I will throw it away. Let us have the mind travel a bit in the morning.” 
      Two years had passed since then and the picture was still there, just like his life was stuck in the exact same place on his fridge with the magnet. He still worked at the carpentry but the work of course had been reduced and the wages they owned him were far too many. He sometimes worked as a waiter in his cousin’s tavern when they were weddings scheduled and extra help was needed. Once a month, he visited his mother and had lunch together. On those Sunday gatherings his sister with her children would sometimes join in. His brother-in-law would stay home because he was tired but everyone knew that they had nothing to say to each other and they had passed to the next level where you are not supposed to keep up appearances. Between you and me, neither did he have much to say with his family. The older he got, the larger the distance grew between them. His sister was over her children and their anxieties, his mother had her health issues and her concerns.
“John, when are you going to settle down and have a kid? My goodness, time flies, you are not a little boy anymore.”
At first, he got angry at her and got himself in an argument. Just words, some might say, but so many times the bitter truth was heard. 
“Like yourself who won the lottery or Lina who hit the jackpot.” He would now remain silent and only say:
“These things just happen” and end the conversation. 
      He had broken up with Helen about six months ago. Oh gosh, it doesn’t really matters what happened or who’s to blame. He missed her, even though he didn’t admit it to himself. He missed her warm body on his bed and that sense of caring for the everyday life. The house was alive when she was in it, even if that meant it was alive from all their fights. 
One morning, while they had their coffee at the kitchen table, she asked him about the picture on the fridge. “Where is that? Are you on a trip?”
“Nah, no, I don’t remember where it is but I like to look at it.”
“Who knows, you might remember and take me there one day”, she told him and tenderly caressed the back of his neck. 
A long time had passed since then. Even though the fridge was opposite the kitchen table and the side he usually sat, most of the mornings he would not have a look at it or when he did, it was in a totally abstract way. He saw the path, the trees and the light that tore them in half as it passed through them but didn’t actually look at them. Before his eyes another day at work with moaning, tension and begging for his money passed by, numbers being summed up by unpaid bills, the insurance policy for his old car that hadn’t been settled yet and occasionally Helen’s face , sometimes full of anger at him and sometimes ready to burst out laughing at some silly joke of his. Most of the mornings he only felt a burden in him. It wasn’t just the last two years that had crushed him, it was the previous as well that had gone by and left an emptiness in him. He didn’t know what he had done wrong, what kind of chance he let slip out of his hands in order to feel a sort of fulfillment, to feel nice with his everyday garment of himself. 

      And today, as he had his first sip of his Greek coffee and burnt his tongue swearing, his glance got caught up in this image opposite him but he actually looked at it after a long time. He looked at it so intensely that he almost felt the breeze on his forehead and the sun rays burning his eyes. The image was so vivid that morning that took him away. He smiled at his daydream and had his, not so voracious, second sip. A whistle was heard that almost spilled his coffee. Where did it come from? By the time he realized the origin of the sound, a second whistle along with something metallic was heard but it didn’t stop this time.
He turned towards the sink and that was where his cup fell off his hands and broke on the floor. Hot drops stained his work pants and burned his feet a bit. He stood up from the daze. He could not believe his eyes. From the marble sink beside him, plants literally grew in tremendous speed. They came out through the holes in the middle of the sink in that weird, organic sound whom the more he heard, the more it reminded him of his dog while it gave birth to its puppies at their old house when he was still a kid and his father was still alive. The sound of the baby as it came out of its mother’s body had strongly impressed him. It was a wet, metallic, hissing sound. He couldn’t name the grasses coming out of the sink and it was the last thing that mattered to him but he was certain that he had seen them before. When they filled the sink and started coming out of it and pouring themselves with their foliage on the floor, he realized it. They were the plants that he saw for the last two years in the picture on his fridge. He could not be certain whether that late October morning in his kitchen was reality or a hallucination but in a momentary burst of courage, he touched the plants that had already started occupying the floor and spreading behind the washing machine and climbing towards the cupboards. Yes, he felt them real on his fingers. Panic came over him and he tried to cut them with the knife he kept in the drawer. It was his first thought against their expansion. The green leaves started wrapping around his fingers and passed undisturbed to the rest of his hand. He started screaming but nothing more than a roar came out of his terror that had already been covered by the branches climbing up the ceiling and their stronger sound.
His heart was about to burst, being trapped in a room with the greenery having occupied every vital part of the space and his body. Τhe branches rose and tightened his torso. His breath became sharp and the colors had already began to fade away. Just before he became unconscious, he struggled to turn towards the picture on the fridge and forced himself not to laugh despite his tragic situation. In the picture that he had for the last couple of years on the fridge saw himself with the same clothes he wore today in the familiar setting of his kitchen drinking his coffee and looking straight to the camera. Someone would say that the picture itself was staring at him for a long time too and wanted to pay him a visit in its own way. It wanted to enter his world for a while just as he wanted to do the same. His last thought was: “How strange our wishes can be”, or something of the sort. 

ΙΣIΑΛΛΑ


      Την είχε κόψει από ένα περιοδικό όταν είχε πάει στον οδοντίατρο την τελευταία φορά. Τον περίμενε στο σαλονάκι για εκείνο το σφράγισμα που το είχε καθυστερήσει κάμποσους μήνες. Ήταν μόνος και χάζευε ένα περιοδικό με ταξίδια. Έπεσε το μάτι του πάνω σε αυτή την εικόνα από ένα εξωτικό δάσος που πλέον δε θυμόταν σε ποιο σημείο του χάρτη βρίσκεται αλλά εκείνη την ώρα  τον εντυπωσίασε. 
«Κοίτα βρε παιδί μου, τι ομορφιά υπάρχει εκεί έξω. Τι γαλήνη» .
Όλο κι όλο ήταν ένα μονοπάτι στη μέση μιας ζούγκλας αλλά η βλάστηση ήταν τόσο πυκνή που δημιουργούσε ένα πράσινο στεφάνι για να το διασχίσεις. Έμεινε να το χαζεύει για ώρα και ένιωθε σαν να ήταν εκεί, να προσπαθεί να το περάσει, τα ρούχα του να κολλάνε πάνω του από τη ζέστη και την υγρασία, να είναι κουρασμένος και μόνο το τραγούδι των εξωτικών πουλιών, το σφύριγμα των εντόμων και η λαχανιασμένη του αναπνοή να φτάνει στα αυτιά του. Μόνος του στο σαλονάκι και του ήρθε η επιθυμία να κόψει τη σελίδα και να την παραχώσει στην τσέπη του τζην του. Με το δόντι σφραγισμένο γυρνώντας το απόγευμα στο σπίτι, έβγαλε τη σελίδα από την τσέπη του, την έκοψε ίσια με το ψαλίδι και την κόλλησε στο πλάι του ψυγείου με ένα μαγνήτη διαφημιστικό από το σουβλατζίδικο της γειτονιάς στην παρακάτω γωνία. 
«Ας βλέπω τη ζούγκλα με τον καφέ μου και όταν το βαρεθώ το πετάω, έτσι να το ταξιδεύουμε το πρωί το μυαλό.»
      Από τότε είχαν περάσει δύο χρόνια και η εικόνα ήταν ακόμα εκεί, όπως και η ζωή του που είχε κολλήσει στο ίδιο σημείο με το ίδιο μαγνητάκι στο ψυγείο του. Εξακολουθούσε να δουλεύει στο ξυλουργείο αλλά οι δουλειές είχαν πέσει φυσικά και τα μεροκάματα που του χρωστούσαν είχαν μαζευτεί πολλά. Καμιά φορά δούλευε γκαρσόνι  τα σαββατοκύριακα στην ταβέρνα του ξάδερφου του όταν είχε κλεισμένους γάμους και ήθελε επιπλέον βοήθεια. Μια φορά το μήνα θα έβλεπε τη μάνα του και θα έτρωγαν παρέα. Σε αυτές τις κυριακάτικες συναντήσεις ερχόταν κάποιες φορές και η αδερφή του με τα παιδιά. Ο γαμπρός του θα έμενε σπίτι γιατί ήταν κουρασμένος αλλά όλοι ήξεραν ότι δεν είχαν τι να πουν και είχαν περάσει στο επόμενο στάδιο όπου δε χρειάζεται να κρατάς πια τα προσχήματα. Μεταξύ μας, ούτε και εκείνος είχε να πει και πολλά με τους δικούς του. Όσο μεγάλωνε ο ίδιος, μεγάλωνε και το κενό ανάμεσά τους. Η αδερφή του ήταν πάνω από τα παιδιά και τα άγχη τους, η μάνα του με τα θέματα υγείας της και τον καημό της .
 « Εσύ βρε Γιάννη μου, πότε θα νοικοκυρευτείς να κάνεις κανένα παιδάκι; Άντε περνάνε τα χρόνια, δεν είσαι παλικαράκι πια.»
 Στην αρχή θύμωνε μαζί της και αρπάζονταν. Λόγια του αέρα αλλά πόσες φορές δεν ακούστηκαν και πικρές αλήθειες.
 «Είδαμε και εσένα που πήρες το πρώτο κελεπούρι ή τη Λίνα που πήρε τον πρώτο αριθμό του λαχείου.» Τώρα πια σώπαινε και απλά μουρμούραγε:
 «Αυτά είναι τυχερά» και σταματούσε εκεί την κουβέντα.
     Με την Ελένη το είχαν διαλύσει εδώ και κανένα εξάμηνο. Τι τα σκαλίζεις, δεν έχει σημασία τι έγινε, ποιος φταίει και δε φταίει. Του έλειπε, όσο κι αν δεν το παραδεχόταν ούτε στον εαυτό του. Του έλειπε το ζεστό της σώμα στο κρεβάτι του και εκείνη η φροντίδα για τα καθημερινά. Το σπίτι ήταν πιο ζωντανό όταν ήταν κι εκείνη εκεί, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι ήταν πιο ζωντανό και από τους καυγάδες τους. Ένα πρωινό πίνανε τον καφέ τους στο τραπέζι της κουζίνας και τον ρώτησε για την εικόνα στο ψυγείο. «Εδώ πού είναι; Είσαι σε κάποια εκδρομή;»
«Μπα, όχι, είναι σε ένα μέρος που δε θυμάμαι πού πέφτει στο χάρτη αλλά μ αρέσει να το χαζεύω.»
«Πού ξέρεις, ίσως θυμηθείς πού είναι και με πας κάποια μέρα», του είχε πει και τον είχε χαϊδέψει στο σβέρκο με τρυφερότητα.
Είχε περάσει καιρός από τότε. Ενώ το ψυγείο ήταν απέναντι από το τραπέζι της κουζίνας και τη μεριά που καθόταν εκείνος συνήθως, τα περισσότερα πρωινά τώρα ούτε που θα της έριχνε μια ματιά ή μπορεί να την κοίταζε αλλά τελείως αφηρημένα. Έβλεπε το χωμάτινο μονοπάτι και τα δέντρα και το φως που τα έσκιζε στη μέση περνώντας ανάμεσά τους αλλά δεν τα κοίταζε. Μπροστά στα μάτια περνούσε άλλη μια μέρα στη δουλειά με γκρίνια, ένταση και παρακάλια για τα μεροκάματα, έβλεπε νούμερα να αθροίζονται από τους απλήρωτους λογαριασμούς, την ασφάλεια για τη σακαράκα του που δεν είχε τακτοποιήσει ακόμα ή έβλεπε πού και πού το πρόσωπο της Ελένης άλλοτε πυρ και μανία μαζί του κι άλλοτε να σκάει στα γέλια με καμιά σαχλαμάρα που θα της είχε πει. Τα περισσότερα πρωινά ένιωθε απλά βαρύς. Δεν ήταν μόνο τα τελευταία δύο χρόνια που σαν να τον είχαν ρίξει, ήταν και τα προηγούμενα που είχαν φύγει και του άφηναν ένα κενό. Δεν ήξερε πού είχε κάνει το λάθος, τι δεν είχε δει, ποια ευκαιρία είχε αφήσει να του γλιστρήσει από τα χέρια για να νιώθει γεμάτος μέσα του, να νιώθει καλά με το ρούχο του εαυτού του που φορούσε κάθε πρωί. 

       Και σήμερα πίνοντας την πρώτη γουλιά από τον ελληνικό του και καίγοντας τη γλώσσα του σιχτιρίζοντας, το βλέμμα του πάλι στάθηκε στην εικόνα απέναντί του αλλά την «κοίταξε» μετά από καιρό. Την κοίταξε τόσο έντονα που ένιωσε σχεδόν το  αεράκι στο μέτωπό του και τις ακτίνες του ήλιου να του καίνε τα μάτια. Και ήταν τόσο ζωντανή αυτή η εικόνα εκείνο το πρωινό που τον πήρε μαζί του. Χαμογέλασε αδιόρατα με το ξεμυάλισμά του και ρούφηξε όχι τόσο αχόρταγα και τη δεύτερη γουλιά. Ένα σφύριγμα ακούστηκε και παραλίγο να του χυθεί ο καφές. Μα από πού ερχόταν; Μέχρι να συνειδητοποιήσει την προέλευση του ήχου κι ένα δεύτερο σφύριγμα με κάτι μεταλλικό μαζί ακούστηκε πάλι και αυτή τη φορά δε σταμάτησε.
Γύρισε προς το νεροχύτη και εκεί του έπεσε το φλυτζάνι από τα χέρια και έσπασε στο μωσαϊκό. Καυτές σταγόνες λέρωσαν το παντελόνι της δουλειάς και του έκαψαν λίγο τα πόδια. Σηκώθηκε όρθιος από το σάστισμα. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Από το μαρμάρινο νεροχύτη δίπλα του, φυτά φύτρωναν στην κυριολεξία και αναρριχόνταν με τρομερή ταχύτητα. Έβγαιναν από τις τρυπούλες στο σιφόνι στο κέντρο του νεροχύτη με αυτόν τον περίεργο , οργανικό ήχο που όσο τον άκουγε τόσο του θύμιζε το σκυλί του όταν γεννούσε τα κουτάβια του όταν ήταν πιτσιρίκι στο παλιό τους σπίτι όταν ζούσε ακόμα ο πατέρας τους. Του είχε κάνει τόση εντύπωση ο ήχος που έκανε όταν το μωρό έβγαινε από το σώμα της μάνας. Υγρός, μεταλλικός, συριστικός ήχος. Δεν ήξερε να ονοματίσει τις πρασινάδες και ήταν το τελευταίο πράγμα που τον ένοιαζε αλλά ναι, ήταν σίγουρος ότι τις είχε ξαναδεί κάπου. Όταν ο νεροχύτης του γέμισε και άρχισαν να βγαίνουν από έξω και να χύνονται με τα φυλλώματά τους στο μωσαϊκό, το συνειδητοποίησε. Ήταν οι πρασινάδες που έβλεπε τα τελευταία δύο χρόνια στην εικόνα στο ψυγείο του. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος αν ήταν η πραγματικότητα ή μια παραίσθηση αυτό που ζούσε εκείνο το πρωινό προς τα τέλη του Οκτώβρη στην κουζίνα του αλλά σε μια  στιγμιαία έκρηξη θάρρους,  άγγιξε τα φυτά αυτά που πλέον είχαν αρχίσει και καταλάμβαναν το πάτωμα και απλώνονταν πίσω από το πλυντήριο και ανέβαιναν προς τα ντουλάπια και τους τοίχους του δωματίου. Ναι , τα ένιωσε αληθινά στα δάχτυλά του. Τον έπιασε πανικός και προσπάθησε να τα κόψει με το μεγάλο μαχαίρι που είχε στο συρτάρι. Ήταν το πρώτο που σκέφτηκε για να τα αναχαιτίσει. Τα πράσινα φύλλα άρχισαν να τυλίγονται στα δάχτυλά του με το πρώτο κόψιμο και πέρασαν ανενόχλητα στο υπόλοιπο χέρι. Έβαλε τις φωνές αλλά από τον τρόμο του δεν κατάφερε να βγει τίποτα άλλο από ένα μουγκρητό που το είχαν ήδη καλύψει τα κλαδιά που με το δικό τους πιο δυνατό ήχο καθώς  μπλέκονταν στο ταβάνι πια.

Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, καθώς ήταν εγκλωβισμένος σε ένα κατάφυτο δωμάτιο με τις περικοκλάδες να καταλαμβάνουν κάθε ζωτικό κομμάτι του χώρου αλλά και του κορμιού του. Τα κλαδιά ανέβαιναν και έσφιγγαν όλο και πιο σφιχτά τον κορμό του. Η ανάσα του γινόταν όλο και πιο κοφτή και τα χρώματα  είχαν άρχισαν ήδη να αλλοιώνονται και να ξεθωριάζουν. Λίγο πριν χάσει τελείως τις αισθήσεις του, γύρισε με δυσκολία στην εικόνα του ψυγείου και κρατήθηκε να μη βάλει τα γέλια, παρά την τραγικότητα της κατάστασής του. Στην εικόνα που είχε τα δύο τελευταία χρόνια στο ψυγείο του έβλεπε καθαρά τον εαυτό του με τα ρούχα που φορούσε σήμερα στο γνώριμο σκηνικό της κουζίνας του να πίνει τον καφέ του και να κοιτάζει έντονα την κάμερα. Θα έλεγε κανείς ότι κι εκείνη τόσο καιρό χάζευε τον ίδιο και ήθελε να τον επισκεφτεί με τον τρόπο της. Ήθελε να έρθει στο δικό του κόσμο για λίγο, όπως κι εκείνος ήθελε το αντίθετο. Η τελευταία του σκέψη ήταν «Τι περίεργες που είναι οι επιθυμίες  μας», ή κάτι σχετικό. 

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015

THE LIGHT BLUE BOY



   His name was Andrew. He lived with his parents in the village Miriandela, a small dot on the map, by the shore with no more than 63 inhabitants. They all worked in the sardine canning factory, “The silver sardine”. Everyone, but the elderly Mr. Zakastio, who usually spent the mornings with his walking stick strolling at the beach. Mr. Zakastio was a serious, seventy-five-year-old man, who always wore suspenders all year long. He was his unofficial guardian when his parents were at the factory. Andrew was six years old, he was the only child in the village and this was the summer that changed his life.
    They had moved about a year and a half ago. They had left their old neighborhood, where there were no jobs anymore and came to Miriandela for a while, until things got better and Andrew started school. They would then go back or follow the jobs in a bigger city. The factory sucked all of their energy. They left at dawn from home and they returned late in the afternoon. Mum would prepare the boy’s breakfast and would tenderly kiss him goodbye. His father would do the same, carefully in order not to wake him up, but their perfume and the caresses would always do. He ached for them more than anything else in his day. He would put on his clothes hastily and would follow them to the factory at the edge of the beach. There, he would meet Mr. Zakastio, who was out for the first walk of the day and he would watch out for him as he would play alone with the pebbles. There would be many more walks throughout the day for Mr. Zakastio. There would be a day that excruciatingly looked like the previous one or the one that was about to follow for Andrew. His parents always returned too tired from work. For Andrew, the factory looked like a strange, grey dinosaur that took away his parents each day and his friends from his old neighborhood. It would exhaust them and bring them headaches with the rhythmic hum of its mechanical respiration and the smoke coming out of its chimney. It would swallow the mood for games and the rage would start growing in his tiny heart. 
     Occasionally, small fish approached in various shapes that resembled a trembling vortex. He would have a quick look at them and then throw small pebbles at them and make them go away. It was one of his solitary games while Mr. Zakastio would sit a bit further back and read his newspaper. The fish that approached the shore today though, looked like no other he had seen before. He got scared when he caught a move in the dark water with the corner of his eye, a bulk was approaching almost shyly. As it got closer, Andrew remained speechless out of daze and fear. He had never seen such a large fish before and with such a vivid color. He stared at it without moving. The head, the body and the tail had a blinding light blue color that could hypnotize you. It was phosphorescent underwater and brighter than the blue sky after the storm. The strangest thing though, was its look. Its eyes that popped out from the rest of the body, were staring at him. Yes, he felt that glass eye on him, as if it weighed his strength, as if it penetrated him. He shivered and cold sweat ran into his spine. The huge fish, which was a bit smaller than his own height, blinked and with a sudden turn, disappeared into the open sea. Could it be his imagination? Did the grey sea create shadows and his mind gave birth to imaginary creatures? 
    
His heart was about to explode. He turned around and looked at Mr. Zakastio. The man continued to browse the newspaper with the same indifferent feeling, without having understood the slightest thing. Still, it couldn’t be his imagination. As long as it lasted, everything inside him was upside down. It was the first time in a while that he felt being looked at, that he felt someone else’s gaze penetrate him and dissolve that thick layer of his solitude. 
     He spent the rest of the day thinking about it. This marine creature had haunted him. The boy participated in the worn out afternoon games with his parents and he saw it again in his dreams at night. He wanted to ask them if there were so big fish out there with such a bright color, but something kept him back. They probably wouldn’t believe him and a part of him still wasn’t sure. Lately, he felt isolated and most of the words were in his mind without finding their way out. He really wanted it to be true, a blue fish for company… 
    The next morning he was playing with pebbles by the sea filled with impatience and anxiety. The day was warm and sunny, Mr. Zakastio wiped the drops of sweat with the handkerchief he had in his pocket, browsing the newspaper, and young Andrew just waited to see it again, and no matter how impossible it seemed, it came. The big fish stood still and waved his tail. Andrew got up and approached. The fish didn’t get scared and didn’t move, on the contrary, it looked deep into the boy’s eyes in an almost human way. The boy took off his shoes and stepped into the sea. He made four slow steps not to scary it away and make it run away. No, the fish remained staring at him. Andrew put his hands in the water and stayed frozen still, breathless. The fish, glistering while the rays of light fell into water, swam a bit closer to him. The more it got closer to the boy, the more the boy’s mind got number. A strange feeling that he hadn’t experienced before, it was as if his emotional landscape had been deserted and space was being created for this creature only. No, he was not afraid of it. On the contrary a strange feeling of intimacy was born between them that could not be explained by any laws of logic. They looked each other deep in the eyes and after a while the fish gracefully turned and disappeared in the ocean. Andrew shivered as it left and almost did not believe this sense of promise he had received in his confused mind. He couldn’t explain it to Mr. Zakastio but yes, the big blue fish had spoken to him in a way. Naturally, neither his parents seemed to believe him at lunch when he shared his experience with them. They were condescending but he knew deep down that they hadn’t believed a word. For them, he was a small boy making up stories to kill the boredom he felt with the elderly man overlooking his lonesome games. 
     The following month was apocalyptic and the events from one point on started their canter leaving behind all the logical interpretations. Every day the light blue fish came near the shore and every day Andrew was eagerly waiting for it. He dived with his floaties and swam together. The fish never went deep into the ocean as if it felt how small the boy was. It sometimes let him touch its fins and tail. A strange relationship of mutual trust was born. Mr. Zakastio watched him and never expressed a comment on his new habits. The small boy often wondered: “oh well, doesn’t he see the fish?” He had asked him but the answers he got were not informative. “But yes, of course, I have seen it, but please don’t go any deeper, stay there where I can see you.” Andrew had found a friend, a companion in that creature that didn’t seem to ask anything from him. Their small stroll would last for a while but it was incredibly fulfilling for the boy and as time passed, the bond between them grew stronger. The first numbness of the contact was now transformed into a communication form. No, of course the fish could not speak but there were times when he felt words and saw scattered images in his mind. He had sensed that it was young like him, despite his big size. He had sensed that it lived deep into the ocean and he was almost hurt when he felt a big family behind it. It had a lot of brothers and its flock would soon begin its big journey. When he touched it, he strongly tried to transmit images of his own life. He thought of his mom and dad and how much he missed them during the day, how much he missed his friends and how angry he was with that big, grey factory behind him. He tried to say in his own way that it was the factory’s fault that his parents were always tired and his life had changed so much. He tried to say a lot of things but he wasn’t sure if the fish could sense any of these. 

  
  Everything happened in a day. He woke up that morning and his skin was rough. He saw small silver fish scales on his hands which could not be removed no matter how hard he rubbed them. The boy smiled. He was not afraid at all. He already knew what was about to happen. He wore a long-sleeved blouse for he didn’t want his parents to see. When they came to kiss him, they teased him that he smelled like the sea and that he probably didn’t have a proper shower the day before. At the beach, Mr. Zakastio was always with his newspaper. The boy awkwardly smiled and turned his back at him. He turned and saw the fish coming towards him. He took off his clothes and let his sight fill with the sea. Everything happened so fast. Mr. Zakastio was an old man and he couldn’t run when he saw the blindingly light blue color fill the boy’s body. His eyes, of course could not distinguish the iridescent fish scales that decorated his small body, nor could he understand that the strong smell, like the breath of the ocean, came out of every pore of his and not out of the rough waters that got forceful as if they were waiting for something like this to happen for so long. The small boy dived and followed the fish in the ocean. He had entered without his floaties, he no longer needed them. The sea had become a kind of womb that let his old self go and let the new one evolve. He had deeply craved for that new world of companionship in the depths of the ocean, he had imagined it for so many nights before falling asleep, he had envisioned it in so many of his dreams that now he knew that it was becoming reality. The ocean took his identity and his nature and gave him in return a brave new world to belong to, a large family for him. His eerie transformation happened really fast, he wasn’t sure if he had any second thoughts or questions about his new life but he had a tremendous faith in himself, not really knowing its origin. Maybe he was the first and the last or just another link in a chain of exchanges that had no beginning or ending. It was his last thought when he felt his breath coming out of his gills. He searched for his body but he saw it in the fish opposite him. It wore his clothes, its skin was smooth and its eyes looked at him intensely, like the first day. It had entered his old body and it seemed like it hadn’t got used to its new way of breathing. It skillfully reached the surface of the sea and he heard it take a long breath. Andrew waved his tail and disappeared into the deep, his new home that he had to discover and get ready for the big journey. They never saw him near the beach again. The small boy never spoke after that dive. His parents believed that the dive had caused some kind of damage. The doctors could not find what was wrong with him. They never accused Mr. Zakastio, who never made it on time to prevent the harm. They never understood what exactly happened that morning at the beach. Their son never got in the sea again but he went and gazed it for hours, with his eyes closed, for the rest of the summer. They let him listen to the ocean and communicate with it in a secret language which they could not share with him any more. 

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

ΤΟ ΣΙΕΛ ΑΓΟΡΙ

      

       
     Το όνομά του ήταν Αντρέας. Ζούσε με τους γονείς του στο χωριό Μιριαντέλα, μια μικρή παραθαλάσσια κουκκίδα στο χάρτη που αριθμούσε όλους κι όλους 63 κατοίκους. Όλοι δούλευαν στο εργοστάσιο κονσερβοποίησης σαρδέλας “The Silver Sardine”. Όλοι, εκτός από τον ηλικιωμένο κύριο Ζακάστιο που συνήθως έκανε βόλτες στην παραλία με το μπαστούνι του τα πρωινά. Ο σοβαρός κύριος Ζακάστιος ήταν γύρω στα εβδομήντα πέντε και φορούσε πάντα τιράντες, χειμώνα – καλοκαίρι. Ήταν ο ανεπίσημος κηδεμόνας του τις ώρες  που οι γονείς του έλειπαν στο εργοστάσιο. Ο Αντρέας ήταν έξι ετών, το μοναδικό παιδί στο χωριό κι αυτό ήταν το καλοκαίρι που του άλλαξε τη ζωή. 
      Είχαν μετακομίσει πριν από ενάμιση χρόνο περίπου. Είχαν αφήσει την παλιά τους γειτονιά όπου δεν είχε  πια δουλειές και ήρθαν στη Μιριαντέλα για λίγο, μέχρι να ορθοποδήσουν και να ξεκινήσει ο Αντρέας σχολείο. Τότε θα γύριζαν πίσω ή θα ακολουθούσαν τις δουλειές σε μια άλλη, μεγαλύτερη πόλη. Το εργοστάσιο όμως  τους ρουφούσε την ενέργεια. Έφευγαν χαράματα από το σπίτι και γυρνούσαν αργά το απόγευμα. Η μαμά θα ετοίμαζε το πρωινό του μικρού και θα τον φιλούσε τρυφερά πριν φύγει. Κι ο πατέρας το ίδιο, προσεκτικά μην τον ξυπνήσουν. Πάντα όμως τον ξυπνούσε το άρωμα τους και τα  χάδια. Τα λαχταρούσε όσο τίποτα άλλο μες στην ημέρα του. Θα ντυνόταν βιαστικά και θα τους ακολουθούσε μέχρι το εργοστάσιο, στην άκρη της παραλίας. Εκεί θα συναντούσε τον κύριο Ζακάστιο που θα είχε βγει για τον πρώτο περίπατο της ημέρας και θα τον πρόσεχε καθώς έπαιζε μόνος του με τα βότσαλα. Για τον κύριο Ζακάστιο θα ακολουθούσαν αρκετοί περίπατοι μες στην ημέρα. Για τον Αντρέα θα ακολουθούσε μια μέρα που έμοιαζε βασανιστικά με την προηγούμενη αλλά και με την επόμενη που θα ερχόταν. Οι γονείς του γύριζαν πάντα πολύ κουρασμένοι από τη δουλειά. Για τον Αντρέα το εργοστάσιο έμοιαζε με έναν παράξενο, γκρίζο δεινόσαυρο που του στερούσε τους γονείς του κάθε μέρα αλλά και τους φίλους του από την παλιά του γειτονιά. Τους εξαντλούσε και τους προκαλούσε πονοκεφάλους με το ρυθμικό βουητό της  μηχανικής του αναπνοής και τον καπνό που έβγαινε από τα φουγάρα του. Κατάπινε την όρεξη για παιχνίδι και η οργή άρχιζε και θέριευε μέσα στην τόση δα καρδιά του. 
      Κατά καιρούς μικρά ψάρια πλησίαζαν σε περίεργους σχηματισμούς που θύμιζαν αλαφιασμένη δίνη. Θα τα χάζευε για λίγο και μετά θα τους έριχνε μικρά βοτσαλάκια και θα έφευγαν μακριά. Ήταν ένα από τα μοναχικά του παιχνίδια όσο ο κύριος Ζακάστιος καθόταν λίγο πιο πίσω του και διάβαζε την εφημερίδα του. Αυτό το ψάρι όμως που πλησίαζε σήμερα τα ρηχά δεν έμοιαζε με κανένα άλλο που είχε ξαναδεί. Τρόμαξε καθώς διέκρινε μια κίνηση μέσα στα σκοτεινά νερά με την άκρη του ματιού του, ένας όγκος τον πλησίαζε σχεδόν δειλά. Όσο πλησίαζε, ο Αντρέας σαν να έχασε τη φωνή του από το σάστισμα και το φόβο. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ τόσο μεγάλο ψάρι και ποτέ με τόσο έντονο χρώμα. Το κοίταζε ασάλευτος. Το κεφάλι του, το σώμα του και  η ουρά του είχαν ένα εκτυφλωτικό σιέλ χρώμα που μπορούσε να σε υπνωτίσει. Φωσφόριζε στα νερά και ήταν πιο έντονο από την πιο γαλανό ουρανό μετά από μια καταιγίδα. Το πιο περίεργο όμως ήταν η ματιά του. Τα μάτια του που εξείχαν από το υπόλοιπο σώμα τον περιεργάζονταν. Ναι, ένιωσε αυτό το γυάλινο βλέμμα πάνω του, λες και ζύγιζε τις δυνάμεις του, σαν να τον διαπερνούσε. Ανατρίχιασε και ένα ρίγος παγωμένου ιδρώτα έτρεξε στη σπονδυλική του στήλη. Το τεράστιο ψάρι, που ήταν λίγο μικρότερο από το δικό του μπόι, ανοιγόκλεισε τα μάτια αυτά και σε αντίθεση με το νωχελικό του ερχομό, εξαφανίστηκε με μια γρήγορη στροφή προς τα ανοιχτά. Μήπως το είχε βγάλει από το μυαλό του; Μήπως η γκρίζα θάλασσα έφτιαχνε σκιές και το δικό του μυαλό έβλεπε φανταστικά όντα; 
    
   Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Γύρισε και κοίταξε τον κύριο Ζακάστιο. Συνέχιζε με την ίδια αδιάφορη αίσθηση να φυλλομετράει την εφημερίδα του, χωρίς να έχει αντιληφθεί το παραμικρό. Κι όμως, δεν μπορεί να ήταν η φαντασία του. Για όσο κράτησε αυτή η στιγμή, όλα μέσα του είχαν ανακατευτεί. Ήταν η πρώτη φορά μετά από πάρα πολύ καιρό που ένιωσε να τον κοιτάζουν, να τρυπώνει μέσα του το βλέμμα κάποιου και να διαλύει αυτό το τόσο πυκνό στρώμα της μοναξιάς του. 
     Όλη τη μέρα το σκεφτόταν. Αυτό το θαλάσσιο πλάσμα είχε στοιχειώσει τη σκέψη του. Συμμετείχε στα έτσι κι αλλιώς ξεθυμασμένα, απογευματινά παιχνίδια με τους γονείς του και το είδε πάλι στον ύπνο του εκείνη τη νύχτα. Ήθελε να τους ρωτήσει αν υπάρχουν τόσο μεγάλα ψάρια και με τέτοιο εκτυφλωτικό χρώμα αλλά κάτι τον κράτησε. Το πιο πιθανό ήταν να μην τον πίστευαν έτσι κι αλλιώς και ένα μέρος του δεν ήταν ακόμα σίγουρος. Τον τελευταίο καιρό είχε κλειστεί στον εαυτό του και οι περισσότερες λέξεις πάντα βρίσκονταν μέσα στο κεφάλι του χωρίς να βρίσκουν τις περισσότερες φορές το δρόμο για να βγουν. Αλλά θα ήθελε πολύ να ήταν αλήθεια, για φαντάσου ένα μπλε ψάρι για παρέα…
  
  Το επόμενο πρωινό έπαιζε με τα βότσαλα με φοβερή ανυπομονησία και νευρικότητα. Η μέρα ήταν ζεστή και ηλιόλουστη, ο κύριος Ζακάστιος σκούπιζε τις σταγόνες του ιδρώτα με το μαντήλι που είχε στην τσέπη του, καθώς φυλλομετρούσε την εφημερίδα του, και ο μικρός Αντρέας απλά περίμενε να το ξαναδεί. Κι όσο κι αν του φαινόταν τόσο απίθανο να συμβεί, ήρθε. Το μεγάλο ψάρι κοντοστάθηκε κι έμεινε να κουνάει την ουρά του. Ο Αντρέας σηκώθηκε και πλησίασε. Το ψάρι δε φοβήθηκε και δεν κουνήθηκε καθόλου από τη θέση του, το αντίθετο μάλιστα, τον κοίταζε βαθιά στα μάτια με έναν τόσο ανθρώπινο τρόπο σχεδόν. Ο μικρός έβγαλε τα παπούτσια του και μπήκε στη θάλασσα. Έκανε τέσσερα αργά βήματα για να μη το τρομάξει και φύγει. Όχι, το σιέλ ψάρι παρέμεινε να τον  περιεργάζεται. Ο Αντρέας έβαλε τα χέρια του στο νερό και έμεινε παγωμένος στη θέση του με κομμένη την ανάσα. Το ψάρι, που γυάλιζε περισσότερο καθώς έπεφταν οι  αχτίνες του ήλιου στον νερό, κολύμπησε λίγο ακόμα προς το μέρος του. Όσο πλησίαζε το παιδί, τόσο το μυαλό του μικρού σαν να μούδιαζε, σαν να πάγωνε. Ένα περίεργο συναίσθημα που δεν είχε βιώσει ξανά, σαν να είχε ερημώσει όλο το συναισθηματικό του τοπίο και δημιουργούσε χώρο μόνο για αυτό το παράξενο πλάσμα. Όχι, δεν το φοβόταν, του έβγαζε μια περίεργη οικειότητα που δεν μπορούσε να εξηγηθεί με κανέναν νόμο της λογικής. Κοιτάζονταν βαθιά στα μάτια και μετά από λίγο το ψάρι έκανε μια μεταβολή όλο χάρη και χάθηκε στα ανοιχτά. Ο Αντρέας ανατρίχιασε καθώς έφευγε από κοντά του και σχεδόν δεν πίστευε σε αυτήν την αίσθηση της υπόσχεσης που είχε εισπράξει μέσα στο μπερδεμένο του μυαλό. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει στον κύριο Ζακάστιο αλλά ναι, το μεγάλο μπλε ψάρι του είχε μιλήσει με κάποιο τρόπο. Όπως ήταν φυσικό, ούτε οι γονείς του φάνηκαν να τον πιστεύουν στο τραπέζι όταν μοιράστηκε μαζί τους την εμπειρία του. Υπήρξαν συγκαταβατικοί αλλά καταλάβαινε ότι δεν είχαν πιστέψει λέξη. Ήταν για αυτούς ένα αγοράκι που έφτιαχνε ιστορίες για να σκοτώσει την πλήξη του με τον ηλικιωμένο κύριο που τον επιβλέπει στα μοναχικά του παιχνίδια. 
     Ο μήνας που κύλησε υπήρξε αποκαλυπτικός και τα γεγονότα από ένα σημείο και μετά άρχισαν τον καλπασμό τους αφήνοντας πίσω τις λογικές ερμηνείες. Κάθε μέρα το σιέλ ψάρι ερχόταν κοντά στη στεριά και κάθε μέρα ο Αντρέας το περίμενε με λαχτάρα. Βουτούσε με τα μπρατσάκια του και κολυμπούσαν παρέα. Το ψάρι σαν να ένιωθε το πόσο μικρός ήταν και δεν ανοιγόταν. Τον άφηνε να του αγγίζει τα πτερύγια και την ουρά καμιά φορά. Μια περίεργη σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης είχε γεννηθεί. Ο κύριος Ζακάστιος τον παρακολουθούσε και δεν είχε εκφράσει ποτέ κανένα σχόλιο για τις καινούργιες ασχολίες του μικρού. Πολλές φορές αναρωτιόταν ο μικρός “μα καλά, δεν το βλέπει το ψάρι;”. Τον είχε ρωτήσει για αυτό σχετικά αλλά οι απαντήσεις που έπαιρνε δεν ήταν κατατοπιστικές. “Μα ναι φυσικά, το έχω δει, μην πας πιο βαθιά όμως, να σε βλέπω.” Ο Αντρέας είχε βρει έναν φίλο, ένα σύντροφο σε αυτό το πλάσμα που δε φαινόταν να ζητάει τίποτα από αυτόν. Η μικρή τους βόλτα θα διαρκούσε λίγο αλλά τον γέμιζε απίστευτα και όσο περνούσε ο καιρός άρχισε να δένεται με τον καινούργιο του σύντροφο. Το πρώτο μούδιασμα που του είχε προκαλέσει η επαφή τους τώρα είχε αρχίσει να γίνεται ένα είδος επικοινωνίας. Όχι, φυσικά το ψάρι δεν μπορούσε να μιλήσει αλλά πολλές φορές ένιωθε λόγια στο μυαλό του και έβλεπε σκόρπιες εικόνες. Είχε αισθανθεί ότι ήταν κι αυτό μικρό όπως ήταν κι αυτός, παρά το μεγάλο του μέγεθος που ξεγελούσε. Είχε αισθανθεί ότι ζούσε βαθιά στον ωκεανό και σχεδόν είχε πονέσει όταν είχε νιώσει μια τεράστια οικογένεια πίσω του. Είχε πολλά αδέρφια και το κοπάδι του σε λίγο θα ξεκινούσε το μεγάλο του ταξίδι. Όταν το άγγιζε, προσπαθούσε να σκεφτεί έντονα εικόνες από τη δική του ζωή για να του τις μεταφέρει. Σκεφτόταν τη μαμά του και τον μπαμπά του και το πόσο του έλειπαν μες στην ημέρα, το πόσο του έλειπαν οι φίλοι του και πόσο θυμωμένος ήταν με αυτό το μεγάλο γκρίζο εργοστάσιο που έβλεπε πίσω του. Προσπαθούσε να του πει με το δικό του τρόπο ότι αυτό έφταιγε που ήταν πάντα κουρασμένοι οι δικοί του και είχε αλλάξει τόσο πολύ τη ζωή του. Προσπαθούσε να του πει πολλά που όμως δεν ήξερε αν τα ένιωθε, αν τα καταλάβαινε, αν τα συναισθανόταν όπως εκείνος.
     Όλα έγιναν σε μια μέρα. Ξύπνησε εκείνο το πρωί και το δέρμα του ήταν σκληρό. Στα χέρια του είδε μικρά ασημένια λέπια που όσο και αν τα έτριψε ή τράβηξε δεν έφυγαν. Ο μικρός χαμογέλασε. Δε φοβήθηκε καθόλου. Ήξερε ήδη τι θα γίνει. Φόρεσε μια μακρυμάνικη μπλούζα για να μην τα δουν οι γονείς του. Όταν ήρθαν να τον φιλήσουν τον πείραξαν ότι μυρίζει θάλασσα και τον μάλωσαν ότι μάλλον δεν είχε κάνει καλά το μπάνιο του την προηγούμενη μέρα. Στην ακρογιαλιά ο κύριος Ζακάστιος ήταν πάντα με την εφημερίδα του. Του χαμογέλασε αμήχανα και του γύρισε την πλάτη. Γύρισε και είδε το ψάρι να έρχεται προς το μέρος του. Έβγαλε τα ρούχα του και άφησε το βλέμμα του να γεμίσει θάλασσα. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ο κύριος Ζακάστιος ήταν ηλικιωμένος και δεν μπορούσε να τρέξει όταν είδε το εκτυφλωτικά σιέλ χρώμα που είχε καλύψει το σώμα του μικρού. Τα μάτια του βέβαια δεν μπορούσαν να διακρίνουν τα ιριδίζοντα λέπια που στόλιζαν το μικρό του σώμα ούτε μπορούσε να καταλάβει ότι η έντονη μυρωδιά σαν την ανάσα του ωκεανού έβγαινε από κάθε του πόρο κι όχι από τα αγριεμένα νερά που όλο και φούσκωναν λες και περίμεναν κάτι από καιρό και αδημονούσαν. Το αγόρι βούτηξε και ακολούθησε το μεγάλο ψάρι στα ανοιχτά. Είχε μπει χωρίς μπρατσάκια, δεν τα χρειαζόταν πια. Η θάλασσα ήταν πλέον για αυτόν ένα είδος μήτρας που άφηνε τον παλιό του εαυτό και άφηνε να γεννηθεί ο καινούργιος. Είχε λαχταρήσει τόσο βαθιά εκείνον τον καινούργιο κόσμο με τη συντροφικότητα στα βάθη των σκοτεινών νερών, τον είχε φανταστεί τόσα βράδια πριν τον πάρει ο ύπνος, τον είχε οραματιστεί σε τόσα του όνειρα και πλέον το ήξερε ότι γινόταν πραγματικότητα. Ο ωκεανός του έπαιρνε την ταυτότητά του και τη φύση του και του έδινε έναν καινούργιο κόσμο να ανήκει, μια καινούργια μεγάλη οικογένεια να υπάρχει εκεί για αυτόν. Η απόκοσμη μεταμόρφωση έγινε αστραπιαία, δεν ήταν σίγουρος αν είχε δεύτερες σκέψεις ή απορίες αλλά είχε μια τρομερή  πίστη στον εαυτό του και στην καινούργια του ζωή που δεν ήταν σίγουρος από πού προερχόταν. Ίσως ήταν ο πρώτος και ο τελευταίος ή απλά ένας ακόμα κρίκος σε μια αλυσίδα ανταλλαγών που δεν είχε αρχή και τέλος. Ήταν η τελευταία του σκέψη όταν ένιωσε την ανάσα του να βγαίνει από τα βράγχια. Έψαξε να βρει το σώμα του αλλά το έβλεπε πια στο ψάρι απέναντί του. Φορούσε τα ρούχα του, το δέρμα του ήταν λείο και τα μάτια του τον κοίταζαν έντονα, όπως την πρώτη μέρα. Είχε μπει στο παλιό του σώμα και φαινόταν να μην έχει συνηθίσει την αναπνοή. Ανέβηκε στην επιφάνεια επιδέξια και τον άκουσε να παίρνει την πρώτη του βαθιά ανθρώπινη ανάσα. Ο Αντρέας κούνησε επιδέξια την ουρά του και χάθηκε στα βαθιά, στο καινούργιο του σπιτικό που έπρεπε να ανακαλύψει και να ετοιμαστεί για το μεγάλο του ταξίδι. Δεν τον είδαν ποτέ κοντά στην ακρογιαλιά ξανά. Το μικρό αγόρι δε μίλησε ποτέ μετά από εκείνη τη βουτιά. Οι γονείς του πίστεψαν ότι εκείνη η  βουτιά του έκανε κάποια ζημιά. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να δουν τι φταίει. Δεν κατηγόρησαν ποτέ τον κύριο Ζακάστιο που δεν πρόλαβε το κακό. Δεν κατάλαβαν ποτέ τι έγινε ακριβώς εκείνο το πρωί στην παραλία. Ο γιος τους δεν μπήκε στη θάλασσα ποτέ ξανά αλλά πήγαινε για το υπόλοιπο του καλοκαιριού και την χάζευε με τα μάτια κλειστά για ώρες. Τον άφηναν να αφουγκράζεται τον ωκεανό και να επικοινωνεί μαζί του σε μια μυστική γλώσσα που οι ίδιοι δεν μπορούσαν να μοιραστούν μαζί του πια.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΚΕΛΥΦΟΣ

Ο απέναντι κάθεται στο παράθυρο και χαζεύει έξω. Όποια ώρα και να κοιτάξω θα έχει το ίδιο απλανές βλέμμα που χάνεται στον ακάλυπτο. Φοράει το ίδιο λευκό φανελάκι που αφήνει τους γέρικους ώμους του ακάλυπτους για να δροσίζεται. Καρφώνει κάπου το βλέμμα του και το αφήνει εκεί για ώρες. Πάνω στο ίδιο στατικό σημείο, που μπορεί να είναι τα κάγκελα, ένα περιστέρι, η υγρασία στον τοίχο, η γλάστρα προβάλλονται οι δικές του εικόνες, οι δικές του σκέψεις. Ότι ώρα και να ανοίξω την κουρτίνα μου θα τον δω εκεί. Στο απέναντι παράθυρο, με το ίδιο αμήχανο βλέμμα. Κάθομαι στο κρεβάτι μου. Είναι πολύ πρωί ακόμα, τώρα χαράζει. Είναι το τρίτο βράδυ που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι σαν έντομο που το βασανίζουν παιδιά σε αλάνες. Με πνίγει η ζέστη, η άπνοια, τα προβλήματα, οι λογαριασμοί που δεν έχουν μείνει στην πόρτα αλλά έχουν τρυπώσει με θράσος. Αφήνω το παράθυρο ανοιχτό να μπαίνει το πρώτο φως μέσα στο δωμάτιο. Μέσα στη φωλιά μου. Σε ένα κέλυφος ασφαλείας που έχω δημιουργήσει πλασματικά για να μπορώ να αντιμετωπίζω την πραγματικότητα. Ένα κέλυφος γέρικο. Ένα σπίτι παλιό, σαν το γέρικο σώμα του απέναντι. Και όπως εκείνος κοιτάζει έξω από το παράθυρο, έτσι και το σπίτι αυτό κοιτάζει εμένα. Είναι ζωντανό. Οι τοίχοι με την ταλαιπωρημένη ταπετσαρία με παρακολουθούν μέσα από τα κομμάτια που τους λείπουν, ο ήχος που κάνει το ψυγείο είναι σαν μια ρυθμική αναπνοή με δυσκολίες, το κρεβάτι που τρίζει σε κάθε μου κίνηση είναι σαν να μου θυμίζει ότι δεν είμαι μόνος μου, το καζανάκι που έχει χαλάσει και στάζει, η αποπνικτική ζέστη που βγαίνει από κάθε πλακάκι σαν να δηλώνει ότι υπάρχει κι άλλο ένα σώμα μαζί μου με τις ίδιες ανάγκες και τις ίδιες φθορές. Δεν αντέχει τη ζέστη που πυρώνει τα πάντα. Η φωλιά μου είναι σαν ένας ζωντανός οργανισμός με έναν αδύναμο παλμό που ζορίζεται από το καυτό καλοκαίρι στην Αθήνα. Άλλο ένα καλοκαίρι στην πόλη. Κλείνομαι στο κέλυφός μου για να νιώσω σχεδόν την ασφάλεια της μήτρας. Ξέρω ότι κάνει τα πάντα για να με προστατέψει. Ένας βιολογικός δεσμός με κάθε τι εδώ μέσα. Ένα κέλυφος καταφύγιο. Κάποιες φορές στέκεται περήφανα και με στηρίζει και άλλες φορές με πνίγει και με πιέζει αφόρητα. Ένας μητρικός γόρδιος δεσμός. Κι εκεί πάντα καταφεύγεις για να κρυφτείς από την αλήθεια. Ο απέναντι εξακολουθεί να κοιτάζει στο ίδιο σημείο. Ξημερώνει.

THE SHELL

The man across my flat is at the window and stares. Whenever I look he has the same vacant look lost in the urban backyard. He wears the same white athletic shirt leaving his old shoulders uncovered to get some air. He sets his eyes on something and leaves it there for hours. His own images and thoughts are projected on the same static spot which could be the railings, a dove, the humidity on the wall, the flower pot. Whenever I pull my curtain I will find him there at the opposite window with the same awkward look. I’m on my bed. It’s still dawn, too early. Third night in a row that I can’t sleep. I roll on the bed like an insect being tortured by kids playing in the fields. Heat, stillness, problems, bills that don’t stay by the door but boldly come in, they all choke me. I leave the window open for the first light of the day to get in the room, in my nest. In a safety shell that I have fictitiously created in order to deal with reality. An old shell. An old house like the old man's body across my flat.  And as he looks out of the window the house stares at me in the same way. It is alive. The walls with the worn out wallpaper are watching me through its missing pieces, the sound of the fridge is like a rhythmic respiration facing problems, the toilet flush that’s broken and is leaking, the suffocating heat coming out of each tile stating that there’s another body with me with the same needs and damages. It cannot stand the heat that melts everything. My nest is a living organism in a weak pulse finding it hard to cope with the hot summer in Athens. Another summer in the city. I am sealed in my shell and I almost feel the safety of the womb. I know that it is doing everything to protect me. A biological bond with everything inside here. A shell like a shelter that sometimes proudly stands out and supports me and other times it chokes and pushes me to a point I can’t bear. A maternal Gordian knot. The place you always run to in order to hide yourself from the truth. The man across my flat is still looking at the same spot. The sun is rising.


Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ

Ακολουθεί αυτή τη μυρωδιά. Που δεν ξέρει τι είναι αλλά νεκρώνει σχεδόν τα ρουθούνια του και μουδιάζει το σώμα του. Υπνωτισμένος βαδίζει προς τα εκεί. Προς την πηγή. Προς αυτό που γαργαλάει σκανταλιάρικα τη διάθεσή του. Είναι η νύχτα. Είναι η συγκεκριμένη νύχτα της εβδομάδας που τη νιώθεις διαφορετική. Άνοιξη στην πόλη. Φώτα, ενέργεια, βλέμματα, ερωτισμός, νεραντζιές ανθισμένες. Είναι η νύχτα του. Θα τριφτεί στις γυμνές γάμπες των γυναικών, θα ζητιανέψει εκβιαστικά σχεδόν τα χάδια των απαλά αρωματισμένων χεριών  αλλά και των πιο αθώων και άγουρων με φαγωμένα νύχια, θα νιώσει τρυφερές προσφωνήσεις να βγαίνουν από έντοναβαμμένα χείλη ίσως πρόσφατα φιλημένα, μόνο για εκείνον.

Θα πάρει στο κατόπι θηλυκά τετράποδα που δεν του δίνουν καμία σημασία αλλά και μυστηριώδη, μοναχικά δίποδα που θα του μιλήσουν σχεδόν στοργικά. Θα κουνήσει με ενθουσιασμό την ουρά του στις τυχοδιωκτικές συναντήσεις με ανυπεράσπιστες γάτες σε σκοτεινά σοκάκια. Όλα είναι εκεί έξω. Παρέες στους δρόμους, φρέσκοι άνθρωποι που σουλατσάρουν, δειλά αγγίγματα σε πρώτα ραντεβού, γέλια, εκτόνωση, κουβέντες που έχουν μόνο αρχή αλλά όχι και τέλος. Σάββατο βράδυ στην πόλη που είναι το σπίτι του, οι εφήμεροι έρωτες του, οι αλητείες του, το φαγητό που βρίσκει ή που τουλάχιστον ξέρει πού πρέπει να πάει για να του χαριστεί, το υπαίθριο στρώμα του, ο δρόμος πουδεν σταματάει πουθενά. Και είναι αυτός ο ίδιο δρόμος που μοιράζεται πλέον. Αυτοσχέδια στρώματα από χαρτόνι και φθαρμένες κουβέρτες, άνθρωποι αόρατοι που θα κοιμηθούν σφιχτά κρατώντας τον για ζεστασιά και παρέα, πολλές φορές και για να διώξουν το φόβο. Αναζήτηση μικρών θησαυρών στους κάδους σκουπιδιών με ή χωρίς αξιοπρέπεια. Σκοτεινά  αδιέξοδα βλέμματα. Αδέσποτοι άνθρωποι όπως κι αυτός. Σάββατο βράδυ στην πόλη που αλλάζει συνήθειες και εικόνες αλλά όχι μυρωδιά. Όλα είναι εκεί έξω.



SATURDAY NIGHT

He’s following that smell. He doesn’t know what it is but it kills his nostrils and numbs his body. He’s moving towards it like hypnotized. Towards the source. To what tricky tickles his mood. It’s the night. It is that specific night of the week that you feel it different. Spring time in the city. Lights, energy, glances, sensuality, bitter orange blossom. It is his night. He will rub himself at the naked women’s legs, he will almost beg for the caresses of slightly scented hands or even the more innocent ones with the bitten nails. He will feel the tender callings coming out of the vividly colored lips, maybe recentlykissed, only for him.
He will follow four legged females who don’t give a damn about him but also mysterious, lonely two leggedones who will talk to him with affection. He will enthusiastically shake his tail when he adventurously finds helpless cats in dark alleys. Everything is out there. Friends in the streets, youngsters strolling, shy toucheson first dates, laughs, defusing, talks that have a beginning but not an end. Saturday night in the city he calls home with his ephemeral loves, his vagrancies, thefood he finds or at least he knows where to go to be served, his outdoor mattress, the never ending road. And it is that same road that he gets to share now. Homemade carton mattresses and used blankets, invisible people that will go to sleep tightly holding him for warmth andcomfort. Some times to even draw fear away. Looking for small treasures in garbage cans with or without dignity. Dark helpless looks. Stray people just like him. Saturday night in the city that changes its habits and images but not the scent. Everything is out there.

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ

Κρατούσε την κούπα του καφέ λες και ήταν αγαπημένο σώμα γυναίκας. Τα δάχτυλα του καίγονταν αλλά εξακολουθούσε να τη σφίγγει. Πρώτη ρουφηξιά από το τσιγάρο. Το πρώτο της ημέρας. Κυριακή ξημερώματα στη μικρή του κουζίνα, με θέα τον ακάλυπτο και το πρώτο φως που χαράζει λίγη αισιοδοξία. Το τελευταίο του τσιγάρο στο πακέτο. Δεν είχε σκοπό να αγοράσει άλλο μέχρι το τέλος της εβδομάδας. Κάθε του ρουφηξιά ήταν αχόρταγη, άγριαστα όρια της αδέξιας. Έβλεπε τον καπνό να αιωρείται μέχρι τα απέναντι μπαλκόνια. Σκονισμένα κάγκελα, μπουγάδες, μισοξεραμένοι βασιλικοί. Να τρυπώνει στις γρίλιες των  κλειστών  πατζουριών. Κρεβατοκάμαρες που κρύβουν αγκαλιές, παράθυρα κουζίνας με αγουροξυπνημένα και αχτένιστα κεφάλια που κουτουλάνε στα ντουλάπια ψάχνοντας για το βάζο με τη ζάχαρη. Χουζούρι που σκεπάζει σκέψεις και διαθέσεις. Κυριακάτικο πρωινό στην πόλη. Μέσα στη νεκρική σιωπή από μακριά ο ρυθμικός ήχος της  καμπάνας. Τώρα πια την είχε συνηθίσει ακόμα κι αυτή. Όπως είχε συνηθίσει να βλέπει να συσσωρεύονται οι λογαριασμοί καρφιτσωμένοι στην πόρτα του ψυγείου. Μαζί με αυτούς να πολλαπλασιάζονται τα άγχη και οι φοβίες του.
Κυριακή πρωί. Εκείνη κοιμόταν ακόμα στο κρεβάτι του με τα σεντόνια να χαϊδεύουν με αναίδεια το γυμνό της σώμα  και τα μαλλιά της να μπλέκουν στο πρόσωπό της και στην αθόρυβη ανάσα της. Άνοιξη στην πόλη. Χωρίς πολλά λεφτά. Αλλά και πότε υπήρξαν πολλά;  Έμεινε στο μικρό του μπαλκόνι για όσο κρατάει ένα τσιγάρο. Χάζεψε λίγο ακόμα έξω το αστικό τοπίο και πιο πολύ μέσα του. Πείσμα για όλα εκείνα που θα έρθουν αλλά και μια λαχτάρα για πρωινά φιλιά. Τελευταία ρουφηξιά. Έσβησε το τσιγάρο του, άλλη μια γουλιά καφέ και γρήγορα μέσα, να κουρνιάσει δίπλα στο ζεστό της σώμα.