Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα adventure. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα adventure. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 11: ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Ξεκλείδωσε και μπήκε στο σπίτι. Στην κουζίνα είχε φως. Βρήκε τη Σύλβια να γράφει κάτι σε ένα παλιό τετράδιο.
«Καλώς τον», του είπε, βγάζοντας τα γυαλιά της που είχε για να βλέπει κοντά. «Κάνω επανάληψη. Μου έμαθε κάτι καινούργιες λέξεις ο Τάτσουο σήμερα και με δυσκολεύουν. Αν θες, έχει μείνει λίγη πίτα στο ψυγείο, την κράτησα ειδικά για σένα», είπε και φόρεσε πάλι τα γυαλιά της και κατέβασε το βλέμμα της στο τετράδιο.
Ο Χάρης έβαλε ένα ποτήρι παγωμένο νερό από το ψυγείο και κάθισε δίπλα της. Άφησε τα κλειδιά του σπιτιού πάνω στο τραπέζι. 
« Σε ευχαριστώ για την πίτα αλλά δε θα την τιμήσω απόψε», της είπε και την κοίταξε έντονα.
Η Σύλβια έβγαλε τα γυαλιά της και τα άφησε δίπλα στα κλειδιά. Έκλεισε το τετράδιο.
«Φεύγεις απόψε;”
«Ναι, θα μαζέψω τα πράγματά μου και θα σου αφήσω σε ένα φάκελο τις οικονομικές εκκρεμότητες του μήνα. Σε ευχαριστώ για όλα από καρδιάς», της είπε με συγκρατημένη συγκίνηση. 
«Ο Τζόναθαν θα στενοχωρηθεί. Κι όχι τίποτα άλλο, δεν προλάβατε να πάτε και για ψάρεμα με τη βάρκα. Τόσο κόπο κάνατε για να τη φτιάξετε. Κάτσε να τον ξυπνήσω να σε χαιρετήσει», είπε και σηκώθηκε.
«Δεν είμαι καλός στους αποχαιρετισμούς, Σύλβια. Χαιρέτησέ τον από μένα και πες το και στα δίδυμα. Ήσουν πολύ καλή μαζί μου», της είπε και την αγκάλιασε αυθόρμητα. «Θα έρθει η Μπράνκα από εδώ, δεν της το είπα, θα το καταλάβει», της είπε και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό του. 
Η Σύλβια έμεινε ακίνητη. 
«Θα πάω στο δωμάτιό μου, γιατί κι εγώ δε νιώθω καλά με τους αποχαιρετισμούς. Θα δώσω το κομμάτι σου στη μικρή όταν έρθει. Καλή τύχη, Χάρη, και να προσέχεις.»
Μάζεψε τα ρούχα του στο σάκο του και το κουτί με το αρχείο των εφημερίδων. Άφησε το μανό της Μπράνκα στο κρεβάτι και της έγραψε σε ένα χαρτί : « cuide- se bem». Αν θυμόταν καλά, σήμαινε «να προσέχεις» ή κάτι αντίστοιχο. Του το έλεγε συχνά όταν έφευγε για τη δουλειά και την άφηνε στο κρεβάτι να χουζουρεύει σα γατί. Άφησε τα λεφτά στο τραπέζι της κουζίνας. Η Σύλβια είχε πάει στο δωμάτιό της με το τετράδιό της. 
Βγήκε στη δροσερή νύχτα και κατευθύνθηκε προς την Κέιβρουντ για να φτάσει στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό. Ένιωσε την ψύχρα σε όλο του το κορμί. Ήταν σαν να τον ξυπνάει από έναν ύπνο πολύ βαθύ. Το κτίριο της Σιέρρα φαινόταν επιβλητικό. Του έριξε μια τελευταία ματιά. Υπολόγιζε να φτάσει με γρήγορο βηματισμό σε κανένα τέταρτο. Του άρεσε η αίσθηση που του άφηνε ο κεντρικός σταθμός.
Ένα παμπάλαιο αψιδωτό κτίριο με κόσμο να πηγαινοέρχεται όλο το εικοσιτετράωρο, ένας χώρος υποδοχής ταξιδιωτών και συναισθημάτων. Αναγγελίες από μεγάφωνα, αγκαλιές και αποχωρισμοί, βαλίτσες, αφίξεις και αναχωρήσεις, βαγόνια που κλείνουν και ανοίγουν με θόρυβο τις πόρτες τους, χαμόγελα και δάκρυα, χέρια που μένουν στον αέρα σε ημιτελείς χαιρετισμούς. Για τον Χάρη ένας τόπος γαλήνης. Κατευθύνθηκε προς το μεγάλο πίνακα ανακοινώσεων στη μέση της αίθουσας. Έπρεπε να διαλέξει προορισμό. Κι εκεί τα έχασε τελείως. Ο ηλικιωμένος εφημεριδοπώλης του Κάρθαπαρκ  στεκόταν ήδη εκεί και τον κοιτούσε έντονα, λες και τον περίμενε. Μα, δεν ήταν η μέρα της εβδομάδας που μοίραζε την έκδοσή του. Κι εκτός αυτού, δεν είχε καν τις εφημερίδες του μαζί. Μα, τι στην ευχή γύρευε εδώ; Όχι, δεν υπήρχε λόγος να είναι καχύποπτος. Βρισκόταν στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό. Το πιο πιθανό ήταν να περιμένει κάποιον. Μια φωνή, βέβαια, μέσα του τον προειδοποιούσε ότι δεν ήταν αυτός ο λόγος. Ο Χάρης τον πλησίασε και μπόρεσε να διακρίνει τη νευρικότητά του ηλικιωμένου. Ο Χάρης του έκανε ένα νεύμα χαιρετισμού.
«Με συγχωρείτε, αλλά μου ζήτησαν να σας μεταφέρω ένα μήνυμα. Ξέρετε ποιοι» του είπε κομπιάζοντας ο εφημεριδοπώλης.
«Μα πού ήξεραν ότι θα περνούσα από εδώ σήμερα στο ρεπό μου;» αναρωτήθηκε φωναχτά.
«Αυτό δεν το ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι σας περιμένουν στο σταθμό της Ταμαρίνια, όπως τότε. Θέλουν να σας μιλήσουν για το ταξίδι σας που ολοκληρώθηκε. Δε γνωρίζω τίποτε άλλο, καλό σας βράδυ», του είπε βιαστικά και χάθηκε στο πλήθος.
Ο Χάρης έμεινε για λίγο διστακτικός. Τον είχαν ξαφνιάσει για άλλη μια φορά οι κοστουμαρισμένοι κύριοι με τις μάσκες αλόγου. Αναρωτήθηκε τι να τον ήθελαν αυτή τη φορά. Θα τον έβαζαν να περάσει άλλη μια δοκιμασία για την αποτυχία του ή ετοιμάζονταν να του κάνουν κήρυγμα για το ότι τα είχε κάνει θάλασσα και αυτή τη φορά; Όσο περίεργος κι αν ήταν, δεν υπήρχε περίπτωση να πέσει ξανά στην παγίδα τους. Ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν, δεν περίμενε από δύο άσχετους γραφειοκράτες να του κάνουν ψυχανάλυση. Ναι, ήταν ένας τυχοδιώκτης, αποτυχημένος και δειλός τύπος. Ναι, ήταν αδύναμος. Αλλά δεν είναι όλοι σούπερ ήρωες με τον μανδύα της τελειότητας σε αυτήν τη ζωή. Ναι, το έβαζε στα πόδια γιατί δεν μπορούσε να διαχειριστεί την αλήθεια της πραγματικότητας με όλες τις επιπτώσεις της. Και φυσικά, όσα χιλιόμετρα μακριά κι αν δραπέτευε, δεν τον έκαναν να απομακρυνθεί από τον εαυτό του, αυτό τον τόσο δυσλειτουργικό που δεν μπορούσε να τιθασεύσει και να συγχωρέσει. Ναι, είχε μόλις σημειώσει άλλη μια ήττα και ακόμη μια φυγή στο δικό του εσωτερικό τετράδιο.

Βαθιά ανάσα. Προχώρησε προς τις αποβάθρες. Άλλη μια καινούργια πόλη τον περίμενε κάπου στη νύχτα κι ίσως άλλη μια ευκαιρία εσωτερικής συμφιλίωσης. Μπήκε στο πρώτο βαγόνι που ήταν έτοιμο για αναχώρηση. Δεν ήταν σίγουρος για τον προορισμό του. Ποτέ δεν ήταν. 

THE VOLUNTEER 11: CLOSURE

He unlocked the door and stepped into the house. There was light in the kitchen. He found Sylvia writing something in an old notebook.
“Oh, hi there”,she told him, taking off her glasses. “I am revising. Tatsuo taught me some new words today and they are really difficult. There is some pie left in the fridge, if you like, I kept it especially for you” she said and put on her glasses again and lowered her gaze in the notebook.
Harry served him a glass of cold water from the fridge and sat beside her. He left the keys of the house on the table.
“Thank you for the pie but I think I will pass” he told her and stared at her.
Sylvia took off her glasses and left them by the keys. She closed the notebook.
“Are you leaving tonight?”
“Yes, I am going to pack my things and leave you the money for the month in an envelope. Thank you for everything from the bottom of my heart” he told her with restrained emotion.
“Jonathan will be upset. You never went fishing with the boat. You went into such trouble restoring it. Oh, I am going to wake him up to tell you goodbye” she said and stood up.
“I am not that good at goodbyes, Sylvia. Give him my regards and tell it to the twins as well. You have been very good to me” he told her and spontaneously hugged her. “Branca will drop by, I haven’t told her, she will figure it out” he told her and moved towards his room.
Sylvia stood still. 
“I will go to my room because I am not that good at goodbyes either. I will give her your piece of pie, when she comes. Good luck Harry and take care”.
He put his clothes in his pack and the box with the newspapers he collected. He left Branca’s nail polish on the bed and wrote her a note: “cuide- se bem”. If he remembered correctly, it meant “take care” or something like that. She often told him that when he was leaving for work letting her snooze in his bed like a cat. He left the money on the kitchen table. Sylvia had gone to her room with her notebook.
He stepped into the cool night and headed for Caveroad to reach the central train station. He felt the chill all over his body. It was like waking up from a deep sleep. The Sierra building looked imposing. He gave it a last look. He estimated reaching the station within fifteen minutes with a quick pace.
He enjoyed the aftertaste that the station left him. A very old arched building with people coming and going twenty- four seven, a place to welcome travelers and feelings. 
Announcements from the loudspeakers, hugs and separations, suitcases, departures and arrivals, wagons that open and close their doors in great fuss, smiles and tears, hands that stand still in the air in uncompleted greetings. For Harry this was a place of serenity. He headed to the big destination board in the middle of the room. He had to choose one. And there, he completely lost it. The elderly news dealer of Karthapark was already standing there staring at Harry, as if he was waiting for him. It was not the day of the week to give away his newspapers. Besides, he didn’t even have them with him. What on earth was he doing here? No, there was no reason to be suspicious. He was at the central railway station. Most likely, he was waiting for someone. Of course, a voice, deep inside him, warned him that this was not the reason. Harry approached him and was able to see the nervousness of the old man. Harry nodded. 
“Excsuse me, but they asked me to deliver you a message. You know who” the news dealer said reluctantly. 
“But how did they know that I was going to be here today on my day off?” he wondered.
“I don’t know that. All I know is that they are waiting for you at Tamarinia station, like before. They want to talk to you about your journey that has been completed. I don’t know anything else, good night” he hastily said and lost in the crowd. 

Harry stood hesitantly for a while. The gentlemen in costumes and horse masks had surprised him once more. He wondered what they wanted this time. Would they have him pass another test for his failure or were they about to preach him that he had completely messed things up once more? As curious as he might be, there was no way of stepping into their trap again. He knew exactly who he was, he didn’t wait for two morons bureaucrats to psychoanalyze him. Yes, he was an adventurer loser, coward guy. But not everyone is a super hero with the cloak of perfection in his life. Yes, he was running away because he could not handle the truth of reality and its consequences. And of course, despite how many miles he ran, he could not escape himself, the so dysfunctional one that found so difficult to tame and forgive. Yes, he had scored another defeat and another runaway in his notebook. Deep breath. He walked towards the train platform. Another new city was waiting for him somewhere in the night, and maybe another chance for internal reconciliation. He was not sure about his destination. He never was. 

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΦΩΣ ΣΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ

«Μη φοβηθείς, θα υπάρχει πάντα ένα φως», άκουσε την ταραγμένη φωνή της μητέρας της και μετά ένιωσε τη βαλίτσα να κλείνει. Όντως, το φως έμπαινε από τη μικρή τρύπα που υπήρχε πάνω δεξιά, κοντά στο φθαρμένο λουρί που την συγκρατούσε. Αν τέντωνε το κεφάλι της ίσως μπορούσε να δει τι γινόταν εκεί έξω. Προς τα παρόν, προσπαθούσε να τιθασεύσει τα δάκρυά της πάνω στη χοντρή  ζακέτα που της είχαν φορέσει. Ήταν ένα μικρό κορίτσι σε μια βαλίτσα που ετοιμαζόταν να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι. 
Οι γονείς της ετοίμασαν τη βαλίτσα του παππού με κάποια από τα πράγματά της. Έβαλαν στις γωνίες  την αγαπημένη της κούκλα, που την έβαζε κρυφά στην τσάντα του σχολείου και την είχε πάντα μαζί της και τις φωτογραφίες που είχαν τραβήξει από τα προπέρσινα της γενέθλια στον κήπο. Είχε έρθει κι η θεία Σάιμα με τον ξάδερφό της Τζοράμ και έπαιζαν όλο το απόγευμα. Τη θυμόταν αυτή τη μέρα και στη φωτογραφία φαίνεται αναψοκοκκινισμένη από το κυνηγητό. Οι μεγάλοι έπιναν λεμονάδα και μιλούσαν σε πηγαδάκια και εκείνη έτρεχε με τις φίλες της και τα ξαδέρφια της. Φαινόταν  ξέγνοιαστη και μάλλον ευτυχισμένη. Στο κέντρο της βαλίτσας υπήρχε ένα κενό. Σε αυτό θα κουλουριαζόταν, σα μικρή γάτα, και θα έμενε όσο κρατούσε το ταξίδι, μαζί με το παγουράκι της γεμάτο νερό και ένα σακουλάκι αμαμούλ  με χουρμάδες. Της είχε υποσχεθεί ο πατέρας της ότι μόνο εκείνος θα κρατούσε τη βαλίτσα.
«Μα πού θα πάμε;» είχε ρωτήσει τρομαγμένη.
«Πρέπει να φύγουμε γιατί εδώ πλέον δεν είμαστε ασφαλείς. Τις νύχτες όταν έρχεσαι και τρυπώνεις στο κρεβάτι μας γιατί ακούς τα κανόνια, όπως τα λες,  τρέμεις σαν το φύλλο. Πρέπει να κάνουμε ένα  ταξίδι και, όταν περάσουμε  μια μεγάλη θάλασσα, τότε θα σταματήσεις να φοβάσαι», της είπε ο πατέρας της. 
«Μα γιατί πρέπει να είμαι στη βαλίτσα;» αναρωτήθηκε με παράπονο.
«Θέλω να κάνεις εσύ το δικό σου ταξίδι και όταν περάσουμε τη θάλασσα θα μου το διηγηθείς. Ίσως μια μέρα σου πούμε και εμείς το δικό μας».
Και κάπως έτσι ξεκίνησαν εκείνο το πρωί, μόλις που είχε αρχίσει να χαράζει. Τρύπωσε στη βαλίτσα και αφέθηκε στη μεταφορά της, νιώθοντας τη σιγουριά του πατρικού της χεριού στο χερούλι. Το φως έμπαινε και σκόρπιζε τη ζέστη και μια νότα αισιοδοξίας ότι όλα θα πάνε καλά. Ήταν σαν να βρίσκεται στην κοιλιά ενός περίεργου κήτους που τρανταζόταν και έφερνε αλλοιωμένους όλους τους ήχους. Η μικρή, εγκλωβισμένη σε εκείνη την πρωτόγνωρη μήτρα ενός άλλου δούρειου ίππου, αγκαλιά με την κούκλα της, προσπαθούσε να αφουγκραστεί τον έξω κόσμο. Αφουγκραζόταν τα βήματα του πατέρα της πάνω στο δρόμο, πάνω στις πέτρες και στα χώματα. Κουβέντες όπως: «Πρόσεχε εδώ, είναι απότομα», ή « θα σταματήσουμε σε λίγο, όχι εδώ», ήταν και οι μόνες που άκουγε.Το βήμα στην αρχή ήταν ζωηρό, γεμάτο ενέργεια. Όσο το φως έγερνε, όπως και η μέρα, έτσι έγερνε και το βήμα. Γινόταν αργό και βάραινε. Οι γονείς της περπατούσαν και την οδηγούσαν έξω από το παιδικό της δωμάτιο, έξω από την πόλη της και τον κόσμο της αθόρυβα, ήσυχα, αλλά με μια ένταση εκκωφαντική.  Όσο κι αν ήθελε να δει τι γίνεται έξω, δεν κατάφερνε να τεντώσει το κεφάλι της σε τόσο περιορισμένο χώρο.  Το περιεχόμενο της βαλίτσας ήταν ο μικρόκοσμός της. 
Το δικό της ταξίδι ήταν μοναχικό αλλά ήδη είχε διανύσει με το δικό της τρόπο πολλά χιλιόμετρα. Κρατώντας σφιχτά την κούκλα της, πέρασε από ένα τσίρκο και ελευθέρωσε τους αλυσοδεμένους ελέφαντες. Την πήραν στη ράχη τους και την οδήγησαν στο σπίτι τους, στα βάθη του μαγεμένου δάσους και τη βοήθησαν να σκαρφαλώσει στα δέντρα. Θα ενθουσιαζόταν ο πατέρας της με τις περιπέτειές  της  μόλις τελείωνε το ταξίδι τους. Ο ήλιος χάθηκε και το κρύο έμπαινε από το άνοιγμα. Το βήμα του πατέρα της γινόταν όλο και πιο αργό. Και το δικό της όμως τώρα είχε χάσει την ενέργειά του. Ο άνεμος τη χτυπούσε στο πρόσωπο καθώς περπατούσε στο χιονισμένο βουνό στη δίνη της  χιονοθύελλας. Έπρεπε να μη μείνει πίσω γιατί οι υπόλοιποι ορειβάτες ήταν πολύ πιο μπροστά και δεν ήθελε να χαθεί με την κούκλα της στο λευκό τρομακτικό τοπίο. Μεγάλη αγωνία περνούσε αλλά ήταν σίγουρη ότι θα τα κατάφερνε. Ο ταραγμένος ύπνος της μπέρδεψε περισσότερο τα πράγματα γιατί βρέθηκε ξαφνικά στο βυθό μιας λίμνης, κολυμπώντας με μια παρέα χρυσόψαρα με τεράστιες ουρές που μπλέκονταν στα μαλλιά της και γαργαλούσαν τη μύτη της. Το φως ερχόταν και έφευγε. Ο πατέρας της κρατούσε σταθερά τη βαλίτσα και περπατούσε αποφασιστικά στο δικό του μονοπάτι προς έναν καινούργιο κόσμο. Κάποιες φορές άκουγε τη φωνή της μητέρας της να της μιλάει τρυφερά. Ο χρόνος είχε πάρει άλλη διάσταση. Ξεδίπλωνε και τυλιγόταν πάλι στα χέρια της, όπως εκείνο το παιχνίδι ελατήριο, που την ξετρέλαινε όταν ήταν ακόμα πιο μικρή. 
Κατάλαβε ότι το ταξίδι έφτανε στο τέλος του, όταν ένιωσε να λικνίζεται με τη θάλασσα. Με ανακούφιση αγκάλιασε σφιχτά την κούκλα της και αφέθηκε στην παλινδρομική κίνηση του νερού, που  πάντα έχει τον τρόπο να επιβάλλεται στην αγριάδα και στους φόβους. Ήθελε τόσο πολύ να δει τους γονείς της! Αυτή τη φορά ήθελε να περπατήσουν παρέα το μονοπάτι στο καινούργιο. Ο ύπνος πρέπει να ήρθε, γαλήνιος αυτή τη φορά.

Τα  νύχια της χώθηκαν στο δέρμα της κούκλας καθώς  το νανούρισμα  της θάλασσας άρχισε να γίνεται όλο και πιο άγριο με τα πρώτα νερά να τρυπώνουν στη βαλίτσα. Ήταν σίγουρη ότι ο πατέρας της θα της άνοιγε και θα την έπαιρνε αγκαλιά να μη φοβάται. Όμως, δεν το έκανε. Πανικοβλήθηκε. Τα νερά συνέχιζαν να μπαίνουν με τρομακτική ταχύτητα. Η θάλασσα αγρίευε. Σκοτάδι και νερό παντού. Άρχισε να ουρλιάζει. Δεν μπορεί, κάποιος θα την άκουγε να της ανοίξει. Με τα μικρά της χέρια άρχισε να χτυπάει τα τοιχώματα για να μπορέσει να ελευθερωθεί. Η βαλίτσα γέμιζε νερά και απόγνωση. Όχι, δεν μπορούσε να την ανοίξει. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Τι είχε συμβεί; Πού ήταν οι γονείς της; Το ταξίδι σταματούσε απότομα εδώ; Tης υποσχέθηκαν έναν καινούργιο κόσμο  μετά τη μεγάλη θάλασσα. Δεν υπάρχει τίποτα λοιπόν; Έκλεισε τα μάτια της και, λίγο πριν τα νερά γεμίσουν τα ρουθούνια της, είδε από τη χαραμάδα της βαλίτσας το τεράστιο κήτος να πλησιάζει. Το αναγνώρισε. Είχε βρεθεί στην κοιλιά του ξανά.  Ίσως το ταξίδι της να άρχιζε πάλι από την αρχή.

THE LIGHT IN THE SUITCASE


“Don’t be scared, there will always be a light”, she heard her worried mother’s voice and then she felt the suitcase closing. Indeed, the light entered from the small hole at the upper right corner, near the worn leash that held it together. If she stretched her head, she might be able to take a look at what was going on out there. At the moment, she tried to hold her tears on the thick cardigan that her parents had put her on. She was a small girl in a suitcase, who was about to make a long journey. 
Her parents prepared grandpa’s suitcase with some of her stuff. They put in the corners her favorite doll, which she secretly hid in the school bag and had it always with her and the photos from her birthday in the garden two years ago.  Her aunt Shayma had come with her cousin Joram and they played together all the afternoon. She remembered that day and in the photo she looked flushed from running. The grown-ups were drinking lemonade and were small talking and she was running with her friends and cousins. She looked carefree and rather happy. In the center of the suitcase there was an empty space. She would squirm there, like a small cat, and would stay there for as long the journey lasted, along with her flask full of water and a bag of ma’amoul with dates. Her father had promised her that he would be the only one to carry the suitcase.
“But where are we going?” she asked in big fear. 
“We have to leave because we are no longer safe here. When you come and sneak into our bed at night because you hear the cannons, as you call them, you tremble like a leaf. We have to make a journey and when we cross a big sea, then you will stop being afraid” her father told her. 
“But why should I be in the suitcase?” she complained.
“I want you to make your own journey and when we cross the sea, you will tell me all about it. Maybe one day, we will tell you about ours.” 
So, they started their journey that day, at the crack of dawn. She sneaked in the suitcase and let herself be carried away, feeling the safety of her father’s hand on the handle. Light entered and scattered warmth and a sense of optimism. It was as if she was in the belly of a strange sea monster that shook up and brought all sounds distorted. The girl, trapped in that new womb of another Trojan horse, she tried to listen to the outside world as she clasped the doll tightly. She listened to her father’s footsteps on the street and on the stones. Words like: “Be careful, the road is steep here”, or “We will stop in a while, not here”, were the only ones she heard. At first, his step was vivid, full of energy. As the light was fading out, like the day, so did his step. It was slower and heavier. Her parents walked and led her outside her room, out of her city and her world quietly but with a deafening tension. As much as she wanted to see what was going outside, she could not stretch her head in such a limited space. The content of the suitcase was her micro world. 
Her journey was a lonely one but she had already walked many kilometers in her own way. Holding her doll tightly, she passed a circus and freed all the chained elephants. They took her on their back and led her to their homes, at the heart of the enchanted forest and helped her climb the trees. Her father would be thrilled to hear all about her adventures as soon as their journey ended. The sun went down and the cold penetrated the suitcase. Her father’s step was getting slower just like her own. The wind hit her face as she hiked on the snowy mountain in the midst of the blizzard. She should not stay behind because the other climbers were far ahead and she didn’t want to get lost with her doll in that white spooky landscape. She was certain that she would be all right, although she was in great agony. Her troubled sleep got her more confused as she found herself suddenly at the bottom of a lake swimming with a school of goldfish with huge tails entangled in her hair and tickling her nose. The light was coming and leaving. Her father firmly held the suitcase and walked with determination towards a new world. She sometimes heard her mother’s voice speaking to her tenderly. Time had taken a different dimension. It unrolled and rolled back like that slinky, for which she was crazy about, when she was younger. 
She realized that the journey was coming to an end when she swayed with the sea. She tightly hugged her doll with relief and gave herself over to the reciprocating movement of the water that always has a way of imposing itself on the wilderness and fears. She wanted to see her parents so much! This time she wanted to walk with them the path towards the new world. She fell asleep and this time she was calm. 

Her nails stuck in the doll’s skin as the sea’s lullaby became wilder with the first drops sneaking in the suitcase. She was certain that her father would open it up and take her in his arms. But he didn’t. She panicked. Water continued to get in, in great speed. The sea was getting rough. There was darkness and water everywhere. She started screaming. Someone would listen to her and open the suitcase. With her small hands she started knocking on the walls in order to set herself free. The suitcase was filled with water and despair. No, she could not open it. Her heart was beating like a jungle drum. What had happened? Where were her parents? Would the journey abruptly come to its end? They promised her a new world after crossing the sea. She closed her eyes and, just before water filled her nostrils, she saw from the opening of the suitcase the huge sea monster approaching. She recognized it. She was found in its belly before. Perhaps her journey would start all over again. 

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

OXALÁ

   
 He had torn it from a magazine the last time he visited the dentist. He was waiting for him in the foyer for that filling that he had postponed for a couple of months. He was alone and had a look at a travelling magazine. His gaze was caught in this picture of an exotic forest whose exact spot on the map could not remember now but was impressed back then. 
“Oh boy, so much beauty out there! So peaceful!”
It was just a path in the middle of a jungle but the greenery was so dense that it created a garland for you to cross. He kept gazing at it for long and it felt as if he was there trying to travel through it, with his clothes sticking on his skin from the heat and the humidity, with him being tired and the songs of the exotic birds, the whistling of the insects and his panting breath being the only things that could reach his ears. He got the urge to cut the page and put it in the pocket of his jeans as he was all alone. When he returned home that afternoon with his tooth filled, he took the page off his pocket, cut it straight with the scissors and stuck it at the side of the fridge with an advertising magnet from the grill house of his neighborhood around the corner. 
“Let me see the jungle with my coffee and as soon as I get bored of it, I will throw it away. Let us have the mind travel a bit in the morning.” 
      Two years had passed since then and the picture was still there, just like his life was stuck in the exact same place on his fridge with the magnet. He still worked at the carpentry but the work of course had been reduced and the wages they owned him were far too many. He sometimes worked as a waiter in his cousin’s tavern when they were weddings scheduled and extra help was needed. Once a month, he visited his mother and had lunch together. On those Sunday gatherings his sister with her children would sometimes join in. His brother-in-law would stay home because he was tired but everyone knew that they had nothing to say to each other and they had passed to the next level where you are not supposed to keep up appearances. Between you and me, neither did he have much to say with his family. The older he got, the larger the distance grew between them. His sister was over her children and their anxieties, his mother had her health issues and her concerns.
“John, when are you going to settle down and have a kid? My goodness, time flies, you are not a little boy anymore.”
At first, he got angry at her and got himself in an argument. Just words, some might say, but so many times the bitter truth was heard. 
“Like yourself who won the lottery or Lina who hit the jackpot.” He would now remain silent and only say:
“These things just happen” and end the conversation. 
      He had broken up with Helen about six months ago. Oh gosh, it doesn’t really matters what happened or who’s to blame. He missed her, even though he didn’t admit it to himself. He missed her warm body on his bed and that sense of caring for the everyday life. The house was alive when she was in it, even if that meant it was alive from all their fights. 
One morning, while they had their coffee at the kitchen table, she asked him about the picture on the fridge. “Where is that? Are you on a trip?”
“Nah, no, I don’t remember where it is but I like to look at it.”
“Who knows, you might remember and take me there one day”, she told him and tenderly caressed the back of his neck. 
A long time had passed since then. Even though the fridge was opposite the kitchen table and the side he usually sat, most of the mornings he would not have a look at it or when he did, it was in a totally abstract way. He saw the path, the trees and the light that tore them in half as it passed through them but didn’t actually look at them. Before his eyes another day at work with moaning, tension and begging for his money passed by, numbers being summed up by unpaid bills, the insurance policy for his old car that hadn’t been settled yet and occasionally Helen’s face , sometimes full of anger at him and sometimes ready to burst out laughing at some silly joke of his. Most of the mornings he only felt a burden in him. It wasn’t just the last two years that had crushed him, it was the previous as well that had gone by and left an emptiness in him. He didn’t know what he had done wrong, what kind of chance he let slip out of his hands in order to feel a sort of fulfillment, to feel nice with his everyday garment of himself. 

      And today, as he had his first sip of his Greek coffee and burnt his tongue swearing, his glance got caught up in this image opposite him but he actually looked at it after a long time. He looked at it so intensely that he almost felt the breeze on his forehead and the sun rays burning his eyes. The image was so vivid that morning that took him away. He smiled at his daydream and had his, not so voracious, second sip. A whistle was heard that almost spilled his coffee. Where did it come from? By the time he realized the origin of the sound, a second whistle along with something metallic was heard but it didn’t stop this time.
He turned towards the sink and that was where his cup fell off his hands and broke on the floor. Hot drops stained his work pants and burned his feet a bit. He stood up from the daze. He could not believe his eyes. From the marble sink beside him, plants literally grew in tremendous speed. They came out through the holes in the middle of the sink in that weird, organic sound whom the more he heard, the more it reminded him of his dog while it gave birth to its puppies at their old house when he was still a kid and his father was still alive. The sound of the baby as it came out of its mother’s body had strongly impressed him. It was a wet, metallic, hissing sound. He couldn’t name the grasses coming out of the sink and it was the last thing that mattered to him but he was certain that he had seen them before. When they filled the sink and started coming out of it and pouring themselves with their foliage on the floor, he realized it. They were the plants that he saw for the last two years in the picture on his fridge. He could not be certain whether that late October morning in his kitchen was reality or a hallucination but in a momentary burst of courage, he touched the plants that had already started occupying the floor and spreading behind the washing machine and climbing towards the cupboards. Yes, he felt them real on his fingers. Panic came over him and he tried to cut them with the knife he kept in the drawer. It was his first thought against their expansion. The green leaves started wrapping around his fingers and passed undisturbed to the rest of his hand. He started screaming but nothing more than a roar came out of his terror that had already been covered by the branches climbing up the ceiling and their stronger sound.
His heart was about to burst, being trapped in a room with the greenery having occupied every vital part of the space and his body. Τhe branches rose and tightened his torso. His breath became sharp and the colors had already began to fade away. Just before he became unconscious, he struggled to turn towards the picture on the fridge and forced himself not to laugh despite his tragic situation. In the picture that he had for the last couple of years on the fridge saw himself with the same clothes he wore today in the familiar setting of his kitchen drinking his coffee and looking straight to the camera. Someone would say that the picture itself was staring at him for a long time too and wanted to pay him a visit in its own way. It wanted to enter his world for a while just as he wanted to do the same. His last thought was: “How strange our wishes can be”, or something of the sort. 

ΙΣIΑΛΛΑ


      Την είχε κόψει από ένα περιοδικό όταν είχε πάει στον οδοντίατρο την τελευταία φορά. Τον περίμενε στο σαλονάκι για εκείνο το σφράγισμα που το είχε καθυστερήσει κάμποσους μήνες. Ήταν μόνος και χάζευε ένα περιοδικό με ταξίδια. Έπεσε το μάτι του πάνω σε αυτή την εικόνα από ένα εξωτικό δάσος που πλέον δε θυμόταν σε ποιο σημείο του χάρτη βρίσκεται αλλά εκείνη την ώρα  τον εντυπωσίασε. 
«Κοίτα βρε παιδί μου, τι ομορφιά υπάρχει εκεί έξω. Τι γαλήνη» .
Όλο κι όλο ήταν ένα μονοπάτι στη μέση μιας ζούγκλας αλλά η βλάστηση ήταν τόσο πυκνή που δημιουργούσε ένα πράσινο στεφάνι για να το διασχίσεις. Έμεινε να το χαζεύει για ώρα και ένιωθε σαν να ήταν εκεί, να προσπαθεί να το περάσει, τα ρούχα του να κολλάνε πάνω του από τη ζέστη και την υγρασία, να είναι κουρασμένος και μόνο το τραγούδι των εξωτικών πουλιών, το σφύριγμα των εντόμων και η λαχανιασμένη του αναπνοή να φτάνει στα αυτιά του. Μόνος του στο σαλονάκι και του ήρθε η επιθυμία να κόψει τη σελίδα και να την παραχώσει στην τσέπη του τζην του. Με το δόντι σφραγισμένο γυρνώντας το απόγευμα στο σπίτι, έβγαλε τη σελίδα από την τσέπη του, την έκοψε ίσια με το ψαλίδι και την κόλλησε στο πλάι του ψυγείου με ένα μαγνήτη διαφημιστικό από το σουβλατζίδικο της γειτονιάς στην παρακάτω γωνία. 
«Ας βλέπω τη ζούγκλα με τον καφέ μου και όταν το βαρεθώ το πετάω, έτσι να το ταξιδεύουμε το πρωί το μυαλό.»
      Από τότε είχαν περάσει δύο χρόνια και η εικόνα ήταν ακόμα εκεί, όπως και η ζωή του που είχε κολλήσει στο ίδιο σημείο με το ίδιο μαγνητάκι στο ψυγείο του. Εξακολουθούσε να δουλεύει στο ξυλουργείο αλλά οι δουλειές είχαν πέσει φυσικά και τα μεροκάματα που του χρωστούσαν είχαν μαζευτεί πολλά. Καμιά φορά δούλευε γκαρσόνι  τα σαββατοκύριακα στην ταβέρνα του ξάδερφου του όταν είχε κλεισμένους γάμους και ήθελε επιπλέον βοήθεια. Μια φορά το μήνα θα έβλεπε τη μάνα του και θα έτρωγαν παρέα. Σε αυτές τις κυριακάτικες συναντήσεις ερχόταν κάποιες φορές και η αδερφή του με τα παιδιά. Ο γαμπρός του θα έμενε σπίτι γιατί ήταν κουρασμένος αλλά όλοι ήξεραν ότι δεν είχαν τι να πουν και είχαν περάσει στο επόμενο στάδιο όπου δε χρειάζεται να κρατάς πια τα προσχήματα. Μεταξύ μας, ούτε και εκείνος είχε να πει και πολλά με τους δικούς του. Όσο μεγάλωνε ο ίδιος, μεγάλωνε και το κενό ανάμεσά τους. Η αδερφή του ήταν πάνω από τα παιδιά και τα άγχη τους, η μάνα του με τα θέματα υγείας της και τον καημό της .
 « Εσύ βρε Γιάννη μου, πότε θα νοικοκυρευτείς να κάνεις κανένα παιδάκι; Άντε περνάνε τα χρόνια, δεν είσαι παλικαράκι πια.»
 Στην αρχή θύμωνε μαζί της και αρπάζονταν. Λόγια του αέρα αλλά πόσες φορές δεν ακούστηκαν και πικρές αλήθειες.
 «Είδαμε και εσένα που πήρες το πρώτο κελεπούρι ή τη Λίνα που πήρε τον πρώτο αριθμό του λαχείου.» Τώρα πια σώπαινε και απλά μουρμούραγε:
 «Αυτά είναι τυχερά» και σταματούσε εκεί την κουβέντα.
     Με την Ελένη το είχαν διαλύσει εδώ και κανένα εξάμηνο. Τι τα σκαλίζεις, δεν έχει σημασία τι έγινε, ποιος φταίει και δε φταίει. Του έλειπε, όσο κι αν δεν το παραδεχόταν ούτε στον εαυτό του. Του έλειπε το ζεστό της σώμα στο κρεβάτι του και εκείνη η φροντίδα για τα καθημερινά. Το σπίτι ήταν πιο ζωντανό όταν ήταν κι εκείνη εκεί, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι ήταν πιο ζωντανό και από τους καυγάδες τους. Ένα πρωινό πίνανε τον καφέ τους στο τραπέζι της κουζίνας και τον ρώτησε για την εικόνα στο ψυγείο. «Εδώ πού είναι; Είσαι σε κάποια εκδρομή;»
«Μπα, όχι, είναι σε ένα μέρος που δε θυμάμαι πού πέφτει στο χάρτη αλλά μ αρέσει να το χαζεύω.»
«Πού ξέρεις, ίσως θυμηθείς πού είναι και με πας κάποια μέρα», του είχε πει και τον είχε χαϊδέψει στο σβέρκο με τρυφερότητα.
Είχε περάσει καιρός από τότε. Ενώ το ψυγείο ήταν απέναντι από το τραπέζι της κουζίνας και τη μεριά που καθόταν εκείνος συνήθως, τα περισσότερα πρωινά τώρα ούτε που θα της έριχνε μια ματιά ή μπορεί να την κοίταζε αλλά τελείως αφηρημένα. Έβλεπε το χωμάτινο μονοπάτι και τα δέντρα και το φως που τα έσκιζε στη μέση περνώντας ανάμεσά τους αλλά δεν τα κοίταζε. Μπροστά στα μάτια περνούσε άλλη μια μέρα στη δουλειά με γκρίνια, ένταση και παρακάλια για τα μεροκάματα, έβλεπε νούμερα να αθροίζονται από τους απλήρωτους λογαριασμούς, την ασφάλεια για τη σακαράκα του που δεν είχε τακτοποιήσει ακόμα ή έβλεπε πού και πού το πρόσωπο της Ελένης άλλοτε πυρ και μανία μαζί του κι άλλοτε να σκάει στα γέλια με καμιά σαχλαμάρα που θα της είχε πει. Τα περισσότερα πρωινά ένιωθε απλά βαρύς. Δεν ήταν μόνο τα τελευταία δύο χρόνια που σαν να τον είχαν ρίξει, ήταν και τα προηγούμενα που είχαν φύγει και του άφηναν ένα κενό. Δεν ήξερε πού είχε κάνει το λάθος, τι δεν είχε δει, ποια ευκαιρία είχε αφήσει να του γλιστρήσει από τα χέρια για να νιώθει γεμάτος μέσα του, να νιώθει καλά με το ρούχο του εαυτού του που φορούσε κάθε πρωί. 

       Και σήμερα πίνοντας την πρώτη γουλιά από τον ελληνικό του και καίγοντας τη γλώσσα του σιχτιρίζοντας, το βλέμμα του πάλι στάθηκε στην εικόνα απέναντί του αλλά την «κοίταξε» μετά από καιρό. Την κοίταξε τόσο έντονα που ένιωσε σχεδόν το  αεράκι στο μέτωπό του και τις ακτίνες του ήλιου να του καίνε τα μάτια. Και ήταν τόσο ζωντανή αυτή η εικόνα εκείνο το πρωινό που τον πήρε μαζί του. Χαμογέλασε αδιόρατα με το ξεμυάλισμά του και ρούφηξε όχι τόσο αχόρταγα και τη δεύτερη γουλιά. Ένα σφύριγμα ακούστηκε και παραλίγο να του χυθεί ο καφές. Μα από πού ερχόταν; Μέχρι να συνειδητοποιήσει την προέλευση του ήχου κι ένα δεύτερο σφύριγμα με κάτι μεταλλικό μαζί ακούστηκε πάλι και αυτή τη φορά δε σταμάτησε.
Γύρισε προς το νεροχύτη και εκεί του έπεσε το φλυτζάνι από τα χέρια και έσπασε στο μωσαϊκό. Καυτές σταγόνες λέρωσαν το παντελόνι της δουλειάς και του έκαψαν λίγο τα πόδια. Σηκώθηκε όρθιος από το σάστισμα. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Από το μαρμάρινο νεροχύτη δίπλα του, φυτά φύτρωναν στην κυριολεξία και αναρριχόνταν με τρομερή ταχύτητα. Έβγαιναν από τις τρυπούλες στο σιφόνι στο κέντρο του νεροχύτη με αυτόν τον περίεργο , οργανικό ήχο που όσο τον άκουγε τόσο του θύμιζε το σκυλί του όταν γεννούσε τα κουτάβια του όταν ήταν πιτσιρίκι στο παλιό τους σπίτι όταν ζούσε ακόμα ο πατέρας τους. Του είχε κάνει τόση εντύπωση ο ήχος που έκανε όταν το μωρό έβγαινε από το σώμα της μάνας. Υγρός, μεταλλικός, συριστικός ήχος. Δεν ήξερε να ονοματίσει τις πρασινάδες και ήταν το τελευταίο πράγμα που τον ένοιαζε αλλά ναι, ήταν σίγουρος ότι τις είχε ξαναδεί κάπου. Όταν ο νεροχύτης του γέμισε και άρχισαν να βγαίνουν από έξω και να χύνονται με τα φυλλώματά τους στο μωσαϊκό, το συνειδητοποίησε. Ήταν οι πρασινάδες που έβλεπε τα τελευταία δύο χρόνια στην εικόνα στο ψυγείο του. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος αν ήταν η πραγματικότητα ή μια παραίσθηση αυτό που ζούσε εκείνο το πρωινό προς τα τέλη του Οκτώβρη στην κουζίνα του αλλά σε μια  στιγμιαία έκρηξη θάρρους,  άγγιξε τα φυτά αυτά που πλέον είχαν αρχίσει και καταλάμβαναν το πάτωμα και απλώνονταν πίσω από το πλυντήριο και ανέβαιναν προς τα ντουλάπια και τους τοίχους του δωματίου. Ναι , τα ένιωσε αληθινά στα δάχτυλά του. Τον έπιασε πανικός και προσπάθησε να τα κόψει με το μεγάλο μαχαίρι που είχε στο συρτάρι. Ήταν το πρώτο που σκέφτηκε για να τα αναχαιτίσει. Τα πράσινα φύλλα άρχισαν να τυλίγονται στα δάχτυλά του με το πρώτο κόψιμο και πέρασαν ανενόχλητα στο υπόλοιπο χέρι. Έβαλε τις φωνές αλλά από τον τρόμο του δεν κατάφερε να βγει τίποτα άλλο από ένα μουγκρητό που το είχαν ήδη καλύψει τα κλαδιά που με το δικό τους πιο δυνατό ήχο καθώς  μπλέκονταν στο ταβάνι πια.

Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, καθώς ήταν εγκλωβισμένος σε ένα κατάφυτο δωμάτιο με τις περικοκλάδες να καταλαμβάνουν κάθε ζωτικό κομμάτι του χώρου αλλά και του κορμιού του. Τα κλαδιά ανέβαιναν και έσφιγγαν όλο και πιο σφιχτά τον κορμό του. Η ανάσα του γινόταν όλο και πιο κοφτή και τα χρώματα  είχαν άρχισαν ήδη να αλλοιώνονται και να ξεθωριάζουν. Λίγο πριν χάσει τελείως τις αισθήσεις του, γύρισε με δυσκολία στην εικόνα του ψυγείου και κρατήθηκε να μη βάλει τα γέλια, παρά την τραγικότητα της κατάστασής του. Στην εικόνα που είχε τα δύο τελευταία χρόνια στο ψυγείο του έβλεπε καθαρά τον εαυτό του με τα ρούχα που φορούσε σήμερα στο γνώριμο σκηνικό της κουζίνας του να πίνει τον καφέ του και να κοιτάζει έντονα την κάμερα. Θα έλεγε κανείς ότι κι εκείνη τόσο καιρό χάζευε τον ίδιο και ήθελε να τον επισκεφτεί με τον τρόπο της. Ήθελε να έρθει στο δικό του κόσμο για λίγο, όπως κι εκείνος ήθελε το αντίθετο. Η τελευταία του σκέψη ήταν «Τι περίεργες που είναι οι επιθυμίες  μας», ή κάτι σχετικό. 

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

EVERY SUMMER


           Johan put the map, the notebook with his lucky pencil, an older Mickey Mouse issue and a thermos with coffee in a backpack. He estimated that the route wouldn’t take him more than three hours. He tightened his shoelaces, put on his hat, since the first September days were still very hot and locked the door of his house. The forest began where the big road ended. They had placed signs for security reasons that had faded away with time and now they looked like paintings. Even though it was very close to the small city of Easynoise, very few people visited it. Children, who still went to school, entered with their bikes and explored it for many hours. The grownups though would not get in but still they wouldn’t forbid their children to do so. Everyone knew that the forest was there but none of his friends or his post office colleagues had gone there for a walk or a picnic for many years. It was as if it lost its existence as soon as the adulthood came. 
      Lately, the forest came to his dreams in the form of images of his own explanatory travels when he was still a kid with his friends. So many years had passed since he last remembered this period of his life and now that he saw it again, the carefree feeling that he had then also came along. They would take fruits and their water bottles and disappear all day long with his buddies, Axel with the red hair, chubby Bertel, tall Eric, Hendrik with the crooked teeth and Larsson who would say the most hilarious jokes. They were trying to build a tree house that was never finished, they would climb up the trees, play war and football and when the sun went down they would tell each other ghost stories. Now, half of these friends from school had left town or they were family men with bellies and grey hair. They say that the age of forty is a peculiar state of awareness and maturity for most of the people, when some life goals have been achieved and some new ones have been decided. Or, none of these is true and it is when you only remember what you haven’t done yet. He had no lost touch with some of his childhood friends and he was really pleased to bump into others in the street but now topics such as work, money, family, parents’ health would monopolize such conversations. 
      But he was also in the same situation more or less. He worked in the post office overtime, he had taken a loan to buy a small flat in the city, his father’s health had deteriorated and he spent several hours in the hospital in order to take care of him as much as he could. That is why, when these dreams came, Johan would welcome them and go back to the childhood of his own generation. These dreams were like escape from the difficult daily life, a sort of parallel universe and he really enjoyed the fact that they got more and more frequent. He often saw a building in a part of the forest that he had never visited as a child. It must have been after the glade and after the small bridge. He wondered if that part really existed or it was just a game of the mind. The more he thought of that, the more he wanted to find out in person. And today, on his forty- third birthday, he took a day off and escaped with his old issue of Mickey Mouse that he found in his father’s house, while arranging the cupboards.
  
      The route was harder than he thought. His physical condition was not at its best. He made several stops and he swore that he always promised to quit smoking but never did. He drank his coffee under the old plane tree by the river. The forest covered him, hid him with its thoughts and took away all his inhibitions. He became nine years old again close to it, a sweaty boy full of dirt and scratches on his knees. And then, surrendered in his past that almost ached him like an old scar on the body that you see and the memory of the trauma is awakened, he noticed it standing there over the bridge, the huge stone building that he had seen in his dreams. He shivered when he realized that they walked through this path when they were kids, but they had never noticed it. With his Mickey Mouse in hand, he rolled up his sleeves and took the onward path that led to the stone strict building with the small half-ruined, square windows and the imposing arched door. As he approached it, something pumped inside him, like the relief that you feel when you get home after a long day. It was as if he returned to an old piece of himself, forgotten in the route of his life.
     
      He opened the wooden door which resisted with a hissing squeak. The place was a huge high-ceilinged room with several openings where there used to be doors many years ago. He took a breath and stood still. The thick smell of humidity got him dizzy for a second but he got used to it immediately. Light footsteps and synchronized giggling were heard from the back. By the time he realized who was with him and where they came from, he saw a group of children sticking out of the closest opening in the wall to him. Mickey Mouse fell off his hands and he grabbed the wall in order not to faint. The group of six children with the dirty pants, the scratched knees and the sweaty, flushed cheeks approached him, whispering words that Johan could not make out. His gaze met the child’s who was ahead of the group and his blood froze inside him. The boy with the loose shoe laces and the protruding ears which could not be hidden then behind his long hair like now looked him in the eyes and approached him decisively. When he reached a distance where he could touch the man, the boy leaned over and grabbed the comic. The other kids were behind him and were giggling. It was not possible. It could not be true. It was Axel. Bertel, Eric, Hendrik and Larsson, his best friends from school and the kid in front of him was his nine year-old self!
    The boy examined the comic and then rolled it in his pant’s pocket. “I thought that I had lost it. This is mine and you know it”, he said and it was so eerie to hear his own voice from the past. The man was not able to say a word but in his mind the case unraveled. If he was not mad, he had reached the house where his childhood lived, and apparently not only his own. And if that was the case and this paranoid thought was correct, then he had reached a point in his life where he secretly, without even admitting it to himself, longed for that childhood. But now, seeing himself as a kid grabbing the comic and the rest of the gang giggling with the heroism of their buddy, he couldn’t do anything else but smile. A smile that, without his will, became a gargling laughter that echoed in the cool, stone room. A weight that had stayed for too many years deep inside him got lifted. When he stopped laughing, he looked at his young self who stared at him in a baffling way.  
“So, what do you say, shall we go home now?” he asked him. 
“Yea, sure.” the kid replied enthusiastically. “But how about my friends?” 
“They will take them when time comes.”

He took his hand and went of to the forest together. 

ΚΑΘΕ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ



      Ο Τζόχαν έβαλε σε ένα σακίδιο το χάρτη, το σημειωματάριο με το τυχερό του μολύβι, ένα παλιό τεύχος Μίκυ Μάους και ένα θερμός με καφέ. Είχε υπολογίσει ότι η διαδρομή δε θα του έπαιρνε περισσότερο από τρεις ώρες. Έσφιξε τα κορδόνια των αθλητικών του παπουτσιών, φόρεσε το καπέλο του, μιας και οι πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη ήταν ακόμα πολύ ζεστές, και κλείδωσε την πόρτα του σπιτιού του. Το δάσος ξεκινούσε εκεί που τελείωνε ο μεγάλος δρόμος. Για λόγους ασφαλείας είχαν τοποθετήσει σήματα που είχαν ξεθωριάσει με το χρόνο και έμοιαζαν με ζωγραφιές πλέον. Ενώ ήταν πολύ κοντά στη μικρή πόλη της Ιζινόης, πολλοί λίγοι το επισκέπτονταν. Τα παιδιά, που πήγαιναν σχολείο ακόμα, έμπαιναν με τα ποδήλατά τους και το εξερευνούσαν με τις ώρες. Οι μεγάλοι όμως δεν έμπαιναν, αλλά ούτε και απαγόρευαν στα παιδιά τους να πάνε. Όλοι ήξεραν ότι υπήρχε εκεί αλλά κανένας από τους φίλους του ή τους συναδέλφους του στο ταχυδρομείο δεν είχε πάει για βόλτα ή για πικ νικ εδώ και πολλά χρόνια. Σαν να έχανε την ύπαρξη του, μόλις ερχόταν η ενηλικίωση.  
     Τον τελευταίο καιρό, το δάσος ερχόταν στον ύπνο του με τη μορφή εικόνων από τα δικά του εξερευνητικά ταξίδια όταν ήταν ακόμα παιδί με τους φίλους του. Είχε τόσα χρόνια να θυμηθεί αυτά την περίοδο της ζωής του και τώρα που την ξανάβλεπε, ερχόταν κι αυτή η ανεμελιά που είχε τότε. Έπαιρναν φρούτα και το παγούρι τους με το νερό κι εξαφανίζονταν όλη μέρα με τους κολλητούς του, τον Άξελ με τα κόκκινα μαλλιά, τον χοντρούλη Μπέρτελ, τον πανύψηλο Έρικ, τον Χέντρικ με τα στραβά δόντια και τον Λάρσον που έλεγε τα πιο ωραία ανέκδοτα. Προσπαθούσαν να κατασκευάσουν ένα δεντρόσπιτο που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, σκαρφάλωναν στα δέντρα, έπαιζαν πόλεμο και ποδόσφαιρο κι όταν έπεφτε ο ήλιος, άρχιζαν να λένε ιστορίες με φαντάσματα. Τώρα, οι μισοί από τους φίλους εκείνους του σχολείου είχαν φύγει από την πόλη ή είχαν κάνει οικογένειες, κοιλίτσα και γκρίζους κροτάφους. Τα σαράντα λένε ότι είναι μια περίεργη ηλικία για τους περισσότερους, μια ηλικία συνειδητοποίησης και ωριμότητας, μια ηλικία που έχουν επιτευχθεί κάποιοι στόχοι και μπαίνουν οι καινούργιοι. Ή μπορεί να μην ισχύει αυτό και να σου θυμίζει απλά όλα όσα δεν έχεις κάνει ακόμη. Είχε κρατήσει επαφή με κάποιους από τους παιδικούς του φίλους και πραγματικά χαιρόταν όταν πετύχαινε και άλλους στο δρόμο τυχαία αλλά τώρα πια θέματα συζήτησης όπως η δουλειά, τα λεφτά, η οικογένεια, η υγεία των γονιών θα μονοπωλούσαν εκείνες τις συναντήσεις. 
       Κι εκείνος όμως δεν πήγαινε πίσω. Δούλευε αρκετές ώρες στο ταχυδρομείο, είχε πάρει ένα δάνειο για να αγοράσει ένα μικρό σπίτι στο κέντρο της πόλης, η υγεία του πατέρα του είχε χειροτερέψει και περνούσε αρκετές ώρες στο νοσοκομείο για να τον φροντίζει όσο μπορούσε. Για αυτό και όταν έρχονταν τώρα  τελευταία αυτά τα όνειρα, ο Τζόχαν τα καλοδεχόταν και γύριζε πίσω στην παιδικότητα της δικής του γενιάς. Τα όνειρα αυτά ήταν μια φυγή για τη δύσκολη καθημερινότητα, ένα είδος παράλληλου σύμπαντος και τον τελευταίο καιρό το χαιρόταν που όλο και πλήθαιναν. Έβλεπε όλο και πιο συχνά ένα κτίριο σε ένα σημείο του δάσους που δεν είχε επισκεφτεί ποτέ όσο ήταν παιδί. Μετά το ξέφωτο πρέπει να ήταν και μετά το γεφυράκι. Άραγε να ήταν υπαρκτό το σημείο ή ήταν ένα παιχνίδι του μυαλού; Όσο περισσότερο το σκεφτόταν, τόσο περισσότερο ήθελε να το δει κι από κοντά. Και σήμερα, ανήμερα των τεσσαρακοστών τρίτων γενεθλίων του, πήρε άδεια από τη δουλειά και δραπέτευσε με το παλιό του Μίκυ Μάους που είχε βρει πρόσφατα στο σπίτι του πατέρα του, τακτοποιώντας τα ντουλάπια. 
    

Η διαδρομή ήταν πιο δύσκολη από όσο περίμενε. Η φυσική του κατάσταση δεν ήταν κι η καλύτερη. Έκανε αρκετές στάσεις και βλαστήμησε που όλο έλεγε να κόψει το τσιγάρο και δεν το έκανε. Ήπιε τον καφέ του κάτω από τον πανάρχαιο πλάτανο κοντά στο ποτάμι. Το δάσος τον σκέπαζε, τον έκρυβε με τις σκέψεις του και έδιωχνε όλες του τις αναστολές. Κοντά του γινόταν πάλι εννέα ετών, ένα αγόρι ιδρωμένο, γεμάτο χώματα και γρατζουνιές στα γόνατά του. Και τότε, παραδομένος όπως ήταν στο παρελθόν που σχεδόν τον πονούσε σαν ένα παλιό σημάδι στο σώμα που το βλέπεις και σου ξυπνάει την ανάμνηση του τραύματος, το πρόσεξε να αχνοφαίνεται πέρα από τη γέφυρα. Το τεράστιο πέτρινο κτίριο που είχε δει και στα όνειρά του. Ανατρίχιασε καθώς αυτό το μονοπάτι το περνούσαν όταν ήταν πιτσιρίκια και δεν το είχαν δει ποτέ τότε. Με το Μίκυ Μάους στο χέρι, ανασκουμπώθηκε και πήρε την ανηφόρα για να φτάσει στο πέτρινο, αυστηρό κτίριο με τα μικρά, μισογκρεμισμένα, τετράγωνα παράθυρα και την επιβλητική, αψιδωτή πόρτα. Όσο το πλησίαζε, τόσο κάτι σκιρτούσε μέσα του, σαν την ανακούφιση που νιώθεις όταν γυρίζεις σπίτι μετά από μια κουραστική μέρα. Ήταν σαν να γυρνούσε σε ένα δικό του παλιό κομμάτι που είχε ξεχάσει στη διαδρομή της ζωής του. 
    

Άνοιξε την ξύλινη πόρτα που του αντιστάθηκε με ένα συριστικό τρίξιμο. Ο χώρος ήταν ένα τεράστιο, ψηλοτάβανο δωμάτιο με διάφορα ανοίγματα όπου πριν πολλά χρόνια θα υπήρχαν πόρτες. Πήρε μια ανάσα και κοντοστάθηκε. Η πνιγερή μυρωδιά της υγρασίας τον ζάλισε για λίγο αλλά το συνήθισε σχεδόν αμέσως. Μικρά ποδοβολητά ακούστηκαν από το βάθος και συγχρονισμένα χάχανα. Μέχρι να συνειδητοποιήσει από πού έρχονται και ποιοι βρίσκονται μαζί του στο δωμάτιο, είδε μια παρέα παιδιών να ξεπροβάλλει από το πιο κοντινό σε αυτόν άνοιγμα του τοίχου. Το Μίκυ Μάους του έπεσε από τα χέρια και πιάστηκε από την πόρτα για να μη λιποθυμήσει. Η παρέα των έξι παιδιών με τα βρώμικα παντελονάκια και τα γρατζουνισμένα γόνατα και τα ιδρωμένα, αναψοκοκκινισμένα μάγουλα τον πλησίαζαν, ψιθυρίζοντας λόγια που ο Τζόχαν δεν μπορούσε να διακρίνει.  Το βλέμμα του συναντήθηκε με του παιδιού που προπορευόταν και ένιωσε το αίμα του να παγώνει μέσα του. Το παιδί με τα λυμένα  κορδόνια στα φθαρμένα του αθλητικά παπούτσια και τα πεταχτά αυτιά, που τότε δεν μπορούσε να κρύψει κάτω από μακριά μαλλιά όπως τώρα, τον κοιτούσε στα μάτια και τον πλησίαζε αποφασιστικά. Όταν έφτασε σε απόσταση που θα μπορούσε να τον αγγίξει , το παιδί έσκυψε και έπιασε το Μίκυ Μάους. Τα υπόλοιπα πιτσιρίκια ήταν πίσω του και χασκογελούσαν. Δεν ήταν δυνατόν. Δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους του. Ήταν ο Άξελ, ο Μπέρτελ, ο Έρικ, ο Χέντρικ και ο Λάρσον, οι καλύτεροι του φίλοι από το σχολείο και το παιδάκι μπροστά του ήταν ο εννιάχρονος εαυτός του!
      Το παιδί επεξεργάστηκε το κόμικ και το έβαλε κυλινδρικά στην τσέπη του παντελονιού του. «Νόμιζα ότι το είχα χάσει. Αυτό είναι δικό μου και το ξέρεις», του είπε και ήταν τόσο απόκοσμο να ακούει την ίδια του τη φωνή από το παρελθόν. Δεν κατάφερε να αρθρώσει λέξη αλλά στο μυαλό του είχε ήδη αρχίσει να λύνεται το μυστήριο. Αν δεν ήταν τρελός, τότε απλά είχε φτάσει στο σπίτι όπου κατοικούσε η παιδικότητά του. Κι όχι μόνο η δική του, από ότι έδειχναν τα πράγματα. Κι αν ήταν έτσι, κι αν αυτή η παρανοϊκή σκέψη ήταν αληθινή, μάλλον είχε φτάσει σε ένα σημείο της ζωής του που την αναζητούσε έντονα, ενδόμυχα, χωρίς να το έχει ομολογήσει ούτε καν στο εαυτό του. Αλλά τώρα, βλέποντας τον ίδιο να αρπάζει το Μίκυ Μάους του και την υπόλοιπη αλητοπαρέα του να χασκογελάει με τον ηρωισμό του κολλητού τους, δεν μπόρεσε να μη σκάσει ένα χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που άθελά του έγινε ένα γάργαρο γέλιο που αντήχησε στο δροσερό, πέτρινο δωμάτιο. Ένα βάρος έφυγε από μέσα του. Ένα βάρος πολλών ετών που είχε κουρνιάσει πολύ βαθιά. Κι όταν σταμάτησε να γελάει, κοίταξε το μικρό του εαυτό που είχε σαστίσει.



    " Τι λες, πάμε σπίτι τώρα;" τον ρώτησε.
    " Ναι, αμέ," του απάντησε ο μικρός με ενθουσιασμό. "Οι φίλοι μου όμως;"
    " Θα τους πάρουν όταν έρθει η ώρα".
    Τον έπιασε από το χέρι και βγήκαν στο δάσος μαζί.