Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα gate. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα gate. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 11: ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Ξεκλείδωσε και μπήκε στο σπίτι. Στην κουζίνα είχε φως. Βρήκε τη Σύλβια να γράφει κάτι σε ένα παλιό τετράδιο.
«Καλώς τον», του είπε, βγάζοντας τα γυαλιά της που είχε για να βλέπει κοντά. «Κάνω επανάληψη. Μου έμαθε κάτι καινούργιες λέξεις ο Τάτσουο σήμερα και με δυσκολεύουν. Αν θες, έχει μείνει λίγη πίτα στο ψυγείο, την κράτησα ειδικά για σένα», είπε και φόρεσε πάλι τα γυαλιά της και κατέβασε το βλέμμα της στο τετράδιο.
Ο Χάρης έβαλε ένα ποτήρι παγωμένο νερό από το ψυγείο και κάθισε δίπλα της. Άφησε τα κλειδιά του σπιτιού πάνω στο τραπέζι. 
« Σε ευχαριστώ για την πίτα αλλά δε θα την τιμήσω απόψε», της είπε και την κοίταξε έντονα.
Η Σύλβια έβγαλε τα γυαλιά της και τα άφησε δίπλα στα κλειδιά. Έκλεισε το τετράδιο.
«Φεύγεις απόψε;”
«Ναι, θα μαζέψω τα πράγματά μου και θα σου αφήσω σε ένα φάκελο τις οικονομικές εκκρεμότητες του μήνα. Σε ευχαριστώ για όλα από καρδιάς», της είπε με συγκρατημένη συγκίνηση. 
«Ο Τζόναθαν θα στενοχωρηθεί. Κι όχι τίποτα άλλο, δεν προλάβατε να πάτε και για ψάρεμα με τη βάρκα. Τόσο κόπο κάνατε για να τη φτιάξετε. Κάτσε να τον ξυπνήσω να σε χαιρετήσει», είπε και σηκώθηκε.
«Δεν είμαι καλός στους αποχαιρετισμούς, Σύλβια. Χαιρέτησέ τον από μένα και πες το και στα δίδυμα. Ήσουν πολύ καλή μαζί μου», της είπε και την αγκάλιασε αυθόρμητα. «Θα έρθει η Μπράνκα από εδώ, δεν της το είπα, θα το καταλάβει», της είπε και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό του. 
Η Σύλβια έμεινε ακίνητη. 
«Θα πάω στο δωμάτιό μου, γιατί κι εγώ δε νιώθω καλά με τους αποχαιρετισμούς. Θα δώσω το κομμάτι σου στη μικρή όταν έρθει. Καλή τύχη, Χάρη, και να προσέχεις.»
Μάζεψε τα ρούχα του στο σάκο του και το κουτί με το αρχείο των εφημερίδων. Άφησε το μανό της Μπράνκα στο κρεβάτι και της έγραψε σε ένα χαρτί : « cuide- se bem». Αν θυμόταν καλά, σήμαινε «να προσέχεις» ή κάτι αντίστοιχο. Του το έλεγε συχνά όταν έφευγε για τη δουλειά και την άφηνε στο κρεβάτι να χουζουρεύει σα γατί. Άφησε τα λεφτά στο τραπέζι της κουζίνας. Η Σύλβια είχε πάει στο δωμάτιό της με το τετράδιό της. 
Βγήκε στη δροσερή νύχτα και κατευθύνθηκε προς την Κέιβρουντ για να φτάσει στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό. Ένιωσε την ψύχρα σε όλο του το κορμί. Ήταν σαν να τον ξυπνάει από έναν ύπνο πολύ βαθύ. Το κτίριο της Σιέρρα φαινόταν επιβλητικό. Του έριξε μια τελευταία ματιά. Υπολόγιζε να φτάσει με γρήγορο βηματισμό σε κανένα τέταρτο. Του άρεσε η αίσθηση που του άφηνε ο κεντρικός σταθμός.
Ένα παμπάλαιο αψιδωτό κτίριο με κόσμο να πηγαινοέρχεται όλο το εικοσιτετράωρο, ένας χώρος υποδοχής ταξιδιωτών και συναισθημάτων. Αναγγελίες από μεγάφωνα, αγκαλιές και αποχωρισμοί, βαλίτσες, αφίξεις και αναχωρήσεις, βαγόνια που κλείνουν και ανοίγουν με θόρυβο τις πόρτες τους, χαμόγελα και δάκρυα, χέρια που μένουν στον αέρα σε ημιτελείς χαιρετισμούς. Για τον Χάρη ένας τόπος γαλήνης. Κατευθύνθηκε προς το μεγάλο πίνακα ανακοινώσεων στη μέση της αίθουσας. Έπρεπε να διαλέξει προορισμό. Κι εκεί τα έχασε τελείως. Ο ηλικιωμένος εφημεριδοπώλης του Κάρθαπαρκ  στεκόταν ήδη εκεί και τον κοιτούσε έντονα, λες και τον περίμενε. Μα, δεν ήταν η μέρα της εβδομάδας που μοίραζε την έκδοσή του. Κι εκτός αυτού, δεν είχε καν τις εφημερίδες του μαζί. Μα, τι στην ευχή γύρευε εδώ; Όχι, δεν υπήρχε λόγος να είναι καχύποπτος. Βρισκόταν στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό. Το πιο πιθανό ήταν να περιμένει κάποιον. Μια φωνή, βέβαια, μέσα του τον προειδοποιούσε ότι δεν ήταν αυτός ο λόγος. Ο Χάρης τον πλησίασε και μπόρεσε να διακρίνει τη νευρικότητά του ηλικιωμένου. Ο Χάρης του έκανε ένα νεύμα χαιρετισμού.
«Με συγχωρείτε, αλλά μου ζήτησαν να σας μεταφέρω ένα μήνυμα. Ξέρετε ποιοι» του είπε κομπιάζοντας ο εφημεριδοπώλης.
«Μα πού ήξεραν ότι θα περνούσα από εδώ σήμερα στο ρεπό μου;» αναρωτήθηκε φωναχτά.
«Αυτό δεν το ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι σας περιμένουν στο σταθμό της Ταμαρίνια, όπως τότε. Θέλουν να σας μιλήσουν για το ταξίδι σας που ολοκληρώθηκε. Δε γνωρίζω τίποτε άλλο, καλό σας βράδυ», του είπε βιαστικά και χάθηκε στο πλήθος.
Ο Χάρης έμεινε για λίγο διστακτικός. Τον είχαν ξαφνιάσει για άλλη μια φορά οι κοστουμαρισμένοι κύριοι με τις μάσκες αλόγου. Αναρωτήθηκε τι να τον ήθελαν αυτή τη φορά. Θα τον έβαζαν να περάσει άλλη μια δοκιμασία για την αποτυχία του ή ετοιμάζονταν να του κάνουν κήρυγμα για το ότι τα είχε κάνει θάλασσα και αυτή τη φορά; Όσο περίεργος κι αν ήταν, δεν υπήρχε περίπτωση να πέσει ξανά στην παγίδα τους. Ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν, δεν περίμενε από δύο άσχετους γραφειοκράτες να του κάνουν ψυχανάλυση. Ναι, ήταν ένας τυχοδιώκτης, αποτυχημένος και δειλός τύπος. Ναι, ήταν αδύναμος. Αλλά δεν είναι όλοι σούπερ ήρωες με τον μανδύα της τελειότητας σε αυτήν τη ζωή. Ναι, το έβαζε στα πόδια γιατί δεν μπορούσε να διαχειριστεί την αλήθεια της πραγματικότητας με όλες τις επιπτώσεις της. Και φυσικά, όσα χιλιόμετρα μακριά κι αν δραπέτευε, δεν τον έκαναν να απομακρυνθεί από τον εαυτό του, αυτό τον τόσο δυσλειτουργικό που δεν μπορούσε να τιθασεύσει και να συγχωρέσει. Ναι, είχε μόλις σημειώσει άλλη μια ήττα και ακόμη μια φυγή στο δικό του εσωτερικό τετράδιο.

Βαθιά ανάσα. Προχώρησε προς τις αποβάθρες. Άλλη μια καινούργια πόλη τον περίμενε κάπου στη νύχτα κι ίσως άλλη μια ευκαιρία εσωτερικής συμφιλίωσης. Μπήκε στο πρώτο βαγόνι που ήταν έτοιμο για αναχώρηση. Δεν ήταν σίγουρος για τον προορισμό του. Ποτέ δεν ήταν. 

THE VOLUNTEER 11: CLOSURE

He unlocked the door and stepped into the house. There was light in the kitchen. He found Sylvia writing something in an old notebook.
“Oh, hi there”,she told him, taking off her glasses. “I am revising. Tatsuo taught me some new words today and they are really difficult. There is some pie left in the fridge, if you like, I kept it especially for you” she said and put on her glasses again and lowered her gaze in the notebook.
Harry served him a glass of cold water from the fridge and sat beside her. He left the keys of the house on the table.
“Thank you for the pie but I think I will pass” he told her and stared at her.
Sylvia took off her glasses and left them by the keys. She closed the notebook.
“Are you leaving tonight?”
“Yes, I am going to pack my things and leave you the money for the month in an envelope. Thank you for everything from the bottom of my heart” he told her with restrained emotion.
“Jonathan will be upset. You never went fishing with the boat. You went into such trouble restoring it. Oh, I am going to wake him up to tell you goodbye” she said and stood up.
“I am not that good at goodbyes, Sylvia. Give him my regards and tell it to the twins as well. You have been very good to me” he told her and spontaneously hugged her. “Branca will drop by, I haven’t told her, she will figure it out” he told her and moved towards his room.
Sylvia stood still. 
“I will go to my room because I am not that good at goodbyes either. I will give her your piece of pie, when she comes. Good luck Harry and take care”.
He put his clothes in his pack and the box with the newspapers he collected. He left Branca’s nail polish on the bed and wrote her a note: “cuide- se bem”. If he remembered correctly, it meant “take care” or something like that. She often told him that when he was leaving for work letting her snooze in his bed like a cat. He left the money on the kitchen table. Sylvia had gone to her room with her notebook.
He stepped into the cool night and headed for Caveroad to reach the central train station. He felt the chill all over his body. It was like waking up from a deep sleep. The Sierra building looked imposing. He gave it a last look. He estimated reaching the station within fifteen minutes with a quick pace.
He enjoyed the aftertaste that the station left him. A very old arched building with people coming and going twenty- four seven, a place to welcome travelers and feelings. 
Announcements from the loudspeakers, hugs and separations, suitcases, departures and arrivals, wagons that open and close their doors in great fuss, smiles and tears, hands that stand still in the air in uncompleted greetings. For Harry this was a place of serenity. He headed to the big destination board in the middle of the room. He had to choose one. And there, he completely lost it. The elderly news dealer of Karthapark was already standing there staring at Harry, as if he was waiting for him. It was not the day of the week to give away his newspapers. Besides, he didn’t even have them with him. What on earth was he doing here? No, there was no reason to be suspicious. He was at the central railway station. Most likely, he was waiting for someone. Of course, a voice, deep inside him, warned him that this was not the reason. Harry approached him and was able to see the nervousness of the old man. Harry nodded. 
“Excsuse me, but they asked me to deliver you a message. You know who” the news dealer said reluctantly. 
“But how did they know that I was going to be here today on my day off?” he wondered.
“I don’t know that. All I know is that they are waiting for you at Tamarinia station, like before. They want to talk to you about your journey that has been completed. I don’t know anything else, good night” he hastily said and lost in the crowd. 

Harry stood hesitantly for a while. The gentlemen in costumes and horse masks had surprised him once more. He wondered what they wanted this time. Would they have him pass another test for his failure or were they about to preach him that he had completely messed things up once more? As curious as he might be, there was no way of stepping into their trap again. He knew exactly who he was, he didn’t wait for two morons bureaucrats to psychoanalyze him. Yes, he was an adventurer loser, coward guy. But not everyone is a super hero with the cloak of perfection in his life. Yes, he was running away because he could not handle the truth of reality and its consequences. And of course, despite how many miles he ran, he could not escape himself, the so dysfunctional one that found so difficult to tame and forgive. Yes, he had scored another defeat and another runaway in his notebook. Deep breath. He walked towards the train platform. Another new city was waiting for him somewhere in the night, and maybe another chance for internal reconciliation. He was not sure about his destination. He never was. 

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

TO MEΓΑΛΟ ΡΟΚΕ: Η  ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ

  

   “Όποτε είστε έτοιμη, δεσποινίς Πήτερσον!”, άκουσε τη σταθερή φωνή του από την άλλη μεριά της σκακιέρας. Την είχε πιάσει πανικός. Η πρώτη της σκέψη ήταν να το βάλει στα πόδια. Στο σπίτι θα βρισκόταν ο υπηρέτης του αλλά στον κήπο όλο και κάπου θα μπορούσε να κρυφτεί ή, ακόμα καλύτερα, ίσως κατάφερνε να βγει στο δρόμο. Ήταν πιο νέα και από τους δύο, με μεγαλύτερη αντοχή και το σπουδαιότερο, φοβόταν. Ο φόβος της έδινε άλλη δύναμη και άλλη ενέργεια. Το ενδεχόμενο να βάλει να την ακολουθήσουν και τα τριάντα δύο πιόνια ήθελε να το βγάλει από το μυαλό της, παρόλο που δεν ήξερε τις δυνάμεις τους.

    Όσο εκείνος καθόταν με μια ήρεμη έκφραση, που φανέρωνε από τώρα μια αίσθηση νίκης, η μικρή ένιωθε την καρδιά της να έχει σταματήσει. Μικρές, κοφτές, ανυπόμονες ανάσες τη συντρόφευαν. Ήταν ανάσες που διακριτικά έβγαιναν από τα πιόνια και αυτό ήταν αρκετό για να την ανατριχιάσει ακόμα περισσότερο. Ήταν πιόνια που έπρεπε να λυπηθεί και να προσπαθήσει να ελευθερώσει ή μήπως ένας περίεργος στρατός που με ένα του νεύμα θα την καταδίωκαν; Η απόγνωση την είχε μουδιάσει. Έπρεπε να δράσει άμεσα. Πέταξε το ποτήρι που κρατούσε και το γυαλί έγινε χίλια κομμάτια στις πέτρινες πλάκες. Οι μικρές ανάσες από τα πιόνια έγιναν πιο κοφτές και το άλογο μπροστά της κούνησε νευρικά τα πόδια του. Ίσως κομμάτια γυαλιού να το τρόμαξαν ή ακόμα και να το τραυμάτισαν.  Άρχισε να τρέχει σαν τρελή. Πέρασε το φράχτη και έφτασε πάλι στις κλαίουσες, στα φανάρια και στα πέτρινα παγκάκια. Το ένα της παπούτσι βγήκε και μπλέχτηκε στους θάμνους αλλά δε σταμάτησε λεπτό. Το γέλιο του έσχιζε τη σιωπή και το λαχάνιασμά της.
    “Πού νομίζετε ότι πάτε, δεσποινίς Πήτερσον; Δεν υπάρχει διέξοδος”, της φώναξε και συνέχισε να γελάει δυνατά και χαιρέκακα.
    Ακολούθησε ένα μονοπάτι που πίστεψε ότι οδηγούσε προς την έξοδο. Της θύμιζε την ίδια διαδρομή με το πέτρινο δρομάκι που έκοβε τον κήπο στα δύο. Ναι, δεν έκανε λάθος, το μονοπάτι ήταν μόνο ένα και οδηγούσε στην έξοδο, άρα στη σωτηρία της. Το γέλιο του ακουγόταν ακόμα αχνά πίσω της μαζί με την αγωνία και τον τρόμο της. Όσο έτρεχε όμως ένιωθε την απόσταση να μεγαλώνει αντί να μικραίνει. Τώρα ήταν σίγουρη ότι δε θυμόταν τις κλαίουσες σε αυτό το σημείο, το σπίτι δεν το έβλεπε πουθενά στον ορίζοντα ενώ θα έπρεπε να το είχε ήδη προσπεράσει.
Το γυμνό της πόδι άρχισε να την πονάει από την άγρια επιφάνεια των πέτρινων πλακών. Και τι περίεργο, το ίσιο μονοπάτι τώρα είχε γίνει ένας κυκλικός διάδρομος, σα σπείρα, που όλο και περιστρεφόταν σα σαλιγκάρι που την παγίδευε αντί να την ελευθερώσει. Τα κλαδιά από τις κλαίουσες, χωρίς να φυσάει, αιωρούνταν σα μια φυσική κουρτίνα και της έβαζαν εμπόδια. Μπλέκονταν στον κότσο της, που τώρα είχε πια λυθεί, και τα μαλλιά της μπερδεύονταν στα μάτια της, σα μέδουσες στον ωκεανό της νύχτας. Παραπάτησε και έπεσε χτυπώντας τα γόνατα της αλλά σηκώθηκε αμέσως ξεχνώντας τον πόνο στο λεπτό. Η σπείρα όλο και στένευε έτοιμη να την εγκλωβίσει για πάντα μέσα της. Ενώ θα έπρεπε να απομακρύνεται ήδη από Αυτόν και να αφήνει πίσω της αυτόν τον εφιάλτη, το γέλιο του με ένα αδιόρατο τράβηγμα στο πίσω μέρος του λαιμού της τώρα τη στοίχειωνε. Έμοιαζε λες και την είχε γραπώσει από το λαιμό και τη γύριζε πίσω. Δεν είχε πλέον την παραμικρή ιδέα για το πού πήγαινε αλλά οι ελπίδες της να δραπετεύσει σαν να σβήνονταν όσο βάθαινε η νύχτα. Είχε μπλεχτεί σε έναν ιστό αράχνης από όπου ήταν αδύνατο να ξεφύγει. 
    Και οι φόβοι της δεν άργησαν να επιβεβαιωθούν. Το μονοπάτι-σπείρα κατέληξε πάλι στον κήπο με την ανθρωπόμορφη σκακιέρα και τον κύριο Ε.Χ. να την περιμένει κρατώντας το ποτήρι στο χέρι του νευρικά. 
    “Χάνω την υπομονή μου, δεσποινίς Πήτερσον”, της φώναξε από την άλλη άκρη.                  “Ελάτε επιτέλους και φερθείτε ώριμα, όπως αρμόζει σε μια δεσποινίδα της ηλικίας σας. Μεγαλώσατε πια! Τέρμα τα παιχνίδια”, κάγχασε και πλησίασε στη σκακιέρα. Το ίδιο έκανε και η κοπέλα λαχανιάζοντας και προσπαθώντας να συγκρατήσει τα πρώτα δάκρυα που πίεζαν τα μάτια της.
   “Είσαι άρρωστος πραγματικά”, ούρλιαξε αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
  Ο αινιγματικός κύριος Ε.Χ. στάθηκε πίσω από τα μαύρα πιόνια. Ήταν λιγάκι πιο ψηλός από αυτά και έμοιαζε σαν πατρική φιγούρα μπροστά σε ένα, αν μη τι άλλο, νοσηρό δημιούργημα. H Eλάιζα έμεινε παγωμένη πίσω από τα λευκά. Ένιωθε τα βλέμματα από αυτά τα γυναικεία πιόνια να μετράνε το θάρρος της που είχε αρχίσει να λιγοστεύει. Είχε πλέον αντιληφθεί ότι δεν ήταν μια ακόμα παρτίδα, όπως τόσες που είχαν όλα αυτά τα χρόνια μοιραστεί, αλλά μια παρτίδα ζωής και θανάτου. Αν έπρεπε να παίξει, θα φρόντιζε να παίξει εξίσου καλά με τον αντίπαλό της.
Με αποφασιστικότητα κινήθηκε προς το λευκό πιόνι. Στάθηκε πίσω του και χρειάστηκε να το σπρώξει προς το κέντρο, νιώθοντας τη συριστική του ανάσα.
  “Επιτέλους, σαν να βρίσκετε τον εαυτό σας σιγά σιγά”, της είπε δηκτικά και κινήθηκε και εκείνος προς το μαύρο πιόνι που μετακίνησε με μεγαλύτερη ευκολία φυσικά. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η πιο ιδιαίτερη παρτίδα που είχε παίξει μέχρι τώρα. Διεκδικώντας το κέντρο, με τις πρώτες της κινήσεις άφησε να φανεί ότι ήθελε ο αξιωματικός της και το άλογο να είναι σε θέση μάχης. Και τι περίεργο που ήταν να μετακινεί πιόνια σχεδόν στο ύψος της! Έπρεπε να καταβάλλει δύναμη κάθε φορά και αυτό ήταν ικανό να της αποσπάσει την προσοχή και τη συγκέντρωση. Είχε κουραστεί και ζεσταθεί. Έβγαλε το σακάκι της και το πέταξε στο γρασίδι. Στόχος της ήταν να προστατεύσει το βασιλιά της και για αυτό συνήθισε ακόμα και στα αστραπιαία βλέμματα που της έριχνε πού και πού ο μαύρος αξιωματικός και ο πύργος. Οι κινήσεις της ήταν αποτελεσματικές. Το ίδιο αποφασιστικά έπαιζε και ο αντίπαλός της, φροντίζοντας να μην αφήνει ακάλυπτο το βασιλιά του στις προκλήσεις της, θυσιάζοντας μερικά πιόνια και επαινώντας την για τις έξυπνες της κινήσεις, όπως έκανε και στα γράμματα. Η Ελάιζα διαισθανόταν ότι της έδινε ένα προβάδισμα και ότι ακόμα δεν είχε δώσει τον καλύτερό του εαυτό. Ρίχνοντας μια πιο προσεκτική ματιά στα πιόνια της αλλά και τα πιόνια του αντιπάλου, διέκρινε ότι μόνο η βασίλισσά της ήταν ένα πέτρινο πιόνι χωρίς κανένα χαρακτηριστικό που να παραπέμπει σε γυναίκα. Από όποια γωνία και αν το χάζεψε είχε μόνο πέτρα και σκαλίσματα. Αυτή η διαπίστωση ήταν αρκετή για να νιώσει ένα κύμα κρύου ιδρώτα στη σπονδυλική της στήλη και στη σκέψη του πιο εφιαλτικού σεναρίου παραλίγο να λιποθυμήσει. Άραγε, μήπως αυτός ήταν ο απώτερος στόχος του, να γίνει η ίδια η νέα του βασίλισσα;
   
   Η παρτίδα κράτησε περίπου δύο ώρες και κάτι που της φάνηκε μια αιωνιότητα. Ο χώρος και ο χρόνος είχαν πάρει μια εντελώς διαφορετική διάσταση εκείνη τη νύχτα. Η ίδια άφησε τον παλιό της εαυτό πίσω, όταν πέρασε την πόρτα αυτού του σπιτιού, και τώρα πια ήταν πολύ αργά για μετάνοιες και δεύτερες σκέψεις. Ο συμπαίκτης της είχε περάσει στην επίθεση. Το σαχ δεν άργησε να έρθει και φυσικά το ματ γιατί πλέον είχε χάσει τον έλεγχο. Ο κύριος Ε.Χ. τώρα διέσχιζε τη σκακιέρα και ερχόταν προς το μέρος της. Την κοίταζε βαθιά στα μάτια και χαμογελούσε ειρωνικά. 
   “Σίγουρα μπορούσατε και καλύτερα, δεσποινίς Πήτερσον! Δε δώσατε τον καλύτερο σας εαυτό απόψε αλλά και πάλι, υποθέτω ότι μπορώ να σας δικαιολογήσω”, της είπε με στόμφο και στάθηκε μπροστά στη λευκή βασίλισσα. Της άγγιξε ελαφρά το πέτρινο στέμμα και η κοπέλα, αν και βρισκόταν κάποια τετράγωνα πίσω του, ρίγησε καθώς ένιωσε ένα κύμα ηλεκτρισμού να περνάει τα μαλλιά της που ήταν από ώρα ξέμπλεκα και ατίθασα. Το κύμα αυτό τη διαπέρασε ολόκληρη και τη μούδιασε. Ο άντρας εξακολουθούσε να έχει τα χέρια του πάνω στο πέτρινο πιόνι αλλά με έναν περίεργο τρόπο ένιωθε ότι τα χέρια του είχαν μπει μέσα της και ανακάτευαν τα σωθικά της. Ξαφνικά ένιωσε τα μέλη της να σκληραίνουν αστραπιαία και να παγώνουν, λες και ήταν από πέτρα. Ή μήπως ήταν; Σε κλάσματα δευτερολέπτων η φωνή της δεν έβγαινε, δεν ένιωθε το σώμα της, τα πόδια της είχαν ενωθεί και δεν μπορούσε να τα κουνήσει αλλά και τα χέρια της τα ένιωθε ένα με τη λεκάνη της. Δεν ένιωθε καν τον τρόμο γιατί η καρδιά της που πριν από λίγο χτυπούσε σαν τρελή, τώρα σαν να υπήρχε στο βάθος ενός πολύ σκοτεινού διαδρόμου όπου δεν έβρισκε την αρχή και το τέλος του. Το μόνο κομμάτι του παλιού της εαυτού ήταν τα βλέφαρά της που έκλειναν και άνοιγαν μηχανικά ρουφώντας εικόνες. Παρακολουθούσαν Εκείνον που την πλησίασε και της τα φίλησε με τα παγωμένα του χείλια, τη μετακίνησε στη σωστή της θέση και έβγαλε την άλλη βασίλισσα από τη σκακιέρα. Έστησε τα υπόλοιπά πιόνια και όλα ήταν έτοιμα για μια μελλοντική παρτίδα. Κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό της. Το δικό της όμως είχε ήδη ξεκινήσει τη δική του διαδρομή αιωρούμενο πάνω από τα νοτισμένα από τη νυχτερινή υγρασία γρασίδια, μπερδεύοντας τα φύλλα από τις κλαίουσες, ξαποσταίνοντας για λίγο στα πέτρινα παγκάκια και συνεχίζοντας τη διαδρομή ακολουθώντας το υποφωτισμένο μονοπάτι προς το σπίτι.
Εκείνη την ώρα ο σιωπηλός υπηρέτης άνοιγε το παράθυρο και βρήκε ευκαιρία να τρυπώσει στις πτυχώσεις της κουρτίνας που την παρέσυρε το αεράκι. Έμεινε για πολύ λίγο και μετά ακολουθώντας το διάδρομο με τις πολλές κλειστές πόρτες γλίστρησε μέσα από την κλειδαρότρυπα και μύρισε τις τριανταφυλλιές. Πέρασε τα κάγκελα και βγήκε στο σκοτεινό δρόμο όπου κανένα ταξί δεν θα την περίμενε πια.     

  

THE GRAND ROQUE: THE LAST GAME

   “Whenever you are ready, Mrs. Peterson”, she heard his steady voice from the other side of the chessboard. She was in panic. Her first thought was to run away. His servant would be in the house but it would be easier to hide in the garden, or even better, if she could make it to the street. She was younger and stronger than both of them and she was afraid. Her fear gave her another kind of strength and energy.  The possibility of the thirty – two pieces following her was something that she tried to put out of her mind, although she didn’t know their powers. While he was sitting with a calm expression, which already revealed a sense of victory, the young woman felt that her heart had stopped. Small, sharp, impatient breaths accompanied her. They were the breaths that discreetly came out of the pieces and that was enough to make her shiver even more. Did she have to feel sorry for them and try to release them or were they a strange army that was about to go after her with just one nod of his? The despair made her numb. She had to react. She threw away the glass that she held and it became a thousand pieces on the slabs. The small breaths of the pieces became sharper and the knight in front of her nervously moved its legs. Perhaps pieces of the glass frightened it or even wounded it. She started running like crazy.  She went over the fence and reached the weeping willows again, the lanterns and the stone benches. She lost her shoe that got tangled in the bushes but she didn’t stop not even for a minute. His laughter tore the silence and her panting.
“Where do you think you are going, Mrs. Peterson? There is no way out”, he yelled at her and he continued gloatingly laughing out loud. 
    She followed a path that she thought it would lead to the exit. It reminded her same route to the stone alley that divided the garden in two parts. Yes, she was not mistaken, the path was only one and it led to the exit, therefore her salvation. His laughter was still faintly heard behind her along with her terror and agony. But as she ran, she felt the distance growing rather than diminishing. Now, she was certain that she didn’t remember the weeping willows there nor the house could be seen anywhere on the horizon, when she should have overtaken it. 
    
Her bare foot began to hurt from the rough surface of the stone slabs. And how peculiar indeed! The straight path was now a circular corridor, like a spiral, that continually rotated like a snail trapping her instead of liberating her. The branches of the weeping willows, even though it was not a windy night, fluttered like a natural curtain and put obstacles to her. They got tangled in her bun, which was now undone, and her hair got in her eyes, like jellyfish in the night ocean. She stumbled and fell hurting her knees but she immediately got up forgetting all about her pain. The spiral got narrow, ready to trap her forever inside it. Even though she should be heading away from Him, and leaving this nightmare behind her, his laughter with a subtle pull at the back of her neck now haunted her. It was as if he had grabbed her and was pulling her back. She had the faintest idea where she was going but her hopes of escaping were fading out as the night was getting deeper. She was mixed up in a spider web from which it was impossible to escape. All her fears were soon confirmed. The spiral-path ended again in the garden with the anthropomorphic chess board with Mr. E.X. waiting for her, holding his glass nervously.
  “I’m losing my patience, Mrs. Peterson”, he shouted at her from the other side. “Come on and behave like a woman of your age! You are not a baby anymore! No more games!” he chuckled and approached the chessboard. The young woman did the same, gasping and trying to hold her tears. 
    “You are really sick”, she screamed in vain. The enigmatic Mr. E.X. stood behind the black pawns. He was a bit taller than these and he looked like a father figure in front of, if anything else, a hideous creation. Eliza stood still behind the white pawns. She felt the glances of these female pieces counting her courage that had started fading out. It was now clear that this was more than a game like so many others that they had shared all these years. It was a game of life and death. If she had to go along with it, she would make sure to play as good as her opponent. She moved towards the white pawn with determination. She stood behind it and she was forced to push it to the centre of the board, feeling its hissing breath. 
    “At last, I see that you are getting hold of yourself”, he said and he also moved his pawn with a greater ease of course. And the most peculiar game of her life, so far, began. She aimed for the centre with her first moves making it clear that she wanted the bishop and the knight to be ready for the battle. It was so strange to move pawns that were almost her height! She had to put great effort to move them every time and that was something to draw her attention and concentration off the game. She got tired and hot. She took off her jacket and threw it on the grass. Her goal was to protect her king and that’s why she even got used to those quick looks of the black bishop and the black rook. Her moves were effective and so were her opponent’s, who, made sure not to leave his king uncovered to her challenges, sacrificed a few pawns and praised her for her smart moves just as he did in his letters. Eliza sensed that he gave her a head start and that he didn’t still give his best shot. Taking a closer look at the pieces, she saw that only her queen was made of stone without any female characteristics on it. Regardless the point of view, there was only rock and carvings. This clue was enough to feel a wave of cold sweat on her spine and at the thought of the most nightmarish scenario, she almost fainted. Would this be his ultimate goal? Would she be his next queen?
  
The game lasted about two hours that seemed like eternity to her. Space and time had taken a completely different dimension that night. She had left her old self when she passed the gate of that house and now it was too late for regrets and second thoughts. Her opponent was now on the attack. It didn’t take check long to come and of course checkmate since she had lost control. Now Mr. E.X. crossed the chessboard and approached her. He looked deep into her eyes and smiled ironically. 

     “I am sure that you could have played better, Mrs. Peterson. You didn’t give your best shot but then again, I can excuse you”, he told her pompously and stood in front of the white queen. He lightly touched its stone crone and the girl, even though she was a few squares behind him, shivered as she felt electricity run through her hair that was loose and wild some time now.  That wave penetrated her whole body and made her numb. The man still had his hands on the piece but she felt them in her stomach turning her guts inside out. She suddenly felt her parts instantly harden and freeze, as if they were made of stone. Were they? In a second, she could not use her voice, she could not feel her body, her feet were stuck together and she couldn’t move them and also her hands were now a part of her waist. She could not even feel the terror because her heart, which was beating like crazy till then, was like being at the back of a very dark corridor whose beginning and ending were not traceable anymore. The only part of her old self was her eyelids that opened and closed mechanically, absorbing images. They watched Him getting closer and kissing them with his frozen lips, putting her in her right spot on the board and removing the old pawn on the grass. He put the rest on the board and everything was ready for a future game. He stared at her but her eyes had already started their journey floating around the damp grasses from the humidity of the night, curling the leaves of the weeping willows, getting some rest on the stone benches and following the dimly lit path to the house.
At that time, the silent servant opened the window and she sneaked in the folding of the curtain which the breeze gently swept away. She stayed there just for a while and then through the corridor with the many closed doors, she slid through the keyhole and smelled the roses. She went through the gate and stepped into the dark street where no taxi would wait for her anymore.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

THE GRAND ROQUE: THE MEETING


   “Here we are”, the taxi driver told her as he braked in front of a tall gate. She paid him and, as she opened the door, he whispered: “Be careful, kiddo!”
    She stood all alone in a dark block, fenced with huge trees and iron bars that did not let you have a sneak peek inside. A path was traced from the tall, rusted door and she figured that it led to the house. The only light came from a pillar in the corner that had gathered in its bright crown a swarm of hypnotized night insects that flew furiously around it. She straightened her back and took a deep breath. She wrapped the envelope in her suit’s pocket and she was about to look for a bell on the front door, when she saw a shadow coming from the dark path holding a lantern. The figure kept approaching holding keys that rhythmically tinkled. When he reached her, she was able to see clearly an old man with a slow step and weary mood. He brought the lantern to his face to see better under his thick glasses and looked thoroughly at the girl for a few seconds before he started unlocking the gate. It opened with a squeak that tore the silence of the night like thin paper.
   “Come in, Miss Peterson! He’s waiting for you in the garden”, were the only words that came out of that tight-lipped man. He led the way in a stone path that cut a garden with tall trees in two, leaving a dimly lit block at the back that must have been the house. She only saw his hunchback in a dark jacket. She followed him and remained silent leaving the ringing of the keys that he held in his shaky hand give the pace.  She filled in the music of absolute silence by timidly dragging the soles of her flat shoes on the gravel alley. Cypresses, or at least they looked like them, formed a natural corridor up to the two-storey house which was fortunately lighted adequately from within. They went up the stairs that led to the imposing entrance with the black wooden door with the golden knocker. He bent once more to find the keys. He turned and gave her an investigative look before opening. His glasses had slipped to his nose but it didn’t stop him from offering her an enigmatic smile, almost malicious, that made her freeze.
    The hall was minimal with a weary, deep red carpet on the wooden floor and a huge library that covered the whole wall with leather bound books neatly arranged on shelves suffocating from time.  A crystal chandelier scattered light in a corridor with many closed doors and the man hastily disappeared behind one. She assumed that it was the kitchen because sounds of glassware and cupboards opening and closing reached her ears. She approached the library and had a look at the book spines with titles in Latin with that suggested terms of psychiatry and anatomy. She got more confused rather than getting her questions answered. The old man came out in a hurry from the same door holding a serving tray made of stannum with a carafe filled with a transparent liquid and two glasses. His moves were extremely slow because of his age but they hid a precision that could only be conquered by experience. The young lady craved for some kind of reassurance with a smile, but his lips remained tight as if someone had sewed with a needle and thread and condemned them to eternal silence. He made a sign to follow him through the long corridor with the closed doors. She counted about eleven doors on both sides as they walked. The only sound was her low heels on the wooden floor. Her thoughts were thunderous. It looked as if a whisper of danger came out of the cracks and the keyholes. It was too late to step back.
   
She could tell from the open door at the end of the hall that she was about to meet Him. It led to a huge garden. The light from the ornate mental lanterns, that were randomly set as if they had fallen from the night sky, made it look like emerging out of a dark fairy tale. Oversized bushes, colorful flowers that seemed like roses, weeping willows that created shadowy corners with stone benches by their old trunk. The old man slowed down his pace even more to let her admire the unique natural environment and discover Ηim in the landscape. The night chill and humidity made her shiver and regret not having worn that woolen shawl her mother had knitted for her. As she rubbed her hands to get warm, she felt a shadow getting up from the bench in ten step’s distance. A tall, thin figure stood still beneath the weeping willow whose leaves the night air caressed playfully. With every step she felt reality dissolve any kind of illusion shared all these years through letters and chess games with this man. She was there, after his own invitation, and nothing so far seemed like anything she could imagine. Her eyes got used to the light and, as she approached him, she struggled to stay calm and portray his first image. He was tall, upright, he seemed old but in a much better shape than his silent servant. His skin, as much as she could see, seemed transparent, as if a film covered it and hid years, truth and memories. His hair was grey with white brushstrokes that reminded her of clouds before a big storm. He wore a dark suit with a vest and a handkerchief in his lapel in the color of the ocean. He himself had obviously spent some time in front of his mirror that evening. His gaze had just sunk into her and he read her right from the very first chapter. When they were just a handshake apart, the battler put the tray on the bench, turned towards her and with a theatrically discreet bow, headed for the house.
     “I am delighted to meet you, Miss Peterson. Thank you so much for coming tonight”, he said in a trembling voice, revealing his own thrill, and gently kissed her hand. His lips were cold as ice and she shivered. Like a true gentleman, he served her, raising his glass to make a toast.
    
“This is an exceptional distillate that they send me from far away and I keep for special occasions, such as tonight. Let’s drink to our night game, if that is all right with you”, he said in a more determined tone this time. Eliza did the same and tasted a sip. Alcohol burned her palate and, as she was not used to it, she couldn’t hold her cough. She got embarrassed and immediately lowered her gaze.  Mr. E.X. smiled condescendingly.
    “It is a bit strong, but believe me it’s appropriate for a cold night like this. Take it with you, give it another try and follow me to the chessboard”, he said holding her arm as he led her to a small path behind a huge bush. She was about to say something but hesitated. She didn’t feel comfortable. His excessive intimacy was disrupted by his introversion so far and confused her. She followed him in silence and she was angry with herself for not reacting and for letting herself being taken away to hidden paths behind bushes by a man unknown (!) and before finishing her inner monologue she had to firmly grasp his arm in shock.
    Behind the large bush was the chessboard. It was actually a part of the garden with big slabs balancing on the freshly cut grass, playing the roles of squares, and pieces that were her size. They were tall figures whose shadows frightened her. She looked at him as they were getting closer but there was nothing for her to read in his cold eyes. When they got really close, she screamed. The pawns were anthropomorphic and in most of them, as much as she could see with the dim light coming from the back side of the garden, there were female characteristics. The knight had a female torso and a head with long, dark hair, a female centaur.  The rook resembled a curved, female body with stone features. The pawns were in both colors petite, girlish figures that stared at her. Now that she had a closer look at them she could see that, even though they looked still in their positions, they actually were not. She could sense a reciprocating movement of breath, a blink. Oh yes, they were alive!
    “What’s all this? What kind of a sick game do you play?” she asked and was about to run away but couldn’t get her arm free from his tight grasp.

    “Oh, come on Miss Peterson! Don’t be so childish! You have the chance tonight for the most interesting game of your life! I’ll let you have the white pieces. You can start when you‘re ready, he said in a strict way loosening his grip. He had been waiting and planning this night for a decade. There was no way of wasting it. There was no way of letting her go away.
   

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

TO MEΓΑΛΟ ΡΟΚΕ: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


 «Εδώ είμαστε», της είπε ο οδηγός του ταξί, φρενάροντας μπροστά από μια πανύψηλη καγκελόπορτα. Τον πλήρωσε και, καθώς άνοιγε την πόρτα, της είπε  χαμηλόφωνα: «Να προσέχεις μικρή!»
 «Περάστε δεσποινίς Πήτερσον! Σας περιμένει στον κήπο», ήταν τα μοναδικά λόγια που βγήκαν από τα σφιχτά του χείλη. Προπορεύτηκε σε ένα πέτρινο μονοπάτι που έκοβε έναν κήπο με ψηλά δέντρα στα δύο, αφήνοντας έναν υποφωτισμένο όγκο στο βάθος που σίγουρα θα ήταν το σπίτι. Έβλεπε μόνο την καμπουριαστή του πλάτη μέσα σε ένα σκούρο σακάκι. Τον ακολουθούσε κι εκείνη σιωπηλή, αφήνοντας το κουδούνισμα των κλειδιών που κρατούσε στο τρεμάμενο χέρι του να δίνει το ρυθμό. Εκείνη συμπλήρωνε τη μουσική της απόλυτης σιωπής με το δειλό σύρσιμο της σόλας των χαμηλών της παπουτσιών πάνω στο δρομάκι όλο χαλίκια. Κυπαρίσσια, ή τουλάχιστον με αυτά έμοιαζαν, σχημάτιζαν ένα φυσικό διάδρομο μέχρι το διώροφο σπίτι που ευτυχώς φωτιζόταν επαρκώς από το εσωτερικό του. Ανέβηκαν τα σκαλιά που οδηγούσαν στην επιβλητική είσοδο με τη μαύρη, ξύλινη πόρτα με το χρυσό ρόπτρο. Έσκυψε για άλλη μια φορά να βρει τα κλειδιά. Γύρισε και της έριξε μια ερευνητική ματιά πριν ανοίξει. Τα γυαλιά του είχαν γλιστρήσει στη μύτη του αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να της χαρίσει ένα αινιγματικό μειδίαμα, σχεδόν χαιρέκακο, που την έκανε να παγώσει. 
 Το χολ ήταν απέριττο με ένα ταλαιπωρημένο, βαθυκόκκινο χαλί στο ξύλινο πάτωμα και μια τεράστια βιβλιοθήκη που κάλυπτε τον ένα τοίχο με δερματόδετα βιβλία πολύ τακτικά τοποθετημένα σε ράφια που ασφυκτιούσαν από το χρόνο. Ένας κρυστάλλινος πολυέλαιος σκόρπιζε φως σε ένα διάδρομο με πολλές κλειστές πόρτες κι ο άντρας χάθηκε βιαστικά πίσω από μία. Υπέθεσε ότι ήταν η κουζίνα γιατί έφταναν στα αυτιά της ήχοι από γυαλικά και ντουλάπια που ανοιγοκλείνουν. Πλησίασε τη βιβλιοθήκη και χάζεψε λίγο τις ράχες των βιβλίων με τίτλους στα λατινικά που παρέπεμπαν σε όρους ψυχιατρικής και ανατομίας. Μπερδευόταν περισσότερο αντί να ξεδιαλύνονται οι απορίες της. Ο ηλικιωμένος άντρας βγήκε βιαστικά από την ίδια πόρτα, κρατώντας ένα δίσκο από κασσίτερο με μια καράφα γεμάτη με ένα διάφανο υγρό και δύο ποτήρια . Οι κινήσεις του ήταν νωχελικές λόγω ηλικίας αλλά έκρυβαν μια ακρίβεια που κατακτιέται με την πείρα. Η νεαρή λαχταρούσε πώς και πώς να την καθησυχάσει με ένα χαμόγελο αλλά τα χείλη του παρέμεναν σφιχτά λες και κάποιος τα είχε περάσει με κλωστή και τα είχε καταδικάσει στη σιωπή. Της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει περνώντας από το μακρύ διάδρομο με τις κλειστές πόρτες. Μέτρησε περίπου έντεκα και από τις δύο πλευρές καθώς περπατούσαν με το μοναδικό ήχο να έρχεται από τα χαμηλά της τακούνια πάνω στο ξύλο. Οι σκέψεις της όμως ήταν εκκωφαντικές. Ένας ψίθυρος κινδύνου σαν να έβγαινε από τις χαραμάδες και τις κλειδαρότρυπες. Ήταν πολύ αργά για να κάνει πίσω. 

Η ανοιχτή πόρτα στο τέλος του διαδρόμου μαρτυρούσε ότι θα Τον συναντούσε. Οδηγούσε σε έναν τεράστιο κήπο. Tο φως από τα περίτεχνα μεταλλικά φανάρια που ήταν τυχαία τοποθετημένα, λες και είχαν πέσει από τον νυχτερινό ουρανό, τον έκανε να μοιάζει σκοτεινά παραμυθένιος. Φουντωτοί θάμνοι, πολύχρωμα λουλούδια που έμοιαζαν με  τριαντάφυλλα, κλαίουσες που δημιουργούσαν σκιερές γωνιές με πέτρινα παγκάκια κοντά στο γέρικο κορμό τους. Ο ηλικιωμένος άντρας επιβράδυνε ακόμα περισσότερο το βήμα του για να την αφήσει να θαυμάσει το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον αλλά και για να Τον ανακαλύψει μέσα στο τοπίο. Η βραδινή ψύχρα και υγρασία την ανατρίχιαζαν και το μετάνιωνε που δεν είχε φορέσει και εκείνο το μάλλινο σάλι που της είχε πλέξει η μητέρα της. Καθώς προσπαθούσε να ζεστάνει τα χέρια της τρίβοντας τα, ένιωσε μια σκιά να σηκώνεται από το παγκάκι που βρισκόταν στα δέκα βήματα. Μια ψιλόλιγνη φιγούρα σηκώθηκε και στάθηκε ακίνητη κάτω από την κλαίουσα που ο νυχτερινός αέρας της χάιδευε τα φύλλα παιχνιδιάρικα. Με κάθε της βήμα ένιωθε την πραγματικότητα να διαλύει την όποια ψευδαίσθηση μπορεί να είχε για όλα αυτά τα χρόνια που μοιραζόταν μέσα από γράμματα και παρτίδες σκακιού με αυτόν τον άντρα. Ήταν εκεί, μετά από ένα δικό του κάλεσμα και τίποτα μέχρι στιγμής δεν έμοιαζε με ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί. Τα μάτια της είχαν συνηθίσει στο φως και πάλευε, όσο τον πλησίαζε, να φανεί ψύχραιμη αλλά και να φωτογραφίσει την πρώτη εικόνα του. Ψηλός, ευθυτενής, της φαινόταν ηλικιωμένος αλλά σε πολύ καλύτερη φυσική κατάσταση από τον αμίλητο υπηρέτη του. Η επιδερμίδα του, όσο μπορούσε να διακρίνει, έμοιαζε σχεδόν διάφανη. Σαν να την κάλυπτε ένα φιλμ που έκρυβε χρόνια, αλήθειες και μνήμες. Τα μαλλιά του ήταν γκρίζα με λευκές πινελιές και της θύμιζαν σύννεφα πριν μια μεγάλη μπόρα. Φορούσε ένα σκούρο κοστούμι με γιλέκο και ένα μαντήλι στο πέτο στο χρώμα του ωκεανού. Προφανώς είχε περάσει κι εκείνος λίγο χρόνο παραπάνω μπροστά από τον καθρέπτη του εκείνο το βράδυ. Το βλέμμα του είχε απλά βουλιάξει μέσα της και τη διάβαζε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο κεφάλαιο. Όταν πλέον τους χώριζε μια χειραψία, ο υπηρέτης ακούμπησε το δίσκο στο πέτρινο παγκάκι, γύρισε προς το μέρος της και, με μια θεατρικά διακριτική υπόκλιση, έκανε μεταβολή παίρνοντας το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι.  
 «Χαίρομαι αφάνταστα που σας συναντώ, δεσποινίς Πήτερσον! Ευχαριστώ απεριόριστα για την επίσκεψή σας!» της είπε με τρεμάμενη φωνή, μαρτυρώντας και τη δική του ταραχή, και της φίλησε απαλά το χέρι. Η κοπέλα σάστισε. Τα χείλη του ήταν παγωμένα και ρίγησε. Σα σωστός οικοδεσπότης, σέρβιρε και της πρόσφερε το δικό της ποτήρι, σηκώνοντας το δικό του για να κάνει μια πρόποση.


«Αυτό είναι ένα ιδιαίτερο απόσταγμα που μου στέλνουν από πολύ μακριά και το έχω για ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως η αποψινή. Ας πιούμε στην υγειά της νυχτερινής μας παρτίδας, αν συμφωνείτε κι εσείς»,  είπε με πιο αποφασιστική χροιά αυτή τη φορά. Η Ελάιζα έκανε το ίδιο και δοκίμασε μια μικρή γουλιά. Το αλκοόλ της έκαψε τον ουρανίσκο και, όπως δεν ήταν μαθημένη, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα βήχα. Ντράπηκε και κατέβασε το βλέμμα της αμέσως. Ο κύριος Ε.Χ. της χαμογέλασε συγκαταβατικά. 
 «Είναι λίγο δυνατό αλλά, πιστέψτε με, είναι ότι πρέπει για μια παγωμένη νύχτα σαν κι αυτή. Πάρτε το μαζί σας, δώστε του άλλη μια ευκαιρία και ακολουθήστε με στη σκακιέρα», είπε και την έπιασε αγκαζέ καθοδηγώντας την σε ένα μικρό μονοπάτι πίσω από έναν τεράστιο θάμνο. Πήγε να ψελλίσει κάτι αλλά δίστασε. Την αιφνιδίαζε συνεχώς. Δεν ένιωθε καθόλου άνετα. Η υπερβολική του οικειότητα ερχόταν σε ρήξη με την έως τώρα συστολή του και την μπλόκαρε. Τον ακολουθούσε σιωπηλή και σχεδόν θυμωμένη με τον εαυτό της που δεν αντιδρούσε και αφηνόταν να την παρασύρει σε αθέατα μονοπάτια πίσω από θάμνους ένας άγνωστός της(;) άντρας. Και πριν καλά καλά τελειώσει τον εσωτερικό της μονόλογο, χρειάστηκε να του σφίξει το μπράτσο από την ταραχή.
 Πίσω από το μεγάλο θάμνο βρισκόταν η σκακιέρα. Μια σκακιέρα που ουσιαστικά ήταν ένα μέρος του κήπου με μεγάλες πλάκες, που ισορροπούσαν πάνω στο φρεσκοκομμένο χορτάρι και έπαιζαν το ρόλο των τετραγώνων, και πιόνια που ήταν σχεδόν στο δικό της ύψος. Ψηλές φιγούρες που οι σκιές τους την τρόμαζαν. Του έριξε μια ματιά καθώς πλησίαζαν όλο και περισσότερο. Δεν μπόρεσε να διαβάσει κάτι στο ψυχρό του βλέμμα. Όταν έφτασαν πολύ κοντά έβγαλε μια μικρή κραυγή. Τα πιόνια ήταν ανθρωπόμορφα και στα περισσότερα, όσο της επέτρεπαν να διακρίνουν τα μάτια της στο λιγοστό φως που ερχόταν από την πίσω μεριά του κήπου που βρίσκονταν πριν, υπήρχαν γυναικεία στοιχεία. Το άλογο είχε γυναικείο κορμό και κεφάλι με σκούρα μακριά μαλλιά, ένας θηλυκός Κένταυρος. Ο πύργος θύμιζε ένα καμπυλωτό, γυναικείο κορμί με πέτρινα χαρακτηριστικά.  Τα πιόνια ήταν και στα δύο χρώματα μικροκαμωμένες, κοριτσίστικες φιγούρες που την κοίταζαν έντονα στα μάτια. Και ναι, τώρα που τις πρόσεχε περισσότερο, διέκρινε μια παλινδρομική κίνηση αναπνοής, ένα κλείσιμο των ματιών τους. Ω ναι, ήταν ζωντανές! 
 «Τι σημαίνει όλο αυτό; Tι είδους άρρωστο παιχνίδι παίζεις;», ρώτησε κι έκανε να το βάλει στα πόδια, αλλά δεν τα κατάφερε να ελευθερωθεί από το μπράτσο του.
  «Ω, ελάτε τώρα, δεσποινίς Πήτερσον! Μην κάνετε σα μικρό παιδί. Σας δίνεται η ευκαιρία απόψε για την πιο ενδιαφέρουσα παρτίδα της ζωής σας! Σας δίνω τα λευκά πιόνια. Ξεκινήστε μόλις είστε έτοιμη», της είπε με αυστηρό ύφος χαλαρώνοντας τη λαβή του. Περίμενε και σχεδίαζε αυτή τη νύχτα μια δεκαετία. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να πάει χαμένη. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να φύγει.