Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα chess. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα chess. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

TO MEΓΑΛΟ ΡΟΚΕ: Η  ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ

  

   “Όποτε είστε έτοιμη, δεσποινίς Πήτερσον!”, άκουσε τη σταθερή φωνή του από την άλλη μεριά της σκακιέρας. Την είχε πιάσει πανικός. Η πρώτη της σκέψη ήταν να το βάλει στα πόδια. Στο σπίτι θα βρισκόταν ο υπηρέτης του αλλά στον κήπο όλο και κάπου θα μπορούσε να κρυφτεί ή, ακόμα καλύτερα, ίσως κατάφερνε να βγει στο δρόμο. Ήταν πιο νέα και από τους δύο, με μεγαλύτερη αντοχή και το σπουδαιότερο, φοβόταν. Ο φόβος της έδινε άλλη δύναμη και άλλη ενέργεια. Το ενδεχόμενο να βάλει να την ακολουθήσουν και τα τριάντα δύο πιόνια ήθελε να το βγάλει από το μυαλό της, παρόλο που δεν ήξερε τις δυνάμεις τους.

    Όσο εκείνος καθόταν με μια ήρεμη έκφραση, που φανέρωνε από τώρα μια αίσθηση νίκης, η μικρή ένιωθε την καρδιά της να έχει σταματήσει. Μικρές, κοφτές, ανυπόμονες ανάσες τη συντρόφευαν. Ήταν ανάσες που διακριτικά έβγαιναν από τα πιόνια και αυτό ήταν αρκετό για να την ανατριχιάσει ακόμα περισσότερο. Ήταν πιόνια που έπρεπε να λυπηθεί και να προσπαθήσει να ελευθερώσει ή μήπως ένας περίεργος στρατός που με ένα του νεύμα θα την καταδίωκαν; Η απόγνωση την είχε μουδιάσει. Έπρεπε να δράσει άμεσα. Πέταξε το ποτήρι που κρατούσε και το γυαλί έγινε χίλια κομμάτια στις πέτρινες πλάκες. Οι μικρές ανάσες από τα πιόνια έγιναν πιο κοφτές και το άλογο μπροστά της κούνησε νευρικά τα πόδια του. Ίσως κομμάτια γυαλιού να το τρόμαξαν ή ακόμα και να το τραυμάτισαν.  Άρχισε να τρέχει σαν τρελή. Πέρασε το φράχτη και έφτασε πάλι στις κλαίουσες, στα φανάρια και στα πέτρινα παγκάκια. Το ένα της παπούτσι βγήκε και μπλέχτηκε στους θάμνους αλλά δε σταμάτησε λεπτό. Το γέλιο του έσχιζε τη σιωπή και το λαχάνιασμά της.
    “Πού νομίζετε ότι πάτε, δεσποινίς Πήτερσον; Δεν υπάρχει διέξοδος”, της φώναξε και συνέχισε να γελάει δυνατά και χαιρέκακα.
    Ακολούθησε ένα μονοπάτι που πίστεψε ότι οδηγούσε προς την έξοδο. Της θύμιζε την ίδια διαδρομή με το πέτρινο δρομάκι που έκοβε τον κήπο στα δύο. Ναι, δεν έκανε λάθος, το μονοπάτι ήταν μόνο ένα και οδηγούσε στην έξοδο, άρα στη σωτηρία της. Το γέλιο του ακουγόταν ακόμα αχνά πίσω της μαζί με την αγωνία και τον τρόμο της. Όσο έτρεχε όμως ένιωθε την απόσταση να μεγαλώνει αντί να μικραίνει. Τώρα ήταν σίγουρη ότι δε θυμόταν τις κλαίουσες σε αυτό το σημείο, το σπίτι δεν το έβλεπε πουθενά στον ορίζοντα ενώ θα έπρεπε να το είχε ήδη προσπεράσει.
Το γυμνό της πόδι άρχισε να την πονάει από την άγρια επιφάνεια των πέτρινων πλακών. Και τι περίεργο, το ίσιο μονοπάτι τώρα είχε γίνει ένας κυκλικός διάδρομος, σα σπείρα, που όλο και περιστρεφόταν σα σαλιγκάρι που την παγίδευε αντί να την ελευθερώσει. Τα κλαδιά από τις κλαίουσες, χωρίς να φυσάει, αιωρούνταν σα μια φυσική κουρτίνα και της έβαζαν εμπόδια. Μπλέκονταν στον κότσο της, που τώρα είχε πια λυθεί, και τα μαλλιά της μπερδεύονταν στα μάτια της, σα μέδουσες στον ωκεανό της νύχτας. Παραπάτησε και έπεσε χτυπώντας τα γόνατα της αλλά σηκώθηκε αμέσως ξεχνώντας τον πόνο στο λεπτό. Η σπείρα όλο και στένευε έτοιμη να την εγκλωβίσει για πάντα μέσα της. Ενώ θα έπρεπε να απομακρύνεται ήδη από Αυτόν και να αφήνει πίσω της αυτόν τον εφιάλτη, το γέλιο του με ένα αδιόρατο τράβηγμα στο πίσω μέρος του λαιμού της τώρα τη στοίχειωνε. Έμοιαζε λες και την είχε γραπώσει από το λαιμό και τη γύριζε πίσω. Δεν είχε πλέον την παραμικρή ιδέα για το πού πήγαινε αλλά οι ελπίδες της να δραπετεύσει σαν να σβήνονταν όσο βάθαινε η νύχτα. Είχε μπλεχτεί σε έναν ιστό αράχνης από όπου ήταν αδύνατο να ξεφύγει. 
    Και οι φόβοι της δεν άργησαν να επιβεβαιωθούν. Το μονοπάτι-σπείρα κατέληξε πάλι στον κήπο με την ανθρωπόμορφη σκακιέρα και τον κύριο Ε.Χ. να την περιμένει κρατώντας το ποτήρι στο χέρι του νευρικά. 
    “Χάνω την υπομονή μου, δεσποινίς Πήτερσον”, της φώναξε από την άλλη άκρη.                  “Ελάτε επιτέλους και φερθείτε ώριμα, όπως αρμόζει σε μια δεσποινίδα της ηλικίας σας. Μεγαλώσατε πια! Τέρμα τα παιχνίδια”, κάγχασε και πλησίασε στη σκακιέρα. Το ίδιο έκανε και η κοπέλα λαχανιάζοντας και προσπαθώντας να συγκρατήσει τα πρώτα δάκρυα που πίεζαν τα μάτια της.
   “Είσαι άρρωστος πραγματικά”, ούρλιαξε αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
  Ο αινιγματικός κύριος Ε.Χ. στάθηκε πίσω από τα μαύρα πιόνια. Ήταν λιγάκι πιο ψηλός από αυτά και έμοιαζε σαν πατρική φιγούρα μπροστά σε ένα, αν μη τι άλλο, νοσηρό δημιούργημα. H Eλάιζα έμεινε παγωμένη πίσω από τα λευκά. Ένιωθε τα βλέμματα από αυτά τα γυναικεία πιόνια να μετράνε το θάρρος της που είχε αρχίσει να λιγοστεύει. Είχε πλέον αντιληφθεί ότι δεν ήταν μια ακόμα παρτίδα, όπως τόσες που είχαν όλα αυτά τα χρόνια μοιραστεί, αλλά μια παρτίδα ζωής και θανάτου. Αν έπρεπε να παίξει, θα φρόντιζε να παίξει εξίσου καλά με τον αντίπαλό της.
Με αποφασιστικότητα κινήθηκε προς το λευκό πιόνι. Στάθηκε πίσω του και χρειάστηκε να το σπρώξει προς το κέντρο, νιώθοντας τη συριστική του ανάσα.
  “Επιτέλους, σαν να βρίσκετε τον εαυτό σας σιγά σιγά”, της είπε δηκτικά και κινήθηκε και εκείνος προς το μαύρο πιόνι που μετακίνησε με μεγαλύτερη ευκολία φυσικά. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η πιο ιδιαίτερη παρτίδα που είχε παίξει μέχρι τώρα. Διεκδικώντας το κέντρο, με τις πρώτες της κινήσεις άφησε να φανεί ότι ήθελε ο αξιωματικός της και το άλογο να είναι σε θέση μάχης. Και τι περίεργο που ήταν να μετακινεί πιόνια σχεδόν στο ύψος της! Έπρεπε να καταβάλλει δύναμη κάθε φορά και αυτό ήταν ικανό να της αποσπάσει την προσοχή και τη συγκέντρωση. Είχε κουραστεί και ζεσταθεί. Έβγαλε το σακάκι της και το πέταξε στο γρασίδι. Στόχος της ήταν να προστατεύσει το βασιλιά της και για αυτό συνήθισε ακόμα και στα αστραπιαία βλέμματα που της έριχνε πού και πού ο μαύρος αξιωματικός και ο πύργος. Οι κινήσεις της ήταν αποτελεσματικές. Το ίδιο αποφασιστικά έπαιζε και ο αντίπαλός της, φροντίζοντας να μην αφήνει ακάλυπτο το βασιλιά του στις προκλήσεις της, θυσιάζοντας μερικά πιόνια και επαινώντας την για τις έξυπνες της κινήσεις, όπως έκανε και στα γράμματα. Η Ελάιζα διαισθανόταν ότι της έδινε ένα προβάδισμα και ότι ακόμα δεν είχε δώσει τον καλύτερό του εαυτό. Ρίχνοντας μια πιο προσεκτική ματιά στα πιόνια της αλλά και τα πιόνια του αντιπάλου, διέκρινε ότι μόνο η βασίλισσά της ήταν ένα πέτρινο πιόνι χωρίς κανένα χαρακτηριστικό που να παραπέμπει σε γυναίκα. Από όποια γωνία και αν το χάζεψε είχε μόνο πέτρα και σκαλίσματα. Αυτή η διαπίστωση ήταν αρκετή για να νιώσει ένα κύμα κρύου ιδρώτα στη σπονδυλική της στήλη και στη σκέψη του πιο εφιαλτικού σεναρίου παραλίγο να λιποθυμήσει. Άραγε, μήπως αυτός ήταν ο απώτερος στόχος του, να γίνει η ίδια η νέα του βασίλισσα;
   
   Η παρτίδα κράτησε περίπου δύο ώρες και κάτι που της φάνηκε μια αιωνιότητα. Ο χώρος και ο χρόνος είχαν πάρει μια εντελώς διαφορετική διάσταση εκείνη τη νύχτα. Η ίδια άφησε τον παλιό της εαυτό πίσω, όταν πέρασε την πόρτα αυτού του σπιτιού, και τώρα πια ήταν πολύ αργά για μετάνοιες και δεύτερες σκέψεις. Ο συμπαίκτης της είχε περάσει στην επίθεση. Το σαχ δεν άργησε να έρθει και φυσικά το ματ γιατί πλέον είχε χάσει τον έλεγχο. Ο κύριος Ε.Χ. τώρα διέσχιζε τη σκακιέρα και ερχόταν προς το μέρος της. Την κοίταζε βαθιά στα μάτια και χαμογελούσε ειρωνικά. 
   “Σίγουρα μπορούσατε και καλύτερα, δεσποινίς Πήτερσον! Δε δώσατε τον καλύτερο σας εαυτό απόψε αλλά και πάλι, υποθέτω ότι μπορώ να σας δικαιολογήσω”, της είπε με στόμφο και στάθηκε μπροστά στη λευκή βασίλισσα. Της άγγιξε ελαφρά το πέτρινο στέμμα και η κοπέλα, αν και βρισκόταν κάποια τετράγωνα πίσω του, ρίγησε καθώς ένιωσε ένα κύμα ηλεκτρισμού να περνάει τα μαλλιά της που ήταν από ώρα ξέμπλεκα και ατίθασα. Το κύμα αυτό τη διαπέρασε ολόκληρη και τη μούδιασε. Ο άντρας εξακολουθούσε να έχει τα χέρια του πάνω στο πέτρινο πιόνι αλλά με έναν περίεργο τρόπο ένιωθε ότι τα χέρια του είχαν μπει μέσα της και ανακάτευαν τα σωθικά της. Ξαφνικά ένιωσε τα μέλη της να σκληραίνουν αστραπιαία και να παγώνουν, λες και ήταν από πέτρα. Ή μήπως ήταν; Σε κλάσματα δευτερολέπτων η φωνή της δεν έβγαινε, δεν ένιωθε το σώμα της, τα πόδια της είχαν ενωθεί και δεν μπορούσε να τα κουνήσει αλλά και τα χέρια της τα ένιωθε ένα με τη λεκάνη της. Δεν ένιωθε καν τον τρόμο γιατί η καρδιά της που πριν από λίγο χτυπούσε σαν τρελή, τώρα σαν να υπήρχε στο βάθος ενός πολύ σκοτεινού διαδρόμου όπου δεν έβρισκε την αρχή και το τέλος του. Το μόνο κομμάτι του παλιού της εαυτού ήταν τα βλέφαρά της που έκλειναν και άνοιγαν μηχανικά ρουφώντας εικόνες. Παρακολουθούσαν Εκείνον που την πλησίασε και της τα φίλησε με τα παγωμένα του χείλια, τη μετακίνησε στη σωστή της θέση και έβγαλε την άλλη βασίλισσα από τη σκακιέρα. Έστησε τα υπόλοιπά πιόνια και όλα ήταν έτοιμα για μια μελλοντική παρτίδα. Κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό της. Το δικό της όμως είχε ήδη ξεκινήσει τη δική του διαδρομή αιωρούμενο πάνω από τα νοτισμένα από τη νυχτερινή υγρασία γρασίδια, μπερδεύοντας τα φύλλα από τις κλαίουσες, ξαποσταίνοντας για λίγο στα πέτρινα παγκάκια και συνεχίζοντας τη διαδρομή ακολουθώντας το υποφωτισμένο μονοπάτι προς το σπίτι.
Εκείνη την ώρα ο σιωπηλός υπηρέτης άνοιγε το παράθυρο και βρήκε ευκαιρία να τρυπώσει στις πτυχώσεις της κουρτίνας που την παρέσυρε το αεράκι. Έμεινε για πολύ λίγο και μετά ακολουθώντας το διάδρομο με τις πολλές κλειστές πόρτες γλίστρησε μέσα από την κλειδαρότρυπα και μύρισε τις τριανταφυλλιές. Πέρασε τα κάγκελα και βγήκε στο σκοτεινό δρόμο όπου κανένα ταξί δεν θα την περίμενε πια.     

  

THE GRAND ROQUE: THE LAST GAME

   “Whenever you are ready, Mrs. Peterson”, she heard his steady voice from the other side of the chessboard. She was in panic. Her first thought was to run away. His servant would be in the house but it would be easier to hide in the garden, or even better, if she could make it to the street. She was younger and stronger than both of them and she was afraid. Her fear gave her another kind of strength and energy.  The possibility of the thirty – two pieces following her was something that she tried to put out of her mind, although she didn’t know their powers. While he was sitting with a calm expression, which already revealed a sense of victory, the young woman felt that her heart had stopped. Small, sharp, impatient breaths accompanied her. They were the breaths that discreetly came out of the pieces and that was enough to make her shiver even more. Did she have to feel sorry for them and try to release them or were they a strange army that was about to go after her with just one nod of his? The despair made her numb. She had to react. She threw away the glass that she held and it became a thousand pieces on the slabs. The small breaths of the pieces became sharper and the knight in front of her nervously moved its legs. Perhaps pieces of the glass frightened it or even wounded it. She started running like crazy.  She went over the fence and reached the weeping willows again, the lanterns and the stone benches. She lost her shoe that got tangled in the bushes but she didn’t stop not even for a minute. His laughter tore the silence and her panting.
“Where do you think you are going, Mrs. Peterson? There is no way out”, he yelled at her and he continued gloatingly laughing out loud. 
    She followed a path that she thought it would lead to the exit. It reminded her same route to the stone alley that divided the garden in two parts. Yes, she was not mistaken, the path was only one and it led to the exit, therefore her salvation. His laughter was still faintly heard behind her along with her terror and agony. But as she ran, she felt the distance growing rather than diminishing. Now, she was certain that she didn’t remember the weeping willows there nor the house could be seen anywhere on the horizon, when she should have overtaken it. 
    
Her bare foot began to hurt from the rough surface of the stone slabs. And how peculiar indeed! The straight path was now a circular corridor, like a spiral, that continually rotated like a snail trapping her instead of liberating her. The branches of the weeping willows, even though it was not a windy night, fluttered like a natural curtain and put obstacles to her. They got tangled in her bun, which was now undone, and her hair got in her eyes, like jellyfish in the night ocean. She stumbled and fell hurting her knees but she immediately got up forgetting all about her pain. The spiral got narrow, ready to trap her forever inside it. Even though she should be heading away from Him, and leaving this nightmare behind her, his laughter with a subtle pull at the back of her neck now haunted her. It was as if he had grabbed her and was pulling her back. She had the faintest idea where she was going but her hopes of escaping were fading out as the night was getting deeper. She was mixed up in a spider web from which it was impossible to escape. All her fears were soon confirmed. The spiral-path ended again in the garden with the anthropomorphic chess board with Mr. E.X. waiting for her, holding his glass nervously.
  “I’m losing my patience, Mrs. Peterson”, he shouted at her from the other side. “Come on and behave like a woman of your age! You are not a baby anymore! No more games!” he chuckled and approached the chessboard. The young woman did the same, gasping and trying to hold her tears. 
    “You are really sick”, she screamed in vain. The enigmatic Mr. E.X. stood behind the black pawns. He was a bit taller than these and he looked like a father figure in front of, if anything else, a hideous creation. Eliza stood still behind the white pawns. She felt the glances of these female pieces counting her courage that had started fading out. It was now clear that this was more than a game like so many others that they had shared all these years. It was a game of life and death. If she had to go along with it, she would make sure to play as good as her opponent. She moved towards the white pawn with determination. She stood behind it and she was forced to push it to the centre of the board, feeling its hissing breath. 
    “At last, I see that you are getting hold of yourself”, he said and he also moved his pawn with a greater ease of course. And the most peculiar game of her life, so far, began. She aimed for the centre with her first moves making it clear that she wanted the bishop and the knight to be ready for the battle. It was so strange to move pawns that were almost her height! She had to put great effort to move them every time and that was something to draw her attention and concentration off the game. She got tired and hot. She took off her jacket and threw it on the grass. Her goal was to protect her king and that’s why she even got used to those quick looks of the black bishop and the black rook. Her moves were effective and so were her opponent’s, who, made sure not to leave his king uncovered to her challenges, sacrificed a few pawns and praised her for her smart moves just as he did in his letters. Eliza sensed that he gave her a head start and that he didn’t still give his best shot. Taking a closer look at the pieces, she saw that only her queen was made of stone without any female characteristics on it. Regardless the point of view, there was only rock and carvings. This clue was enough to feel a wave of cold sweat on her spine and at the thought of the most nightmarish scenario, she almost fainted. Would this be his ultimate goal? Would she be his next queen?
  
The game lasted about two hours that seemed like eternity to her. Space and time had taken a completely different dimension that night. She had left her old self when she passed the gate of that house and now it was too late for regrets and second thoughts. Her opponent was now on the attack. It didn’t take check long to come and of course checkmate since she had lost control. Now Mr. E.X. crossed the chessboard and approached her. He looked deep into her eyes and smiled ironically. 

     “I am sure that you could have played better, Mrs. Peterson. You didn’t give your best shot but then again, I can excuse you”, he told her pompously and stood in front of the white queen. He lightly touched its stone crone and the girl, even though she was a few squares behind him, shivered as she felt electricity run through her hair that was loose and wild some time now.  That wave penetrated her whole body and made her numb. The man still had his hands on the piece but she felt them in her stomach turning her guts inside out. She suddenly felt her parts instantly harden and freeze, as if they were made of stone. Were they? In a second, she could not use her voice, she could not feel her body, her feet were stuck together and she couldn’t move them and also her hands were now a part of her waist. She could not even feel the terror because her heart, which was beating like crazy till then, was like being at the back of a very dark corridor whose beginning and ending were not traceable anymore. The only part of her old self was her eyelids that opened and closed mechanically, absorbing images. They watched Him getting closer and kissing them with his frozen lips, putting her in her right spot on the board and removing the old pawn on the grass. He put the rest on the board and everything was ready for a future game. He stared at her but her eyes had already started their journey floating around the damp grasses from the humidity of the night, curling the leaves of the weeping willows, getting some rest on the stone benches and following the dimly lit path to the house.
At that time, the silent servant opened the window and she sneaked in the folding of the curtain which the breeze gently swept away. She stayed there just for a while and then through the corridor with the many closed doors, she slid through the keyhole and smelled the roses. She went through the gate and stepped into the dark street where no taxi would wait for her anymore.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

THE GRAND ROQUE: THE MEETING


   “Here we are”, the taxi driver told her as he braked in front of a tall gate. She paid him and, as she opened the door, he whispered: “Be careful, kiddo!”
    She stood all alone in a dark block, fenced with huge trees and iron bars that did not let you have a sneak peek inside. A path was traced from the tall, rusted door and she figured that it led to the house. The only light came from a pillar in the corner that had gathered in its bright crown a swarm of hypnotized night insects that flew furiously around it. She straightened her back and took a deep breath. She wrapped the envelope in her suit’s pocket and she was about to look for a bell on the front door, when she saw a shadow coming from the dark path holding a lantern. The figure kept approaching holding keys that rhythmically tinkled. When he reached her, she was able to see clearly an old man with a slow step and weary mood. He brought the lantern to his face to see better under his thick glasses and looked thoroughly at the girl for a few seconds before he started unlocking the gate. It opened with a squeak that tore the silence of the night like thin paper.
   “Come in, Miss Peterson! He’s waiting for you in the garden”, were the only words that came out of that tight-lipped man. He led the way in a stone path that cut a garden with tall trees in two, leaving a dimly lit block at the back that must have been the house. She only saw his hunchback in a dark jacket. She followed him and remained silent leaving the ringing of the keys that he held in his shaky hand give the pace.  She filled in the music of absolute silence by timidly dragging the soles of her flat shoes on the gravel alley. Cypresses, or at least they looked like them, formed a natural corridor up to the two-storey house which was fortunately lighted adequately from within. They went up the stairs that led to the imposing entrance with the black wooden door with the golden knocker. He bent once more to find the keys. He turned and gave her an investigative look before opening. His glasses had slipped to his nose but it didn’t stop him from offering her an enigmatic smile, almost malicious, that made her freeze.
    The hall was minimal with a weary, deep red carpet on the wooden floor and a huge library that covered the whole wall with leather bound books neatly arranged on shelves suffocating from time.  A crystal chandelier scattered light in a corridor with many closed doors and the man hastily disappeared behind one. She assumed that it was the kitchen because sounds of glassware and cupboards opening and closing reached her ears. She approached the library and had a look at the book spines with titles in Latin with that suggested terms of psychiatry and anatomy. She got more confused rather than getting her questions answered. The old man came out in a hurry from the same door holding a serving tray made of stannum with a carafe filled with a transparent liquid and two glasses. His moves were extremely slow because of his age but they hid a precision that could only be conquered by experience. The young lady craved for some kind of reassurance with a smile, but his lips remained tight as if someone had sewed with a needle and thread and condemned them to eternal silence. He made a sign to follow him through the long corridor with the closed doors. She counted about eleven doors on both sides as they walked. The only sound was her low heels on the wooden floor. Her thoughts were thunderous. It looked as if a whisper of danger came out of the cracks and the keyholes. It was too late to step back.
   
She could tell from the open door at the end of the hall that she was about to meet Him. It led to a huge garden. The light from the ornate mental lanterns, that were randomly set as if they had fallen from the night sky, made it look like emerging out of a dark fairy tale. Oversized bushes, colorful flowers that seemed like roses, weeping willows that created shadowy corners with stone benches by their old trunk. The old man slowed down his pace even more to let her admire the unique natural environment and discover Ηim in the landscape. The night chill and humidity made her shiver and regret not having worn that woolen shawl her mother had knitted for her. As she rubbed her hands to get warm, she felt a shadow getting up from the bench in ten step’s distance. A tall, thin figure stood still beneath the weeping willow whose leaves the night air caressed playfully. With every step she felt reality dissolve any kind of illusion shared all these years through letters and chess games with this man. She was there, after his own invitation, and nothing so far seemed like anything she could imagine. Her eyes got used to the light and, as she approached him, she struggled to stay calm and portray his first image. He was tall, upright, he seemed old but in a much better shape than his silent servant. His skin, as much as she could see, seemed transparent, as if a film covered it and hid years, truth and memories. His hair was grey with white brushstrokes that reminded her of clouds before a big storm. He wore a dark suit with a vest and a handkerchief in his lapel in the color of the ocean. He himself had obviously spent some time in front of his mirror that evening. His gaze had just sunk into her and he read her right from the very first chapter. When they were just a handshake apart, the battler put the tray on the bench, turned towards her and with a theatrically discreet bow, headed for the house.
     “I am delighted to meet you, Miss Peterson. Thank you so much for coming tonight”, he said in a trembling voice, revealing his own thrill, and gently kissed her hand. His lips were cold as ice and she shivered. Like a true gentleman, he served her, raising his glass to make a toast.
    
“This is an exceptional distillate that they send me from far away and I keep for special occasions, such as tonight. Let’s drink to our night game, if that is all right with you”, he said in a more determined tone this time. Eliza did the same and tasted a sip. Alcohol burned her palate and, as she was not used to it, she couldn’t hold her cough. She got embarrassed and immediately lowered her gaze.  Mr. E.X. smiled condescendingly.
    “It is a bit strong, but believe me it’s appropriate for a cold night like this. Take it with you, give it another try and follow me to the chessboard”, he said holding her arm as he led her to a small path behind a huge bush. She was about to say something but hesitated. She didn’t feel comfortable. His excessive intimacy was disrupted by his introversion so far and confused her. She followed him in silence and she was angry with herself for not reacting and for letting herself being taken away to hidden paths behind bushes by a man unknown (!) and before finishing her inner monologue she had to firmly grasp his arm in shock.
    Behind the large bush was the chessboard. It was actually a part of the garden with big slabs balancing on the freshly cut grass, playing the roles of squares, and pieces that were her size. They were tall figures whose shadows frightened her. She looked at him as they were getting closer but there was nothing for her to read in his cold eyes. When they got really close, she screamed. The pawns were anthropomorphic and in most of them, as much as she could see with the dim light coming from the back side of the garden, there were female characteristics. The knight had a female torso and a head with long, dark hair, a female centaur.  The rook resembled a curved, female body with stone features. The pawns were in both colors petite, girlish figures that stared at her. Now that she had a closer look at them she could see that, even though they looked still in their positions, they actually were not. She could sense a reciprocating movement of breath, a blink. Oh yes, they were alive!
    “What’s all this? What kind of a sick game do you play?” she asked and was about to run away but couldn’t get her arm free from his tight grasp.

    “Oh, come on Miss Peterson! Don’t be so childish! You have the chance tonight for the most interesting game of your life! I’ll let you have the white pieces. You can start when you‘re ready, he said in a strict way loosening his grip. He had been waiting and planning this night for a decade. There was no way of wasting it. There was no way of letting her go away.
   

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

TO MEΓΑΛΟ ΡΟΚΕ: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


 «Εδώ είμαστε», της είπε ο οδηγός του ταξί, φρενάροντας μπροστά από μια πανύψηλη καγκελόπορτα. Τον πλήρωσε και, καθώς άνοιγε την πόρτα, της είπε  χαμηλόφωνα: «Να προσέχεις μικρή!»
 «Περάστε δεσποινίς Πήτερσον! Σας περιμένει στον κήπο», ήταν τα μοναδικά λόγια που βγήκαν από τα σφιχτά του χείλη. Προπορεύτηκε σε ένα πέτρινο μονοπάτι που έκοβε έναν κήπο με ψηλά δέντρα στα δύο, αφήνοντας έναν υποφωτισμένο όγκο στο βάθος που σίγουρα θα ήταν το σπίτι. Έβλεπε μόνο την καμπουριαστή του πλάτη μέσα σε ένα σκούρο σακάκι. Τον ακολουθούσε κι εκείνη σιωπηλή, αφήνοντας το κουδούνισμα των κλειδιών που κρατούσε στο τρεμάμενο χέρι του να δίνει το ρυθμό. Εκείνη συμπλήρωνε τη μουσική της απόλυτης σιωπής με το δειλό σύρσιμο της σόλας των χαμηλών της παπουτσιών πάνω στο δρομάκι όλο χαλίκια. Κυπαρίσσια, ή τουλάχιστον με αυτά έμοιαζαν, σχημάτιζαν ένα φυσικό διάδρομο μέχρι το διώροφο σπίτι που ευτυχώς φωτιζόταν επαρκώς από το εσωτερικό του. Ανέβηκαν τα σκαλιά που οδηγούσαν στην επιβλητική είσοδο με τη μαύρη, ξύλινη πόρτα με το χρυσό ρόπτρο. Έσκυψε για άλλη μια φορά να βρει τα κλειδιά. Γύρισε και της έριξε μια ερευνητική ματιά πριν ανοίξει. Τα γυαλιά του είχαν γλιστρήσει στη μύτη του αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να της χαρίσει ένα αινιγματικό μειδίαμα, σχεδόν χαιρέκακο, που την έκανε να παγώσει. 
 Το χολ ήταν απέριττο με ένα ταλαιπωρημένο, βαθυκόκκινο χαλί στο ξύλινο πάτωμα και μια τεράστια βιβλιοθήκη που κάλυπτε τον ένα τοίχο με δερματόδετα βιβλία πολύ τακτικά τοποθετημένα σε ράφια που ασφυκτιούσαν από το χρόνο. Ένας κρυστάλλινος πολυέλαιος σκόρπιζε φως σε ένα διάδρομο με πολλές κλειστές πόρτες κι ο άντρας χάθηκε βιαστικά πίσω από μία. Υπέθεσε ότι ήταν η κουζίνα γιατί έφταναν στα αυτιά της ήχοι από γυαλικά και ντουλάπια που ανοιγοκλείνουν. Πλησίασε τη βιβλιοθήκη και χάζεψε λίγο τις ράχες των βιβλίων με τίτλους στα λατινικά που παρέπεμπαν σε όρους ψυχιατρικής και ανατομίας. Μπερδευόταν περισσότερο αντί να ξεδιαλύνονται οι απορίες της. Ο ηλικιωμένος άντρας βγήκε βιαστικά από την ίδια πόρτα, κρατώντας ένα δίσκο από κασσίτερο με μια καράφα γεμάτη με ένα διάφανο υγρό και δύο ποτήρια . Οι κινήσεις του ήταν νωχελικές λόγω ηλικίας αλλά έκρυβαν μια ακρίβεια που κατακτιέται με την πείρα. Η νεαρή λαχταρούσε πώς και πώς να την καθησυχάσει με ένα χαμόγελο αλλά τα χείλη του παρέμεναν σφιχτά λες και κάποιος τα είχε περάσει με κλωστή και τα είχε καταδικάσει στη σιωπή. Της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει περνώντας από το μακρύ διάδρομο με τις κλειστές πόρτες. Μέτρησε περίπου έντεκα και από τις δύο πλευρές καθώς περπατούσαν με το μοναδικό ήχο να έρχεται από τα χαμηλά της τακούνια πάνω στο ξύλο. Οι σκέψεις της όμως ήταν εκκωφαντικές. Ένας ψίθυρος κινδύνου σαν να έβγαινε από τις χαραμάδες και τις κλειδαρότρυπες. Ήταν πολύ αργά για να κάνει πίσω. 

Η ανοιχτή πόρτα στο τέλος του διαδρόμου μαρτυρούσε ότι θα Τον συναντούσε. Οδηγούσε σε έναν τεράστιο κήπο. Tο φως από τα περίτεχνα μεταλλικά φανάρια που ήταν τυχαία τοποθετημένα, λες και είχαν πέσει από τον νυχτερινό ουρανό, τον έκανε να μοιάζει σκοτεινά παραμυθένιος. Φουντωτοί θάμνοι, πολύχρωμα λουλούδια που έμοιαζαν με  τριαντάφυλλα, κλαίουσες που δημιουργούσαν σκιερές γωνιές με πέτρινα παγκάκια κοντά στο γέρικο κορμό τους. Ο ηλικιωμένος άντρας επιβράδυνε ακόμα περισσότερο το βήμα του για να την αφήσει να θαυμάσει το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον αλλά και για να Τον ανακαλύψει μέσα στο τοπίο. Η βραδινή ψύχρα και υγρασία την ανατρίχιαζαν και το μετάνιωνε που δεν είχε φορέσει και εκείνο το μάλλινο σάλι που της είχε πλέξει η μητέρα της. Καθώς προσπαθούσε να ζεστάνει τα χέρια της τρίβοντας τα, ένιωσε μια σκιά να σηκώνεται από το παγκάκι που βρισκόταν στα δέκα βήματα. Μια ψιλόλιγνη φιγούρα σηκώθηκε και στάθηκε ακίνητη κάτω από την κλαίουσα που ο νυχτερινός αέρας της χάιδευε τα φύλλα παιχνιδιάρικα. Με κάθε της βήμα ένιωθε την πραγματικότητα να διαλύει την όποια ψευδαίσθηση μπορεί να είχε για όλα αυτά τα χρόνια που μοιραζόταν μέσα από γράμματα και παρτίδες σκακιού με αυτόν τον άντρα. Ήταν εκεί, μετά από ένα δικό του κάλεσμα και τίποτα μέχρι στιγμής δεν έμοιαζε με ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί. Τα μάτια της είχαν συνηθίσει στο φως και πάλευε, όσο τον πλησίαζε, να φανεί ψύχραιμη αλλά και να φωτογραφίσει την πρώτη εικόνα του. Ψηλός, ευθυτενής, της φαινόταν ηλικιωμένος αλλά σε πολύ καλύτερη φυσική κατάσταση από τον αμίλητο υπηρέτη του. Η επιδερμίδα του, όσο μπορούσε να διακρίνει, έμοιαζε σχεδόν διάφανη. Σαν να την κάλυπτε ένα φιλμ που έκρυβε χρόνια, αλήθειες και μνήμες. Τα μαλλιά του ήταν γκρίζα με λευκές πινελιές και της θύμιζαν σύννεφα πριν μια μεγάλη μπόρα. Φορούσε ένα σκούρο κοστούμι με γιλέκο και ένα μαντήλι στο πέτο στο χρώμα του ωκεανού. Προφανώς είχε περάσει κι εκείνος λίγο χρόνο παραπάνω μπροστά από τον καθρέπτη του εκείνο το βράδυ. Το βλέμμα του είχε απλά βουλιάξει μέσα της και τη διάβαζε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο κεφάλαιο. Όταν πλέον τους χώριζε μια χειραψία, ο υπηρέτης ακούμπησε το δίσκο στο πέτρινο παγκάκι, γύρισε προς το μέρος της και, με μια θεατρικά διακριτική υπόκλιση, έκανε μεταβολή παίρνοντας το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι.  
 «Χαίρομαι αφάνταστα που σας συναντώ, δεσποινίς Πήτερσον! Ευχαριστώ απεριόριστα για την επίσκεψή σας!» της είπε με τρεμάμενη φωνή, μαρτυρώντας και τη δική του ταραχή, και της φίλησε απαλά το χέρι. Η κοπέλα σάστισε. Τα χείλη του ήταν παγωμένα και ρίγησε. Σα σωστός οικοδεσπότης, σέρβιρε και της πρόσφερε το δικό της ποτήρι, σηκώνοντας το δικό του για να κάνει μια πρόποση.


«Αυτό είναι ένα ιδιαίτερο απόσταγμα που μου στέλνουν από πολύ μακριά και το έχω για ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως η αποψινή. Ας πιούμε στην υγειά της νυχτερινής μας παρτίδας, αν συμφωνείτε κι εσείς»,  είπε με πιο αποφασιστική χροιά αυτή τη φορά. Η Ελάιζα έκανε το ίδιο και δοκίμασε μια μικρή γουλιά. Το αλκοόλ της έκαψε τον ουρανίσκο και, όπως δεν ήταν μαθημένη, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα βήχα. Ντράπηκε και κατέβασε το βλέμμα της αμέσως. Ο κύριος Ε.Χ. της χαμογέλασε συγκαταβατικά. 
 «Είναι λίγο δυνατό αλλά, πιστέψτε με, είναι ότι πρέπει για μια παγωμένη νύχτα σαν κι αυτή. Πάρτε το μαζί σας, δώστε του άλλη μια ευκαιρία και ακολουθήστε με στη σκακιέρα», είπε και την έπιασε αγκαζέ καθοδηγώντας την σε ένα μικρό μονοπάτι πίσω από έναν τεράστιο θάμνο. Πήγε να ψελλίσει κάτι αλλά δίστασε. Την αιφνιδίαζε συνεχώς. Δεν ένιωθε καθόλου άνετα. Η υπερβολική του οικειότητα ερχόταν σε ρήξη με την έως τώρα συστολή του και την μπλόκαρε. Τον ακολουθούσε σιωπηλή και σχεδόν θυμωμένη με τον εαυτό της που δεν αντιδρούσε και αφηνόταν να την παρασύρει σε αθέατα μονοπάτια πίσω από θάμνους ένας άγνωστός της(;) άντρας. Και πριν καλά καλά τελειώσει τον εσωτερικό της μονόλογο, χρειάστηκε να του σφίξει το μπράτσο από την ταραχή.
 Πίσω από το μεγάλο θάμνο βρισκόταν η σκακιέρα. Μια σκακιέρα που ουσιαστικά ήταν ένα μέρος του κήπου με μεγάλες πλάκες, που ισορροπούσαν πάνω στο φρεσκοκομμένο χορτάρι και έπαιζαν το ρόλο των τετραγώνων, και πιόνια που ήταν σχεδόν στο δικό της ύψος. Ψηλές φιγούρες που οι σκιές τους την τρόμαζαν. Του έριξε μια ματιά καθώς πλησίαζαν όλο και περισσότερο. Δεν μπόρεσε να διαβάσει κάτι στο ψυχρό του βλέμμα. Όταν έφτασαν πολύ κοντά έβγαλε μια μικρή κραυγή. Τα πιόνια ήταν ανθρωπόμορφα και στα περισσότερα, όσο της επέτρεπαν να διακρίνουν τα μάτια της στο λιγοστό φως που ερχόταν από την πίσω μεριά του κήπου που βρίσκονταν πριν, υπήρχαν γυναικεία στοιχεία. Το άλογο είχε γυναικείο κορμό και κεφάλι με σκούρα μακριά μαλλιά, ένας θηλυκός Κένταυρος. Ο πύργος θύμιζε ένα καμπυλωτό, γυναικείο κορμί με πέτρινα χαρακτηριστικά.  Τα πιόνια ήταν και στα δύο χρώματα μικροκαμωμένες, κοριτσίστικες φιγούρες που την κοίταζαν έντονα στα μάτια. Και ναι, τώρα που τις πρόσεχε περισσότερο, διέκρινε μια παλινδρομική κίνηση αναπνοής, ένα κλείσιμο των ματιών τους. Ω ναι, ήταν ζωντανές! 
 «Τι σημαίνει όλο αυτό; Tι είδους άρρωστο παιχνίδι παίζεις;», ρώτησε κι έκανε να το βάλει στα πόδια, αλλά δεν τα κατάφερε να ελευθερωθεί από το μπράτσο του.
  «Ω, ελάτε τώρα, δεσποινίς Πήτερσον! Μην κάνετε σα μικρό παιδί. Σας δίνεται η ευκαιρία απόψε για την πιο ενδιαφέρουσα παρτίδα της ζωής σας! Σας δίνω τα λευκά πιόνια. Ξεκινήστε μόλις είστε έτοιμη», της είπε με αυστηρό ύφος χαλαρώνοντας τη λαβή του. Περίμενε και σχεδίαζε αυτή τη νύχτα μια δεκαετία. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να πάει χαμένη. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να φύγει.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

THE GRAND ROQUE: THE RIDE


 She straightened her skirt nervously at her knees. Was it at the right length? She passed her fingers mechanically at the grey collar of her shirt and then her strict bun. What if she let her hair loose, there close to her chest? She just could not hide the tension. She had spent a lot of time in front of her small house’s mirror that afternoon. She had decided to point out only her eyes and avoid the lipstick and the rouge, but still she was not certain. She had managed to hide all her femininity in a suit and a face without a lot of makeup. She already felt her nervousness being transmitted to the taxi driver, who constantly looked at her as they were crossing the dark city. She had drawn his attention when she made a sign at him just before midnight at the big crossroad. She was a tiny girl in a woman’s body, trapped in the wrong image. She shut the taxi’s door forcefully and she coiled at a corner. It was as if the seat sucked her. She read him the address from an old, yellow envelope with a big cachet that looked like a doodle on the postage stamp. “Baladeva house”, Trizini region.  Her hands were shaking and her veins looked like small streams ready to overflow from her sudden storm of agony. He looked at her, fixing her clothes and hair all the time and he thought with a small, cunning smile that only a man could upset a woman in such a way.
 She had never met him before even though she knew him for the last thirteen years. In her hands, she held the first letter that he had sent to her when she was still at school. Back then, during her immature years of puberty, being madly in love with her Latin professor, she would do anything to draw his attention. She attended, with great interest, the chess classes that he organized every Sunday afternoon at the central city square. It was the best way to spend some time with him. She got stubborn and became a very good player just to win a glance of admiration from him. She got that good that she even took part in small chess tournaments that the professor organized with players from various ages and the cities nearby. At her first tournament, her heart was ready to burst. She felt like being watched by everyone and she didn’t give the best of her. She was more determined the following Sunday. Like another Alice in Wonderland, small but willing to protect her king at any cost, she played with such strength and wisdom that left the audience speechless. She won both her opponents, who were elder and clearly more experienced than her. It was not easy but in her magical world the only thing that mattered was to defend that black army of hers. A week had passed after that Sunday triumph and everyone in the city was still talking about her achievement. The tournaments went on for a bit longer with the same eagerness and then she stopped attending them. Studying for the first year of university didn’t leave her much time. Her puberty life was now student life with greater excitement and demands. She kept on playing chess at the university’s club but it was only to relax her from the study. She never managed to attract her professor’s attention in the way that she had imagined in her girlish mind, but she managed to attract His attention.
 One afternoon, she found an envelope in the mailbox. The name and the address were written in a peculiar handwriting with ornate, calligraphic ends in the consonants that also trapped the vowels within their curves. Eliza Peterson, apartment 5, Sibra area. They looked like branches of huge trees at the tropical rainforests of the Amazon, joined together so high off the ground forming a bizarre roof that looked more like a skein. There were only the initials E.X. at the sender's place and an address that the young lady knew that was at the edge of the city, in Trezini. It was a part that she had not visited, but again she had never gone out of her own large block that covered the university, the dorm and a small cafe that she used to hang out with her friends nearby. But she had heard stories from her parents that you should not go there if you didn't have a good reason. She opened the envelope after class. Two pages written in pen popped out, showing some kind of hesitation and shyness with letters bonded with each other, as if to take courage from each other. In those few rows of the first page, He expressed his admiration for the way she had played in that tournament about eight months ago and his own love for chess counting from his childhood up to that day. In order to satisfy that love he went to similar chess events with undiminished interest and he even travelled many miles to attend them. She stopped reading and tried to visualize the faces of that Sunday back then. It was fruitless. The square was crowded, it could be anyone. It had been so long and any images of certain faces that might have aroused her interest or curiosity had definitely faded out. But the most interesting part was that the misterious mister E.X. started a game of chess on the second page and he challenged- invited her to continue. As much as she was taken by surprise, she didn't hesitate to answer him. She took it as a game and after that first one, countless others followed. In many of these games, he would make a remark if she handled anything the wrong way or he would praise her if she surprised him with a movement of hers. The letters were not always sent with the same frequency. Her schedule was loaded with her degree exams, her adult life in her own house, her first duties as a teacher and her first love affairs. Her letters could be characterized of a greater freedom and would talk about her daily life or a good book that she had read. He, on the other hand, was tighter upon those spontaneous reactions. The weather was his favorite subject and it was only there that he let the vowels and consonants gracefully take a deep breath. He would talk about the fog that covered any fear and the way the soil smelled after the rain, and how he couldn't stand the heat during summer time. His greatest excess was a Christmas card that she would receive every Christmas Eve, from the second year on, written with the same black pen that he also used for their mail, filled with wishes for health and a happy new year. She didn't know a thing about his life and she never asked him. He cultivated, in every way he could, all that mystery hidden behind every word or move. His mail would make her smile every time and even though she could take a taxi and see his residence to tame her own flourishing curiosity, especially during the first years, she never went through it. Tonight was a special occasion. He had taken her by surprise. She was waiting for a new game to start, but when she opened the envelope, she saw a printed invitation. "It's high time we played face to face! Take a taxi just before midnight.”
 She had that old envelope in her hands, the beginning of a special chess and mail friendship. The taxi swallowed the kilometers and she gazed the night that would soak into her, with her heart beating like crazy and ready to tear her shirt. She was not certain if she was afraid as she approached Him. After all those years she had created an invisible tender bond with her unknown teammate. She had created an image of an older man in her mind, but apart from that, she could not draw any other characteristics. He had prohibited it in his own way. The city lights were gradually lost just like her confidence. She knew that after the small forest that they would cross now, they would enter his dark neighborhood. Apart from the silent driver's glances, she felt His eyes following her. A small inner voice whispered that she might be trapped  but she pretended not to hear it. A few kilometers were still between her and mister E.X. 

TO MEΓΑΛΟ ΡΟΚΕ: Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ



   Έστρωνε τη φούστα της συνέχεια στα γόνατά της. Ήταν στο σωστό μήκος; Περνούσε μηχανικά τα δάχτυλά της στο γιακά του γκρίζου πουκάμισου και μετά στον αυστηρό κότσο της. Μήπως να απελευθέρωνε τα μαλλιά της στο φυσικό τους περιβάλλον, εκεί κοντά στο ύψος του στήθους της; Δεν μπορούσε να κρύψει την ένταση και τη νευρικότητα. Είχε περάσει αρκετή ώρα μπροστά στον καθρέπτη του μικρού της σπιτιού εκείνο το απόγευμα. Είχε αποφασίσει να τονίσει μόνο τα μάτια της και να αποφύγει το κραγιόν και το ρουζ. Αλλά και πάλι δεν ήταν σίγουρη. Είχε καταφέρει να κρύψει όλη τη θηλυκότητά της σε ένα ταγέρ και ένα πρόσωπο χωρίς ιδιαίτερο μακιγιάζ. Ήδη ένιωθε τη δική της αμηχανία να μεταφέρεται, άθελά της, στον οδηγό του ταξί, ο οποίος της έριχνε συνέχεια κλεφτές ματιές καθώς διέσχιζαν τη σκοτεινή πόλη. Του είχε κινήσει την περιέργεια όταν την είδε να του γνέφει λίγο πριν τα μεσάνυχτα στη μεγάλη διασταύρωση. Ένα μικρόσωμο κορίτσι σε σώμα γυναίκας, μάλλον εγκλωβισμένο στη λάθος εικόνα. Έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου με δύναμη και κουλουριάστηκε σε μια γωνιά. Έμοιαζε σαν να τη ρουφάει το κάθισμα. Του διάβασε τη διεύθυνση από έναν κιτρινισμένο φάκελο με μια μεγάλη σφραγίδα που έμοιαζε με μουτζούρα πάνω στο γραμματόσημο. «Οικεία Μπαλαδέβα, περιοχή Τριζίνι». Τα χέρια της έτρεμαν και οι φλέβες της διαγράφονταν σαν μικρά ρυάκια έτοιμα να ξεχειλίσουν από την ξαφνική νεροποντή της αγωνίας της. Τη χάζευε που έφτιαχνε συνέχεια τα ρούχα και τα μαλλιά της και σκέφτηκε με ένα μικρό πονηρό χαμόγελο ότι σίγουρα ένας άντρας μόνο θα μπορούσε να αναστατώσει μια γυναίκα με αυτόν τον τρόπο. 
 Δεν τον είχε συναντήσει ποτέ ξανά κι ας τον γνώριζε δεκατρία χρόνια. Στα χέρια της κρατούσε το πρώτο γράμμα που της είχε στείλει όταν ακόμα πήγαινε σχολείο. Τότε, στα άγουρα   χρόνια της εφηβείας, τρελά ερωτευμένη με τον καθηγητή των λατινικών έκανε τα πάντα για να του τραβήξει την προσοχή. Παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τα σκακιστικά μαθήματα που  διοργάνωνε κάθε Κυριακή απόγευμα στην κεντρική πλατεία της πόλης. Ήταν ο καλύτερος τρόπος για να περνάει περισσότερο χρόνο μαζί του. Για να κερδίσει ένα του βλέμμα θαυμασμού πείσμωσε και έγινε καλή παίκτρια. Τόσο καλή που πλέον έπαιρνε μέρος σε μικρά τουρνουά που διοργάνωνε ο ίδιος με παίκτες όλων των ηλικιών και κοντινών πόλεων. Στο πρώτο τουρνουά η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Ένιωθε όλα τα βλέμματα πάνω της και δεν μπόρεσε να δώσει τον καλύτερο της εαυτό στον αγώνα. Την επόμενη Κυριακή όμως πήγε με άλλον αέρα και αποφασιστικότητα. Σαν μια άλλη Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, μικρή αλλά ορκισμένη να προστατέψει το βασιλιά της με κάθε κόστος, έπαιξε με τόση δύναμη και σοφία που άφησε το κοινό άφωνο. Κέρδισε και τους δύο αντιπάλους της που ήταν μεγαλύτεροι και σαφέστατα πιο έμπειροι από την ίδια. Δεν ήταν καθόλου εύκολο αλλά στο δικό της μαγικό  κόσμο το να υπερασπιστεί το μαύρο της στρατό ήταν το μόνο που είχε σημασία. Μια βδομάδα πέρασε μετά από εκείνο τον κυριακάτικο θρίαμβο και όλοι στην πόλη ακόμα μιλούσαν για το κατόρθωμά της. Τα τουρνουά συνεχίστηκαν για λίγο καιρό ακόμα με τον ίδιο ζήλο και μετά σταμάτησε να πηγαίνει. Το διάβασμα για το πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο δεν της άφηνε πολύ χρόνο. Η εφηβική της ζωή είχε περάσει στη φοιτητική με τις μεγαλύτερες συγκινήσεις και απαιτήσεις. Συνέχισε να παίζει σκάκι στη λέσχη της σχολής αλλά πλέον για να τη χαλαρώσει από τη μελέτη. Δεν κατάφερε να κερδίσει την προσοχή του καθηγητή της με τον τρόπο που είχε πλάσει στο κοριτσίστικο μυαλό της αλλά κατάφερε να κερδίσει την προσοχή Εκείνου.
 Ένα μεσημέρι βρήκε ένα φάκελο στο γραμματοκιβώτιο. Το όνομα και η διεύθυνσή της ήταν γραμμένα με έναν ιδιαίτερο γραφικό χαρακτήρα με περίτεχνα, καλλιγραφικά τελειώματα στα σύμφωνα που εγκλώβιζαν στις καμπύλες τους και τα φωνήεντα. Ελάιζα Πέτερσον, διαμέρισμα 5, περιοχή Σίμπρα. Έμοιαζαν με κλαδιά τεράστιων δέντρων στα τροπικά δάση του Αμαζονίου που μπλέκονταν μεταξύ τους τόσο ψηλά από το έδαφος και έφτιαχναν μια περίεργη στέγη που θύμιζε περισσότερο κουβάρι. Στη θέση του αποστολέα υπήρχαν μόνο τα αρχικά Ε.Χ. και μια διεύθυνση που ήξερε η μικρή ότι βρισκόταν στην άκρη της πόλης, στο Τρεζίνι. Ήταν ένα κομμάτι που δεν το είχε επισκεφτεί, αλλά και πάλι δεν είχε βγει ποτέ από το δικό της μεγάλο τετράγωνο  που κάλυπτε το πανεπιστήμιο, τη φοιτητική εστία και ένα μικρό καφέ που πήγαινε με τις φίλες της εκεί κοντά. Είχε ακούσει όμως, από ιστορίες των γονιών της, ότι σε εκείνο το κομμάτι της πόλης  καλύτερα να μην πήγαινες αν δεν είχες σοβαρό λόγο.  Άνοιξε το φάκελο μετά το μάθημα. Ξεπρόβαλαν δύο σελίδες γραμμένες με πένα, που μαρτυρούσαν ένα δισταγμό και μια συστολή με γράμματα κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο για να παίρνουν θάρρος. Σε εκείνες τις λιγοστές αράδες της πρώτης σελίδας μιλούσε για το θαυμασμό του για τον τρόπο που είχε παίξει σε εκείνο το τουρνουά περίπου οκτώ μήνες πριν και τη δική του αγάπη για το σκάκι που ξεκινούσε από την παιδική του ηλικία και έφτανε μέχρι το σήμερα. Για να ικανοποιήσει την αγάπη του αυτή παρακολουθούσε αντίστοιχες σκακιστικές εκδηλώσεις με αμείωτο ενδιαφέρον και μάλιστα πολλές φορές θα ταξίδευε πολλά χιλιόμετρα για να παραστεί σε αυτές. Σταμάτησε να διαβάζει και προσπάθησε να συνθέσει στο μυαλό της πρόσωπα και φυσιογνωμίες εκείνης της Κυριακής. Μάταια. Η πλατεία είχε πολύ κόσμο, θα μπορούσε να είναι ο καθένας μες στο πλήθος. Είχε περάσει και τόσος καιρός και οι όποιες εικόνες κάποιων προσώπων που μπορεί να της είχαν κινήσει το ενδιαφέρον ή την περιέργεια σίγουρα είχαν ξεφτίσει. Το πιο ενδιαφέρον όμως ήταν ότι ο μυστηριώδης κύριος Ε.Χ ξεκινούσε μια παρτίδα στη δεύτερη σελίδα και την προκαλούσε-προσκαλούσε να τη συνεχίσει. Όσο κι αν την ξάφνιασε, δε δίστασε να του απαντήσει. Το πήρε ως παιχνίδι και μετά από εκείνη την πρώτη παρτίδα ακολούθησαν αμέτρητες. Σε πολλές από αυτές θα της έκανε κάποια παρατήρηση αν χειριζόταν κάτι λάθος ή θα την επαινούσε αν τον αιφνιδίαζε με μια κίνησή της. Τα γράμματα δε στέλλονταν πάντα με την ίδια συχνότητα. Το πρόγραμμά της είχε φορτωθεί αρκετά με τις εξετάσεις για το πτυχίο, την ενήλικη ζωή της στο δικό της σπίτι και την πρώτη της δουλειά ως δασκάλα πλέον αλλά και τους πρώτους της έρωτες. Τα δικά της γράμματα με τον καιρό απέκτησαν περισσότερη ελευθερία και θα μιλούσαν λίγο για την καθημερινότητά της ή για ένα καλό βιβλίο που διάβασε. Εκείνος πάλι πάντα ήταν πιο σφιγμένος σε εκείνες τις αυθόρμητες συνομιλίες. Ο καιρός ήταν το αγαπημένο του θέμα κι εκεί φρόντιζε να δείξει την άνεσή του αφήνοντας στα σύμφωνα και στα φωνήεντα να αναπνεύσουν. Θα της μιλούσε για την ομίχλη που σκέπαζε το φόβο ή θα εκθείαζε το πώς μύριζε το χώμα μετά τη βροχή και για το πόσο δεν άντεχε ο ίδιος την αφόρητη ζέστη τους καλοκαιρινούς μήνες. Η μεγαλύτερη του υπέρβαση ήταν μια χριστουγεννιάτικη κάρτα που την περίμενε  στο ταχυδρομείο της από τον δεύτερο χρόνο και μετά, γραμμένη κι αυτή με την ίδια μαύρη πένα που χρησιμοποιούσε και για την αλληλογραφία τους, γεμάτη ευχές για υγεία και καλή χρονιά. Δεν ήξερε για τη ζωή του τίποτα και ποτέ δε ρώτησε τίποτα περισσότερο. Καλλιεργούσε με όποιο τρόπο μπορούσε το πέπλο μυστηρίου που υπήρχε πίσω από κάθε γραμμένη λέξη ή κάθε κίνηση. Πάντα θα την έκανε να χαμογελάσει όταν έβρισκε τα γράμματά του στο κουτί της αλληλογραφίας και ενώ θα μπορούσε να πάρει ένα ταξί και να δει πού μένει από κοντά για να δαμάσει την περιέργειά της, ειδικά τα πρώτα χρόνια, δεν το έκανε ποτέ. Απόψε ήταν μια ειδική περίπτωση. Την είχε αιφνιδιάσει για άλλη μια φορά . Ενώ περίμενε να ξεκινήσει μια καινούργια παρτίδα, όταν άνοιξε το φάκελο, είδε μια τυπωμένη πρόσκληση. «Μετά από τόσο καιρό ήρθε η ώρα να παίξουμε κι από κοντά. Ξεκίνα λίγο πριν τα μεσάνυχτα.»
 Αυτόν τον κιτρινισμένο φάκελο είχε στα χέρια της απόψε, την απαρχή μιας σκακιστικής φιλίας και ιδιαίτερης αλληλογραφίας. Το ταξί κατάπινε τα χιλιόμετρα κι εκείνη με την καρδιά της να χτυπάει και να τη νιώθει έτοιμη να σκίσει το πουκάμισό της, χάζευε τη νύχτα που τη βύθιζε μέσα της. Δεν ήξερε αν φοβόταν όσο πλησίαζε σε Εκείνον. Μετά από τόσα χρόνια είχε δημιουργήσει έναν αόρατο δεσμό τρυφερότητας με εκείνο τον άγνωστο συμπαίκτη της. Είχε φτιάξει στο μυαλό της μια εικόνα ενός μεγαλύτερου άντρα αλλά πέρα από αυτό δεν μπορούσε να του ζωγραφίσει άλλα χαρακτηριστικά. Με τον τρόπο του της το απαγόρευε. Τα φώτα της πόλης χάνονταν σιγά σιγά όπως και η σιγουριά που είχε για τον εαυτό της. Ήξερε ότι μετά το μικρό δάσος που θα διέσχιζαν τώρα θα ξεκινούσε η δική του γειτονιά, η σκοτεινή. Πέρα από τις ματιές του σιωπηλού οδηγού ένιωθε και το δικό του βλέμμα να την παρακολουθεί. Μια μικρή φωνή μέσα της ψιθύριζε ότι ίσως έπεφτε σε μια μεγάλη παγίδα αλλά έκανε ότι δεν την άκουγε. Τη χώριζαν λίγα χιλιόμετρα ακόμα από τον κύριο Ε.Χ.