Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα noir. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα noir. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Η ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ


Ένιωθε την ίδια έξαψη με τότε.  Δεν ήταν και λίγο πράγμα να βλέπεις να πλησιάζει την πόλη σου  ένα τεράστιο κίτρινο φίδι με μια ολόκληρη πόλη χτισμένη πάνω του. Να το βλέπεις να έρχεται από μακριά, να σκίζει τον ουρανό κυματιστά, κοιτάζοντάς σε, με τα γυάλινα μάτια του. Έμοιαζε με ένα μεταμοντέρνο σαλιγκάρι βγαλμένο από κάποιον ανείπωτο εφιάλτη. Ο δρόμος είχε ερημώσει. Όλοι έτρεχαν ουρλιάζοντας να κρυφτούν από την απειλή αλλά ο Τζακ, με την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή και την ανάσα του να βγαίνει με δυσκολία, είχε μείνει ακίνητος να το χαζεύει, έξω από το βιβλιοπωλείο του στην οδό Μπουκσάιντερ. Έμενε σαν να όφειλε να το καλωσορίσει. Κι όσο πλησίαζε, τόσο χαμήλωνε το σπειροειδές κορμί του και φαίνονταν καλύτερα τα γκρίζα κτίρια  και οι επιγραφές μιας πόλης ανύπαρκτης σε όλους τους χάρτες. Κι όσο χαμήλωνε και ερχόταν κοντά του, σε πείσμα ενός γενικευμένου πανικού και υστερίας που επικρατούσε γύρω του λες και ο κόσμος είχε έρθει επίσημα στο τέλος του, εκείνος απλά πιάστηκε από το δέρμα του φιδιού, κοντά στην ουρά του, και άρχισε να σκαρφαλώνει. Στα πενήντα του η ορμή του τυχοδιώκτη χρυσοθήρα ξύπνησε με την επιθυμία να κατακτήσει την κινούμενη άγνωστη πόλη. 
Από τότε είχαν περάσει δύο χρόνια περίπου. Ο Τζακ  την τριγύρισε, την αφουγκράστηκε, τη μύρισε, την έψαξε, σαν εραστής πάνω σε ένα καινούργιο σώμα. Έμαθε τα πιο φωτεινά και σκοτεινά σημεία της, την περπάτησε ως το τελευταίο της αδιέξοδο. Ξεσηκωμένος από τη δύναμη και το μυστήριό της, την άφησε να τον τραβήξει όλο και πιο βαθιά μέσα της και στα μυστικά της. Πάντα του έδινε μια αφορμή και μια αιτία για να την ερωτευτεί ξανά από την αρχή και να κρατάει ζωντανή αυτή τη σπίθα της προσμονής. Τρύπωνε στα άδεια γραφεία των σκονισμένων επιχειρήσεων, καθόταν στα έρημα σκαμπό των ήσυχων μπαρ, κοιμόταν στα ξέστρωτα κρεβάτια των μοναχικών διαμερισμάτων. Τριγύριζε σε μια πόλη φάντασμα που κάποτε είχε κατοικηθεί ,αλλά τώρα πια είχε μείνει η ανάμνηση αυτής της αίσθησης. Ήταν μόνος του αλλά πολλές φορές βίωνε την παρουσία και κάποιου άλλου στους περιπάτους του. Όσο κι αν τον αναζήτησε δεν τον βρήκε ποτέ πίσω από τα φωτισμένα παράθυρα και τις ταράτσες των έρημων ξενοδοχείων. Όποιος και αν ταξίδευε μαζί του δεν άφηνε ίχνη πίσω του, πέρα από λαμπερά σημεία, σαν να περνούσε μια πυγολαμπίδα. 
Το φίδι όλο αυτό το διάστημα πετούσε ψηλά και του χάριζε απλόχερα κάθε λογής τοπία. Θάλασσες φουρτουνιασμένες, ορυζώνες μέχρι εκεί που έφτανε η ματιά του, χωράφια που έμοιαζαν με πράσινα μωσαϊκά, πόλεις πνιγμένες στη μόλυνση. Σήμερα όμως πετούσε πάνω από μια έρημη έκταση πολύ χαμηλά. Λες και βρισκόταν σε ένα άδειο σημείο της υδρογείου, σε ένα λευκό χαρτί. Η έξαψη του παρελθόντος τον χτύπησε και πάλι. Όπως τότε είχε σκαρφαλώσει στην πόλη του φιδιού χωρίς δεύτερη σκέψη, σήμερα θα την εγκατέλειπε. Το ένιωθε ότι είναι η τελευταία του μέρα πάνω της. Και ίσως το φίδι να το είχε ήδη διαισθανθεί και να πετούσε χαμηλά για να τον διευκολύνει. Όπως ολοκλήρωνε το ερπετό τη μεταμόρφωσή του, έτσι ολοκλήρωνε κι ο Τζακ τη δική του. Είχαν ήδη αρχίσει να φεύγουν ιριδίζουσες νιφάδες από το παλιό του δέρμα και να σκορπίζονται στην πρωινή ομίχλη. Οι οικοδεσπότης του άλλαζε και για πρώτη φορά το ένιωθε κι ο σιωπηλός άντρας. Εκείνος  πάλι σκόρπιζε στον αέρα μικρά δικά του κομμάτια. Ήταν πια σίγουρος ότι εκείνος που έψαχνε όλο αυτόν τον καιρό δεν ήταν άλλος παρά ο ίδιος ο εαυτός του. Τώρα το ένιωθε ότι τα φώτα που άναβαν σε διάφορα σημεία της πόλης  ήταν μονάχα δικές του σκέψεις για τη ζωή του, το ίδιο του το παρελθόν. Προσπάθησε να το καταλάβει, να το αγαπήσει. Μόλις το φως ζωήρευε λίγο ακόμα, θα πηδούσε. Αν ρωτούσε τον εαυτό του, δεν ήταν σίγουρος αν έφευγε με δική του θέληση ή αν τον έσπρωχνε εκείνη, η πόλη του φιδιού. 

THE CITY OF THE SNAKE


He felt the same excitement as he did back then. It was certainly a big thing to see a giant yellow snake with a whole town on top of it approaching you. It came from afar, tearing the sky in waves, looking at you with its cold eyes. It looked like a postmodern snail popping out of an unspeakable nightmare. The street was empty. Everyone was screaming and running away from the threat but Jack, with his heart beating like a drum and his breath coming with difficulty, was standing still staring at it, outside his book store, on Booksider str. He stood like he had to welcome it. The more it got close, the more it lowered its spiral body and he could see better the grey buildings and the signs of an unknown city in all the maps. The more it lowered and got closer to him, despite the generalized panic and hysteria that surrounded him, as if the world had officially come to an end, he just grabbed the skin of the snake close to the tail and began to climb. In his fifties the urge of the adventurer gold – digger awoke with the desire to conquer the moving unknown city. 
Two years had passed since that day. Jack wandered around the city, listened to her, smelled her, and searched her like a lover over a new body. He learned the brightest and darkest spots of her, reached the last dead end. Overwhelmed by her power and mystery, he let her pull him deeper inside herself and her secrets. She always gave him the reason and the cause to fall in love all over again and to keep the spark alive. He sneaked in the empty offices of the dusty companies, he sat on the deserted stools of the quiet bars and he slept in the unmade beds of the lonely apartments. He wandered in a ghost town once inhabited, left with that memory of that sensation. He was alone but he experienced the presence of someone else during his walks many times. No matter how much he searched for him, he never found him behind the lit windows and the roofs of the deserted hotels. Whoever was travelling with him, he did not leave traces behind him, apart from bright marks, like a passing firefly.

All this time the snake flew high and gave him all sorts of landscapes. Stormy seas, rice fields as far as he could see, fields that looked like green mosaics, cities full of pollution. But today it flew too low over a deserted area. It was as if he reached an empty spot of the globe, a blank piece of paper. The excitement of the past hit him again. Today he would abandon the city of the snake without a second though, just like he had once climbed upon it. He felt that this would be his last day on it. And maybe the snake had already sensed it and flew low enough to make it easier for him. Just like the serpent was completing its transformation, Jack was completing his own. Iridescent flakes of its old skin had already started to fall off and scatter in the morning mist. His host was changing and for the first time the silent man felt it. He was now certain that the one he was looking for all this time was none other than himself. Now he felt that the lights that were lit at various parts of the city were his thoughts about his life, about his own past. He tried to understand him and love him. Once the light was a bit stronger, he would jump. If he would ask himself, he would not be certain whether he was leaving on his own will or the city of the snake was making him go. 

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

TO MEΓΑΛΟ ΡΟΚΕ: Η  ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ

  

   “Όποτε είστε έτοιμη, δεσποινίς Πήτερσον!”, άκουσε τη σταθερή φωνή του από την άλλη μεριά της σκακιέρας. Την είχε πιάσει πανικός. Η πρώτη της σκέψη ήταν να το βάλει στα πόδια. Στο σπίτι θα βρισκόταν ο υπηρέτης του αλλά στον κήπο όλο και κάπου θα μπορούσε να κρυφτεί ή, ακόμα καλύτερα, ίσως κατάφερνε να βγει στο δρόμο. Ήταν πιο νέα και από τους δύο, με μεγαλύτερη αντοχή και το σπουδαιότερο, φοβόταν. Ο φόβος της έδινε άλλη δύναμη και άλλη ενέργεια. Το ενδεχόμενο να βάλει να την ακολουθήσουν και τα τριάντα δύο πιόνια ήθελε να το βγάλει από το μυαλό της, παρόλο που δεν ήξερε τις δυνάμεις τους.

    Όσο εκείνος καθόταν με μια ήρεμη έκφραση, που φανέρωνε από τώρα μια αίσθηση νίκης, η μικρή ένιωθε την καρδιά της να έχει σταματήσει. Μικρές, κοφτές, ανυπόμονες ανάσες τη συντρόφευαν. Ήταν ανάσες που διακριτικά έβγαιναν από τα πιόνια και αυτό ήταν αρκετό για να την ανατριχιάσει ακόμα περισσότερο. Ήταν πιόνια που έπρεπε να λυπηθεί και να προσπαθήσει να ελευθερώσει ή μήπως ένας περίεργος στρατός που με ένα του νεύμα θα την καταδίωκαν; Η απόγνωση την είχε μουδιάσει. Έπρεπε να δράσει άμεσα. Πέταξε το ποτήρι που κρατούσε και το γυαλί έγινε χίλια κομμάτια στις πέτρινες πλάκες. Οι μικρές ανάσες από τα πιόνια έγιναν πιο κοφτές και το άλογο μπροστά της κούνησε νευρικά τα πόδια του. Ίσως κομμάτια γυαλιού να το τρόμαξαν ή ακόμα και να το τραυμάτισαν.  Άρχισε να τρέχει σαν τρελή. Πέρασε το φράχτη και έφτασε πάλι στις κλαίουσες, στα φανάρια και στα πέτρινα παγκάκια. Το ένα της παπούτσι βγήκε και μπλέχτηκε στους θάμνους αλλά δε σταμάτησε λεπτό. Το γέλιο του έσχιζε τη σιωπή και το λαχάνιασμά της.
    “Πού νομίζετε ότι πάτε, δεσποινίς Πήτερσον; Δεν υπάρχει διέξοδος”, της φώναξε και συνέχισε να γελάει δυνατά και χαιρέκακα.
    Ακολούθησε ένα μονοπάτι που πίστεψε ότι οδηγούσε προς την έξοδο. Της θύμιζε την ίδια διαδρομή με το πέτρινο δρομάκι που έκοβε τον κήπο στα δύο. Ναι, δεν έκανε λάθος, το μονοπάτι ήταν μόνο ένα και οδηγούσε στην έξοδο, άρα στη σωτηρία της. Το γέλιο του ακουγόταν ακόμα αχνά πίσω της μαζί με την αγωνία και τον τρόμο της. Όσο έτρεχε όμως ένιωθε την απόσταση να μεγαλώνει αντί να μικραίνει. Τώρα ήταν σίγουρη ότι δε θυμόταν τις κλαίουσες σε αυτό το σημείο, το σπίτι δεν το έβλεπε πουθενά στον ορίζοντα ενώ θα έπρεπε να το είχε ήδη προσπεράσει.
Το γυμνό της πόδι άρχισε να την πονάει από την άγρια επιφάνεια των πέτρινων πλακών. Και τι περίεργο, το ίσιο μονοπάτι τώρα είχε γίνει ένας κυκλικός διάδρομος, σα σπείρα, που όλο και περιστρεφόταν σα σαλιγκάρι που την παγίδευε αντί να την ελευθερώσει. Τα κλαδιά από τις κλαίουσες, χωρίς να φυσάει, αιωρούνταν σα μια φυσική κουρτίνα και της έβαζαν εμπόδια. Μπλέκονταν στον κότσο της, που τώρα είχε πια λυθεί, και τα μαλλιά της μπερδεύονταν στα μάτια της, σα μέδουσες στον ωκεανό της νύχτας. Παραπάτησε και έπεσε χτυπώντας τα γόνατα της αλλά σηκώθηκε αμέσως ξεχνώντας τον πόνο στο λεπτό. Η σπείρα όλο και στένευε έτοιμη να την εγκλωβίσει για πάντα μέσα της. Ενώ θα έπρεπε να απομακρύνεται ήδη από Αυτόν και να αφήνει πίσω της αυτόν τον εφιάλτη, το γέλιο του με ένα αδιόρατο τράβηγμα στο πίσω μέρος του λαιμού της τώρα τη στοίχειωνε. Έμοιαζε λες και την είχε γραπώσει από το λαιμό και τη γύριζε πίσω. Δεν είχε πλέον την παραμικρή ιδέα για το πού πήγαινε αλλά οι ελπίδες της να δραπετεύσει σαν να σβήνονταν όσο βάθαινε η νύχτα. Είχε μπλεχτεί σε έναν ιστό αράχνης από όπου ήταν αδύνατο να ξεφύγει. 
    Και οι φόβοι της δεν άργησαν να επιβεβαιωθούν. Το μονοπάτι-σπείρα κατέληξε πάλι στον κήπο με την ανθρωπόμορφη σκακιέρα και τον κύριο Ε.Χ. να την περιμένει κρατώντας το ποτήρι στο χέρι του νευρικά. 
    “Χάνω την υπομονή μου, δεσποινίς Πήτερσον”, της φώναξε από την άλλη άκρη.                  “Ελάτε επιτέλους και φερθείτε ώριμα, όπως αρμόζει σε μια δεσποινίδα της ηλικίας σας. Μεγαλώσατε πια! Τέρμα τα παιχνίδια”, κάγχασε και πλησίασε στη σκακιέρα. Το ίδιο έκανε και η κοπέλα λαχανιάζοντας και προσπαθώντας να συγκρατήσει τα πρώτα δάκρυα που πίεζαν τα μάτια της.
   “Είσαι άρρωστος πραγματικά”, ούρλιαξε αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
  Ο αινιγματικός κύριος Ε.Χ. στάθηκε πίσω από τα μαύρα πιόνια. Ήταν λιγάκι πιο ψηλός από αυτά και έμοιαζε σαν πατρική φιγούρα μπροστά σε ένα, αν μη τι άλλο, νοσηρό δημιούργημα. H Eλάιζα έμεινε παγωμένη πίσω από τα λευκά. Ένιωθε τα βλέμματα από αυτά τα γυναικεία πιόνια να μετράνε το θάρρος της που είχε αρχίσει να λιγοστεύει. Είχε πλέον αντιληφθεί ότι δεν ήταν μια ακόμα παρτίδα, όπως τόσες που είχαν όλα αυτά τα χρόνια μοιραστεί, αλλά μια παρτίδα ζωής και θανάτου. Αν έπρεπε να παίξει, θα φρόντιζε να παίξει εξίσου καλά με τον αντίπαλό της.
Με αποφασιστικότητα κινήθηκε προς το λευκό πιόνι. Στάθηκε πίσω του και χρειάστηκε να το σπρώξει προς το κέντρο, νιώθοντας τη συριστική του ανάσα.
  “Επιτέλους, σαν να βρίσκετε τον εαυτό σας σιγά σιγά”, της είπε δηκτικά και κινήθηκε και εκείνος προς το μαύρο πιόνι που μετακίνησε με μεγαλύτερη ευκολία φυσικά. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η πιο ιδιαίτερη παρτίδα που είχε παίξει μέχρι τώρα. Διεκδικώντας το κέντρο, με τις πρώτες της κινήσεις άφησε να φανεί ότι ήθελε ο αξιωματικός της και το άλογο να είναι σε θέση μάχης. Και τι περίεργο που ήταν να μετακινεί πιόνια σχεδόν στο ύψος της! Έπρεπε να καταβάλλει δύναμη κάθε φορά και αυτό ήταν ικανό να της αποσπάσει την προσοχή και τη συγκέντρωση. Είχε κουραστεί και ζεσταθεί. Έβγαλε το σακάκι της και το πέταξε στο γρασίδι. Στόχος της ήταν να προστατεύσει το βασιλιά της και για αυτό συνήθισε ακόμα και στα αστραπιαία βλέμματα που της έριχνε πού και πού ο μαύρος αξιωματικός και ο πύργος. Οι κινήσεις της ήταν αποτελεσματικές. Το ίδιο αποφασιστικά έπαιζε και ο αντίπαλός της, φροντίζοντας να μην αφήνει ακάλυπτο το βασιλιά του στις προκλήσεις της, θυσιάζοντας μερικά πιόνια και επαινώντας την για τις έξυπνες της κινήσεις, όπως έκανε και στα γράμματα. Η Ελάιζα διαισθανόταν ότι της έδινε ένα προβάδισμα και ότι ακόμα δεν είχε δώσει τον καλύτερό του εαυτό. Ρίχνοντας μια πιο προσεκτική ματιά στα πιόνια της αλλά και τα πιόνια του αντιπάλου, διέκρινε ότι μόνο η βασίλισσά της ήταν ένα πέτρινο πιόνι χωρίς κανένα χαρακτηριστικό που να παραπέμπει σε γυναίκα. Από όποια γωνία και αν το χάζεψε είχε μόνο πέτρα και σκαλίσματα. Αυτή η διαπίστωση ήταν αρκετή για να νιώσει ένα κύμα κρύου ιδρώτα στη σπονδυλική της στήλη και στη σκέψη του πιο εφιαλτικού σεναρίου παραλίγο να λιποθυμήσει. Άραγε, μήπως αυτός ήταν ο απώτερος στόχος του, να γίνει η ίδια η νέα του βασίλισσα;
   
   Η παρτίδα κράτησε περίπου δύο ώρες και κάτι που της φάνηκε μια αιωνιότητα. Ο χώρος και ο χρόνος είχαν πάρει μια εντελώς διαφορετική διάσταση εκείνη τη νύχτα. Η ίδια άφησε τον παλιό της εαυτό πίσω, όταν πέρασε την πόρτα αυτού του σπιτιού, και τώρα πια ήταν πολύ αργά για μετάνοιες και δεύτερες σκέψεις. Ο συμπαίκτης της είχε περάσει στην επίθεση. Το σαχ δεν άργησε να έρθει και φυσικά το ματ γιατί πλέον είχε χάσει τον έλεγχο. Ο κύριος Ε.Χ. τώρα διέσχιζε τη σκακιέρα και ερχόταν προς το μέρος της. Την κοίταζε βαθιά στα μάτια και χαμογελούσε ειρωνικά. 
   “Σίγουρα μπορούσατε και καλύτερα, δεσποινίς Πήτερσον! Δε δώσατε τον καλύτερο σας εαυτό απόψε αλλά και πάλι, υποθέτω ότι μπορώ να σας δικαιολογήσω”, της είπε με στόμφο και στάθηκε μπροστά στη λευκή βασίλισσα. Της άγγιξε ελαφρά το πέτρινο στέμμα και η κοπέλα, αν και βρισκόταν κάποια τετράγωνα πίσω του, ρίγησε καθώς ένιωσε ένα κύμα ηλεκτρισμού να περνάει τα μαλλιά της που ήταν από ώρα ξέμπλεκα και ατίθασα. Το κύμα αυτό τη διαπέρασε ολόκληρη και τη μούδιασε. Ο άντρας εξακολουθούσε να έχει τα χέρια του πάνω στο πέτρινο πιόνι αλλά με έναν περίεργο τρόπο ένιωθε ότι τα χέρια του είχαν μπει μέσα της και ανακάτευαν τα σωθικά της. Ξαφνικά ένιωσε τα μέλη της να σκληραίνουν αστραπιαία και να παγώνουν, λες και ήταν από πέτρα. Ή μήπως ήταν; Σε κλάσματα δευτερολέπτων η φωνή της δεν έβγαινε, δεν ένιωθε το σώμα της, τα πόδια της είχαν ενωθεί και δεν μπορούσε να τα κουνήσει αλλά και τα χέρια της τα ένιωθε ένα με τη λεκάνη της. Δεν ένιωθε καν τον τρόμο γιατί η καρδιά της που πριν από λίγο χτυπούσε σαν τρελή, τώρα σαν να υπήρχε στο βάθος ενός πολύ σκοτεινού διαδρόμου όπου δεν έβρισκε την αρχή και το τέλος του. Το μόνο κομμάτι του παλιού της εαυτού ήταν τα βλέφαρά της που έκλειναν και άνοιγαν μηχανικά ρουφώντας εικόνες. Παρακολουθούσαν Εκείνον που την πλησίασε και της τα φίλησε με τα παγωμένα του χείλια, τη μετακίνησε στη σωστή της θέση και έβγαλε την άλλη βασίλισσα από τη σκακιέρα. Έστησε τα υπόλοιπά πιόνια και όλα ήταν έτοιμα για μια μελλοντική παρτίδα. Κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό της. Το δικό της όμως είχε ήδη ξεκινήσει τη δική του διαδρομή αιωρούμενο πάνω από τα νοτισμένα από τη νυχτερινή υγρασία γρασίδια, μπερδεύοντας τα φύλλα από τις κλαίουσες, ξαποσταίνοντας για λίγο στα πέτρινα παγκάκια και συνεχίζοντας τη διαδρομή ακολουθώντας το υποφωτισμένο μονοπάτι προς το σπίτι.
Εκείνη την ώρα ο σιωπηλός υπηρέτης άνοιγε το παράθυρο και βρήκε ευκαιρία να τρυπώσει στις πτυχώσεις της κουρτίνας που την παρέσυρε το αεράκι. Έμεινε για πολύ λίγο και μετά ακολουθώντας το διάδρομο με τις πολλές κλειστές πόρτες γλίστρησε μέσα από την κλειδαρότρυπα και μύρισε τις τριανταφυλλιές. Πέρασε τα κάγκελα και βγήκε στο σκοτεινό δρόμο όπου κανένα ταξί δεν θα την περίμενε πια.     

  

THE GRAND ROQUE: THE LAST GAME

   “Whenever you are ready, Mrs. Peterson”, she heard his steady voice from the other side of the chessboard. She was in panic. Her first thought was to run away. His servant would be in the house but it would be easier to hide in the garden, or even better, if she could make it to the street. She was younger and stronger than both of them and she was afraid. Her fear gave her another kind of strength and energy.  The possibility of the thirty – two pieces following her was something that she tried to put out of her mind, although she didn’t know their powers. While he was sitting with a calm expression, which already revealed a sense of victory, the young woman felt that her heart had stopped. Small, sharp, impatient breaths accompanied her. They were the breaths that discreetly came out of the pieces and that was enough to make her shiver even more. Did she have to feel sorry for them and try to release them or were they a strange army that was about to go after her with just one nod of his? The despair made her numb. She had to react. She threw away the glass that she held and it became a thousand pieces on the slabs. The small breaths of the pieces became sharper and the knight in front of her nervously moved its legs. Perhaps pieces of the glass frightened it or even wounded it. She started running like crazy.  She went over the fence and reached the weeping willows again, the lanterns and the stone benches. She lost her shoe that got tangled in the bushes but she didn’t stop not even for a minute. His laughter tore the silence and her panting.
“Where do you think you are going, Mrs. Peterson? There is no way out”, he yelled at her and he continued gloatingly laughing out loud. 
    She followed a path that she thought it would lead to the exit. It reminded her same route to the stone alley that divided the garden in two parts. Yes, she was not mistaken, the path was only one and it led to the exit, therefore her salvation. His laughter was still faintly heard behind her along with her terror and agony. But as she ran, she felt the distance growing rather than diminishing. Now, she was certain that she didn’t remember the weeping willows there nor the house could be seen anywhere on the horizon, when she should have overtaken it. 
    
Her bare foot began to hurt from the rough surface of the stone slabs. And how peculiar indeed! The straight path was now a circular corridor, like a spiral, that continually rotated like a snail trapping her instead of liberating her. The branches of the weeping willows, even though it was not a windy night, fluttered like a natural curtain and put obstacles to her. They got tangled in her bun, which was now undone, and her hair got in her eyes, like jellyfish in the night ocean. She stumbled and fell hurting her knees but she immediately got up forgetting all about her pain. The spiral got narrow, ready to trap her forever inside it. Even though she should be heading away from Him, and leaving this nightmare behind her, his laughter with a subtle pull at the back of her neck now haunted her. It was as if he had grabbed her and was pulling her back. She had the faintest idea where she was going but her hopes of escaping were fading out as the night was getting deeper. She was mixed up in a spider web from which it was impossible to escape. All her fears were soon confirmed. The spiral-path ended again in the garden with the anthropomorphic chess board with Mr. E.X. waiting for her, holding his glass nervously.
  “I’m losing my patience, Mrs. Peterson”, he shouted at her from the other side. “Come on and behave like a woman of your age! You are not a baby anymore! No more games!” he chuckled and approached the chessboard. The young woman did the same, gasping and trying to hold her tears. 
    “You are really sick”, she screamed in vain. The enigmatic Mr. E.X. stood behind the black pawns. He was a bit taller than these and he looked like a father figure in front of, if anything else, a hideous creation. Eliza stood still behind the white pawns. She felt the glances of these female pieces counting her courage that had started fading out. It was now clear that this was more than a game like so many others that they had shared all these years. It was a game of life and death. If she had to go along with it, she would make sure to play as good as her opponent. She moved towards the white pawn with determination. She stood behind it and she was forced to push it to the centre of the board, feeling its hissing breath. 
    “At last, I see that you are getting hold of yourself”, he said and he also moved his pawn with a greater ease of course. And the most peculiar game of her life, so far, began. She aimed for the centre with her first moves making it clear that she wanted the bishop and the knight to be ready for the battle. It was so strange to move pawns that were almost her height! She had to put great effort to move them every time and that was something to draw her attention and concentration off the game. She got tired and hot. She took off her jacket and threw it on the grass. Her goal was to protect her king and that’s why she even got used to those quick looks of the black bishop and the black rook. Her moves were effective and so were her opponent’s, who, made sure not to leave his king uncovered to her challenges, sacrificed a few pawns and praised her for her smart moves just as he did in his letters. Eliza sensed that he gave her a head start and that he didn’t still give his best shot. Taking a closer look at the pieces, she saw that only her queen was made of stone without any female characteristics on it. Regardless the point of view, there was only rock and carvings. This clue was enough to feel a wave of cold sweat on her spine and at the thought of the most nightmarish scenario, she almost fainted. Would this be his ultimate goal? Would she be his next queen?
  
The game lasted about two hours that seemed like eternity to her. Space and time had taken a completely different dimension that night. She had left her old self when she passed the gate of that house and now it was too late for regrets and second thoughts. Her opponent was now on the attack. It didn’t take check long to come and of course checkmate since she had lost control. Now Mr. E.X. crossed the chessboard and approached her. He looked deep into her eyes and smiled ironically. 

     “I am sure that you could have played better, Mrs. Peterson. You didn’t give your best shot but then again, I can excuse you”, he told her pompously and stood in front of the white queen. He lightly touched its stone crone and the girl, even though she was a few squares behind him, shivered as she felt electricity run through her hair that was loose and wild some time now.  That wave penetrated her whole body and made her numb. The man still had his hands on the piece but she felt them in her stomach turning her guts inside out. She suddenly felt her parts instantly harden and freeze, as if they were made of stone. Were they? In a second, she could not use her voice, she could not feel her body, her feet were stuck together and she couldn’t move them and also her hands were now a part of her waist. She could not even feel the terror because her heart, which was beating like crazy till then, was like being at the back of a very dark corridor whose beginning and ending were not traceable anymore. The only part of her old self was her eyelids that opened and closed mechanically, absorbing images. They watched Him getting closer and kissing them with his frozen lips, putting her in her right spot on the board and removing the old pawn on the grass. He put the rest on the board and everything was ready for a future game. He stared at her but her eyes had already started their journey floating around the damp grasses from the humidity of the night, curling the leaves of the weeping willows, getting some rest on the stone benches and following the dimly lit path to the house.
At that time, the silent servant opened the window and she sneaked in the folding of the curtain which the breeze gently swept away. She stayed there just for a while and then through the corridor with the many closed doors, she slid through the keyhole and smelled the roses. She went through the gate and stepped into the dark street where no taxi would wait for her anymore.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

THE GRAND ROQUE: THE MEETING


   “Here we are”, the taxi driver told her as he braked in front of a tall gate. She paid him and, as she opened the door, he whispered: “Be careful, kiddo!”
    She stood all alone in a dark block, fenced with huge trees and iron bars that did not let you have a sneak peek inside. A path was traced from the tall, rusted door and she figured that it led to the house. The only light came from a pillar in the corner that had gathered in its bright crown a swarm of hypnotized night insects that flew furiously around it. She straightened her back and took a deep breath. She wrapped the envelope in her suit’s pocket and she was about to look for a bell on the front door, when she saw a shadow coming from the dark path holding a lantern. The figure kept approaching holding keys that rhythmically tinkled. When he reached her, she was able to see clearly an old man with a slow step and weary mood. He brought the lantern to his face to see better under his thick glasses and looked thoroughly at the girl for a few seconds before he started unlocking the gate. It opened with a squeak that tore the silence of the night like thin paper.
   “Come in, Miss Peterson! He’s waiting for you in the garden”, were the only words that came out of that tight-lipped man. He led the way in a stone path that cut a garden with tall trees in two, leaving a dimly lit block at the back that must have been the house. She only saw his hunchback in a dark jacket. She followed him and remained silent leaving the ringing of the keys that he held in his shaky hand give the pace.  She filled in the music of absolute silence by timidly dragging the soles of her flat shoes on the gravel alley. Cypresses, or at least they looked like them, formed a natural corridor up to the two-storey house which was fortunately lighted adequately from within. They went up the stairs that led to the imposing entrance with the black wooden door with the golden knocker. He bent once more to find the keys. He turned and gave her an investigative look before opening. His glasses had slipped to his nose but it didn’t stop him from offering her an enigmatic smile, almost malicious, that made her freeze.
    The hall was minimal with a weary, deep red carpet on the wooden floor and a huge library that covered the whole wall with leather bound books neatly arranged on shelves suffocating from time.  A crystal chandelier scattered light in a corridor with many closed doors and the man hastily disappeared behind one. She assumed that it was the kitchen because sounds of glassware and cupboards opening and closing reached her ears. She approached the library and had a look at the book spines with titles in Latin with that suggested terms of psychiatry and anatomy. She got more confused rather than getting her questions answered. The old man came out in a hurry from the same door holding a serving tray made of stannum with a carafe filled with a transparent liquid and two glasses. His moves were extremely slow because of his age but they hid a precision that could only be conquered by experience. The young lady craved for some kind of reassurance with a smile, but his lips remained tight as if someone had sewed with a needle and thread and condemned them to eternal silence. He made a sign to follow him through the long corridor with the closed doors. She counted about eleven doors on both sides as they walked. The only sound was her low heels on the wooden floor. Her thoughts were thunderous. It looked as if a whisper of danger came out of the cracks and the keyholes. It was too late to step back.
   
She could tell from the open door at the end of the hall that she was about to meet Him. It led to a huge garden. The light from the ornate mental lanterns, that were randomly set as if they had fallen from the night sky, made it look like emerging out of a dark fairy tale. Oversized bushes, colorful flowers that seemed like roses, weeping willows that created shadowy corners with stone benches by their old trunk. The old man slowed down his pace even more to let her admire the unique natural environment and discover Ηim in the landscape. The night chill and humidity made her shiver and regret not having worn that woolen shawl her mother had knitted for her. As she rubbed her hands to get warm, she felt a shadow getting up from the bench in ten step’s distance. A tall, thin figure stood still beneath the weeping willow whose leaves the night air caressed playfully. With every step she felt reality dissolve any kind of illusion shared all these years through letters and chess games with this man. She was there, after his own invitation, and nothing so far seemed like anything she could imagine. Her eyes got used to the light and, as she approached him, she struggled to stay calm and portray his first image. He was tall, upright, he seemed old but in a much better shape than his silent servant. His skin, as much as she could see, seemed transparent, as if a film covered it and hid years, truth and memories. His hair was grey with white brushstrokes that reminded her of clouds before a big storm. He wore a dark suit with a vest and a handkerchief in his lapel in the color of the ocean. He himself had obviously spent some time in front of his mirror that evening. His gaze had just sunk into her and he read her right from the very first chapter. When they were just a handshake apart, the battler put the tray on the bench, turned towards her and with a theatrically discreet bow, headed for the house.
     “I am delighted to meet you, Miss Peterson. Thank you so much for coming tonight”, he said in a trembling voice, revealing his own thrill, and gently kissed her hand. His lips were cold as ice and she shivered. Like a true gentleman, he served her, raising his glass to make a toast.
    
“This is an exceptional distillate that they send me from far away and I keep for special occasions, such as tonight. Let’s drink to our night game, if that is all right with you”, he said in a more determined tone this time. Eliza did the same and tasted a sip. Alcohol burned her palate and, as she was not used to it, she couldn’t hold her cough. She got embarrassed and immediately lowered her gaze.  Mr. E.X. smiled condescendingly.
    “It is a bit strong, but believe me it’s appropriate for a cold night like this. Take it with you, give it another try and follow me to the chessboard”, he said holding her arm as he led her to a small path behind a huge bush. She was about to say something but hesitated. She didn’t feel comfortable. His excessive intimacy was disrupted by his introversion so far and confused her. She followed him in silence and she was angry with herself for not reacting and for letting herself being taken away to hidden paths behind bushes by a man unknown (!) and before finishing her inner monologue she had to firmly grasp his arm in shock.
    Behind the large bush was the chessboard. It was actually a part of the garden with big slabs balancing on the freshly cut grass, playing the roles of squares, and pieces that were her size. They were tall figures whose shadows frightened her. She looked at him as they were getting closer but there was nothing for her to read in his cold eyes. When they got really close, she screamed. The pawns were anthropomorphic and in most of them, as much as she could see with the dim light coming from the back side of the garden, there were female characteristics. The knight had a female torso and a head with long, dark hair, a female centaur.  The rook resembled a curved, female body with stone features. The pawns were in both colors petite, girlish figures that stared at her. Now that she had a closer look at them she could see that, even though they looked still in their positions, they actually were not. She could sense a reciprocating movement of breath, a blink. Oh yes, they were alive!
    “What’s all this? What kind of a sick game do you play?” she asked and was about to run away but couldn’t get her arm free from his tight grasp.

    “Oh, come on Miss Peterson! Don’t be so childish! You have the chance tonight for the most interesting game of your life! I’ll let you have the white pieces. You can start when you‘re ready, he said in a strict way loosening his grip. He had been waiting and planning this night for a decade. There was no way of wasting it. There was no way of letting her go away.
   

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

TO MEΓΑΛΟ ΡΟΚΕ: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


 «Εδώ είμαστε», της είπε ο οδηγός του ταξί, φρενάροντας μπροστά από μια πανύψηλη καγκελόπορτα. Τον πλήρωσε και, καθώς άνοιγε την πόρτα, της είπε  χαμηλόφωνα: «Να προσέχεις μικρή!»
 «Περάστε δεσποινίς Πήτερσον! Σας περιμένει στον κήπο», ήταν τα μοναδικά λόγια που βγήκαν από τα σφιχτά του χείλη. Προπορεύτηκε σε ένα πέτρινο μονοπάτι που έκοβε έναν κήπο με ψηλά δέντρα στα δύο, αφήνοντας έναν υποφωτισμένο όγκο στο βάθος που σίγουρα θα ήταν το σπίτι. Έβλεπε μόνο την καμπουριαστή του πλάτη μέσα σε ένα σκούρο σακάκι. Τον ακολουθούσε κι εκείνη σιωπηλή, αφήνοντας το κουδούνισμα των κλειδιών που κρατούσε στο τρεμάμενο χέρι του να δίνει το ρυθμό. Εκείνη συμπλήρωνε τη μουσική της απόλυτης σιωπής με το δειλό σύρσιμο της σόλας των χαμηλών της παπουτσιών πάνω στο δρομάκι όλο χαλίκια. Κυπαρίσσια, ή τουλάχιστον με αυτά έμοιαζαν, σχημάτιζαν ένα φυσικό διάδρομο μέχρι το διώροφο σπίτι που ευτυχώς φωτιζόταν επαρκώς από το εσωτερικό του. Ανέβηκαν τα σκαλιά που οδηγούσαν στην επιβλητική είσοδο με τη μαύρη, ξύλινη πόρτα με το χρυσό ρόπτρο. Έσκυψε για άλλη μια φορά να βρει τα κλειδιά. Γύρισε και της έριξε μια ερευνητική ματιά πριν ανοίξει. Τα γυαλιά του είχαν γλιστρήσει στη μύτη του αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να της χαρίσει ένα αινιγματικό μειδίαμα, σχεδόν χαιρέκακο, που την έκανε να παγώσει. 
 Το χολ ήταν απέριττο με ένα ταλαιπωρημένο, βαθυκόκκινο χαλί στο ξύλινο πάτωμα και μια τεράστια βιβλιοθήκη που κάλυπτε τον ένα τοίχο με δερματόδετα βιβλία πολύ τακτικά τοποθετημένα σε ράφια που ασφυκτιούσαν από το χρόνο. Ένας κρυστάλλινος πολυέλαιος σκόρπιζε φως σε ένα διάδρομο με πολλές κλειστές πόρτες κι ο άντρας χάθηκε βιαστικά πίσω από μία. Υπέθεσε ότι ήταν η κουζίνα γιατί έφταναν στα αυτιά της ήχοι από γυαλικά και ντουλάπια που ανοιγοκλείνουν. Πλησίασε τη βιβλιοθήκη και χάζεψε λίγο τις ράχες των βιβλίων με τίτλους στα λατινικά που παρέπεμπαν σε όρους ψυχιατρικής και ανατομίας. Μπερδευόταν περισσότερο αντί να ξεδιαλύνονται οι απορίες της. Ο ηλικιωμένος άντρας βγήκε βιαστικά από την ίδια πόρτα, κρατώντας ένα δίσκο από κασσίτερο με μια καράφα γεμάτη με ένα διάφανο υγρό και δύο ποτήρια . Οι κινήσεις του ήταν νωχελικές λόγω ηλικίας αλλά έκρυβαν μια ακρίβεια που κατακτιέται με την πείρα. Η νεαρή λαχταρούσε πώς και πώς να την καθησυχάσει με ένα χαμόγελο αλλά τα χείλη του παρέμεναν σφιχτά λες και κάποιος τα είχε περάσει με κλωστή και τα είχε καταδικάσει στη σιωπή. Της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει περνώντας από το μακρύ διάδρομο με τις κλειστές πόρτες. Μέτρησε περίπου έντεκα και από τις δύο πλευρές καθώς περπατούσαν με το μοναδικό ήχο να έρχεται από τα χαμηλά της τακούνια πάνω στο ξύλο. Οι σκέψεις της όμως ήταν εκκωφαντικές. Ένας ψίθυρος κινδύνου σαν να έβγαινε από τις χαραμάδες και τις κλειδαρότρυπες. Ήταν πολύ αργά για να κάνει πίσω. 

Η ανοιχτή πόρτα στο τέλος του διαδρόμου μαρτυρούσε ότι θα Τον συναντούσε. Οδηγούσε σε έναν τεράστιο κήπο. Tο φως από τα περίτεχνα μεταλλικά φανάρια που ήταν τυχαία τοποθετημένα, λες και είχαν πέσει από τον νυχτερινό ουρανό, τον έκανε να μοιάζει σκοτεινά παραμυθένιος. Φουντωτοί θάμνοι, πολύχρωμα λουλούδια που έμοιαζαν με  τριαντάφυλλα, κλαίουσες που δημιουργούσαν σκιερές γωνιές με πέτρινα παγκάκια κοντά στο γέρικο κορμό τους. Ο ηλικιωμένος άντρας επιβράδυνε ακόμα περισσότερο το βήμα του για να την αφήσει να θαυμάσει το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον αλλά και για να Τον ανακαλύψει μέσα στο τοπίο. Η βραδινή ψύχρα και υγρασία την ανατρίχιαζαν και το μετάνιωνε που δεν είχε φορέσει και εκείνο το μάλλινο σάλι που της είχε πλέξει η μητέρα της. Καθώς προσπαθούσε να ζεστάνει τα χέρια της τρίβοντας τα, ένιωσε μια σκιά να σηκώνεται από το παγκάκι που βρισκόταν στα δέκα βήματα. Μια ψιλόλιγνη φιγούρα σηκώθηκε και στάθηκε ακίνητη κάτω από την κλαίουσα που ο νυχτερινός αέρας της χάιδευε τα φύλλα παιχνιδιάρικα. Με κάθε της βήμα ένιωθε την πραγματικότητα να διαλύει την όποια ψευδαίσθηση μπορεί να είχε για όλα αυτά τα χρόνια που μοιραζόταν μέσα από γράμματα και παρτίδες σκακιού με αυτόν τον άντρα. Ήταν εκεί, μετά από ένα δικό του κάλεσμα και τίποτα μέχρι στιγμής δεν έμοιαζε με ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί. Τα μάτια της είχαν συνηθίσει στο φως και πάλευε, όσο τον πλησίαζε, να φανεί ψύχραιμη αλλά και να φωτογραφίσει την πρώτη εικόνα του. Ψηλός, ευθυτενής, της φαινόταν ηλικιωμένος αλλά σε πολύ καλύτερη φυσική κατάσταση από τον αμίλητο υπηρέτη του. Η επιδερμίδα του, όσο μπορούσε να διακρίνει, έμοιαζε σχεδόν διάφανη. Σαν να την κάλυπτε ένα φιλμ που έκρυβε χρόνια, αλήθειες και μνήμες. Τα μαλλιά του ήταν γκρίζα με λευκές πινελιές και της θύμιζαν σύννεφα πριν μια μεγάλη μπόρα. Φορούσε ένα σκούρο κοστούμι με γιλέκο και ένα μαντήλι στο πέτο στο χρώμα του ωκεανού. Προφανώς είχε περάσει κι εκείνος λίγο χρόνο παραπάνω μπροστά από τον καθρέπτη του εκείνο το βράδυ. Το βλέμμα του είχε απλά βουλιάξει μέσα της και τη διάβαζε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο κεφάλαιο. Όταν πλέον τους χώριζε μια χειραψία, ο υπηρέτης ακούμπησε το δίσκο στο πέτρινο παγκάκι, γύρισε προς το μέρος της και, με μια θεατρικά διακριτική υπόκλιση, έκανε μεταβολή παίρνοντας το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι.  
 «Χαίρομαι αφάνταστα που σας συναντώ, δεσποινίς Πήτερσον! Ευχαριστώ απεριόριστα για την επίσκεψή σας!» της είπε με τρεμάμενη φωνή, μαρτυρώντας και τη δική του ταραχή, και της φίλησε απαλά το χέρι. Η κοπέλα σάστισε. Τα χείλη του ήταν παγωμένα και ρίγησε. Σα σωστός οικοδεσπότης, σέρβιρε και της πρόσφερε το δικό της ποτήρι, σηκώνοντας το δικό του για να κάνει μια πρόποση.


«Αυτό είναι ένα ιδιαίτερο απόσταγμα που μου στέλνουν από πολύ μακριά και το έχω για ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως η αποψινή. Ας πιούμε στην υγειά της νυχτερινής μας παρτίδας, αν συμφωνείτε κι εσείς»,  είπε με πιο αποφασιστική χροιά αυτή τη φορά. Η Ελάιζα έκανε το ίδιο και δοκίμασε μια μικρή γουλιά. Το αλκοόλ της έκαψε τον ουρανίσκο και, όπως δεν ήταν μαθημένη, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα βήχα. Ντράπηκε και κατέβασε το βλέμμα της αμέσως. Ο κύριος Ε.Χ. της χαμογέλασε συγκαταβατικά. 
 «Είναι λίγο δυνατό αλλά, πιστέψτε με, είναι ότι πρέπει για μια παγωμένη νύχτα σαν κι αυτή. Πάρτε το μαζί σας, δώστε του άλλη μια ευκαιρία και ακολουθήστε με στη σκακιέρα», είπε και την έπιασε αγκαζέ καθοδηγώντας την σε ένα μικρό μονοπάτι πίσω από έναν τεράστιο θάμνο. Πήγε να ψελλίσει κάτι αλλά δίστασε. Την αιφνιδίαζε συνεχώς. Δεν ένιωθε καθόλου άνετα. Η υπερβολική του οικειότητα ερχόταν σε ρήξη με την έως τώρα συστολή του και την μπλόκαρε. Τον ακολουθούσε σιωπηλή και σχεδόν θυμωμένη με τον εαυτό της που δεν αντιδρούσε και αφηνόταν να την παρασύρει σε αθέατα μονοπάτια πίσω από θάμνους ένας άγνωστός της(;) άντρας. Και πριν καλά καλά τελειώσει τον εσωτερικό της μονόλογο, χρειάστηκε να του σφίξει το μπράτσο από την ταραχή.
 Πίσω από το μεγάλο θάμνο βρισκόταν η σκακιέρα. Μια σκακιέρα που ουσιαστικά ήταν ένα μέρος του κήπου με μεγάλες πλάκες, που ισορροπούσαν πάνω στο φρεσκοκομμένο χορτάρι και έπαιζαν το ρόλο των τετραγώνων, και πιόνια που ήταν σχεδόν στο δικό της ύψος. Ψηλές φιγούρες που οι σκιές τους την τρόμαζαν. Του έριξε μια ματιά καθώς πλησίαζαν όλο και περισσότερο. Δεν μπόρεσε να διαβάσει κάτι στο ψυχρό του βλέμμα. Όταν έφτασαν πολύ κοντά έβγαλε μια μικρή κραυγή. Τα πιόνια ήταν ανθρωπόμορφα και στα περισσότερα, όσο της επέτρεπαν να διακρίνουν τα μάτια της στο λιγοστό φως που ερχόταν από την πίσω μεριά του κήπου που βρίσκονταν πριν, υπήρχαν γυναικεία στοιχεία. Το άλογο είχε γυναικείο κορμό και κεφάλι με σκούρα μακριά μαλλιά, ένας θηλυκός Κένταυρος. Ο πύργος θύμιζε ένα καμπυλωτό, γυναικείο κορμί με πέτρινα χαρακτηριστικά.  Τα πιόνια ήταν και στα δύο χρώματα μικροκαμωμένες, κοριτσίστικες φιγούρες που την κοίταζαν έντονα στα μάτια. Και ναι, τώρα που τις πρόσεχε περισσότερο, διέκρινε μια παλινδρομική κίνηση αναπνοής, ένα κλείσιμο των ματιών τους. Ω ναι, ήταν ζωντανές! 
 «Τι σημαίνει όλο αυτό; Tι είδους άρρωστο παιχνίδι παίζεις;», ρώτησε κι έκανε να το βάλει στα πόδια, αλλά δεν τα κατάφερε να ελευθερωθεί από το μπράτσο του.
  «Ω, ελάτε τώρα, δεσποινίς Πήτερσον! Μην κάνετε σα μικρό παιδί. Σας δίνεται η ευκαιρία απόψε για την πιο ενδιαφέρουσα παρτίδα της ζωής σας! Σας δίνω τα λευκά πιόνια. Ξεκινήστε μόλις είστε έτοιμη», της είπε με αυστηρό ύφος χαλαρώνοντας τη λαβή του. Περίμενε και σχεδίαζε αυτή τη νύχτα μια δεκαετία. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να πάει χαμένη. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να φύγει.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

MADAME ALFRED CARRIERE 3

Η πόρτα άνοιξεΈδωσε βιαστικά λίγα κέρματα που βρήκε στην τσέπη του στον καμαρότο. Ο πιτσιρίκος άφησε τη βαλίτσα κάτω με μεγάλη ανακούφιση και άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά, βάζοντας τα κέρματα στην τσέπη του. Δεν άνοιξε το φως. Συνήθισαν τα μάτια του στην κόκκινη λάμψη που έμπαινε με θράσος από τα νέον γράμματα της πινακίδας κάθετα στο παράθυρο. Το h και το t αναβόσβηναν νευρικά από τη λέξη hotelΚαι η αμηχανία αναβόσβηνε μέσα του. Πιο πολύ όμως η αγωνία.
Ήταν εκεί. Στεκόταν στο παράθυρο και χάζευε τη νύχτα. Ή έκανε πως τη χάζευε. Δε γύρισε όταν άκουσε την πόρτα να κλείνει. Έμεινε εκεί, μια αινιγματική γυναικεία πλάτη στο ημίφως. Είχε τα μαλλιά της αυστηρά πιασμένα σε έναν κότσο. Διέκρινε ένα φόρεμα που αγκάλιαζε το σώμα της. Άναψε τσιγάρο. Στα δαχτυλίδια του καπνού που άρχισαν να σχηματίζονται, μπόρεσε να διαβάσει όλα εκείνα που δε θα του έλεγε ποτέ. Και για όσο κράτησε εκείνο το τσιγάρο προσπάθησε να δει ακόμα και πίσω από τις λέξεις. Τη χάζευε και ήξερε ότι μόλις γυρίσει ή όταν κάνει εκείνος το πρώτο βήμα για να την πλησιάσει ο χρόνος θα αρχίσει να μετράει αντίστροφα. Τα λεπτά θα μετράνε το τέλος της νύχτας. Και όχι μόνο.
Το έσβησε στο μεταλλικό τασάκι που ήταν στο περβάζι, σχεδόν γεμάτο. Γύρισε. Ο χρόνος είχε περάσει αλλά δεν είχε σταθεί πάνω της. Τα μάτια της γυάλιζαν και το βλέμμα της ήταν το ίδιο αινιγματικό όπως τότε. Τον κοίταξε τόσο έντονα που ένιωσε τουλάχιστον απογυμνωμένος από κάθε σκέψη. Πήρε τη βαλίτσα του και άρχισε με αργό βηματισμό να μειώνει την απόσταση μεταξύ τους. Με κάθε βήμα ένιωθε την κάρδια του να πάλλεται όλο και περισσότερο. Στάθηκε απειλητικά κοντά της. Την αγκάλιασε σφιχτά. Δε χρειαζόταν να ειπωθεί τίποτα. Όλα είχαν ακουστεί μέσα από την ανάσα της στο λαιμό του. Ένα αίσθημα λησμονιάς και γλυκιάς επιστροφής. Όλα ήταν έτσι όπως έπρεπε.
Άνοιξε τα ταλαιπωρημένα δερμάτινα λουριά της βαλίτσας. Τα νερά από τις εφτά θάλασσες ξεχύθηκαν με φόρα στο δωμάτιο και το πλημμύρισαν. Έβγαιναν από τις χαραμάδες και τις κλειδαριές, έτρεχαν στη ρεσεψιόν και ερέθιζαν τα πλοκάμια στις τιράντες του Αλφρέδου, κυλούσαν στο δρόμο. Και το νερό συνέχιζε να βγαίνει με παφλασμό χωρίς σταματημό. Έλυσε τα μαλλιά της και τα άφησε στο έλεος της δίνης. Ένα θηλυκό που αφέθηκε στο υδάτινο στοιχείο του. Της σιγοψιθύρισε στο αυτί κάτι που χάθηκε στην ένταση της στιγμής και ένιωσε το σώμα της να λιώνει στην αγκαλιά του λες και το παίρνει ο πρώτος πρωινός αέρας. Τη φίλησε δυνατά. Του είχε λείψει το ζεστό της στόμα. Αυτή τη φορά όμως άφησε τα μικρά της αγκάθια να βγουν κάτω από τη γλώσσα της. Του μάτωναν τα χείλη αλλά δε σταματούσε. Της κατέβασε το φερμουάρ και άφησε το φόρεμα να πέσει στο πάτωμα. Ένιωσε το λείο δέρμα της να σκληραίνει και να τον τυλίγει σχεδόν ασφυκτικά. Το τοξικό άρωμα που έβγαινε από το λαιμό της είχε αρχίσει να τον ζαλίζει. Στις φλέβες της άρχισαν να διαγράφονται οι πρασινωποί μίσχοι της. Τα μακριά της δάχτυλα πλέον κατέληγαν  σε νύχια γαμψά γεμάτα αγκάθια. Έμπαιναν στο δέρμα του καθώς τον αγκάλιαζε όλο και πιο σφιχτά.
Το σκοτάδι τρύπωνε μέσα στο φόρεμά της. Και στο διάφανο στήθος της άνθισε ένα μεγάλο ροζ τριαντάφυλλο.


Τα πέταλα του άνοιξαν  και άπλωσαν στο λαιμό της, στην κοιλιά της. Στα γυμνά της πόδια φύτρωσαν μυτερά φύλλα. Και να που το θηλυκό θαλάσσιο λουλούδι βρισκόταν στο περιβάλλον της και του έδειχνε το πραγματικό της πρόσωπο για πρώτη και τελευταία φορά. Του έδινε όλα όσα του είχε υποσχεθεί και δε σταμάτησε να τον κοιτάει στα μάτια. Περίμενε την κίνηση του. Δε θα μπορούσε να κάνει πίσω αυτή τη φορά. Δεν ήξεραν ποιος είχε πέσει στην παγίδα ποιου αλλά δεν είχε καμία σημασία τώρα πια. Έπαιζαν με τους κανόνες που είχαν ορίσει και θα το έφταναν μέχρι το τέλος.
Τα χέρια του δεν μπορούσαν να πιάσουν το μικρό μαχαίρι που θα τον ελευθέρωνε οριστικά και θα τον έκανε να μείνει πιστός στην αποστολή του. Τον έσφιγγε το κορμί της. Είχε αφεθεί στη δύναμή της. Δεν μπορούσε να αντισταθεί στο ερωτικό της πρόσωπο που τόσο περίμενε και τόσο πολύ τον είχε στοιχειώσει. Έλυσε με δυσκολία τα χέρια του. Το μόνο που έκανε ήταν να της σφίξει το λαιμό που μύριζε νωπό χώμα με όλη του τη δύναμη. Εξακολουθούσε να τον κοιτάζει βαθιά μέσα σταμάτια. Σε μια δυνατή στιγμή οι ανάσες τους ενώθηκαν και άρχισαν σταδιακά να σιωπούν. Ένας άντρας και ένα θηλυκό λουλούδι σε μια τελευταία πράξη αποφασιστικότητας. Είχαν φτάσει στο τέρμα του παιχνιδιού. Κανείς δε θα ήταν ο νικητής. Όπως το ήξεραν από την αρχή, οχτώ παρά τέταρτο χρόνια πριν. Το νερό άρχισε να στεγνώνει στα πατώματα και στους τοίχους, στη σκάλα και στο δρόμο.


MADAME ALFRED CARRIERE 3

The door opened. He gave a few coins he found in his pocket to the groom. The boy let the suitcase down in great relief and started going down the stairs putting the coins in his pocket. He didn’t switch on the light. His eyes got used to the red flash coming boldly from the neon letters of the sign vertically to the window. The h and the t were nervously flashing from the word hotel. So did his awkwardness but mostly his anxiety.
She was there. She was standing at the window gazing the night. Or she pretended to. She didn’t turn her back when she heard the door close. She stayed there, an enigmatic female figure in the twilight. She had her hair strictly tied in a bun. He distinguished a dress that caressed her body. She lit a cigarette. In the smoke rings that started shaping, he managed to read everything that she would never tell him. And for as long as that cigarette lasted he tried to see even through the words. He gazed her and he knew that the minute she would turn around or the minute he would approach her time would start unfolding backwards. The minutes would count the end of the night. And not only that.
She put it out in the almost full metal ashtray at the ledge. She turned around. Time was not so harsh on her. Her eyes were glowing and her look was as enigmatic as it was then. She looked at him so intensely that he felt completely naked from every thought. He took his suitcase and he started reducing the distance between them by walking slowly towards her. In every step he felt his heart beating stronger. He stood by her with a sense of a threat. He held her tight. There was no need for words. Everything was heard through her breath on his neck. A sense of oblivion and sweet return. Everything was like it was supposed to be.
He opened the worn leather straps of the suitcase. The water from the seven seas burst out forcefully and flooded the room. It came out from the cracks and the locks, down to the reception, stimulated Alfred’s tentacleswent down to the street. It continued to splash out without ending. She let her hair down loose at the whirl’s mercyA female in her liquid element. He whispered something lost in the heat of the moment in her ear and felt her body melt in his arms as if it was drifted by the morning breeze. He kissed her hard. He had missed her warm mouth. This time she let her small thorns come out from her tongue.  They bled his lips but he didn’t stop. He unzipped her dress and let it fall on the floor. He felt her smooth skin get hard and tightly wrap him. The toxic scent coming out from her neck had started to make him dizzy. Green stems became visible in her veins. Her long fingers ended in sharp nails with thorns. They inserted his skin as she gradually embracedhim as tight as she could.
Darkness sneaked into her dress. A big pink rose bloomed at her transparent chest.
Its petals opened and were spread on her neck and belly. Pointy leaves grew from her naked legs. And there she was, the female water flower showing him her true face for the first time. It would also be the last. She gave him everything she had promised and couldn’t take her eyes of him. She was waiting for his move. He couldn’t take a step back this time. They didn’t know who had trapped whom but it didn’t matter anyway. They played by the rules they had set and they would make it to the very end.
His hands couldn’t reach the small knife that would definitely set him free and make him stick to his mission. Her body squeezed him and her strength ruled him. He couldn’t resist her sensual part of hers that he had been waiting for so long and had haunted him so much. He set his hands loose with difficulty and the only thing that he did was to squeeze her smelling moist soil neck as hard as he could. She still looked at him deep into his eyes.  In a powerful moment their breathings were united and then gradually began to fade out. A man and a female underwater flower in the last act of determination. They had reached the end of the game. There would be no winner. Like they knew it from the start, a quarter to eight years ago. Water began to dry from the floors, the walls, the stairs and the street.





Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

THE FOUR LANTERNS

Η μέδουσα τον άφησε στην άκρη του δρόμου και γλίστρησε με χάρη στον υπόνομο για να κατέβει πάλι στην υπόγεια φωλιά της. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Βρώμικος αέρας πόλης χωρίς την αλμύρα που ανέπνεε πριν από λίγο. Έρημη τέτοια ώρα, με τους λιγοστούς περαστικούς να είναι τυλιγμένοι στα συνθετικά πανωφόρια τους. Το ξενοδοχείο βρισκόταν στην άκρη της πόλης. Το πρώτο που είχε χτιστεί και για αυτό έφερε και όλα τα σημάδια του χρόνου πάνω του. Είχαν φθαρεί κάποια από τα γράμματα στην νέον ταμπέλα που αναβόσβηνε νευρικά. Αυτή ήταν η πρώτη διαφορά που τον χτύπησε πέρα από μια γενικότερη θαμπάδαπαρακμή και παραίτηση. Σε αυτό έμεναν όλοι οι μοναχικοί ταξιδιώτες που ξέμεναν την αφιλόξενη νύχτα. Τυχοδιώκτες με σκοτεινούς σκοπούς και σχέδια. Προτιμούσαν πάντα το ξενοδοχείο THE FOUR LANTERNS γιατί ήξεραν ότι κανείς δε θα ρωτούσε και δε θα κοιτούσε παραπάνω από όσο έπρεπε. Και εκείνος στο πρώτο του ταξίδι αυτό είχε διαλέξει και όπως τώρα με τη βαλίτσα του είχε σταθεί στην άκρη του δρόμου και είχε βυθιστεί στις σκέψεις του πριν σβήσει το τσιγάρο του και μπει μέσα.
Τα μάτια του συνήθισαν στο χαμηλό φωτισμό. Στη ρεσεψιόν ο Αλφρέδος όπως πάντα. Όπως τον θυμόταν με τις χαρακτηριστικές τιράντες του με τα ζωντανά πλοκάμια χταποδιών. Τους τις είχε χαρίσει παλιότερα ο δήμαρχος της υπόγειας θαλάσσιας πόλης που είχε μείνει πολύ ευχαριστημένος από τη φιλοξενία. Δεν τις έβγαζε ποτέ από πάνω του. Όλοι τον είχαν συνδέσει με αυτές. Τα πλοκάμια τυλίγονταν πάντα στο σώμα όποιου συμπαθούσαν για λίγο, μια μικρή ιεροτελεστία καλωσορίσματος. Δεν ξέφυγε ούτε εκείνος όταν στάθηκε μπροστά στο σκονισμένο γραφείο. Ο Αλφρέδος κουρασμένος και γερασμένος. Τον κοίταξε έντονα κάτω από τα γυαλιά του, σαν να τον περίμενε. Του χαμογέλασε καθώς τα πλοκάμια αγκάλιασαν το σώμα του και τυλίχτηκαν στο λαιμό του για λίγο. Σαν να τον περίμεναν κι αυτά. Λόγια ζεστά για όσο χρειάζεται να σπάσει η αμηχανία. Έριξε μια ματιά στη βαλίτσα του. Ρώτησε για τον Τζακ, αν είναι καλά, είχε καιρό να τον δει. Του έδωσε να υπογράψει στο βιβλίο των επισκεπτών. Του έδωσε και το μεταλλικό κλειδί που είχε σκουριάσει στην άκρη. Φώναξε τον καμαρότο. Ένα παιδαρέλι με φοβισμένο ύφος. Πήρε τη βαριά βαλίτσα του και τον συνόδευσε στις σκάλες. Η φωνή του Αλφρέδου έσπασε σαν κύμα στο πρώτο σκαλί. «Σε περιμένει. Είναι πάνω. Ήρθε για σένα…». Γύρισε το βλέμμα του χωρίς να έχει βρει κάτι να πει. Ο Αλφρέδος τον είχε ήδη βγάλει από τη δύσκολη θέση. Με αφοσίωση κοιτούσε το βιβλίο των επισκεπτών ή έκανε ότι το κοιτούσε. Τον ευγνωμονούσε για εκείνη τη στιγμή.
Ο καμαρότος δυσκολευόταν ιδιαίτερα με τη βαλίτσα του. Την ανέβαζε και με τα δύο χέρια αγκομαχώντας. Το δωμάτιο ήταν στο δεύτερο όροφο. Νο605, πράσινη πόρτα. Σχεδόν ξέπνοος ξεκίνησε να του λέει για το τηλέφωνο που έχει χαλάσει και τις γρίλιες που έχουν κολλήσει και θέλουν ειδικό χειρισμό. Τον έκοψε απότομα. Τα ήξερε όλα αυτά. Είχε ξαναμείνει σε αυτό το δωμάτιο. Είχαν από τότε πρόβλημα οι περσίδες. Μήπως ακούστηκε αγενής στο μικρό; Το μυαλό του ήταν ήδη αλλού. Ήταν ήδη στο δωμάτιο, οκτώ παρά τέταρτο χρόνια πριν.
Σε εκείνη τη μοναδική και τελευταία βραδιά που είχε έρθει να τον βρει εκείνη και του είχε χτυπήσει αυτήν την πράσινη πόρτα. Τότε είχε έρθει στην πόρτα του για μια νύχτα μαζί του. Ένα θαλάσσιο λουλούδι θηλυκό με επικίνδυνες διαθέσεις. Τον είχε αφήσει να τη σφίξει στην αγκαλιά του και να πιστέψει ότι θα μπορούσε να την κάνει δικιά του, αλλά χωρίς το θαλασσινό νερό δε θα μπορούσε να ανθίσει ποτέ στα χέρια του. Δεν τον είχε πειράξει τότε με το θανατερό άρωμα της κι εκείνος δεν τα κατάφερε να τη σκοτώσει όπως ήταν η αποστολή του. Του υποσχέθηκε να του δώσει τη νύχτα αυτή στο επόμενο ταξίδι του. Της υποσχέθηκε να γυρίσει πίσω μόνο για αυτή τη στιγμή. Του ψιθύρισε φεύγοντας ότι μόνο με το νερό από τις εφτά θάλασσες θα μπορούσε να την κερδίσει. Εκείνος δεν τα κατάφερε να το μαζέψει σύντομα. Πάντα κάτι του ξέφευγε. Πάντα κάτι ξεγλιστρούσε. Ο καιρός περνούσε. Εκείνη είχε πληγωθεί. Πίστευε ότι την είχε ξεχάσει. Κι εκείνος θα το ήθελε να τα είχε καταφέρει, να τη βγάλει από το μυαλό του. Έκανε λάθος. Ήξερε ότι θα μπορούσε να τον προκαλέσει.
Ξεκίνησε πάλι να σκοτώνει. Η μυρωδιά της ήταν σχεδόν τοξική και έβγαινε μόνο όταν το ήθελε, από τα μαλλιά της που άφηνε κάτω λυτά και ανέμιζαν είτε στη θαλάσσια πόλη ή όταν ανέβαινε στην επιφάνεια. Το ήξερε ότι εκείνος θα το καταλάβαινε και θα ερχόταν πάλι με την αποστολή να τη βγάλει από τη μέση. Θα κατάφερνε να μπει πάνω από το καθήκον κι αυτή τη φορά; Για να τηρήσει την υπόσχεση τηςτο νερό από τις εφτά θάλασσες το μάζεψε μόνη της και το έκλεισε με δυσκολία στη βαλίτσα. Όταν είχε πάρει τις αποφάσεις της την έδωσε στον Τζακ με την παράκληση να του τη δώσει όταν τον έβλεπε ξανά.
Η στιγμή είχε φτάσει . Ο χρόνος είχε μηδενίσει και είχε ξαναρχίσει από το μηδέν. Τα σκαλιά στη στενή σκάλα λιγόστευαν. Το ίδιο κι η δύναμη του. Για μια στιγμή, που του φάνηκε τουλάχιστον ένας αιώνας, κράτησε την ανάσα του και έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά. Η πόρτα άνοιξε