Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα death. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα death. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018

THE FOUR LANTERNS - DEAD MAN’S HAND

«Ξέρετε, δεν είμαι και τόσο καλός στο πόκερ» απολογήθηκε ο Άστορ χαμηλόφωνα. 
«Ω, μην ανησυχείτε, αγαπητέ μου, κανείς μας δεν είναι. Η ουσία του παιχνιδιού βρίσκεται αλλού. Θα μας τιμήσει ιδιαίτερα η συμμετοχή σας» είπε ο Λουσιέ χαϊδεύοντας το μουστάκι του. 
O Άστορ είχε μία από τις γνωστές αυπνίες του εκείνο το βράδυ κι έκανε βόλτες στους χώρους του ξενοδοχείου. Βρέθηκε στην «αίθουσα της τύχης», όπως την περιέγραφε η κομψή επιγραφή στην πόρτα. Μπήκε και βρήκε μια παρέα τριών ηλικιωμένων στο τελευταίο τραπέζι ντυμένο με τσόχα στο βάθος. Τον χαιρέτησαν εγκάρδια και τον ρώτησαν με  τι ασχολείται. 
«Είμαι φυσιοδίφης και μελετάω τις μπλε πεταλούδες του Περού. Μόλις γύρισα από την τελευταία μου αποστολή κι ήρθα να ξεκουραστώ λίγες μέρες στο ξενοδοχείο.»
« Έκτακτα, σίγουρα θα έχετε να ποντάρετε πολλά στο ποτ. Θα είναι μόνο για μια παρτίδα έτσι κι αλλιώς» μίλησε με ενθουσιασμό ο Λουσιέ. Είχαν στήσει τις μάρκες τους και μιλούσαν χαλαρά μεταξύ τους. Φορούσαν σκούρα κοστούμια, καπέλα και αστραφτερά μανικετόκουμπα. Του συστήθηκαν και προσπάθησε να συγκρατήσει τα ονόματά τους. Ο πιο ξερακιανός κι ομιλητικός ήταν ο Λουσιέ, με το μουστάκι. Ο Κρετινέ φορούσε γυαλιά και ο Ζιστέν μιλούσε φωναχτά. 
«Το θέμα δεν είναι καθόλου οι κανόνες. Είμαστε σε μια ηλικία που μας διαφεύγουν και πιο σημαντικά από τους κανόνες του πόκερ. Δεν παίζουμε με χρήματα εδώ. Παίζουμε με εμπειρίες και αναμνήσεις, ανώτερα των χρημάτων. Ο Λουσιέ είναι έμπορος υφασμάτων, ο Κρετινέ ταριχευτής κι εγώ τσελίστας. Όλοι έχουμε τις ιστορίες μας.»
Ο Άστορ ένιωθε ήδη την περιέργειά του να έχει κεντριστεί και δε χρειάστηκε να το σκεφτεί και πολύ.
« Μετά χαράς θα σας συντροφεύσω απόψε» είπε και κάθισε στο τραπέζι. 
Όσους ενδοιασμούς κι αν είχε ως προς το παίξιμό του εξαφανίστηκαν στο πρώτο πεντάλεπτο. Οι συμπαίκτες του έπαιζαν νωχελικά και δε δίσταζαν να ρωτήσουν ακόμα και για συνδυασμό καρτών. Ο Κρετινέ ρώτησε, αποκαλύπτοντας δύο από τις κάρτες που κρατούσε στα χέρια του με παιδική αφέλεια, αν είχε νόημα να προσπαθήσει να φτιάξει μια σειρά με ίδια νούμερα άλλου χρώματος, προκαλώντας τα γέλια των υπολοίπων.
«Κι εγώ δεν ήμουν σίγουρος για αυτό» είπε χαχανίζοντας κι ο Ζιστέν.
Μιλούσαν για τα ταξίδια τους στο μεταξύ και μοιράστηκαν πολλές παράξενες ιστορίες που τους είχαν συμβεί. Αίσθηση έκανε ένα περιστατικό που αφηγήθηκε ο Ζιστέν. Τους μίλησε για εκείνη την μυστηριώδη γυναίκα στη Βιέννη. Είχε έρθει να τον ακούσει σε ένα κονσέρτο που έπαιζε με τη φιλαρμονική της πόλης και μόλις τελείωσε τον βρήκε δακρυσμένη. Δεν του είπε τίποτα αλλά του έσφιξε το χέρι και του έδωσε ένα σημείωμα που έγραφε ότι την είχε συγκινήσει πολύ η μουσική του, αν και κωφάλαλη. Τρεις άντρες χωρίς ίχνος υπεροψίας και ανταγωνισμού που γελούσαν με την άνεση τους και απολάμβαναν την αμοιβαία συμπάθεια που είχε δημιουργηθεί. Έμοιαζαν με αγόρια κατά τη διάρκεια μιας σκανταλιάς. Μετά το δεύτερο κονιάκ στην τραπεζαρία, όπου και γνωρίστηκαν λίγες ώρες πριν, ο Κρετινέ έριξε την ιδέα για μια παρτίδα πόκερ. Μα κανείς τους δεν ήξερε να παίζει καλά. «Δεν πειράζει αγαπητοί, ας πούμε ότι ο νικητής θα μοιραστεί την πιο ωραία του περιπέτεια που έχει ζήσει μέχρι τώρα.»
Προς το τέλος της παρτίδας, που δεν κράτησε πολύ, οι παίκτες είχαν αφοσιωθεί στα χαρτιά τους και έδειχναν συγκεντρωμένοι. Ο Ζιστέν κι ο Λουσιέ άνοιξαν από ένα ζευγάρι, ο Κρετινέ τίποτα κι ο Άστορ κέρδισε με άσους και οχτάρια. 
«Ω, τελικά αποδειχτήκατε δεινός παίκτης Άστορ! Συγχαρητήρια! Ελπίζω να έχετε καταλήξει σε μια εξαιρετική ιστορία» είπε ο Ζιστέν. 
 Ο Άστορ έβαλε το χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε ένα μικρό κουτί. 
«Νομίζω ότι είναι καλύτερα να σας τη συστήσω» είπε και άνοιξε το κουτί. Μέσα ήταν μια τεράστια ολόλευκη πεταλούδα με τα φτερά της διπλωμένα. Έμοιαζε να κοιμάται πάνω σε ένα σύννεφο από βαμβάκι. Οι ηλικιωμένοι άντρες τη θαύμασαν.
« Αυτή είναι η πεταλούδα για την οποία ταξίδεψα στο Περού και έμεινα άγρυπνος αρκετά βράδια  στο δάσος. Οι περισσότερες του είδους της έχουν γαλάζια και μαύρα φτερά. Βραδινός τύπος, όπως εμείς τώρα, πετάει  νωχελικά στην περιοχή της, σαν να κάνει περιπολία. Την περίμενα ακίνητος. Είχαν ήδη περάσει τρεις νύχτες και δεν είχα καταφέρει να την πιάσω γιατί έκανε περίεργους ελιγμούς λες και το έκανε για να μας εντυπωσιάσει, να δούμε τι μπορούμε να κάνει. Λες και το ήξερε ότι είχα έρθει για εκείνη και προσπαθούσε να με αποφύγει, να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμα.» 
«Μοιάζει λίγο με το παιχνίδι με το Χάρο» είπε γελώντας δυνατά ο Ζιστέν. « Όλοι το ξέρουν ότι έχει έρθει για αυτούς και προσπαθούν μάταια να του ξεφύγουν.»
«Περίεργο αυτό που είπες, φίλε μου» του είπε ο Άστορ και τον κοίταξε ερευνητικά. «Έχεις απόλυτο δίκιο, γιατί στο τέλος την έπιασα και με τη σειρά σας μπορείτε να τη θαυμάσετε απόψε. Ένα πλάσμα απόκοσμα γοητευτικό και σπάνιο.»
Οι τρεις άντρες περιεργάστηκαν την πεταλούδα για αρκετή ώρα. Τους είχε μαγνητίσει και όλοι αναφώνησαν ότι ναι άξιζε αυτή η ιστορία και ο νικητής είχε κερδίσει την εκτίμηση και το θαυμασμό τους. «Αυτή η βραδιά στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Θα έλεγα ότι ήρθε η ώρα να το διαλύσουμε και να καληνυχτιστούμε» είπε ο Λουσιέ.
«Νομίζω ότι τελικά δεν καταλάβατε και πολλά από την ιστορία με την πεταλούδα. Όσο κι αν προσπαθήσετε, είναι μάταιο να ξεφύγετε φίλοι μου» είπε ο Άστορ χωρίς να κουνηθεί καθόλου από τη θέση του σε αντίθεση με τους συμπαίκτες του που έτρεξαν προς την πόρτα που όμως βρήκαν μυστηριωδώς κλειδωμένη.
Οι καθαρίστριες το πρωί βρήκαν τους τρεις άντρες πεσμένους στο πάτωμα. Ο γιατρός ανακοίνωσε ότι ο θάνατός τους είχε έρθει αργά τη νύχτα. Η καρδιά τους πρόδωσε. Κανείς δεν είδε τον Άστορ να φεύγει από το ξενοδοχείο με τη λευκή του πεταλούδα.


THE FOUR LANTERNS - DEAD MAN’S HAND

“You see, I am not that good at poker” Astor apologized.
“Oh, do not worry about that, my dear, none of us is. The essence of the game lies somewhere else. It will be an honor if you participate” Lucier said caressing his moustache. 
Astor had one of his usual insomnias that night and he walked around the hotel. He reached the “fortune room” as it was described in the elegant inscription on the door. He got in and found three elderly men sitting on the last felt table at the back. They cordially welcomed him and asked him what he did for a living. 
“I am a naturalist and I study the blue butterflies in Peru. I just got back from my last expedition and I came to rest for a few days at the hotel.”
“Splendid, you will definitely have a lot to bet the pot. It will be just one deal” Lucier said enthusiastically. They had stacked the chips and spoke casually. They wore dark suits, hats and shiny cufflinks. They introduced themselves and he tried to remember their names. The most skinny and talkative was Lucier, with the moustache. Cretine wore glasses and Jisten talked loudly. 
“The rules are not the issue at all. We have reached an age where things far more important than poker rules are slipping away. We don’t bet money. We use experiences and memories, superior to money. Lucier is a textiles trader, Cretine is a taxidermist and I am a cellist. We all have our stories.”
Astor already felt his curiosity piqued and didn’t need to think a lot about it. 
«Ι will gladly join you tonight” he said and sat by the table.
If he had any doubts about his playing they disappeared within the first five minutes.  His poker co-players were lazy and did not hesitate to even ask the others about card combinations. Cretine asked, revealing two of the cards he held in his hand with childish naiveté if it made any sense to try to make a sequence but not all in the same suit, making the others laugh.  
“I was not sure of that either, my friends” Jisten giggled too.
In between the game they talked about their journeys and shared many weird stories that had happened to them. Jisten told a story that made an impact. He talked to them about that mysterious woman in Vienna. She had come to listen to him in a concert with the city’s philharmonic orchestra and when he finished she found him with tears in her ears. She didn’t say a word but she shook his hand and gave him a note saying that his music had moved her very much even though she was deaf-mute. Three men without any trace of arrogance and competition who laughed with their ease and enjoyed the mutual sympathy that had been developed. They looked like boys in the middle of a mischief. After the second cognac in the dining room, where they had met a few hours ago, Cretine proposed a poker game. But none of them was a good player. “It doesn’t matter gentlemen, let’s just say that the winner will get to share his greatest adventure he has experienced so far.” 
Towards the end of the game, which didn’t last long, the players were concentrated on their cards and seemed focused. Jisten and Lucien had one pair, Cretine had nothing and Astor won the game with a two- pair of aces and eights. 
“Oh, you proved yourself a great player, Astor! Congratulations! I hope you have decided which great story to share” Jisten said.
Astor put his hand in his pocket and pulled out a small box. 
“I think I’d better introduce it” he said and opened the box. Inside there was a huge white butterfly with its wings folded. It looked as if it was sleeping upon a cloud of cotton. The elderly men admired it. 
«Τhis is the butterfly for which I travelled to Peru and stayed awake for several nights in the forest. Most of this species have blue and black wings. Evening types, just like us, they fly lazily within their area, as if patrolling. I was waiting still. Three nights had passed and I still hadn’t caught it because it made strange maneuvers as if was trying to impress me, let me see what it can do. It was as if the butterfly knew that I had come for it and tried to avoid me, to save some time. 
“Ιt is like the Death game” Jisten said laughing loudly. Everyone knows that he has come for them and they try to escape in vain.”
“That is a strange thing to say, my friend” Astor told him and stared at him. “You are absolutely right because in the end I managed to catch it and now you get to admire it yourselves. A creature so rare and eerily charming.”
The three men looked at the butterfly for long. It had magnetized them and they said that this story was a fine one and the winner had gained their appreciation and admiration. “This evening was a total success. I think we should call it a night” Lucier said.
“I think you didn’t understand a thing from the story with the butterfly. No matter how hard you try, there is no way of escaping my friends” Astor said without moving while his co- players ran to the door which they found mysteriously locked. 
In the morning the cleaning ladies found the three men down on the floor. The doctor announced that their death had come late at night. Their heart had betrayed them. No one saw Astor with his white butterfly leaving the hotel. 



Κυριακή 1 Απριλίου 2018

THE FOUR LANTERNS - ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ


Το στοίχημα για φέτος είναι αν θα έρθει ο μεσιέ Ζερόμ στο μεταμεσονύκτιο πικνίκ. Ο Αλφρέδος και ο Ζενεβιέ είναι βαθύτατα προβληματισμένοι. Τι να κάνουν; Να ακυρώσουν μια παράδοση έξι ετών; Δεν τους πάει με τίποτα. Έχουν εμπιστοσύνη στον Ζερόμ αλλά φέτος με την ανακαίνιση του ξενοδοχείου και την επανατοποθέτησή του σε άλλο σημείο, θα τα καταφέρει να τους βρει; Έρχεται από πολύ μακριά, μην το ξεχνάμε. 
Οι δυο τους αποφασίζουν τελικά να τα μαγειρέψουν τα ντολμαδάκια. 
« Αν πετύχουν, θα βρει το δρόμο» λέει χαριτολογώντας ο Αλφρέδος. 
Έχει δίκιο. 
Το ραντεβού είναι όπως πάντα για τα μεσάνυχτα της πρωταπριλιάς στους κήπους του ξενοδοχείου, στο αγαπημένο σημείο του μεσιέ Ζερόμ. Εκεί συνήθιζε να λιάζεται μετά τη βουτιά του στην πισίνα και να παραγγέλνει το πιάτο με τα πρώτα ανοιξιάτικα ντολμαδάκια. Ο μεσιέ Ζερόμ βρέθηκε νεκρός ένα μεσημέρι στην πισίνα. Η καρδιά του τον πρόδωσε. Οι πρώτες βοήθειες δε στάθηκαν αρκετές για να τον επαναφέρουν στη ζωή. Υπήρξε μια αναστάτωση σε όλο το ξενοδοχείο. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και ανοιχτόκαρδος.. Όλοι είχαν να τον μνημονεύουν για καιρό μετά. Όλοι είχαν να διηγηθούν και μια αστεία ιστορία για αυτόν και για τους ωραίους του τρόπους. 
Ο ίδιος όμως ήθελε να ξαναγυρίσει πίσω και να γευτεί τα ωραία ανοιξιάτικα ντολμαδάκια. Δύσκολο από εκεί που ήταν. Πηγαινοερχόταν στα γνώριμα μέρη, βέβαια, αλλά δεν τον έβλεπε κανείς. Δεν μπορούσε να το κάνει και συχνά, άλλωστε. Βρήκε το τέχνασμα να τρυπώσει στο όνειρο του Ζενεβιέ και του Αλφρέδου και τα κατάφερε να τους επικοινωνήσει τη λαχτάρα του. 
« Δεν κάνουμε ένα ωραίο πικνίκ με τα ντολμαδάκια που τα έχω λαχταρήσει και με την ευκαιρία να δω κι εσάς και να μου πείτε τα νέα σας;»
Την πρώτη χρονιά το εγχείρημα στήθηκε με λίγο φόβο. Δεν είναι και λίγο πράγμα να έχεις συνδαιτημόνα στα γρασίδια έναν νεκρό. Είχαν στρώσει τα τραπεζομάντηλα και τα πιάτα, είχαν σερβίρει τα μοσχομυριστά ντολμαδάκια με μπόλικο δυόσμο, όπως του άρεσαν, και στο πλάι ζεστό ακόμα ζυμωτό ψωμί. Είχαν καθίσει και περίμεναν στη μεταμεσονύκτια δροσιά και υγρασία τον μεσιέ Ζερόμ να φανεί. Και ήρθε φυσικά. Εντυπωσιακή είσοδο θα την έλεγε κανείς μιας και διάλεξε να βγει από την πισίνα, αλλά το τεκμηρίωσε.
«Μην απορείτε φίλοι μου, από εδώ μπήκα, από εδώ και θα βγω.»
Τα έφαγε με τόση λαχτάρα όση τους είχε μεταδώσει στο όνειρο και τους ευχαρίστησε από καρδιάς. Δεν ειπώθηκαν κουβέντες για άλλους κόσμους, αλλά απλά καθημερινά νέα του προσωπικού και της πόλης. Μια διακριτικότητα και από τις δύο πλευρές. Το πικνίκ κράτησε μια ώρα περίπου και ανανεώθηκε το ραντεβού για την επόμενη χρονιά. Και για την επόμενη. Και για την επόμενη. Και πέρασαν ήδη έξι χρόνια. 
Ο Αλφρέδος  είναι σίγουρος ότι θα το βρει το σημείο και ειδικά φέτος που έχουν να του πουν τόσα νέα, τόσες ενδιαφέρουσες ιστορίες που έχουν ζήσει μέχρι τώρα. 
Το πικνίκ στήνεται στους καινούργιους κήπους του ξενοδοχείου και όπως πάντα τον περιμένουν στη μεταμεσονύκτια δροσιά της άνοιξης. 
«Σαν να άργησε λιγάκι φέτος», λέει ο Ζενεβιέ κοιτάζοντας το ρολόι του.
«Δώσε του λίγο χρόνο ακόμα, είναι λίγο διαφορετικά τα πράγματα αυτή τη φορά»
Το βλέμμα τους είναι καρφωμένο στην πισίνα. Τα εξωτικά πουλιά έχουν σωπάσει και ακούγεται μόνο το αεράκι που ξεσηκώνει τα φύλλα των δέντρων. Ο μεσιέ Ζερόμ αυτή τη φορά βγαίνει από μια συστάδα θάμνων και τους τρομάζει
«Καλώς τον, από αλλού σε περιμέναμε καλέ μου Ζερόμ» μίλησε σιγανά και λίγο τρομαγμένα ο Ζενεβιέ.

«Μου βγήκε η ψυχή μέχρι να σας βρω, αλλά τίποτα δε θα με χώριζε από τα αιώνια μου ντολμαδάκια.»


*Eυχαριστούμε θερμά τον Άγγελο Παπαδημητρίου για την εμπιστοσύνη.
Ήταν μια εξαιρετική συνεργασία.

THE FOUR LANTERNS - ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ


The bet for this year is whether or not Monsieur Jerοme is coming to the midnight picnic. Alfred and Jenevier are deeply concerned. What should they do? Cancel a six-year tradition? No way. They trust Jerome but this year with the hotel’s renovation and its relocation at another spot, will he manage to find them? Let’s not forget, he will come from afar. 
The two of them finally decide to cook the stuffed vine leaves.
“If they are a success, he will find his way” Alfred says wittily.
He is right.
The rendez -vous was set as always on April first’s midnight at the hotel’s gardens, Monsieur Jerome’s favorite spot. He used to sunbathe there after a swim in the pool and order the first spring stuffed vine leaves. Monsieur Jerome was found dead one afternoon by the pool. His heart betrayed him. . First aid was not enough to keep him alive. There was a big fuss all over the hotel. He was particularly loved and open hearted. Everyone had a kind word to say a long time after the incident. Everyone had a funny story to say about him and his good manners. 
But Monsieur Jerome wanted to return and taste the fine spring stuffed vine leaves. Very difficult from where he was, though. He went back and forth to familiar places, of course, but no one could see him and it was not something that he could often perform, anyway. He managed to sneak into Jenevier’s and Alfred’s dream and succeeded into communicating his craving. 
“Why don’t we have a nice picnic with the stuffed vine leaves which I craved for so long and, of course, tell me all about your news?”
The first year the venture was set with a little bit of fear. It is not a small thing to have a dead man as a banqueter sitting with you on the lawn. They had laid down the tablecloths and the dishes, they had served the good-smelling vine leaves with lots of mint, just as he liked it, and some fresh, still warm, bread on the side. They had sat down by the post moon dew and moisture waiting for Monsieur Jerome. 
And he came of course. An impressive entrance one would say, since he chose to come out of the pool, but he had a reason.
“No need to question it my friends, this was my way in and of course it will my way out.”
He ate them with the great appetite he had transmitted them in their dreams and thanked them from the heart. There was no small talk about the other world, just everyday news from the stuff and the city. A discretion from both sides. The picnic lasted about an hour and it was renewed for the following year. And the following. And the following. And six years had passed since then. 
Alfred is certain that he will find the spot and especially this year that they have so many news, so many interesting stories to tell him. The picnic is set at the hotel’s gardens and as always they wait for him in the midnights’ spring dew.
“I think he’s late this year” Jenevier said looking at his watch. 
“Give him more time. Things are a bit different this year.”
They stare at the pool. The exotic birds are silent and only the breeze rustling the tree leaves is heard. Monsieur Jerome is coming out of the bushes this year and scares them. 
“Welcome, we were expecting you from elsewhere, my dear Jerome” Jenevier talked quietly and a bit scared. 

“Oh my, it was so difficult to find you but there was nothing that could keep me apart from my eternal stuffed vine leaves.”


*We would like to warmly thank Aggelo Papadimitriou for his trust.
It was an excellent collaboration.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

THE FOUR LANTERNS - WAITING FOR THAT GOLDFISH

«Ω, τον αγαπητό μας κύριο Βελιτάλ! Πόσο χαίρομαι που σας ξαναβλέπω!»
«Και για μένα είναι πάντα μεγάλη η συγκίνηση, καλέ μου Ζενεβιέ».
Ο Βελιτάλ ήταν το ίδιο χαμογελαστός και καλοδιάθετος όπως πάντα. Είχε κόψει το μικρό του μουσάκι και φορούσε το κίτρινο καρό του κοστούμι. Στα χέρια του κρατούσε μια γυάλα με ένα χρυσόψαρο.
«Ο Φερεντίν, πιστός φίλος τα τελευταία οκτώ χρόνια», είπε κοιτάζοντας το χρυσόψαρο με τρυφερότητα. 
«Είναι αξιαγάπητος», είπε ο Ζενεβιέ, ρίχνοντας μια ματιά στο βιβλίο των κρατήσεων. «Νομίζω θα σας δώσω το αγαπημένο μου δωμάτιο στον τρίτο που έχει θέα στους κήπους, που ξέρω ότι σας αρέσουν πολύ και σίγουρα θα τους θαυμάσετε μετά την ανακαίνιση του χώρου», πρότεινε με μια διάθεση να περιποιηθεί όσο μπορεί τον, γερασμένο από την τελευταία φορά, ταξιδιώτη.
Ο Αλφρέδος προσφέρθηκε να πάρει τη γυάλα προσεκτικά αλλά ο Βελιτάλ εναντιώθηκε. 
«Όχι, όχι, σας παρακαλώ, τη γυάλα δε θέλω να την αποχωριστώ, σας παρακαλώ» είπε και ακολούθησε τον Αλφρέδο που αρκέστηκε να πάρει τη βαλίτσα του, στο ασανσέρ.
Ο Ζενεβιέ έδωσε αμέσως οδηγίες στο προσωπικό να προσέχουν τον κύριο Βελιτάλ. Ήταν ένας ευαίσθητος και μοναχικός άνθρωπος που ερχόταν περίπου κάθε δέκα χρόνια, πάντα κρατώντας μια καινούργια γυάλα με ένα χρυσόψαρο. Διαισθανόμενος ότι το χρυσόψαρο ήταν έτοιμο να αφήσει τα εγκόσμια, έμενε συνήθως ένα σαββατοκύριακο, θέλοντας να περάσουν ποιοτικό χρόνο μαζί.  Πάντα με τη γυάλα αγκαλιά έκανε βόλτες στους κήπους ή αναπαυόταν στις σεζλόνγκ ή διάβαζε χαμηλόφωνα στο μικρό του φίλο συνήθως αστυνομικά βιβλία τσέπης. Είχε την υποψία ότι τον συγκινούσαν, κρίνοντας από τις πολλές αναβλύζουσες φυσαλίδες στην επιφάνεια της γυάλας του με τις περιγραφές των φόνων. Το σαββατοκύριακο περνούσε γρήγορα και ο κύριος Βελιτάλ θα έφευγε  όπως  ακριβώς είχε έρθει. Αγκαλιά με τη γυάλα. Το εκάστοτε χρυσόψαρο αναχωρούσε σφύζοντας από ζωή. Στη ρεσεψιόν πάντα ένιωθε την ανάγκη να ψελλίσει κάτι απολογητικό αλλά ο Ζενεβιέ δε θα το δεχόταν. 
«Είστε πολύ τυχερός που θα έχετε το μικρό σας φίλο για περισσότερο καιρό κοντά σας», θα έλεγε συνήθως και θα τον χάζευε να φεύγει, μια εύθραυστη φιγούρα σε παστέλ κοστούμια που του ήταν ειλικρινά συμπαθής.
Ο Βελιτάλ είχε μείνει ενθουσιασμένος από την ανακαίνιση του ξενοδοχείου. Η θέα από το παράθυρο ήταν απλά μαγική. ‘Έβλεπε στους κεντρικούς κήπους με τα γέρικα μπάομπαμπ που πρωταγωνιστούσαν στο πράσινο μωσαϊκό, ανάμεσα σε αμέτρητα εξωτικά πολύχρωμα λουλούδια και δέντρα. Στο κέντρο είχαν αφήσει τη μικρή λίμνη με τα νούφαρα που έκλαιγαν με τους κεραυνούς, ένα αστείο θέαμα αν πετύχαιναν οι ένοικοι καμιά καταιγίδα. Τη μισή μέρα βρισκόταν εκεί και συνήθως μιλούσε ή διάβαζε στο χρυσόψαρό του. Περνούσε αρκετή ώρα και στο δωμάτιό του. Στο κομοδίνο ήταν αραδιασμένα πολλά αστυνομικά βιβλία με κιτρινισμένες και τσακισμένες σελίδες. Κάθε μέρα διάβαζε στον Φερεντίν αποσπάσματα και ήταν σίγουρος ότι το χρυσόψαρό του το απολάμβανε. Μετά από κάθε απόσπασμα,  άφηνε τη γυάλα στο περβάζι του παράθυρου για να μπορεί να χαίρεται τη θέα ο φίλος του. Θα κατέβαινε μόνο για το γεύμα στο εστιατόριο ενώ τον πρωινό του καφέ τον ανέβαζαν στο δωμάτιο. Σε προηγούμενο ταξίδι είχε εκμυστηρευθεί στον Ζενεβιέ ότι δεν μπορούσε να εμπιστευθεί τους ανθρώπους. Τους φοβόταν ή μάλλον τους ντρεπόταν. Θα προτιμούσε να ζει αόρατος, αν γίνεται, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματά τους. Δεν είχε μοιραστεί τίποτα άλλο από την προσωπική του ζωή κι ο διευθυντής φυσικά ποτέ δε ρώτησε από διακριτικότητα, οπότε ένα επιπλέον πέπλο μυστηρίου κάλυπτε την περσόνα του.
Την Κυριακή το πρωί η Μαντλέν, που ανέβασε τον καφέ στο δωμάτιό του, αντίκρισε ένα παράξενο θέαμα. Ο Βελιτάλ  ήταν ακίνητος και παγωμένος στην καρέκλα του. Το βλέμμα του είχε μείνει να χαζεύει τα πανύψηλα δέντρα στους κήπους. Ένα βιβλίο ήταν ακουμπισμένο στα γόνατά του στη σελίδα 89, με υπογραμμισμένη την πρόταση: «Και ο Τζακ, που τόσο φοβόταν το θάνατο, τώρα είχε πέσει στην παγίδα του.» Η γυάλα δίπλα του ήταν γεμάτη καθαρό νερό. Ο Φερεντίν δεν ήταν μέσα. 
Ο Ζενεβιέ λυπήθηκε αληθινά για το θάνατό του. Σχεδόν τον ένιωθε φίλο του. « Μα πόσο ειρωνικό, να έρθει γιατί περίμενε να πεθάνει το χρυσόψαρό του και να πεθάνει τελικά ο ίδιος!» έλεγε στον Αλφρέδο.
«Μπα, το ψάρι τον σκότωσε κι έφυγε μακριά του. Δεν υπήρχε περίπτωση να το υποπτευθεί κανείς έτσι κι αλλιώς» αποκάλυψε ο καμαρότος τη θεωρία συνωμοσίας του. Ο Ζενεβιέ γέλασε νευρικά. Ο Αλφρέδος όχι.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να το βρείτε, όσο κι αν ψάξετε στο ξενοδοχείο. Είναι πια ελεύθερο» είπε με ακόμα πιο σοβαρό ύφος.  

THE FOUR LANTERNS - WAITING FOR THAT GOLDFISH

“My dearest Mr. Velital! Such a pleasure to see you again!”
“The pleasure is all mine, my beloved Jenevier.”
Velital was smily and in good spirit as always. He had shaved his small beard and he wore his yellow checkered suit. He held a bowl with a goldfish in his hands. 
“Feredin, my loyal friend for the past eight years” he said looking tenderly at the goldfish.
“He is adorable” Jenevier said taking a look at the reservations book. “I think I will give you my favorite room on the third floor overlooking the gardens, which I am certain that you will like very much and definitely going to admire after the renovation” he suggested wanting to take care as much as he could the, aged since the last time, traveler. 
Alfred volunteered to hold the goldfish bowl but Velital refused.
“No, no, please I don’t want to leave my bowl, please” he said and he followed Alfred who just took his suitcase to the elevator.
Jenevier immediately instructed the stuff to look after Mr. Velital. He was a sensitive lonely man who would come every ten years, always holding a new bowl with a goldfish. Sensing that the goldfish was about to die, he would usually stay for the weekend, wanting to spend quality time with it. Always with the goldfish bowl in his hands, he would take long walks in the gardens or rest on the chaise lounge chairs or read to his little friend in a low voice usually crime pocket books. He suspected that the fish liked them, judging by the amount of bubbles on the surface of the bowl with the murder descriptions. The weekend would quickly pass away and Mr. Velital would go away in the exact way as he had come. Embracing the bowl. Each time the goldfish would depart full of life. At the reception desk, he always felt the need to whisper a few words apologetically but Jenevier would not accept it.
“You are very lucky to have your little friend for a little longer” he would usually say and would watch him go away, a fragile figure in pastel suits to whom he felt close to. 
Velital was excited with the hotel’s renovation. The view from the window was just magical. It overlooked the central gardens with the old baobabs starring in the green mosaics, among countless exotic and colorful flowers and trees. In the center, they had left the small pond with the water lilies that cried with the lightings, a funny spectacle if the tenants happened to watch a storm. He would be there for the half of the day and he usually talked or read to his goldfish. He spent much time in his room as well. There were many crime books on his bedside table with yellow and dog-eared pages. Every day he would read to Feredin excerpts and he was certain that his goldfish enjoyed it. After every excerpt, he left the bowl by the window sill so that his friend could be happy with the view. He would only go downstairs at the restaurant for lunch while they would bring his morning coffee to his room. On a previous trip he had confided in Jenevier that he could not trust people. He was afraid of them or rather he was embarrassed. He would prefer to live invisible, if possible, far away from their indiscreet glances. He had not shared anything else from his personal life and the manager, of course, never asked out of discretion so another veil of mystery covered his persona.
On Sunday morning Madlen, who brought his coffee up to his room, saw something strange. Velital was still and frozen on his chair. His look was at the tall trees in the gardens. A book was on his knees on page 89 with the sentence underlined: “And Jack, who was so afraid of death, had now fallen into its trap.” The bowl beside him was full of clean water. Feredin was not inside. 
Jenevier was truly sorry for his death. He almost thought of him as a friend. “But it is so ironic, he came here waiting for his goldfish to die and in the end he died himself!” he said to Alfred.
“Nope, the fish killed him and ran away. It had no chance of being suspected anyway” the bellboy revealed his conspiracy theory. Jenevier nervously laughed. Alfred did not. 

“You are never going to find it, no matter how hard you search in the hotel. It is now free” he said in an even more serious tone.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΒΡΟΧΗ...



      Είχαν πέσει στα γόνατα κι έκλαιγαν. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού είχαν μαζευτεί στην πλατεία. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που είχε ξεκινήσει σαν ένα σφύριγμα, σαν αδέξιο χτύπημα από παιδικό χέρι στα παράθυρα και στις ταράτσες, σαν κάτι που ήθελε να τρυπώσει  από τις γρίλιες  στο εσωτερικό των σπιτιών και να μείνει εκεί. Είχε έρθει όταν οι περισσότεροι είχαν ξεχάσει την εικόνα της και τη φωνή της. Κι όμως, μετά από ενάμιση χρόνο περίπου η βροχή είχε έρθει. Οι κάτοικοι βγήκαν με τις πιζάμες και τα νυχτικά τους και συγκεντρώθηκαν στην πλατεία του χωριού, λες και, αν μαζεύονταν όλοι μαζί, θα ήταν επίσημο και σίγουρα δε θα το μετάνιωνε να φύγει και να κάνει πάλι τόσο καιρό να έρθει να τους επισκεφτεί. Οι καμπάνες και η σειρήνα του πυροσβεστικού σταθμού χτυπούσαν φρενιασμένα. Όλοι με τα μαλλιά τους αχτένιστα και τα μάτια πρησμένα από τις τσίμπλες και τα δάκρυα είχαν γονατίσει και έκλαιγαν σαν κάτι να είχε σκιρτήσει μέσα τους και να μην το πίστευαν.
    Οι σταγόνες έπεφταν τώρα με δύναμη και η μπόρα έσκιζε τον ουρανό με μπουμπουνητά και αστραπές. Έπεφταν με τόση δύναμη που σχημάτιζαν μικρές λιμνούλες και αυλάκια που τα ρουφούσε αχόρταγα το στεγνό χώμα. Τα παιδιά χόρευαν ξυπόλητα και άνοιγαν το στόμα τους να καταπιούν τις σταγόνες. Το μικρό χωριό, όπου είχαν καταστραφεί οι σοδειές και οι καλλιέργειές του, βίωνε ένα μεταμεσονύκτιο παγανιστικό γλέντι. Οι δυνάμεις της φύσης τους είχαν λυπηθεί επιτέλους. Το έδαφος  θα έδινε σιγά σιγά τους καρπούς του που τώρα μόνο πληγές από τη δίψα του μετρούσε. 
     Ο πρώτος που το παρατήρησε ήταν ο μικρός Μάριο που έτρεξε να το πει στον παππού του. Καθώς χόρευε με τα άλλα παιδιά, παρασυρμένα και από τη συγκίνηση των μεγάλων, κοντοστάθηκε απλώνοντας τα μικρά του χέρια και παρατήρησε τις σταγόνες, κάτι που είχαν κάνει και οι άλλοι αλλά κανείς τους δεν είχε δει αυτό που έκαναν τα μάτια του να γουρλώσουν. 
«Παππού, παππού, κοίτα», ούρλιαξε και έπεσε στην αγκαλιά του ηλικιωμένου ξερακιανού άντρα που παραλίγο να σωριαστεί στις πλάκες έξω από το καφενείο. 
«Παππού, κοίτα, ο Φελίπε, γύρισε, τον βλέπω!», του φώναζε και τα μάτια του έλαμπαν από τον ενθουσιασμό. 
     Ο Φελίπε ήταν το άσπρο κουνελάκι που του είχαν χαρίσει πρόπερσι τέτοια εποχή και ο μικρός έπαιζε συνέχεια μαζί του στον κήπο και στο χωράφι όταν ακολουθούσε τον παππού και τον πατέρα του στις δουλειές. Είχε ζήσει μόνο ένα τρίμηνο και πέθανε ξαφνικά. Είπαν στον μικρό ότι έφυγε στο δάσος για να μην τον στενοχωρήσουν. Και τώρα έβλεπε το κουνελάκι του στις σταγόνες της βροχής που όσο και αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να συγκρατήσει στα μικρά του χέρια. Ο παππούς του φόρεσε τα γυαλιά του, που είχε πάντα στην τσέπη του, και προσπάθησε να δει τι εννοούσε ο μικρός. Μάταια. Όσο κι αν προσπαθούσε, δεν έβλεπε τίποτα, δε διέκρινε τη γνωστή φιγούρα του μικρόσωμου ζώου. Όμως κι οι υπόλοιποι θαμώνες του καφενείου, που σίγουρα κάποιοι είχαν ζωηρότερη όραση, δεν είδαν τίποτα. Ο μικρός απογοητευμένος πήγε πάλι πίσω στα υπόλοιπα παιδιά και το έδειξε σε αυτά. Κι αυτά είδαν. Το καθένα είδε όχι τον Φελίπε, αλλά κάποιον που είχε χάσει. Τον παππού, τη γιαγιά, τη μαμά ή τον μπαμπά τους, ακόμα και ένα σκυλάκι ή ένα γατάκι ή κάποιο αγαπημένο τους παιχνίδι. Το κάθε παιδί διέκρινε στις σταγόνες της βροχής που έπεφταν την εικόνα κάποιου που τους είχε λείψει πολύ, που είχαν να δουν καιρό και που αγαπούσαν δυνατά. Η απώλεια και η έλλειψη είχε γράψει διαφορετικά σε κάθε παιδί και οι αντιδράσεις ήταν διαφορετικές. Οι μεγάλοι είδαν ξαφνικά τα παιδιά από εκεί που έπαιζαν και χόρευαν τραγουδώντας να αντιδρούν ξαφνικά και να ξεκινήσουν άλλα τα κλάματα , άλλα τα χαμόγελα, άλλα να πέφτουν σε βαθιά σιωπή, άλλα να φωνάζουν ονόματα που δεν υπήρχαν πια ανάμεσα τους. Ένα μικρό πανδαιμόνιο ξέσπασε κι όσο και αν προσπάθησαν να τα καταλάβουν , δεν είδαν τίποτα όσο κι αν τα παιδιά με αγανάκτηση ούρλιαζαν ότι έβλεπαν μορφές. Η συναισθηματική ένταση κορυφωνόταν και αποφάσισαν το αυτονόητο. Τα πήραν βιαστικά στα σπίτια τους και τα άφησαν να ηρεμήσουν. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει για τρία μερόνυχτα. Μια βροχή δροσερή, μυρωδάτη και άκρως ανακουφιστική. Οι σοδειές θα καρποφορούσαν, τα χώματα θα ξεδιψούσαν και τα πηγάδια θα γέμιζαν πάλι. Α, ναι, και η ζωή θα επέστρεφε στην κανονικότητα, όποια και αν ήταν αυτή. 
     Και όντως, τέσσερις μήνες πέρασαν ήσυχα με άφθονα χαμόγελα στα χείλια και κουβέντες να κυκλοφορούν με θέμα τι άλλο, τη βροχή και το πόσο καλό έκανε. Παντού. Τα παιδιά γύρισαν στο σχολείο και στα διαβάσματα και στα παιχνίδια τους στην πλατεία του χωριού. Οι γονείς στις δουλειές τους στα χωράφια οι περισσότεροι και στα ζώα τους. Όλα ήταν όπως πριν και η αίσθηση της γαλήνης φώλιαζε και πάλι ανενόχλητη στις καρδιές των απλών ανθρώπων. Ή σχεδόν.
    Ξεκίνησε ταυτόχρονα. Τα παιδιά άρχισαν να εκδηλώνουν μια περίεργη συμπεριφορά. Ήταν αφηρημένα, κοιμόντουσαν πολύ και είχαν αρχίσει να κλείνονται στον εαυτό τους. Είχαν αρχίσει να παραμελούν τα μαθήματά τους, ακόμα και οι καλοί μαθητές και μαθήτριες απλά κουβαλούσαν το σώμα τους και τα βιβλία τους στο σχολείο, χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Οι δάσκαλοι κάλεσαν τους γονείς σε συνελεύσεις με την υπόνοια ότι κάτι γίνεται στο σπίτι. Οι γονείς πάλι πίστευαν ότι κάτι γίνεται στο σχολείο γιατί είχαν παρατηρήσει ότι δεν έτρωγαν πολύ, δε διάβαζαν, δεν έπαιζαν, κλείνονταν στο δωμάτιό τους με τις ώρες και το μυαλό τους ταξίδευε πάντα αλλού. Μετά από καμιά βδομάδα, ξεκίνησαν οι διάλογοι. Τα παιδιά όταν κλείνονταν στο δωμάτιό τους μίλαγαν με κάποιον δυνατά. Ολόκληροι διάλογοι πλέκονταν και, όταν έμπαιναν μέσα να δουν τι γίνεται, εκείνα σταματούσαν. Αυτό γινόταν και στα διαλείμματα αλλά και στην ώρα της γυμναστικής. Με το ίδιο αφηρημένο ύφος που είχαν όλο αυτό το διάστημα συνομιλούσαν με φανταστικούς και αόρατους ανθρώπους και ήταν άκρως απορροφημένα σε αυτή τη διαδικασία. Αρχικά δεν αποκάλυπταν τους συνομιλητές τους αλλά όταν το έπραξαν γονείς και δάσκαλοι σοκαρίστηκαν. Μιλούσαν με τον Φελίπε το κουνελάκι, τον παππού ή τη γιαγιά που είχαν φύγει από τη ζωή, γονείς αλλά και τα αγαπημένα τους παιχνίδια. 
      Η βραδιά της βροχής έμοιαζε να επαναλαμβάνεται με τρομακτικές διαστάσεις. Εκείνη τη νύχτα απλά έβλεπαν στις σταγόνες τους αγαπημένους τους. Τώρα πλέον τους μιλούσαν και από ότι φαίνεται υπήρχαν και αποκρίσεις στα λεγόμενά τους αυτά. Τρομοκρατημένοι οι μεγάλοι φώναξαν το γιατρό ο οποίος μετά από λεπτομερή εξέταση των παιδιών τηλεφώνησε στο φίλο του και νευρολόγο Σμιτς που έμενε τρία χωριά πιο κάτω. Εκείνος με τη σειρά του ήρθε με τον ψυχίατρο του νοσοκομείου όπου δούλευε. Οι τρεις τους εξέτασαν ενδελεχώς τα παιδιά και δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε κάποια καθαρή διάγνωση. Όλες οι εξετάσεις τους ήταν φυσιολογικές. Αδυνατούσαν να κάνουν τη σύνδεση. Οι εξετάσεις πολλαπλασιάζονταν, ο χειμώνας συνέχιζε με τα κρύα, τις βροχές και το βαρύ κλίμα στο χωριό. Τα παιδιά συνέχιζαν να μιλάνε με τους αγαπημένους τους νεκρούς αλλά τώρα πια είχαν αποκτήσει και ένα είδους εσωτερικής ισορροπίας. Ενώ αρχικά τα ένιωθες να κλείνονται στον εαυτό τους και να θέλουν να το κρατήσουν μυστικό όλο αυτό, τώρα πλέον ήταν κάτι που γινόταν ελεύθερα και ανοιχτά. Σταδιακά είχαν επιστρέψει στους παλιούς τους εαυτούς και ασχολίες. Συγκεντρώνονταν περισσότερο στο σχολείο και στα μαθήματά τους. Το χαμόγελο είχε επιστρέψει στα χείλια τους και μιλούσαν ανοιχτά για τις κουβέντες που είχαν. Στο οικογενειακό τραπέζι θα ακούγονταν φράσεις, όπως : «Ο παππούς το ξέρει ότι δεν έφταιγες εσύ μπαμπά που έφυγε. Ήθελε να το ξέρεις», ή « ο Φελίπε δεν έφυγε αλλά δεν πειράζει που δε μου το είπατε» ή ακόμα «Μαμά, ο μπαμπάς σε έβρισκε πάντα όμορφη αλλά δεν έβρισκε τα λόγια να στο πει». Τέτοιες κουβέντες που έβγαιναν ξαφνικά , έκαναν τα πιρούνια να πέσουν κάτω απότομα, τα δάκρυα να κυλήσουν και να πέσει σιωπή. Όσο απόκοσμο κι αν ήταν στην αρχή ,  πέρασε στη δίνη της συνήθειας, έγινε ένα κομμάτι της καθημερινότητας και μάλιστα κάτι που σχεδόν το λαχταρούσαν οι μεγάλοι. «Δε σου είπε τίποτα ο παππούς σήμερα ;» ή « Τι είπατε σήμερα με τον μπαμπά; Είπε κάτι για μένα;» 
     Εκείνη η πρώτη η βροχή είχε φέρει μια τόσο μεγάλη αναστάτωση αλλά και μια αφύσικη ηρεμία στις σχέσεις των ανθρώπων. Πλέον, μπορούσαν να δουλέψουν το παρελθόν μέσα τους και να μαλακώσουν τα σκληρά συναισθήματα της απώλειας και των εκκρεμοτήτων. Τα παιδιά ένιωθαν καλά με τον καινούργιο τους ρόλο και φυσικά για αυτά είχε εξελιχθεί σε κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Οι γονείς, βλέποντας αυτήν την τροπή, ζήτησαν από τους γιατρούς να αποχωρήσουν. Το είχαν αποδεχθεί  και δε ζητούσαν να ταλαιπωρούνται περισσότερο με εξετάσεις τα παιδιά, αν και το κυριότερο ήταν ότι δεν ήθελαν να αλλάξει κάτι. Ήθελαν να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν, με  πρόσβαση  στη γέφυρα της ζωής και του θανάτου. Ένιωθαν γαλήνη και εξιλέωση. 

    Κι έτσι οι γιατροί έφυγαν με την υπόσχεση ότι θα επιστρέφουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα για να επιβλέπουν την κατάσταση. Κατά βάθος, ήθελαν να δώσουν λίγο περισσότερο χρόνο για να κλείσουν οι πληγές και να επουλωθούν τα όποια τραύματα. Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν ήξερε αν το μυστήριο φαινόμενο αυτό θα είχε διάρκεια.

WAITING FOR THAT RAIN...

     

 Everyone was down on their knees and they were crying. All the villagers were gathered in the square. They could not believe in what has started out as a whistle, like a careless knock out of a child’s hand on the windows and the terraces, as if something was eager to get in from the drapes to the rest of the house and stay there.  It had come when most of them had already forgotten about its image and sound. Still, the rain had come after a year and a half. The villagers in their nightgowns were at the square just as if it made it more official for them and it wouldn’t change its mind and go away. The church bells and the siren of the fire station banged frantically. Everyone with their hair uncombed and their eyes swollen from the sleep and the tears were down on their knees as if something deep inside them had been awakened and it was difficult to believe. 

The raindrops were fiercefully falling and they tore the sky in two with the lightings and the thunders. They fell with such force that they formed small ponds and ditches that the dry soil greedily sipped. The children danced barefoot and opened their mouths to swallow the drops. The small village, whose crops and cultivations had been destroyed, experienced an after midnight pagan feast. The forces of nature had finally shown some mercy on them. The ground would gradually give back its fruit that now only counted its wounds from thirst. 
The first one to notice was small Mario who immediately ran to tell his grandfather.  While dancing with the other kids, carried away by the excitement of the grownups, he stopped, spread his  little hands and got a closer look at the drops, something that the others had done but none of them had seen what made his eyes roll. 
“Grandpa, grandpa, look” he screamed and fell in the elderly skinny man’s arms, who almost fell on the plates of the café. “Grandpa, look. Felipe is back, I see him”, he shouted and his eyes sparkled in excitement. Felipe was the small white rabbit that they gave him the year before and the boy played with it all the time in the garden and in the field when he followed his father and grandfather to work. It only lived for three months and suddenly died. They told the boy that it ran to the forest in order not to upset him. And now he saw the rabbit in the raindrops which, no matter how hard he tried, he could not hold in his tiny hands. His grandfather put on his glasses that always kept in his pocket, and tried to figure out what the kid was saying. But it was in vain. As much as he tried, he could not see a thing, he could not make out the familiar figure of the small animal. But even the rest of the people at the café, who some had more vivid vision, did not see a thing. The boy got disappointed and returned to the other children and showed them. And then, they saw it. Each one saw not Felipe but someone or something   they had lost, grandpa, grandma, their mother or father, even a small dog or cat or a favorite toy. Each child saw in the raindrops that fell the image of someone they had missed, someone dear that they had not seen in a long time. The lack and loss had left their mark differently in each kid and their reactions varied. The grownups saw the children  stop playing and dancing  suddenly and reacting by crying or smiling or falling into deep silence or shouting out names that no longer existed. A small pandemonium broke out and as much as they wanted to understand them, they did not see the figures that the children were indignantly screaming about. The emotional tension was reaching its peak and they decided to act logically. They hastily took the children home and let them calm down. The rain kept on falling for three days and nights. A rain that was refreshing, fragrant and extremely soothing. Their crops would give fruits, the soils would forget their thirst and the wells would be full of water again. Oh yes, life would return to normality, whatever that might be.
      And so, four months passed by peacefully with smiles and conversations about the rain and its benefits on everything. The kids went back to school and their homework and games at the village’s square. Their parents returned to their works in the fields and most of them to their cattle. Everything returned to normal and that sense of calmness nested again undisturbed in the hearts of simple men, or at least it seemed so. 
     It started simultaneously. The children started behaving in a strange way. They were abstracted, slept much more and began to become introvert. They had begun to neglect their schoolwork, even the good students just carried their bodies and books to school with no interest at all. The teachers called the parents for a talk under the suspicion that something was going on at home. The parents, on the other hand, believed that something was going on at school because they had lost their appetite and the mood for playing, they were locked in their rooms for hours and they were absentminded. After a week, the dialogues started. The children when they were locked in their rooms, they were talking to someone loudly. Entire dialogues were taking place and when the parents entered to check them out, the children stopped. The same happened in the school breaks and the training time. The children, with the same abstract look they had all this time, were talking to imaginary and invisible people and were highly absorbed in this process. At first, they would not reveal these people but when they did their parents and teachers were shocked. They talked to Felipe, the bunny, the grandpa or grandma who had passed away, parents and beloved toys. 
    The night of the rain seemed to be repeated in terrifying dimensions. On that night they just saw their beloved ones. Now they talked to them and it seemed that there were responses to their sayings. The grownups got terrified and called the doctor who, after he examined the children in great detail, phoned his friend and neurologist Smits who lived three villages away. He came with the psychiatrist of the hospital where we worked. The three of them examined thoroughly each one of the children and were not able to reach a conclusion. All their tests were normal. They were not able to see the connection. The tests multiplied, the cold winter continued with the rains and the dark mood in the village. The children kept talking with their beloved deceased but now they had a kind of inner balance. While at first you could see them shut down in themselves and want to keep it a secret, now it was something that was freely and openly done. They had gradually returned to their old selves and habits. They concentrated more on their schoolwork. The smile was back on their faces and they talked openly about the conversations they had. At the family table, you could hear phrases like: “Dad, grandpa knows that his death was not your fault. He wanted you to know that”, or “Felipe didn’t go away but it is all right that you didn’t tell me”, or even “Mum, Dad always thought that you are beautiful but he could not find the words to say so”. Phrases like that that came out suddenly, made the forks fall down and the tears roll down and the silence spread around. At first it felt so eerie but as time went by, it became a habit, a part of everyday life and in fact something that the grownups longed for. “Didn’t grandpa say anything today?”, or “What did you talk about with Dad today? Did he say anything about me?” 
    That first rain had brought such a fuss but also an unnatural serenity in relations.  Now, they could work on their past inside them and soften the harsh feelings of loss and unfinished businesses. The children felt comfortable with their new role and it was now something completely normal. The parents, witnessing this fact, asked the doctors to leave. They had accepted it and they didn’t want the children to suffer with more tests, but deep inside they didn’t want anything to change. They wanted the things to keep exactly the same, with an access to the bridge of life and death. They felt peace and atonement. 

      So the doctors left with the promise that they would return on a regular basis to monitor the situation. Basically, they wanted more time for the wounds to heal. Anyway, nobody knew if that mysterious phenomenon would last. 

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ



  Ήταν πολύ καλός στη δουλειά του. Ζήτημα να είχε χάσει μόνο τρεις δίκες σε όλη του την καριέρα. Η ατζέντα του ήταν γεμάτη από ραντεβού, συναντήσεις. Η γραμματέας του, που είχε δώδεκα χρόνια μαζί του, πάντα δυσκολευόταν να φτιάξει το ημερήσιο πρόγραμμά του. Στο γραφείο του υπήρχαν συνέχεια στοίβες  με φακέλους δικογραφίας και  υποθέσεις, τις οποίες μελετούσαν πρώτα οι δύο βοηθοί του και μετά τον ενημέρωναν σε ημερήσια βάση. Ακόμα και τα σαββατοκύριακα ερχόταν στο γραφείο για να κλείσει εκκρεμότητες. Είχε συνεργάτες που εμπιστευόταν τυφλά, απολάμβανε έναν αξιοπρεπή μισθό, ζούσε σε  ένα μικρό αλλά λειτουργικό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Ήταν δυστυχισμένος.
  Κάθε πρωί ξυπνούσε με το ίδιο βάρος. Έκανε την πρωινή εικοσάλεπτη γυμναστική του, άκουγε τις πρώτες ειδήσεις στο ράδιο που είχε στην κουζίνα, έπινε τον καφέ του και ετοίμαζε ένα ελαφρύ πρωινό. Ένα χλιαρό μπάνιο και διάλεγε το κοστούμι και τη γραβάτα της ημέρας. Πήγαινε στο γραφείο του με το μετρό και επέστρεφε το βράδυ με τον ίδιο τρόπο. Ζούσε μόνος του κι ένιωθε μόνος του στην καθημερινότητά του. Εκτός από τα έδρανα των δικαστηρίων, κι όπου αλλού έπρεπε να βγάζει  τη λαλίστατή  του πλευρά, όπως πρόσταζε η φύση του επαγγέλματος, ήταν ντροπαλός και λιγομίλητος, συνεσταλμένος. Μισούσε τη δουλειά του κι ό,τι είχε σχέση με αυτήν. Το όνειρό του ήταν κάτι τόσο ταπεινό όπως το να δουλεύει σε ένα γκαράζ παρέα με το σκύλο του. Λάτρευε τα αυτοκίνητα. Ανατρίχιαζε στον ήχο που έκανε η μηχανή όταν έπαιρνε μπρος και το μόνο που ήθελε πάντα ήταν να τα μαστορεύει.
  Ο πατέρας του ήταν υπερβολικά αυστηρός μαζί του. Η μαμά του είχε πεθάνει όταν ήταν πολύ μικρός, σχεδόν δε θυμόταν το πρόσωπό της. Στην αρχή θύμωνε αλλά σιγά-σιγά πέρασε. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος. Το γραφείο του ήταν αυτό που είχε κι ο ίδιος ακόμα. Τότε ήταν όλα καινούργια. Γυάλιζαν τα έπιπλα και οι βιβλιοθήκες με τα νομικά βιβλία. Τώρα ήταν φανερά τα σημάδια που είχε αφήσει ο χρόνος πάνω τους. Λιγομίλητος κι εκείνος αλλά η ματιά του ήταν πάντα ψυχρή, πίσω από τα χοντρά γυαλιά του. Δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί ένα μικρό αγοράκι. Δεν είχε την υπομονή να παίξει μαζί του, τον ενοχλούσε πάντα η φασαρία που μπορεί να έκανε όταν εκείνος μελετούσε τις υποθέσεις του. Τον κούραζαν οι συνεχείς ερωτήσεις του για τα πάντα. Από πολύ νωρίς τον πίεζε για να ακολουθήσει τα δικά του χνάρια. «Οι δικηγόροι είναι λαμπροί επιστήμονες», συνήθιζε να λέει και ξεδίπλωνε τα επιχειρήματά του. Ο μικρός προσπαθούσε αλλά δεν καταλάβαινε λέξη από τα λόγια του πατέρα του και έτσι συνέχιζε να παίζει με τα μεταλλικά του αυτοκινητάκια. Αυτά ήταν η παρέα του κάθε μέρα που περίμενε τον πατέρα του να γυρίσει στο σπίτι. Η ηλικιωμένη γιαγιά του τον πρόσεχε αλλά συνήθως έπαιζε μόνος του.


Τα έστηνε στο πάτωμα και ξεκίναγε τις αόρατες και φανταστικές διαδρομές. Τότε γεννήθηκε κι η ιδέα για το γκαράζ. Όταν μεγάλωνε  θα είχε ένα γκαράζ με πολλά αυτοκίνητα και θα τα μαστόρευε όλη μέρα. Θα είχε κι ένα σκύλο για παρέα. Έβαλε τον εαυτό του σε αυτήν την εικόνα και ταίριαξε απόλυτα.
 Την επόμενη φορά που ο πατέρας του ξεκίνησε να ρητορεύει για τα οφέλη της δικηγορίας, μάζεψε όλο το θάρρος του και τον κοίταξε στα μάτια. Άφησε για λίγο τα αυτοκινητάκια του και ξεκίνησε να του μιλάει για το όνειρό του, το γκαράζ. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει και ένα κύμα οργής ξεχύθηκε από το στόμα του πατέρα του. «Δεν υπάρχει περίπτωση ο δικός μου ο γιος να κάνει κάτι τέτοιο. Να το ξεχάσεις», φώναξε και άρπαξε τα αυτοκινητάκια του από το πάτωμα. Τα έβαλε στις τσέπες του και βγήκε χτυπώντας την πόρτα πίσω του. Τα δάκρυα και το παράπονο του μικρού αγοριού δε στάθηκαν αρκετά για να του επιστραφούν τα παιχνίδια του. Βδομάδες ολόκληρες τα ζητούσε αλλά ο πατέρας του ήταν ανένδοτος. Στο τέλος πίστεψε ότι τα είχε πετάξει στα σκουπίδια.
  Τα χρόνια περνούσαν και η καταπίεση γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Φυσικά και πέρασε τις εξετάσεις κι έγινε δικηγόρος. Του απαγόρεψε να μάθει να οδηγεί με τη δικαιολογία ότι δεν του χρειαζόταν αφού έμενε στην πόλη και υπήρχαν συγκοινωνίες για να μετακινηθεί. Το μικρό αγόρι είχε γίνει ένας νεαρός άντρας φοβισμένος που δεν είχε τη δύναμη να σηκώσει το ανάστημά του ξανά στον πατέρα του, όπως εκείνο το πρωινό. Τα πρώτα χρόνια δούλευε μαζί του στο γραφείο του. Καθημερινά πίεζε το γιο του για να γίνει όλο και καλύτερος. Και γινόταν, αλλά πάντα ήταν στη σκιά του πατέρα του. Οτιδήποτε και να έκανε θα ήταν κατώτερο των δυνατοτήτων του. Πνιγόταν, αλλά και πάλι δεν τολμούσε να αντιμιλήσει.
  Ο ηλικιωμένος άντρας πέθανε ξαφνικά από καρδιά. Ο νεαρός, που πλέον ήταν άντρας με τους πρώτους γκρίζους κροτάφους, έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του. Η σταθερά στη ζωή του έπαψε να υφίσταται. Μετά την κηδεία άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματά του πατέρα του στο σπίτι. Πέταξε παλιά του χαρτιά που μάζευε στο γραφείο του. Δίπλωσε ρούχα του και γραβάτες, τα έβαλε σε σακούλες και κανόνισε να τα δώσει. Σε ένα μικρό κουτί, στο βάθος της ντουλάπας, βρήκε φωτογραφίες της μητέρας του που ο ηλικιωμένος άντρας είχε κρατήσει. Θυμήθηκε τα χαρακτηριστικά της ή πίστεψε ότι τα θυμήθηκε. Τα μεταλλικά του αυτοκινητάκια βρίσκονταν κι αυτά εκεί. Η παιδική του συντροφιά είχε φυλαχτεί σα μικρός θησαυρός. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό για όλα εκείνα που θα μπορούσαν να ειπωθούν και δεν ειπώθηκαν, για όλα εκείνα που θα μπορούσαν να είχαν γίνει και δεν έγιναν. Η μακρινή ανάμνηση του γκαράζ ήρθε και πάλι στο μυαλό. Ίσως τώρα θα μπορούσε… Ίσως. Ποτέ δεν ήταν αργά, αλλά ήταν;
 Εκείνο το βράδυ έκατσε στο σαλόνι, έλυσε τη γραβάτα του, έβαλε να πιει ένα καλό ουίσκι και γύρισε πίσω στο χρόνο αλλά στάθηκε και αρκετά στο παρόν. Ήταν η ευκαιρία του να πάρει τη ζωή στα χέρια του, να βγάλει τη βαριά σκιά του πατέρα του από πάνω του. Ήταν καιρός. Ένας ολόκληρος άντρας κι εκείνο το βράδυ έπαιξε με τα αυτοκινητάκια του ξανά. Τα έβαλε να τρέχουν πάνω στο χαλί όπως δεν το είχε ξανακάνει. Έκλαψε, γέλασε, άδειασε τα πάντα από μέσα του.
  

Τα ξημερώματα έπρεπε να πάρει την απόφασή του. Σηκώθηκε, έκανε ένα χλιαρό μπάνιο και άνοιξε την ντουλάπα του. Στάθηκε διστακτικός για ένα λεπτό. Μόνο για ένα. Φόρεσε ένα γκρι κοστούμι και ετοίμασε το χαρτοφύλακά του για τη δουλειά. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη λίγο πριν φύγει για το γραφείο. Δεν είχε τη δύναμη να κάνει κάτι διαφορετικό. Δε βρήκε τη δύναμη να αλλάξει τη ζωή του. Λίγο πριν κλείσει την πόρτα πίσω του, έβαλε το μικρό αυτοκίνητο στην τσέπη του. Τουλάχιστον αυτό. Και δεν το έβγαλε ποτέ ξανά.