Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα family. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα family. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 5: ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ (Β ΜΕΡΟΣ)

  Όσο ο πατέρας του κάπνιζε το τσιγάρο του, ο Χάρης ένιωθε τον ιδρώτα να μουσκεύει το μέτωπό του και το σβέρκο του. Πόσο είχε χαραχτεί αυτή η μέρα στη μνήμη του και πόσο ανέτοιμος ήταν σήμερα να την ξαναζήσει! Τον παρακολουθούσε να μιλάει για το κοινό τους επαγγελματικό μέλλον και ήξερε πως δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του πριν χτυπήσει το κουδούνι και έρθει το ραντεβού του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον διέκοψε, χωρίς να έχει πάρει ακόμα το φάκελο με τα χρήματα.
«Πατέρα, ήρθα σήμερα για να σου μιλήσω», ξεκίνησε δειλά, όπως είχε κάνει και τότε.
«Τι να μου πεις, Χάρη, εγώ έχω να σου πω χίλια δυο για τη δουλειά, αλλά θα τα μάθεις όλα τα κόλπα κοντά μου.»
«Μα, για αυτό θέλω να μιλήσουμε»
«Σου έχω πει χίλιες φορές ότι δε μου αρέσει να με διακόπτεις, λες και μεγάλωσες σε κοτέτσι, χωρίς τρόπους. Ό,τι και να έχεις να μου πεις αποκλείεται να είναι πιο σημαντικό από το πρώτο ραντεβού που σου έχω κλείσει στο οποίο θα είμαι και εγώ παρών βέβαια. Είναι στρωμένη η δουλειά, έτοιμη, απλά θέλω να δεις πώς μιλάω στον πελάτη, πώς τον χειρίζομαι για να μπεις στο πνεύμα. Δεν πρέπει να χάνεις καθόλου καιρό. Η ζωή κυλάει σα νερό και δε σε μεγάλωσα για να σπαταλάς τις μέρες σου έτσι. Ήρθε ο καιρός να βγάζεις μόνος σου τα λεφτά σου κι όχι να σε συντηρώ εγώ λες και είσαι άρρωστος» είπε και, βρίσκοντας αστεία την τελευταία του φράση, άρχισε να γελάει δυνατά. 
  Ο Χάρης έσφιξε τα χέρια του γροθιά και κοίταξε το ρολόι του τοίχου. Είχε πέντε λεπτά στη διάθεσή του. Είχε την ανάμνηση της εμπειρίας αυτής της στιγμής και ήξερε ότι τα είχε σκατώσει στο παρελθόν. Θυμόταν πολύ καλά ότι σε αυτά τα πέντε λεπτά είχε βγει ένα ποτάμι οργής από μέσα του, του είχε μιλήσει για τα μαθήματα που ήθελε να ακολουθήσει και για το πόσο, αντίθετα, δεν ήθελε κανένα όνομά του σε ταμπέλες και δεν ήθελε αυτή τη ζωή που του έστρωνε ο πατέρας του χωρίς να ακούσει ποτέ τι ήθελε πραγματικά ο γιος του. Όσο τα θυμόταν, τόσο έσφιγγε τη γροθιά του περισσότερο γιατί η απάντηση του πατέρα του ήταν απλά φωνές και απειλές και εξευτελισμοί. Τον είχε μειώσει και του είχε πει ότι αν ήθελε να αλλάξει ρότα θα έπρεπε να περάσει πάνω από το πτώμα του. Το κουδούνι είχε χτυπήσει και η τελευταία του κουβέντα ήταν :
«Έννοια σου και ξέρω πολύ καλά πώς να σε κάνω να αλλάξεις γνώμη». Ο Χάρης είχε παγώσει με αυτήν την απειλή και τότε είχε φύγει πανικόβλητος και δεν ήταν σίγουρος ποτέ αν ο πατέρας του ήταν απλά παρανοϊκός ή τρελά πεισματάρης και εγωιστής. Δεν είχε πει τίποτα στη μάνα του και ακολούθησε πιστά τις οδηγίες του για αρκετά χρόνια. Τον μίσησε όσο δεν πήγαινε άλλο, έμεινε στωικά να δουλεύει μαζί του από φόβο και πάντα κάθε Πρωτοχρονιά έδινε την υπόσχεση ότι αυτή η χρονιά θα ήταν κι η τελευταία. Και πάντα αυτή η χρονιά έφερνε και την επόμενη, μέχρι εκείνη την Πρωτοχρονιά που ο χρόνος σαν να έσπασε σε αμέτρητα κι ασήμαντα κομμάτια.  Είχε να τον δει τώρα τόσα χρόνια που πραγματικά δεν ήξερε αν ζούσε ή αν ήταν θαμμένος σε κανένα χλοερό τόπο της μακρινής Πρετσένιας. Μια αέναη εκκρεμότητα ήταν η σχέση τους και αυτό το μαρτυρικό πεντάλεπτο που έμενε ήταν η τελευταία του ευκαιρία για να τρίξει τα δόντια και να πάρει το χαμένο χρόνο πίσω. Να ξεπεράσει τους φόβους του, δικαιολογημένους ή όχι, και να σταθεί μπροστά του διεκδικώντας σωστά τα νιάτα του, τώρα που του δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία. Χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρος για το αν αντιδρούσε σωστά, ύψωσε τον τόνο της φωνής του.
«Έχω μεγαλώσει στο κοτέτσι σου και τώρα ήρθε η ώρα να φύγω τρέχοντας. Είσαι σαδιστής και απαίσιος». Τώρα απλά ούρλιαζε με το πάθος όλων αυτών των ετών. Σταγόνες από τα σάλια του έφευγαν από το στόμα του και προσγειώνονταν στο πρόσωπο του πατέρα του που, ξαφνιασμένος από τη στάση του γιου του, αμήχανα τις σκούπιζε.
«Δεν είμαι κτήμα σου να με κάνεις ό,τι θέλεις. Θέλω όσο τίποτα άλλο να πάω σε αυτή τη σχολή αρχιτεκτονικής και να μην ασχοληθώ ποτέ με τις κωλο-ασφάλειές σου. Δεν ξέρω αν είσαι τρελός ή το παίζεις αλλά δε θέλω να μείνω εδώ πέρα να το διαπιστώσω. Αρκετά!», συνέχισε να ουρλιάζει και έκανε να φύγει, χωρίς να πάρει το φάκελο από το τραπέζι. 
«Πού νομίζεις ότι πηγαίνεις νεαρέ; Ποιος σου είπε ότι τελειώσαμε;», του είπε αυστηρά ο πατέρας του και τον έπιασε από το μπράτσο με δύναμη. 
«Άσε μου το χέρι, τώρα», φώναξε στα όρια της υστερίας ο νεαρός Χάρης και, γυρνώντας προς το μέρος του, σήκωσε το δικό του δεξί  χέρι, αυτό που τώρα στο παρόν είχε βαμμένο ένα κόκκινο νύχι, και, χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, έριξε μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο του πατέρα του. 
  Σαστισμένος εκείνος, ανταπέδωσε το χτύπημα και βρέθηκαν να κυλιούνται στο ξύλινο πάτωμα και να παλεύουν σαν αγρίμια, ρίχνοντας τα μισά πράγματα από το γραφείο. Τα σώματά τους έμοιαζαν με σάκους του μποξ. Ο Χάρης λειτουργούσε με τέτοια αγριάδα, λες και όλα τα λάθη και η πίεση από το παρελθόν αλλά και από το μέλλον, είχαν βγει τώρα στην επιφάνεια και του ξαναγέμιζαν τις γροθιές  σαν να ήταν πυροβόλα όπλα. Ο πατέρας του από την άλλη, ανάμεσα σε μουγκρητά και βρισιές, ανταπέδιδε λες και χτυπιόταν σε μπαρ με ναύτες για τα μάτια καμιάς ομορφονιάς. Αίμα έτρεχε από τη μύτη του Χάρη και το πουκάμισο του πατέρα του είχε σκιστεί στους ώμους. Τίποτα δεν τους σταματούσε και λόγια σκόρπια όπως: «αχάριστε», «σατράπη της δεκάρας», «έλα να μας δείξεις πόσο άντρας είσαι τελικά», ακούγονταν μέσα από γρυλίσματα και κραυγές πόνου αλλά δεν ήταν καθαρό από ποιανού το στόμα έβγαιναν. Ο καθένας ήθελε να πονέσει τον άλλο και πραγματικά ο χρόνος είχε γίνει ένα άγριο φουσκωμένο ποτάμι που τα είχε παρασύρει όλα στο πέρασμά του. 
Την κλειστή πόρτα του γραφείου του άνοιξαν με θόρυβο ο διευθυντής και συνάδελφοι από τα γειτονικά γραφεία και τους κάτω ορόφους, που σάστισαν με τη φασαρία και το θέαμα. 
«Κύριε Στίλτον, Χάρη, τι χάλια είναι αυτά; Διαλύστε το αμέσως, ντροπή», φώναξαν και όρμηξαν να τους χωρίσουν. Οι γυναίκες δακτυλογράφοι και γραμματείς έμειναν στο άνοιγμα της πόρτας, στριμωγμένες να δουν το θέαμα της ντροπής. Άλλες έτρεξαν με χαρτομάντηλα να προσφέρουν για τα αίματα που έτρεχαν και τον ίδρωτα. Πατέρας και γιος σηκώθηκαν, προσπαθώντας να συμμαζέψουν τα ρούχα τους. Η μπλούζα του Χάρη είχε βγει από το παντελόνι του, ο πατέρας του προσπαθούσε να ισιώσει τη γραβάτα του. Ο διευθυντής του τμήματος ευγενικά έδιωξε τον κόσμο που είχε μαζευτεί τριγύρω. Ο Χάρης άκουσε τον πατέρα του να του ζητάει να αναλάβει το ραντεβού του, που ευτυχώς είχε καθυστερήσει, όσο θα πήγαινε να φρεσκαριστεί στις τουαλέτες. Έριξε μια ματιά περιφρονητική στο γιο του καθώς έβγαινε από το γραφείο του. Ο Χάρης έμεινε ταπεινωμένος να σκουπίζει τη μύτη του. Μετά από πέντε λεπτά, έφυγε τρέχοντας, προσπερνώντας τα πηγαδάκια που είχαν σχηματίσει οι εργαζόμενοι, εμφανώς σχολιάζοντας το πρωτοφανές γεγονός. Βγαίνοντας από το κτίριο, κοντοστάθηκε να πάρει μια ανάσα και να βάλει μια τάξη στις σκέψεις του που, σα χείμαρρος, έρχονταν να τον πνίξουν. Ένα χέρι στον ώμο του τον χτύπησε απαλά.
«Χάρη, είσαι καλά ; H μπύρα σου έχει ζεσταθεί».
Γύρισε και είδε το χέρι του Τζόναθαν να στέκεται στον ώμο του. 
«Τόσο βαρύ σου έπεσε το τρίψιμο της βάρκας;» του είπε γελώντας. 
« Ήμουν αφηρημένος, με συγχωρείς.»
«Ναι, αυτό το κατάλαβα. Είσαι εδώ και κανένα τέταρτο με το γυαλόχαρτο στο χέρι και το βλέμμα σου στο κενό. Σου μιλάω και δε με ακούς.»
«Ναι… ναι … κάτι σκεφτόμουν», μουρμούρισε και ήπιε μονορούφι σχεδόν την όντως ζεστή μπύρα του, αλλά τη χρειαζόταν για να τον συνεφέρει. «Με συγχωρείς, Τζόναθαν, δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα κατέβω αύριο πάλι. Πάω να ξαπλώσω λίγο», είπε και ανέβηκε στο δωμάτιό του, αφήνοντας τον Τζόναθαν να μουρμουρίζει κάτι για τις γυναικοδουλειές και τα μπλεξίματά τους. 

  Ξάπλωσε στο κρεβάτι του σοκαρισμένος. Αν είχε καταλάβει καλά, μόλις είχε αλλάξει το παρελθόν του κατά τον χειρότερο τρόπο. Ναι μεν είχε καταφέρει να αντιμετωπίσει τον πατέρα του σε μια στιγμή που τον είχε καθηλώσει ο φόβος του για το πρόσωπό του, αλλά τα είχε κάνει θάλασσα στον τρόπο που το χειρίστηκε. Το να πλακωθούν στο ξύλο δεν ήταν μια ενήλικη συμπεριφορά από κανέναν από τους δύο. Και το χειρότερο, το να ζει την ανατροπή αποσπασματικά δε δικαίωνε με κανέναν τρόπο την όποια επιλογή του. Ωραία, και παίξανε μπουνιές και γίνανε ο περίγελος του κτιρίου. Μετά, τι έγινε; Πώς συνεχίστηκε η ζωή του, έκανε την επανάστασή του και έφυγε, χωρίς μία στην τσέπη να κυνηγήσει το όνειρό του στην Ευρώπη ή σαν πρώτης τάξεως δειλός, μόλις στέγνωσε το αίμα από τη μύτη, σαν κοτούλα, γύρισε πίσω στο κοτέτσι του και στην ασφάλεια του; Θα είχε άραγε απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα ή θα έμεναν μετέωρα; Το μόνο σίγουρο ήταν πως τώρα που καταλάγιαζαν σιγά σιγά αυτά που είχε ζήσει εκείνο το πρωί, ένιωθε φόβο. Όχι για τον πατέρα του, αυτή τη φορά, αλλά για τον ίδιο του τον εαυτό και τις αντιδράσεις του, που ούτε του είχαν περάσει από το μυαλό ότι θα ήταν ικανός να τις υλοποιήσει.
Σήκωσε το δεξί του χέρι και είδε το κόκκινο του νύχι. Χαμογέλασε αυθόρμητα. «Αν αρχίζω και τρελαίνομαι, ας το κάνω με στυλ», και μπήκε για ένα ντους για να ετοιμαστεί για τη δουλειά.

THE VOLUNTEER 5: CONVERSATION WITH THE FATHER (PART TWO)

  While his father was smoking his cigarette, Harry felt the sweat running down his chin and his back. How vivid this day was in his memory and how unprepared he was to relive it! He watched him talk about their professional future together and he knew that he did not have much time before the bell would ring and his appointment would show up. He took a deep breath and he interrupted him, without taking the envelope with the money. 
“Father, I came today to talk to you”, he began timidly, just as he had done that day.
“What do you want to talk about, Harry? I am the one who has a thousand things to tell you about the job but you are going to learn all the tricks by my side.”
“But that’s what I want to talk to you about.”
“I have told you a thousand times that I don’t like to be interrupted, as if you grew up in a barn without manners. Whatever you have to tell me, can’t be more important than the first appointment that I have arranged for you, in which I will be present of course. It is a done deal job but I want you to see the way I talk to the client, how I deal with him so that you get in the mood. You must not waste any time. Life flies away and I didn’t raise you to waste your days. It’s time you earn your money and stop being supported by me as if you were sick”, he said and, having found funny his last phrase, started laughing out loud.
  Harry clasped his hands and looked at the clock on the wall. He had only five minutes at his disposal. He had the memory of that experience and he knew that he had screwed up in the past. He remembered very well that in those five minutes a river of range had flowed from him, he had talked to him about the lessons that he wanted to take and how, on the contrary, did not want his name on any signs and did not want the life that his father arranged for him without ever hearing what his son wanted. The more he remembered it, the more he gripped his fist because his father’s response was all yelling and threats and humiliations. He had insulted him and he had told him that if he wanted to change his course of life he should pass over his dead body. The bell had rang and his last words were:
“Don’t sweat it, I know exactly how to change your mind’. Harry was frozen with this threat and he had gone away in such a panic and he was never actually sure if his father was just paranoid or the biggest stubborn and selfish of all times. He hadn’t said a word to his mother about it and he loyally obeyed his instructions for years. He hated him so much, he stoically remained in the job out of fear and every New Year’s Eve he promised himself that this would be the last year. And this year always led to the next one until that specific New Year’s Eve when time seemed to crash into countless and trivial pieces. He had not seen him for so many years that in reality he didn’t know whether he was alive or buried into a verdant estate of distant Pretsenia. Their relationship was an ongoing abeyance and these agonizing five minutes left were his last chance to win back lost time, to overcome his fears, justified or not, and to stand in front of him correctly claiming his youth, now that he had a second chance. Without being totally sure if he reacted in the right way, he raised his voice.
“I have grown up in your barn and now it’s time to run away. You are a sadist and a sinister”. Now he just screamed with the passion of all those years. Drops of his saliva were slipping his mouth and landed on his father’s face who, surprised from his son’s behavior, awkwardly swept them away. 
“You don’t own me to treat me like you do. I want more than anything else in the world to go to that school of architecture and never deal with your fucking insurances. I don’t know if you are crazy or not but I don’t want to stay here to figure it out. Enough!” he continued screaming and he tried to leave without taking the envelope from the table. 
“Where do you think you are going young man? Who told you that we are through?” his father strictly told him and grabbed him by his arm.
“Leave my arm, now” young Harry cried almost hysterically and as he turned towards him, he raised his right arm, the one that had a nail painted in the present, and without having a second thought, he punched his father’s face. 
  His father was bewildered and hit him back with the two of them rolling on the wooden floor fighting like wild beasts, throwing half the things off the desk. Their bodies looked like boxing bags. Harry functioned with such ferocity as if all the mistakes and the pressure from the past and the future have now reached the surface and they were the ones to reload his fists as if they were guns. His father, on the other hand, between groans and cursing, hit back as if he were in a bar fighting with sailors for the eyes of a woman. Blood was running from Harry’s nose and his father’s shirt was torn at the shoulder. Nothing seemed to stop them and scattered words like: “ungrateful”, “satrap my ass”, “show us the real man in you”, were heard through grunts and cries of pain but you could not tell from whose mouth they came out. They both wanted to hurt another and time truly had become a fierce river that had drifted everything along. 
The manager and the colleagues from the neighboring offices and the lower floors opened noisily the closed door, baffled with the yelling and the spectacle. 
“Mr. Stilton, Harry, what’s all this mess? Stop it you two, you should be ashamed”, they shouted and rushed to separate them. The women typists and secretaries stayed in the doorway, cramped to see the spectacle of shame. Others hurried to offer handkerchiefs for the blood and the sweat. Father and son got up, trying to tidy up their clothes. Harry’s t-shirt was out of his pair of jeans, his father was trying to straighten his tie. The manager kindly sent away the crowd that had gathered. Harry heard his father asking of him to take over the appointment, which fortunately had delayed, while he would go and freshen up in the men’s room. He took a degrading look at his son as he got out of his office. Ηarry was left humiliated to wipe his nose. Five minutes later he ran away, passing the small groups of employees obviously talking about the unprecedented event. As he left the building, he stopped to catch his breath and put his thoughts in order that came like a torrent in order to drown him. A hand on his shoulder shook him gently. 
“Harry, are you all right? Your beer is getting warm”.
He turned and saw Jonathan’s hand standing on his shoulder.
“Was the rubbing of the boat so heavy for you?” he asked him laughing.
“I am sorry, I was distracted.”
“Yes, I can see that. For the last fifteen minutes you stand with the sandpaper in your hand and your mind is elsewhere. I am talking and you do not listen.’
“Yes…yes… I was thinking about something”, he murmured and gulped his really warm beer, which he needed to revive him a little. “I am sorry, Jonathan, but I can’t go on. I will come down tomorrow. I am going to lie down for a while”, he said and went to his room, leaving Jonathan muttering something about women and their affairs. 

  He lied on his bed in shock. If he had understood correctly, he had just changed his past in the worst possible way. Even though he had managed to confront his father at a time when fear towards him was dominating, he had messed up the way he handled it. Fighting was not an adult behavior by none of them. And the worst part, living the turnover in fragments did not justify in any way either of his choice. So, they punched each other and became the laughing stock of the building. Then what? How did he continue his life, did he do his revolution and go, without a dime in his pocket, to Europe to follow his dream or like a first-class coward, as soon as the blood dried from his nose did he return to his barn and its safety? Would he have answers to these questions or not? The only thing for certain was the fear he felt now that all the morning events settled down in him. Not fear for his father, this time, but for himself and his reactions, which had never crossed his mind that he would be able to go through them.
He raised his right hand and he saw his red nail. He spontaneously smiled. “If I am starting to lose my mind, I might as well do it in style”, and he went in for a quick shower before getting ready for work.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

O ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 4: ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ (Α ΜΕΡΟΣ)

  Eκείνη η πρώτη βουτιά στο παρελθόν τον τάραξε. Κλόνισε καλά χτισμένα θεμέλια μέσα του. Η απόσταση ανάμεσα στο να γυρνάς νοερά πίσω με τις αναμνήσεις και τις αλήθειες των πραγμάτων, που πολλές φορές έχουν θολώσει, και στο να γυρνάς κυριολεκτικά σε εκείνες τις σκηνές και να τις ξαναζείς ήταν τεράστια. Όσο κι αν το φοβόταν, κάθε λέξη που είχαν πει οι μασκοφόροι κουστουμαρισμένοι τύποι ήταν αλήθεια και ήξερε ότι αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή. Δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Δε θα μπορούσε να είναι προετοιμασμένος για καμία σκηνή που θα ακολουθούσε. Όσο κι αν ήθελε να το μοιραστεί με την Μπράνκα, δεν της είπε τίποτα. Το κράτησε βαθιά μέσα του. Έτσι κι αλλιώς, ακόμα κι ο ίδιος δυσκολευόταν να το χωνέψει. Και αυτήν την περίοδο μόνο στη Σιέρρα βρισκόταν μόνος με τις σκέψεις του, κι αυτό κατά βάθος τον βόλευε. Στο σπίτι τις τελευταίες δύο βδομάδες πάντα ήταν απασχολημένος. Βοηθούσε τον Τζόναθαν να επισκευάσει μια παλιά βάρκα που ήταν στο γκαράζ πολλά χρόνια. Του είχε καρφωθεί στο μυαλό να φτιάξει τη μηχανή, να της φρεσκάρει το χρώμα και με το που μπει η άνοιξη να πηγαίνει για ψάρεμα στη λίμνη Τράνκιλο. Ο Χάρης δεν είχε ιδέα από μαστορέματα και βάρκες. Πιο πολύ του έκανε παρέα και ακολουθούσε τις οδηγίες που του έδινε ο Τζόναθαν, πάντα με τη συνοδεία μιας παγωμένης μπύρας, που τις είχε άφθονες στο μικρό ψυγείο κάτω από τις σκάλες στην είσοδο, πίσω από τα ποδήλατα των δίδυμων. 
  Ήταν το διάστημα που η Μπράνκα του κρατούσε μούτρα και δεν ερχόταν να τον επισκεφτεί. Στο μικρό του δωμάτιο έβρισκε πάντα δικά της πράγματα στα πιο απίθανα σημεία. Το τελευταίο του εύρημα ήταν ένα βερνίκι νυχιών σε έντονο κόκκινο χρώμα στο περβάζι του παράθυρου, πίσω από τις κουρτίνες. Χαμογέλασε αυθόρμητα στη θέα του. Από μια περίεργη παρόρμηση το άνοιξε και έβαψε το νύχι στο μικρό του δάχτυλο του δεξιού χεριού. Απορούσε πώς τα κατάφερναν οι γυναίκες με αυτά τα μαραφέτια. Εκτός από το νύχι, το χρώμα απλώθηκε και λίγο στο δάχτυλο. Το κοίταξε και αποφάσισε να μην το ξεβάψει. Ήθελε να την έχει κοντά του σήμερα και δεν έδινε δεκάρα για τα περίεργα βλέμματα που θα το πρόσεχαν. Χαμογέλασε στην ιδέα να περάσει από το μπαρ το βράδυ, πριν τη δουλειά, για να τη δει και να την κάνει να το προσέξει. Θα ήταν ο τρόπος του να της πει ότι του είχε λείψει. Είχε όλη τη μέρα να το σκεφτεί και να αποφασίσει. 
  Ο Τζόναθαν το πρόσεξε αλλά ήταν τόσο διακριτικός που δεν είπε τίποτα απολύτως, όσες φευγαλέες ματιές κι αν έριχνε στα χέρια του. Σήμερα του ζήτησε να περάσει ένα πρώτο τρίψιμο στη βάρκα όσο εκείνος θα τελείωνε τα μαστορέματα. Ήταν όλο χαρά γιατί το είχε δαμάσει το μοτέρ και δε σταματούσε να χαράζει νοερά τις διαδρομές της άνοιξης. 
« Εννοείται, στο ρεπό σου, Χάρη, θα έρχεσαι μαζί μου, να ανοιγόμαστε και να περνάμε τη μέρα παρέα. Θα σου πάρω και σένα ένα καλάμι και θα είμαστε έτοιμοι», του είχε πει ίσα με εκατό φορές με τον ενθουσιασμό ενός μικρού παιδιού.
«Μέχρι την άνοιξη, έχουμε καιρό, μη βιάζεσαι», του είπε ο Χάρης και άρχισε να τρίβει με το γυαλόχαρτο το ταλαιπωρημένο υπόλευκο ξύλο, πάντα με το κόκκινο του νύχι να του τραβάει την προσοχή.
«Καλά, δε με πιστεύεις εσύ αλλά να δεις τι ωραία που θα είναι. Πάω να φέρω καμιά μπύρα παγωμένη», είπε και κατέβηκε προσεκτικά από τη βάρκα.
  Ο Χάρης συνέχισε να τρίβει και να σκέφτεται το ζεστό κορμί της Μπράνκα. Χαμένος στις ερωτικές του αναπολήσεις, άκουσε μια πόρτα να κλείνει πίσω του με δύναμη. Γύρισε να δει και του έπεσε το γυαλόχαρτο από το χέρι. Είχε βρεθεί χωρίς να το καταλάβει μέσα στο γραφείο του πατέρα του. Ναι, βέβαια, το αναγνώριζε. Η μεγάλη βιβλιοθήκη που έπιανε όλον τον τοίχο, το μασίφ του ξύλινο γραφείο με τα πολλά συρτάρια, η μολυβοθήκη με τις πένες του και το δοχείο με το μελάνι, τα κάδρα με τα τεράστια καράβια σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, και εκείνη η οικογενειακή φωτογραφία με τον ίδιο μωρό, να δεσπόζει κι αυτή στον τοίχο, γεμάτη σκόνη, όπως και η κοινή τους οικογενειακή ζωή. 
«Τι έγινε, σε τρόμαξα; Αφού σου είπα ότι πήγα να πάρω τσιγάρα από το κιόσκι», του είπε ο πατέρας του.
  Ο Χάρης έμεινε να τον κοιτάζει. Ήταν ο πατέρας του, στο γραφείο του και εκείνος πρέπει να ήταν είκοσι δύο ετών, πάνω που είχε πάρει το πτυχίο του. Φοράει το τζην του παντελόνι και νιώθει τόσο δυνατός μέσα στο νεανικό του σώμα. Σαστισμένος προσέχει το μικρό του δάχτυλο, αλλά δεν είναι βαμμένο το νύχι του. Ο πατέρας του τον προσπερνάει και κάθεται στη δερμάτινη καρέκλα του πίσω από το γραφείο του και ανάβει ένα τσιγάρο. Είναι όπως τον θυμάται. Κοντούλης, με τη φαλάκρα του να γυαλίζει κάτω από το φως, να φοράει εκείνη τη γκρίζα αυστηρή γραβάτα με τα ασορτί μανικετόκουμπα. Του φαίνεται τόσο περίεργο να είναι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του. Του φαίνεται τόσο δύσκολο να είναι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του και να ξέρει ότι θα ακολουθήσει ένας ακόμα πιο ζόρικος διάλογος. 
«Τι έγινε; Φάντασμα είδες;», τον ρωτάει ρουφώντας τον καπνό του και γελώντας δυνατά. «Λοιπόν, ας μη χάνουμε χρόνο, γιατί έχω ραντεβού με την κατασκευαστική εταιρία σε ένα τέταρτο». Έβγαλε από το πρώτο συρτάρι ένα φάκελο και του τον έδωσε. 
«Ένα μικρό ποσό να βγεις να το γιορτάσεις με τους φίλους σου. Δεν παίρνει κάθε μέρα ο γιος μου το πτυχίο του με άριστα. Έχω κανονίσει να φτιάξουν την επιγραφή έξω από βδομάδα για να το συνηθίζουν και οι πελάτες, καταλαβαίνεις. Το όνομά σου θα μπει και στις επαγγελματικές κάρτες. Από το τέλος του μήνα θα έχουν ρυθμιστεί όλες οι λεπτομέρειες. Κανονικά, δε χωράει και δεύτερο γραφείο εδώ μέσα, αλλά θα τα βολέψουμε», του είπε μιλώντας γρήγορα. 


  Ο Χάρης όρθιος, σε στάση άμυνας, έμεινε να κοιτάζει το φάκελο πάνω στο γραφείο και να ακούει τα μεγαλεπήβολα σχέδια του πατέρα του. Δεν ήταν ότι δεν τον νοιαζόταν, αλλά τον ένιωθε μουδιασμένο στον ισόβιο ρόλο του πατέρα. Πάντα ξεγλιστρούσε αυτή η σχέση από το να ριζώσει, σαν να ήταν ένα  νούφαρο. Μεγαλώνοντας, ένιωθε ότι δεν είχε και πολλά να πει μαζί του. Ο ίδιος πάντα αυστηρός, χωρίς να δείχνει τρυφερότητα στο γιο του, τον μάλωνε, είχε πάντα υπερβολικές απαιτήσεις τελειότητας. Ο Χάρης, όπως κι η μητέρα του, τον φοβόταν γιατί ακριβώς όταν χανόταν η μαγική εκείνη επίφαση της επικοινωνίας, ο πατέρας του θα περνούσε στην επίθεση, στην ειρωνεία, στις φωνές. Ενώ δεν είχε βίαια ξεσπάσματα, ήταν εκείνο το βλέμμα του και τα λόγια του που, πάντα, σου έδιναν την εντύπωση ότι στην περίπτωση που δεν έκανες ότι σου έλεγε, ήταν ικανός να σε τιμωρήσει ή να παίξει τόσο πολύ με το μυαλό σου κι έτσι πάντα θα υποχωρούσες αμαχητί. Το ότι θα ακολουθούσε τα χνάρια του και θα γινόταν και αυτός «υπόδειγμα ασφαλιστή» ήταν πάντα αυτονόητο. Θα μάθαινε τη δουλειά κοντά του και θα πληρωνόταν από την πρώτη μέρα που θα περνούσε το πόδι του από το κατώφλι του. Και τώρα, που είχε φτάσει αυτή η στιγμή και το είχε πάρει το ρημάδι το πτυχίο, ένιωθε να πνίγεται λες και του έχουν βαλει το κεφάλι κάτω από το νερό και δεν τον αφήνουν να πάρει ανάσα. Είχε αριστεύσει, είχε τελειώσει τα οικονομικά που του είχαν επιβάλλει και δεν το άντεχε να σκεφτεί ότι θα περάσει την υπόλοιπη ζωή του στο δεύτερο όροφο ενός θλιβερού κτιρίου με αντίστοιχα καταθλιπτικά γραφεία, πασχίζοντας να κλείσει ασφάλειες ζωής, «η μόνη δουλειά που θα σου δίνει πάντα ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι σου».
Ο λόγος του πατέρα του ήταν πάντα το ευαγγέλιο που περνούσε αδιαμαρτύρητα. Στην εταιρία αυτή δούλευε δώδεκα χρόνια και η αλήθεια είναι ότι από τότε που ξεκίνησε είχαν βελτιωθεί πολύ τα οικονομικά της οικογένειας. Το έβλεπε ότι η μάνα του είχε χαλαρώσει λιγάκι από αυτή την έννοια, το δάνειο για το σπίτι ουσιαστικά, αλλά ήταν σαν να είχε εξαγοράσει τη σιωπή της σε όλα τα θέματα. Η παντοδυναμία του περνούσε και στο γιο του, που χωρίς να ξέρει πώς να τον μεταχειριστεί, τον χειριζόταν με τον τρόπο του και προσπαθούσε να τον μετατρέψει σε μια μικρογραφία του. Σήμερα είχε οπλιστεί με το όλο θάρρος που είχε στην ηλικία αυτή των είκοσι ετών για να τον αντιμετωπίσει. Το θυμόταν πόσο μπλεγμένος κόμπος ήταν το στομάχι του όταν ανέβαινε τα σκαλιά του κτιρίου. Ήθελε να του μιλήσει ανοιχτά για πρώτη φορά, ίσως, στη ζωή του για κάτι που τον αφορούσε και τον έκαιγε. Το μέλλον του. Είχε φτιάξει ένα μονόλογο για να του απαγγείλει με δραματικά σημεία που ήθελε να τονίσει και, όσο κι αν ζοριζόταν και φοβόταν τις αντιδράσεις του και  και τις εκρήξεις του, ήθελε να το φτάσει στο τέρμα του. Έπρεπε να του μιλήσει για τα σχέδιά του για εκείνη τη σχολή αρχιτεκτονικής  που είχε βρει  στην Ευρώπη και τα μαθήματα ξεκινούσαν σε δύο εβδομάδες, πριν βάλει ονόματα σε ταμπέλες και επαγγελματικές κάρτες. Έπρεπε να του μιλήσει για το πόσο αγαπούσε το σχέδιο και τις πόλεις και τα κτίρια. Έπρεπε να βρει τη δύναμη να του πει ότι μέχρι τώρα έκανε ό,τι του ζητούσε και ότι ήταν πια μεγάλος άντρας για να πάρει τη ζωή του στα χέρια του.  Έπρεπε.

THE VOLUNTEER 4: CONVERSATION WITH THE FATHER (PART ONE)

  That first dive into the past shocked him. It shook foundations within him well built. The distance between going back with your memories that might have faded and literally going back and relive these scenes was enormous. As much as he was afraid of it, every single word that the guys with the masks in suits had told him was true and he knew that this was only the beginning. He could not stop. He could not be prepared for any of the scenes that would follow. As much as he wanted to share it with Branca, he didn’t tell her anything. He kept it deep inside him. Needless to say that he himself was struggling to believe it.  And that period, only at the Sierra he found himself alone with his thoughts and that was convenient. The last few weeks he was busy at the house. He was helping Jonathan repair an old boat that was at the garage for many years. He had this idea of fixing the engine, refresh the color and as soon as soon as the spring would come, he would go for fishing at the Tranquilo Lake. Harry had no idea of boats and repairing. He mostly kept Jonathan company and followed his instructions always with a cold beer, which Jonathan kept at the small fridge under the stairs by the entrance, behind the twins’ bicycles.
  It was the period when Branca was moody and did not come to his room. He found her stuff at the most peculiar places in the room. His latest find was a deep red nail polish by the window, behind the curtains. He spontaneously smiled looking at it. Following a weird impulse he opened it and painted the nail of his right’s hand small finger. How on earth did the women handle these things! Except the nail, the color spread in the finger as well. He looked at it and decided not to take it off. He wanted to be with her that day and he didn’t give a damn about the strange looks that would attract. He smiled thinking that it would be a great idea to pass by the bar before going  to work to see her and make her notice it. It would be his way of telling her that he missed her. He had all day to think about it and decide.
  Jonathan noticed it but he was too discreet to say anything, no matter how many quick looks he took at his hands. Today he asked of him to roughly rub the boat while he would finish the repairings. He was happy because he had managed to fix the engine and he could not stop mapping the spring routes with his mind. 
“Of course, Harry, on your day off, you will come with me fishing and spend the day together. I will buy you a fishing rod and we will be all set”, he had told him up to a thousand times with the enthusiasm of a small child.
“We have time until the spring comes, take it easy”, Harry told him and started rubbing the worn off- white wood with the sandpaper, always with his red fingernail attracting attention. 
“Have it your way, you don’t believe me but you’ll see, it is going to be great. I will go get us some cold beer”, he said and carefully got off the boat. 
  Harry continued rubbing the boat and thinking Branca’s warm body. While he was lost in his erotic memories, he heard a door slamming behind him. He turned around and the sandpaper fell off his hand. He was found, without realizing it, in his father’s office. Yes, of course, he recognized it. The large library across the wall, his wooden desk with so many drawers, his pencil holder with his pens and the inkwell, the frames with the boats in rough sea and that family photo with himself as a baby dominating the wall, full of dust like their common family life. 
“What happened? Did I scare you? But I told you that I was going to get my cigarettes from the kiosk”, his father told him. 
  Harry was standing still looking at him. He was his father, in his office and Harry must have been twenty two years old, short after he had graduated. He is wearing his pair of jeans and he is feeling so strong in his young body. He looks at his small fingernail but it is not painted. His father walks past him and sits in the leather chair behind his desk and lights a cigarette. He looks exactly the way Harry remembered him. Short, with his baldness shining under the light, wearing that strict gray tie with the matching cufflinks. It seems so strange to be in the same room with him. It seems so difficult to be in the same room with him and know that an even more difficult dialogue will follow.
“What’s wrong? Did you see a ghost?” he asks him as he inhales the smoke laughing out loud. “So, let’s not waste any time, because I have an appointment with the construction company in fifteen minutes.” He took an envelope from the first drawer and gave it to him. 
“A small amount to go out and celebrate with your friends. It’s not every day that my son graduates with distinction. I have arranged for the sign outside to be fixed with your name on it next week, so the customers get familiar with it, you know. Your name will also be in the business cards. By the end of the month, all the details will be arranged. Under normal circumstances a second desk will not fit in here, but we will manage it”, he said talking fast. 

  Harry, standing still defensively, stared at the envelope on the desk and listened to his father’s ambitious plans. He cared for him but Harry felt him numb in the lifelong role of the father. This relationship always slipped away instead of growing roots, as if it were a water lily. As he was growing older, he felt like he didn’t have much to tell him. He was always strict, without showing any affection to his son, he scolded him, having too many perfection expectations out of him. Harry, just like his mother, was afraid of him because when the magic facade of communication was lost, his father would go offensive, he would be ironic and he would yell. While he did not have any violent outbursts, it was his look and his words that always gave you the impression that if you didn’t do what he told you, he was capable of punishing you or playing so much with your mind that you eventually would back down. The fact that Harry would follow his footsteps and become a “model insurer” was always clear. He would learn the job by his side and he would get paid from day one. And now that he had finally got his diploma, he felt as if he was drowning, having his head underwater with no air left in him. He had succeeded, he had his diploma in economics which had been imposed on him and he could not bear to think that he would spend the rest of his life on the second floor of a depressing building with other depressing offices struggling to make life insurance policies, “the only job that will serve a plate with food on your table.”
The words of his father were the ultimate truth without any protest. He worked in this firm for twelve years now and, to be honest, the financial of the family had improved. He could see his mum being more relaxed concerning the loan of the house actually, but it was as if he had bought her silence on all the other matters. His power passed on his son whom, without knowing how to handle him, he manipulated him and tried to turn him into his own miniature. Today Harry was full of courage for a man of twenty years old to confront him. He remembered how tight his stomach was as he went up the stairs of the building. He wanted to talk to him for the first time perhaps in his life for something that was crucial. His future. He had prepared a monologue with all the dramatic features and however hard he found it and no matter how afraid he was of his father’s reactions, he was determined to take it all the way. He had to talk to him about his plans for that architecture school in Europe, whose lessons would start in two weeks before he put any names on the door and on the business cards. He had to talk to him about his love for drawing, cities and buildings. He had to find the strength to tell him that up till now he did whatever his father wanted and it was now the time to get hold of his life. He had to. 

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

O ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 3: Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

  

Είχαν περάσει περίπου δύο εβδομάδες από τα γεγονότα της Ταμαρίνια. Ο Χάρης επέστρεφε πάλι στους ρυθμούς της καθημερινής του ρουτίνας. Πήγαινε για τρέξιμο τα απογεύματα, πριν πάει για δουλειά, έτρωγε με τη Σύλβια, αν την πετύχαινε σπίτι και δεν ήταν στον κήπο της, άκουγε τους δίσκους του σε εκείνο το ταλαιπωρημένο πικ-απ, κοιμόταν με την Μπράνκα, έκαναν έρωτα τα μεσημέρια που σχολούσε, τον σέρβιρε την μπύρα του στο ρεπό του και πήγαινε να τον βρει πάλι στο δωμάτιό του, και φυσικά περνούσε τα βράδια του στη Σιέρρα, προσέχοντας ένα άδειο και ψυχρό ερευνητικό κέντρο. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο είχε πειστεί ότι εκείνο το μεσημέρι, στον κλειστό σταθμό του μετρό, ήταν ένα παραλήρημα της φαντασίας του, το πιο πιθανό προερχόμενο από την κούραση και τη νύστα. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει με τη λογική και για αυτό ένα μεγάλο κομμάτι του είχε ανακουφιστεί για τις ήσυχες μέρες και νύχτες που είχαν ακολουθήσει. Είχε βιαστεί όμως να καθησυχαστεί.
  Η πρώτη του επιστροφή στο παρελθόν συνέβη ένα απόγευμα που είχε πάει για τρέξιμο στο πάρκο κοντά στο σπίτι. Είχε φύγει, αφήνοντας την Μπράνκα με μούτρα. Είχε ξεκινήσει πάλι εκείνη την κουβέντα περί συμβίωσης. Την είχε κουράσει να ζει σε ένα δωμάτιο κλεισμένη και να τον περιμένει, είχε βαρεθεί να πηγαίνει μόνο εκείνη στο δωμάτιό του και δεν καταλάβαινε γιατί δεν αποφάσιζε να ζήσει μαζί της σε ένα μεγαλύτερο χώρο, σε μια γειτονιά πιο κοντά στο κέντρο. Δεν άντεχε να την ακούει να γκρινιάζει. Όσο αισθησιακή ήταν στις καλές της, τόσο γυναικούλα του φαινόταν τότε. Της εξηγούσε ότι ήταν μια χαρά έτσι, ότι όλοι είναι μόνοι τους κατά βάθος και το να μένουν μαζί θα ήταν καταστροφικό και δε θα λειτουργούσε. 
«Μα δε σε καταλαβαίνω, Χάρη. Σου λέω ότι έχω κουραστεί με αυτόν τον τρόπο ζωής και θέλω κάτι παραπάνω και εσύ τι κάνεις για αυτό;»
«Θα πάω για δύο γύρους τρέξιμο στο πάρκο γιατί θα τσακωθούμε και δε θέλω», απαντούσε συνήθως και έφευγε. Ο ίδιος δεν είχε καταλάβει αν πίστευε έστω και μια λέξη από όσα της έλεγε. 
Και σήμερα τα έφερνε στο μυαλό του πάλι. Δεν ήθελε να δεσμευτεί όπως εκείνη. Καλά δεν περνούσαν; Τι παραπάνω ζητούσε; Ήταν σίγουρος ότι, όταν γυρνούσε στο δωμάτιο, η ίδια θα είχε φύγει. Θα του κρατούσε μούτρα λίγες μέρες και μετά θα επέστρεφε στο κρεβάτι του. Μια διαδικασία που ήταν ίδια και απαράλλακτη, δουλεμένοι διάλογοι που τους είχαν αποστηθίσει για την παράσταση κάθε φορά. Σταμάτησε να κάνει ένα διάλειμμα στον κορμό ενός δέντρου. Έγειρε πάνω του και πήρε βαθιές ανάσες, καθώς ο ήλιος τους απογεύματος του έκαιγε το πρόσωπο. Ένιωσε ξαφνικά τον κορμό να υποχωρεί, σαν να υπήρχε μια πόρτα, την οποία ο Χάρης δεν είχε δει, και άνοιξε απότομα. Έχασε την ισορροπία του κι άρχισε να κυλάει σε ένα σκοτεινό τούνελ, χωρίς να νιώθει τα τοιχώματά του. Σαν να έπεφτε σε μια μαύρη τρύπα, σαν μια άλλη Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. 
 
Προσγειώθηκε, πέφτοντας άγαρμπα σε ένα δωμάτιο. Ήταν ένα σαλόνι με έναν μεγάλο καναπέ με πράσινα βελούδινα μαξιλάρια , ένα τραπέζι γεμάτο μαρκαδόρους και χαρτιά, αμέτρητα αυτοκινητάκια στο πάτωμα. Στον τοίχο υπήρχαν κορνίζες με κεντημένες μαρκησίες και δούκες στα δάση ή άμαξες δίπλα σε ειδυλλιακές γέφυρες. Ο Χάρης ήταν ξαπλωμένος σε μια γωνία κοντά στην εξώπορτα, με ένα μαύρο μαρκαδόρο στο χέρι και ένα χαρτί μπροστά του. Όσο και αν δεν μπορούσε να το πιστέψει, να που είχε συμβεί. Είχε ταξιδέψει σε ανύποπτη στιγμή πίσω στο χρόνο. Δεν φορούσε τα αθλητικά του και την μουσκεμένη από τον ιδρώτα μπλούζα του, αλλά ένα μόνο ένα μπλε σορτσάκι με τον Σούπερμαν στην κωλότσεπη. Δροσίζεται εκείνο το ζεστό απόγευμα στο πατρικό του σπίτι. Νιώθει πάλι μικρός στο μικρό του σώμα. Κοιτάζει τα μουτζουρωμένα χέρια του. Ναι, είναι παιδικά. Νιώθει πάλι έξι χρονών σε αυτό το σπίτι με τα πράσινα μαξιλάρια που σιχαινόταν και τα κάδρα-κειμήλια που είχε κεντήσει η γιαγιά του. Είναι πάλι έξι χρονών και αρχίζει να θυμάται πολύ καλά αυτό το απόγευμα, που είχε κρυφτεί ακόμα καλύτερα κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού του. Θυμάται ότι έχει φύγει η γειτόνισσα, που περνάει να του ρίξει μια ματιά και να τον ταΐσει το φαγητό της μαμάς του. Είναι ηλικιωμένη και βαριέται να παίζει μαζί του. Μένει από κάτω, το όνομά της είναι Αιμιλία και έχει μουστάκι και μυρίζει γριά. Τον μαλώνει πάντα που δε μαζεύει τα παιχνίδια του και δεν την αγαπάει. Θυμάται που ζωγραφίζει έναν σκίουρο πάνω σε έναν κορμό δέντρου στο δάσος. Τώρα που το ξαναβλέπει, όμως, μέσα από τα ενήλικά μάτια του, τού φαίνεται ότι είναι η μεγαλύτερη μουτζούρα του κόσμου.  
  Και ξαφνικά μπαίνει εκείνη. Μπαίνει η μαμά του και η καρδιά του πάει να σπάσει. Είναι η μητέρα του, νέα, κάτω από τριάντα. Φοράει εκείνο το μπλε φόρεμα με τα μεγάλα λουλούδια και τον άσπρο γιακά στο λαιμό. Τα μαλλιά της δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα και τα έχει πιασμένα πίσω. Του κόβεται η ανάσα. Πόσο όμορφη δείχνει! Στο μυαλό του είχε πάντα την εικόνα της τα τελευταία χρόνια, που μεγάλωνε και βάραινε και γινόταν σαν την ηλικιωμένη κυρία Αιμιλία. Τα άσπρα της μαλλιά, οι ρυτίδες, η δυσκολία στο περπάτημα, το σώμα της που είχε κρεμάσει, όλα του φώναζαν ότι η μάνα του είχε μεγαλώσει όπως και εκείνος. Σε κάθε του ταξίδι την έβρισκε όλο και πιο ταλαιπωρημένη, όλο και πιο κουρασμένη από την ζωή ουσιαστικά και τις φθορές της. Η τελευταία εικόνα δική της, που του είχε χαραχτεί στο μυαλό, ήταν στο νοσοκομείο με τόσα καλώδια και ορούς να κρέμονται από πάνω της. Και τώρα να τη, τόσο νέα και όμορφη και μυρωδάτη και δροσερή! Την παρατηρεί καθώς μπαίνει, αφήνει τα κλειδιά της στο τραπεζάκι και τον κοιτάζει στα μάτια με ένα τεράστιο χαμόγελο αφοπλιστικό. 
«Πού είναι το αγοράκι μου; Πού είναι ο Χαρούλης μου;» και απλώνει τα χέρια της για να τoν αγκαλιάσει. 
Ο Χάρης σηκώνεται και τρέχει αμέσως κοντά της. Χάνεται μέσα στην αγκαλιά της, ρουφάει αχόρταγα τα φιλιά της και το άρωμά της. Πόσο του είχε λείψει και δεν το είχε ομολογήσει ούτε στον εαυτό του όλα αυτά τα χρόνια!
Όταν εκείνη αποτραβιέται, κοιτάζει το μικρό χάος γύρω της. 
«Πάλι δεν έχεις μαζέψει τα παιχνίδια σου βρε Χάρη; Πόσες φορές θα το πω; Tόσο δύσκολο είναι πια;», του λέει έντονα και αρχίζει να μαζεύει ένα-ένα τα αυτοκινητάκια και τους μαρκαδόρους. 
  Και όσο την παρατηρεί καλύτερα, αρχίζει και το διακρίνει. Βλέπει ότι είναι κουρασμένη, βλέπει τις μπλε φλεβίτσες να πετάγονται πίσω από τα γόνατά της, μυρίζει τον καφέ και το τσιγάρο στα μαλλιά της και την ανάσα της, θυμάται ότι δουλεύει πάντα υπερωρίες στο κατάστημα με τα υφάσματα γιατί υπάρχει το δάνειο του σπιτιού, είναι νέα αλλά έχει το άγχος μιας γυναίκας που πρέπει να τα καταφέρει. Την παρατηρεί μέσα από το σώμα ενός παιδιού, αλλά με τη ματιά ενός ενήλικα.
Ο Χάρης δε μιλάει και συνεχίζει να παίζει τώρα με τα αυτοκινητάκια του, πριν η μαμά του τα βάλει στο κουτί των παιχνιδιών. Όταν τελειώνει με αυτά, μαζεύει τους μαρκαδόρους και τσαλακώνει το χαρτί με τη ζωγραφιά του μικρού. Όταν ο Χάρης το βλέπει, βάζει τα κλάματα. 
«Γιατί την τσαλάκωσες; Το είχα φτιάξει για σένα. Είναι ένας σκίουρος πάνω στον κορμό του», της φωνάζει μες στα αναφιλητά του. Τα δάκρυά του κυλάνε στα μάγουλά του, η λεπτή του φωνή τρέμει και νιώθει ότι τον πνίγει ένα τεράστιο παράπονο, λες κι όλη η αδικία του κόσμου έχει πέσει πάνω του και δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα. Η μαμά του τον παίρνει στην αγκαλιά της και προσπαθεί να τον ηρεμήσει. 
«Ναι, μωρό μου, έχεις δίκιο. Μα πώς δεν το είδα; Είναι ένας παιχνιδιάρης σκίουρος πάνω σε έναν κορμό δέντρου. Συγγνώμη που στο τσαλάκωσα. Να τι θα κάνουμε όμως, θα το βάλουμε κάτω από το μεγάλο και βαρύ λεξικό να ισιώσει και μετά θα το κορνιζάρω, αφού είναι μια ζωγραφιά μόνο για μένα. Πολύ σε ευχαριστώ, Χαρούλη μου», του λέει καθώς τον πνίγει στα φιλιά και τώρα το βλέπει καθαρά ότι ένα δάκρυ είναι έτοιμο να κυλήσει από τα δικά της μάτια, κάτι που δε θυμόταν στην αρχική βερσιόν της ιστορίας. Του φαίνεται τόσο, μα τόσο, περίεργο να το ξαναζεί όλο αυτό, μια ανάμνηση που του είχε μείνει χαραγμένη ως ένα παράπονο. Η ζωγραφιά που παραλίγο να πεταχτεί, μια λεπτομέρεια από την παιδική του ηλικία που της το κρατούσε, ενώ τώρα έβλεπε άλλα, τόσο πιο πολύ σημαντικά πράγματα. Την έσφιγγε κι εκείνος στη μικρή του αγκαλιά και έκλαιγε γοερά σαν ένας πεισματάρης και εγωιστής γίγαντας, ως ένα εξάχρονο μικρό αγόρι που ήθελε να γίνει το δικό του ενώ δε μάζεψε ποτέ τα παιχνίδια του χωρίς να την εκνευρίσει. 
  Όσο την έσφιγγε, η αγκαλιά της γινόταν όλο και πιο σκληρή και άκαμπτη. Το άρωμα της εξαφανιζόταν και το μαλακό της νεανικό της δέρμα κρυβόταν κάτω από κάτι που θύμιζε ξύλο. Άνοιξε τα μάτια του και είδε τον εαυτό του να αγκαλιάζει τον κορμό εκείνου του δέντρου στο πάρκο. Τα μάτια του ήταν υγρά από τα κλάματα και ένα ζευγάρι που έκανε ποδήλατο τον προσπέρασε, κοιτάζοντάς τον περίεργα. Αμέσως σκούπισε τα μάτια του και απομακρύνθηκε από το δέντρο. Το σοκ αυτής της εμπειρίας ήταν ασύλληπτο. Είχε γυρίσει πίσω στην παιδική του ηλικία, είχε τρυπώσει στο εξάχρονο σώμα του και τα έχασε μπροστά στη μητέρα του. Τα έχασε και δε βρήκε το θάρρος να της πει τόσα πολλά που τώρα, καθώς γύριζε σπίτι, του έρχονταν σα χείμαρρος. Τώρα δεν τον έπνιγαν τα δάκρυα, αλλά οι λέξεις και τα λόγια που δεν της είχε πει. Δε βρήκε το θάρρος να της πει ότι είναι πανέμορφη και ότι το ήξερε ότι κουραζόταν πολύ σε εκείνη τη δουλειά που απεχθανόταν κι ότι την έκανε μόνο και μόνο για να βοηθάει τα οικονομικά του σπιτιού, ότι το ήξερε ότι προσπαθούσε να τα βολεύει όλα με τον καλύτερο τρόπο και ότι λυπόταν που την ταλαιπωρούσε με τις δικές του αταξίες. Δεν της είπε ότι για εκείνον ήταν η καλύτερη μαμά του κόσμου. Πόσο το μετάνιωνε που δεν μπόρεσε να τρυπώσει όπως ήθελε στο παρελθόν του και να αλλάξει τη σπαραξικάρδια σκηνή. Σάστισε όμως τόσο πολύ, τον πήρε μαζί του αυτό το δυνατό κύμα της συγκίνησης και τον χτύπησε ανελέητα.

Τα δάκρυά του στέγνωσαν μέχρι να πάει στο δωμάτιό του. Είχε γίνει πάλι ο δυνατός, σκληρός ενήλικας.  Πόσο θα ήθελε να το μοιραστεί με την Μπράνκα, αλλά ήξερε ότι δε θα την έβρισκε στο δωμάτιό του…
SaveSave

ΤΗΕ VOLUNTEER 3: THE FIRST RETURN


  Two weeks had passed since the afternoon at Tamarinia. Harry gradually returned to his daily routine. He would go jogging in the afternoons, before going to work, he would eat lunch with Sylvia, if she was home and not in her garden, he would listen to his records on that worn turn table, he would sleep and make love with Branca when his shift would end, she would serve him his beer on his night off and then she would go find him in his room, and of course he would spend his night at Sierra, guarding an empty cold research center. As time passed by, he was almost convinced that that afternoon, at the abandoned metro station, was merely a delirium of his imagination, most likely coming from tiredness and sleepiness. He could not explain it with his logic and that was why he was utterly relieved with the quiet nights and days that had followed. It was too soon to rest assured. 
  His first return to the past occurred one afternoon while he was jogging at the park near the house. He had left Branca with the long face. She had started that talk again about living together. She was tired of staying indoors in a room waiting for him, she was tired of visiting him and not the opposite and she could not understand why he could not decide to live with her in a bigger room closer to the city center. Harry could not stand her whining. She was so sensual when she was in the mood but she was so pathetic with that talk. He explained to her that they were fine together the way they were, that everyone is alone deep down, and that living together would be catastrophic and would definitely not work. 
“But, Harry, I don’t understand you. I am telling you that I am tired with this way of living and what do you do about it?”
“I will go for a run in the park because I don’t want to fight with you”, he would usually answer and leave. He was not sure if he meant a single word. 
And today these thoughts were on his mind. He did not want to settle down like her. Weren’t they having a good time? What more did she want? He was certain that he wouldn’t find her in his room when he would go back. She would be cranky for a few days and she would then return to his bed. A procedure that was the same every time, rehearsed dialogues for each show. He stopped for a break at the trunk of a tree. He leaned on it and took deep breaths, as the afternoon sun burned his face. He suddenly felt the trunk pull away, as if there was a door, which Harry had not seen, that abruptly opened. He lost his balance and started rolling in a dark tunnel, without feeling its walls. It was as if he fell in a black hole, like another Alice in Wonderland. 
  He clumsily landed in a room. It was a living room with a big sofa with green velvet cushions, a table full of papers and markers, countless small cars on the floor. On the walls, there were frames with embroidered marquis and dukes in forests or in wagon beside idyllic bridges. Harry was lying in a corner by the front door, with a black marker in one hand and a paper in front of him. As much as he couldn’t believe it, it had happened. He had travelled back in time when least expected. He was not wearing his sneakers and his soaked from sweat t-shirt, but just one pair of blue shorts with Superman at the back pocket. He’s cooling that hot afternoon at his family’s house. He is feeling small again in his small body. He is looking at his smeared hands. Yes, they are children’s hands. He is feeling six years old again in this house with the green cushions that he detested and the relic frames that his grandmother had embroidered. He is six years old again and he is starting to remember clearly that afternoon, which was very well hidden somewhere at the back of his mind. He remembers that the next door lady, who drops by to feed him his mother’s food and to check on him, has just left. She is old and she is bored to play with him. Her name is Emilia, she has a moustache and she smells old. She always scolds him for not picking up his toys from the floor and he doesn’t love her. He remembers drawing a squirrel on a tree trunk in the forest. Now that he sees it again through his adult’s eyes, it looks like the biggest smudge in the world. 
  And suddenly, she enters. His mum gets in and his heart is about to break. It is his mother, young, below thirty years old. She is wearing that blue dress with the big flowers and the white collar round her neck. Her hair is not white at all and she has it in a bun. He gasps. She looks so beautiful! In his mind, he always had her image of the last years, when she was growing old and weary, when she was becoming like old Mrs. Emilia. Her white hair, her wrinkles, her difficulty in walking, her heavy body, everything shouted that his mother, just like himself, was growing old. He found her more tired on every visit, more tired from life actually and its spoilage. The last image of her stuck in his mind was in the hospital with so many cables and saline hanging over her head. And now, here she was, so young and beautiful and smelling so good and so fresh! He observes her as she enters, leaves her keys on the table and looks at him in the eyes with a huge disarming smile.
«Where is my little boy? Where is my Harry?” and she extends her arms for an embrace. 
Harry gets up and runs towards her. He is lost in her embrace, greedily sucking her kisses and her aroma. He had missed her so much and he had not confessed it even to himself all these years!
When she pulls back, she sees the small chaos around her.
“You haven’t picked up your toys again, Harry! How many times will I say it? Is it that difficult?” she says in a strict tone and she starts picking up the small cars and the markers.
  The better he observes her, the clearer he sees it. He sees that she is tired, he sees the small blue veins pop up behind her knees, he smells the coffee and the cigarettes in her hair and her breath, and he remembers that she is working overtime in the shop with the fabrics because there is the loan of the house, she is young but she has the stress of the woman that has to succeed. He observes her through the body of a child but with the eyes of an adult. 
Harry does not speak and he continues to play with his cars this time, before his mum puts them in the toy box. When she is through with them, she collects the markers and crumples the boy’s paper drawing. When Harry sees it, he starts crying. 
“Why did you crumple it? I had drawn it especially for you. It is a squirrel on a trunk”, he shouts between his sobbing. His tears roll down his face, his thin voice trembles and he feels that a huge complaint chokes him, as if all the injustice in the world has fallen on him and doesn’t let him catch his breath. His mum takes him in her arms and tries to calm him down. 
“Yes, baby, you are right. But how did I not see it? It is a playful squirrel on a tree trunk. I am so sorry for creasing it. Here is what we are going to go, though. We will put it underneath that big heavy dictionary to straighten it up a bit and then I will frame it, since it is a drawing just for me. Thank you so much, my Harry”, she says as she kisses him and he can now see it clearly that a tear is ready to roll from her eyes, something that he didn’t remember in the original version of the story. He finds it so strange to relive it all again, a memory that had been marked as a complaint. The drawing that was almost thrown away, a detail from his childhood that he held it against her, while he saw so many more important aspects this time. He squeezed her with his small hands and he cried like a stubborn and selfish giant full of moan, as a six year old small boy who wanted things done in his way while he never picked up his toys without making her upset.
  As he squeezed her, her hug was becoming more hard and rigid. Her perfume was fading away and her young skin was hiding beneath something that looked like wood. He opened his eyes and he saw himself embracing the trunk of that tree in the park. His eyes were wet from tears and a couple cycling that passed him by, looked at him in a strange way. Immediately, he wiped his eyes and moved away from the tree. The shock of that experience was inconceivable. He had returned to his childhood, he has sneaked into his six year old body and he totally lost it in front of his mother. He had lost his courage to tell her so many things that now, on his way back home, overflowed him. Now, it was not the tears that drowned him but all the words that had not been said to her. He had not found the courage to tell her how beautiful she was and that he knew that she was getting tired in that job that she detested which she did only to help the finance of the house, that he knew that she was trying so hard to have everything ready in the best possible way and that he was so sorry for making it too hard on her with his wildness. He didn’t tell her that for him, she was the best mum in the world. How much he regretted that he didn’t sneak in his past the way he wanted to change the heartbreaking scene. But he was taken by surprise by that big emotional wave which hit him without mercy. 

  His tears had dried by the time he reached his room. He was once more the strong, tough adult. He would like to share all this with Branca, but he knew that he wouldn’t find her in his room…

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ


«Άντε Χάντερ, ντύσου! Θα αργήσουμε», φώναξε ο Τζούλιαν δυνατά. «Δεν καταλαβαίνω γιατί καθυστερείς, τα ρούχα σου τα έχω έτοιμα πάνω στην καρέκλα. Θα έρθουν σε λίγο για τις φωτογραφίες». Ο Χάντερ το τελευταίο δεκάλεπτο κοιτούσε με προσοχή τα ρούχα που του είχε αφήσει ο αδερφός του για να φορέσει. Φέτος το είχε παρακάνει. Είχε διαλέξει ένα φυστικί καρώ σακάκι με σιέλ πουκάμισο και παπιγιόν σε αντίστοιχους τόνους. Ήταν σίγουρος ότι ο αδερφός του, όλο καμάρι, φορούσε τα ίδια ρούχα και τον περίμενε με λαχτάρα έξω από την ξύλινη καλύβα που τους είχαν παραχωρήσει. Ήταν οι επίσημοι καλεσμένοι του φεστιβάλ διδύμων και τους είχαν αναθέσει πρωταγωνιστικούς ρόλους για όλο το τριήμερο. Τα τελευταία οχτώ χρόνια ο Τζούλιαν σχεδόν έσερνε τον αδερφό του σε αυτό τον εξευτελισμό, που ο ίδιος έβρισκε «τόσο εξωπραγματικά χαριτωμένο», σε ένα ξέφωτο στα βάθη του Οχάιο. Το ίδιο το φεστιβάλ, βέβαια, ήταν πολύ δημοφιλές και συγκέντρωνε κόσμο από όλες τις πολιτείες αλλά και από ολόκληρο τον κόσμο. Ειλικρινά, ο Χάντερ δεν καταλάβαινε το λόγο να συγκεντρωθούν και να κατασκηνώνουν τόσα πολλά δίδυμα αδέρφια όλων των ηλικιών για ένα τριήμερο σε ένα δάσος, να φορούν τα ίδια ρούχα για να ξεχωρίζουν και να παίζουν γκολφ, βόλεϊ, να συμμετέχουν σε μια μεγάλη ανούσια παρέλαση και να ποζάρουν για τις άπειρες φωτογραφίες που τους τραβούσαν. Ένιωθε λες και ήταν σε έναν αντιαισθητικό ζωολογικό κήπο και τον περιεργάζονταν συνεχώς στο κλουβί του. Την πρώτη χρονιά αποφάσισε να ακολουθήσει τον αδερφό του έχοντας την περιέργεια και την ελπίδα ότι ίσως αυτή η εμπειρία θα τους έφερνε πιο κοντά. Τα είχε αφήσει όλα πάνω στον Τζούλιαν, ο οποίος το είχε ανακαλύψει και είχε κλείσει τα εισιτήρια, είχε αγοράσει μια μεγάλη σκηνή για να κοιμηθούν, είχε διαλέξει τα ρούχα τους, πιο συντηρητικές επιλογές τότε με ένα ταπεινό μαύρο κοστούμι κι ένα γκρι πουκάμισο, είχε φτιάξει το ημερήσιο πρόγραμμα με τις δραστηριότητές τους. Και για αυτόν ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία να έρθουν κοντά και να γεφυρώσουν το χάσμα που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους μετά το πανεπιστήμιο. Δεν ήταν κάτι τρομακτικά απειλητικό για τη σχέση τους  αλλά, μετά από μια ζωή που έκαναν τα πάντα μαζί με τις ευλογίες των γονέων, ήθελαν λίγο αέρα να αναπνεύσει η σχέση τους. Μαζί στο ίδιο θρανίο, στα ίδια σχολικά πάρτι και τις εκδρομές, στο ίδιο πανεπιστήμιο, μαζί στις διακοπές, αντιμετωπίζοντας την έντονα ανταγωνιστική φύση του Τζούλιαν σε εξαντλητικό βαθμό. Ήθελε πάντα να έχει τους καλύτερους βαθμούς, τους πιο δημοφιλείς φίλους στο προαύλιο του σχολείου, τις πιο όμορφες φιλενάδες. Για αυτόν ήταν ο μοναδικός τρόπος να ξεχωρίζει από τον ολόιδιο αδερφό του.
Όλοι τους μπέρδευαν, ακόμα και οι γονείς τους. Ψηλοί, αδύνατοι με φακίδες, με τον ίδιο τόνο της φωνής και μεγάλα αυτιά. Δύο πανομοιότυπα αγόρια που γίνονταν άντρες με τις εσωτερικές διαφορές τους να μεγαλώνουν κι αυτές μαζί τους. Ο Χάντερ ήταν αδιάφορος για τους βαθμούς και τα πρωτεία. Δεν είχε μπει στην ανταγωνιστική νόρμα του αδερφού του αλλά τον παράσερνε η ορμή του και τον έφερνε εκτός εαυτού πολλές φορές. Δεν είχε πρόβλημα να μένει πίσω από τα φώτα που δημιουργούσε ο Τζούλιαν γιατί εκεί ένιωθε πιο άνετα. Αλλά να, υπήρχαν φορές που ήθελε να τον πληγώσει. Όπως εκείνη τη φορά που παρίστανε τον Τζούλιαν και έφυγε με την ξανθούλα Κάσσιντυ για το βουνό. Η ίδια σίγουρα κατάλαβε τη διαφορά αλλά δεν είπε ποτέ τίποτα. 
Την πρώτη φορά στο φεστιβάλ ο Χάντερ βαρέθηκε και βρήκε όλο αυτό το μασκάρεμα τόσο, μα τόσο μάταιο. Μόνοι τους δεν έμειναν καθόλου σχεδόν, γιατί ο Τζούλιαν είχε βρει τον παλιό του εαυτό και ο ανταγωνισμός ξεχείλιζε από κάθε πόρο του δέρματός του. Ήθελε να βγουν πρώτοι στις παρελάσεις και σε κάθε είδους παιχνίδι και φυσικά στη δημοτικότητα. Τα επόμενα χρόνια τον ζάλιζε για να πάνε. Ο Χάντερ θα αρνιόταν κατηγορηματικά, ο Τζούλιαν θα τον πίεζε, στο τέλος θα καυγαδίζανε και θα περνούσε το δικό του. Ο Τζούλιαν βίωνε κάθε φορά έναν παροξυσμό, ανακάλυπτε το νόημα της ζωής και της ύπαρξής του σε εκείνο το ξέφωτο, ενώ ο Χάντερ πλέον το έβρισκε σαν μια ευκαιρία να λείψει από τη βαρετή δουλειά του στην ασφαλιστική εταιρία. 
«Τελείωνε πια, λες και το κάνεις επίτηδες και καθυστερείς για να μου σπάσεις τα νεύρα», φώναξε ο Τζούλιαν. Η φετινή του επιλογή είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Και μάλλον για αυτό δεν του είχε δείξει νωρίτερα τα ρούχα.  Δεν υπήρχε περίπτωση να γελοιοποιηθεί μπροστά σε τόσο κόσμο με παστέλ χρώματα λες και ήταν καραμέλα στο στόμα ξαναμμένης έφηβης. Άναψε τσιγάρο. Έβαλε το μαύρο του t-shirt και το τζιν του και βγήκε έξω, κρατώντας το παστέλ σύνολο στο χέρι του.
«Είσαι πολύ γελασμένος αν πιστεύεις ότι θα ξεφτιλιστώ με τις ανοησίες σου. Αρκετά! Ως εδώ!», του είπε o Χάντερ σε έντονο τόνο και πέταξε το σακάκι στο χώμα.
Ο Τζούλιαν ξαφνιάστηκε από την αντίδρασή του αδερφού του. Αστραπιαία, όμως, βρήκε την αυτοκυριαρχία του και πέρασε στην επίθεση. 
«Τι ξαφνικό πισωγύρισμα είναι αυτό; Τι έπαθες; Εδώ δεν έχουμε έρθει για τα κοριτσίστικα καπρίτσια σου αλλά μόνο για να κερδίσουμε, όπως κάθε χρόνο. Θα είναι σε λίγο όλοι εδώ για να βγάλουν φωτογραφίες και εσύ κάνεις αυτό που ξέρεις να κάνεις μια ζωή. Κάνεις πίσω, Χάντερ. Τελείωνε λοιπόν, γιατί δεν έχω καμία όρεξη».
Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι μιας καταπιεσμένης έντασης που κρατούσε πολλά χρόνια. Τα ρούχα και το ηλίθιο φεστιβάλ ήταν μόνο η αφορμή. Για τα δύο αδέρφια το να υποκρίνονται μια ζωή μπροστά σε γονείς, δασκάλους και καθηγητές και φίλους και γκόμενες ήταν μια παράσταση ανοχής. Δεν συμπαθούσαν ο ένας τον άλλον και τώρα σαν να τους έκανε κάποιος ένα αόρατο σήμα για να απελευθερώσουν τα πιο σκοτεινά τους ένστικτα. Ο Χάντερ έφτυσε το τσιγάρο του και πλησιάζοντας τον αδερφό του γρύλισε με όλη του τη δύναμη: «Γραμμένες τις έχω και τις φωτογραφίες και εσένα. Σταμάτα να κάνεις το αφεντικό στη ζωή μου». Ο Τζούλιαν άρχισε να γελάει προκλητικά.
« Άντε λοιπόν, τι περιμένεις; Μια ζωή το ήθελες αυτό, να βγεις στην επιφάνεια από την ανυπαρξία σου, αν και αμφιβάλλω αν θα έχεις τη δύναμη για κάτι τέτοιο», είπε σαρκάζοντας. 

Δεν είχε προλάβει να τελειώσει τη φράση του και η γροθιά του Χάντερ προσγειώθηκε στο στόμα του. Το αίμα έβαψε το γέλιο του Τζούλιαν. Οι δύο άντρες πιάστηκαν στα χέρια και οι γροθιές τους χτυπούσαν τυφλά τα σώματά τους. Ο πόνος και η λύσσα τούς έριξε στο χώμα να παλεύουν σαν άγρια ζώα. Δεν μιλούσαν, μόνο έβγαζαν γρυλίσματα από τα βάθη του θώρακά τους. Το χτύπημα του Χάντερ τράνταξε το κεφάλι του Τζούλιαν και ακινητοποιήθηκε σε εκείνη την αιχμηρή πέτρα. Το ίδιο μαρμαρωμένος έμεινε και ο Χάντερ, με κρύο ιδρώτα να τον έχει λούσει, βλέποντας το αίμα να δημιουργεί μια μικρή λιμνούλα  στο πίσω μέρος του κεφαλιού του αδερφού του. Ο πανικός, σχεδόν, τον έπνιξε. Δεν ήταν σίγουρος για το τι είχε κάνει. Δεν ήξερε αν ήταν ζωντανός. Φωνές άρχισαν να πλησιάζουν στο ξέφωτο. Ο κόσμος ερχόταν για να δει τα τιμώμενα δίδυμα αδέρφια για φέτος και, φυσικά,  να τραβήξει φωτογραφίες.