Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα garden. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα garden. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Απριλίου 2018

THE FOUR LANTERNS - ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ


Το στοίχημα για φέτος είναι αν θα έρθει ο μεσιέ Ζερόμ στο μεταμεσονύκτιο πικνίκ. Ο Αλφρέδος και ο Ζενεβιέ είναι βαθύτατα προβληματισμένοι. Τι να κάνουν; Να ακυρώσουν μια παράδοση έξι ετών; Δεν τους πάει με τίποτα. Έχουν εμπιστοσύνη στον Ζερόμ αλλά φέτος με την ανακαίνιση του ξενοδοχείου και την επανατοποθέτησή του σε άλλο σημείο, θα τα καταφέρει να τους βρει; Έρχεται από πολύ μακριά, μην το ξεχνάμε. 
Οι δυο τους αποφασίζουν τελικά να τα μαγειρέψουν τα ντολμαδάκια. 
« Αν πετύχουν, θα βρει το δρόμο» λέει χαριτολογώντας ο Αλφρέδος. 
Έχει δίκιο. 
Το ραντεβού είναι όπως πάντα για τα μεσάνυχτα της πρωταπριλιάς στους κήπους του ξενοδοχείου, στο αγαπημένο σημείο του μεσιέ Ζερόμ. Εκεί συνήθιζε να λιάζεται μετά τη βουτιά του στην πισίνα και να παραγγέλνει το πιάτο με τα πρώτα ανοιξιάτικα ντολμαδάκια. Ο μεσιέ Ζερόμ βρέθηκε νεκρός ένα μεσημέρι στην πισίνα. Η καρδιά του τον πρόδωσε. Οι πρώτες βοήθειες δε στάθηκαν αρκετές για να τον επαναφέρουν στη ζωή. Υπήρξε μια αναστάτωση σε όλο το ξενοδοχείο. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και ανοιχτόκαρδος.. Όλοι είχαν να τον μνημονεύουν για καιρό μετά. Όλοι είχαν να διηγηθούν και μια αστεία ιστορία για αυτόν και για τους ωραίους του τρόπους. 
Ο ίδιος όμως ήθελε να ξαναγυρίσει πίσω και να γευτεί τα ωραία ανοιξιάτικα ντολμαδάκια. Δύσκολο από εκεί που ήταν. Πηγαινοερχόταν στα γνώριμα μέρη, βέβαια, αλλά δεν τον έβλεπε κανείς. Δεν μπορούσε να το κάνει και συχνά, άλλωστε. Βρήκε το τέχνασμα να τρυπώσει στο όνειρο του Ζενεβιέ και του Αλφρέδου και τα κατάφερε να τους επικοινωνήσει τη λαχτάρα του. 
« Δεν κάνουμε ένα ωραίο πικνίκ με τα ντολμαδάκια που τα έχω λαχταρήσει και με την ευκαιρία να δω κι εσάς και να μου πείτε τα νέα σας;»
Την πρώτη χρονιά το εγχείρημα στήθηκε με λίγο φόβο. Δεν είναι και λίγο πράγμα να έχεις συνδαιτημόνα στα γρασίδια έναν νεκρό. Είχαν στρώσει τα τραπεζομάντηλα και τα πιάτα, είχαν σερβίρει τα μοσχομυριστά ντολμαδάκια με μπόλικο δυόσμο, όπως του άρεσαν, και στο πλάι ζεστό ακόμα ζυμωτό ψωμί. Είχαν καθίσει και περίμεναν στη μεταμεσονύκτια δροσιά και υγρασία τον μεσιέ Ζερόμ να φανεί. Και ήρθε φυσικά. Εντυπωσιακή είσοδο θα την έλεγε κανείς μιας και διάλεξε να βγει από την πισίνα, αλλά το τεκμηρίωσε.
«Μην απορείτε φίλοι μου, από εδώ μπήκα, από εδώ και θα βγω.»
Τα έφαγε με τόση λαχτάρα όση τους είχε μεταδώσει στο όνειρο και τους ευχαρίστησε από καρδιάς. Δεν ειπώθηκαν κουβέντες για άλλους κόσμους, αλλά απλά καθημερινά νέα του προσωπικού και της πόλης. Μια διακριτικότητα και από τις δύο πλευρές. Το πικνίκ κράτησε μια ώρα περίπου και ανανεώθηκε το ραντεβού για την επόμενη χρονιά. Και για την επόμενη. Και για την επόμενη. Και πέρασαν ήδη έξι χρόνια. 
Ο Αλφρέδος  είναι σίγουρος ότι θα το βρει το σημείο και ειδικά φέτος που έχουν να του πουν τόσα νέα, τόσες ενδιαφέρουσες ιστορίες που έχουν ζήσει μέχρι τώρα. 
Το πικνίκ στήνεται στους καινούργιους κήπους του ξενοδοχείου και όπως πάντα τον περιμένουν στη μεταμεσονύκτια δροσιά της άνοιξης. 
«Σαν να άργησε λιγάκι φέτος», λέει ο Ζενεβιέ κοιτάζοντας το ρολόι του.
«Δώσε του λίγο χρόνο ακόμα, είναι λίγο διαφορετικά τα πράγματα αυτή τη φορά»
Το βλέμμα τους είναι καρφωμένο στην πισίνα. Τα εξωτικά πουλιά έχουν σωπάσει και ακούγεται μόνο το αεράκι που ξεσηκώνει τα φύλλα των δέντρων. Ο μεσιέ Ζερόμ αυτή τη φορά βγαίνει από μια συστάδα θάμνων και τους τρομάζει
«Καλώς τον, από αλλού σε περιμέναμε καλέ μου Ζερόμ» μίλησε σιγανά και λίγο τρομαγμένα ο Ζενεβιέ.

«Μου βγήκε η ψυχή μέχρι να σας βρω, αλλά τίποτα δε θα με χώριζε από τα αιώνια μου ντολμαδάκια.»


*Eυχαριστούμε θερμά τον Άγγελο Παπαδημητρίου για την εμπιστοσύνη.
Ήταν μια εξαιρετική συνεργασία.

THE FOUR LANTERNS - ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ


The bet for this year is whether or not Monsieur Jerοme is coming to the midnight picnic. Alfred and Jenevier are deeply concerned. What should they do? Cancel a six-year tradition? No way. They trust Jerome but this year with the hotel’s renovation and its relocation at another spot, will he manage to find them? Let’s not forget, he will come from afar. 
The two of them finally decide to cook the stuffed vine leaves.
“If they are a success, he will find his way” Alfred says wittily.
He is right.
The rendez -vous was set as always on April first’s midnight at the hotel’s gardens, Monsieur Jerome’s favorite spot. He used to sunbathe there after a swim in the pool and order the first spring stuffed vine leaves. Monsieur Jerome was found dead one afternoon by the pool. His heart betrayed him. . First aid was not enough to keep him alive. There was a big fuss all over the hotel. He was particularly loved and open hearted. Everyone had a kind word to say a long time after the incident. Everyone had a funny story to say about him and his good manners. 
But Monsieur Jerome wanted to return and taste the fine spring stuffed vine leaves. Very difficult from where he was, though. He went back and forth to familiar places, of course, but no one could see him and it was not something that he could often perform, anyway. He managed to sneak into Jenevier’s and Alfred’s dream and succeeded into communicating his craving. 
“Why don’t we have a nice picnic with the stuffed vine leaves which I craved for so long and, of course, tell me all about your news?”
The first year the venture was set with a little bit of fear. It is not a small thing to have a dead man as a banqueter sitting with you on the lawn. They had laid down the tablecloths and the dishes, they had served the good-smelling vine leaves with lots of mint, just as he liked it, and some fresh, still warm, bread on the side. They had sat down by the post moon dew and moisture waiting for Monsieur Jerome. 
And he came of course. An impressive entrance one would say, since he chose to come out of the pool, but he had a reason.
“No need to question it my friends, this was my way in and of course it will my way out.”
He ate them with the great appetite he had transmitted them in their dreams and thanked them from the heart. There was no small talk about the other world, just everyday news from the stuff and the city. A discretion from both sides. The picnic lasted about an hour and it was renewed for the following year. And the following. And the following. And six years had passed since then. 
Alfred is certain that he will find the spot and especially this year that they have so many news, so many interesting stories to tell him. The picnic is set at the hotel’s gardens and as always they wait for him in the midnights’ spring dew.
“I think he’s late this year” Jenevier said looking at his watch. 
“Give him more time. Things are a bit different this year.”
They stare at the pool. The exotic birds are silent and only the breeze rustling the tree leaves is heard. Monsieur Jerome is coming out of the bushes this year and scares them. 
“Welcome, we were expecting you from elsewhere, my dear Jerome” Jenevier talked quietly and a bit scared. 

“Oh my, it was so difficult to find you but there was nothing that could keep me apart from my eternal stuffed vine leaves.”


*We would like to warmly thank Aggelo Papadimitriou for his trust.
It was an excellent collaboration.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

THE FOUR LANTERNS - WAITING FOR THAT GOLDFISH

«Ω, τον αγαπητό μας κύριο Βελιτάλ! Πόσο χαίρομαι που σας ξαναβλέπω!»
«Και για μένα είναι πάντα μεγάλη η συγκίνηση, καλέ μου Ζενεβιέ».
Ο Βελιτάλ ήταν το ίδιο χαμογελαστός και καλοδιάθετος όπως πάντα. Είχε κόψει το μικρό του μουσάκι και φορούσε το κίτρινο καρό του κοστούμι. Στα χέρια του κρατούσε μια γυάλα με ένα χρυσόψαρο.
«Ο Φερεντίν, πιστός φίλος τα τελευταία οκτώ χρόνια», είπε κοιτάζοντας το χρυσόψαρο με τρυφερότητα. 
«Είναι αξιαγάπητος», είπε ο Ζενεβιέ, ρίχνοντας μια ματιά στο βιβλίο των κρατήσεων. «Νομίζω θα σας δώσω το αγαπημένο μου δωμάτιο στον τρίτο που έχει θέα στους κήπους, που ξέρω ότι σας αρέσουν πολύ και σίγουρα θα τους θαυμάσετε μετά την ανακαίνιση του χώρου», πρότεινε με μια διάθεση να περιποιηθεί όσο μπορεί τον, γερασμένο από την τελευταία φορά, ταξιδιώτη.
Ο Αλφρέδος προσφέρθηκε να πάρει τη γυάλα προσεκτικά αλλά ο Βελιτάλ εναντιώθηκε. 
«Όχι, όχι, σας παρακαλώ, τη γυάλα δε θέλω να την αποχωριστώ, σας παρακαλώ» είπε και ακολούθησε τον Αλφρέδο που αρκέστηκε να πάρει τη βαλίτσα του, στο ασανσέρ.
Ο Ζενεβιέ έδωσε αμέσως οδηγίες στο προσωπικό να προσέχουν τον κύριο Βελιτάλ. Ήταν ένας ευαίσθητος και μοναχικός άνθρωπος που ερχόταν περίπου κάθε δέκα χρόνια, πάντα κρατώντας μια καινούργια γυάλα με ένα χρυσόψαρο. Διαισθανόμενος ότι το χρυσόψαρο ήταν έτοιμο να αφήσει τα εγκόσμια, έμενε συνήθως ένα σαββατοκύριακο, θέλοντας να περάσουν ποιοτικό χρόνο μαζί.  Πάντα με τη γυάλα αγκαλιά έκανε βόλτες στους κήπους ή αναπαυόταν στις σεζλόνγκ ή διάβαζε χαμηλόφωνα στο μικρό του φίλο συνήθως αστυνομικά βιβλία τσέπης. Είχε την υποψία ότι τον συγκινούσαν, κρίνοντας από τις πολλές αναβλύζουσες φυσαλίδες στην επιφάνεια της γυάλας του με τις περιγραφές των φόνων. Το σαββατοκύριακο περνούσε γρήγορα και ο κύριος Βελιτάλ θα έφευγε  όπως  ακριβώς είχε έρθει. Αγκαλιά με τη γυάλα. Το εκάστοτε χρυσόψαρο αναχωρούσε σφύζοντας από ζωή. Στη ρεσεψιόν πάντα ένιωθε την ανάγκη να ψελλίσει κάτι απολογητικό αλλά ο Ζενεβιέ δε θα το δεχόταν. 
«Είστε πολύ τυχερός που θα έχετε το μικρό σας φίλο για περισσότερο καιρό κοντά σας», θα έλεγε συνήθως και θα τον χάζευε να φεύγει, μια εύθραυστη φιγούρα σε παστέλ κοστούμια που του ήταν ειλικρινά συμπαθής.
Ο Βελιτάλ είχε μείνει ενθουσιασμένος από την ανακαίνιση του ξενοδοχείου. Η θέα από το παράθυρο ήταν απλά μαγική. ‘Έβλεπε στους κεντρικούς κήπους με τα γέρικα μπάομπαμπ που πρωταγωνιστούσαν στο πράσινο μωσαϊκό, ανάμεσα σε αμέτρητα εξωτικά πολύχρωμα λουλούδια και δέντρα. Στο κέντρο είχαν αφήσει τη μικρή λίμνη με τα νούφαρα που έκλαιγαν με τους κεραυνούς, ένα αστείο θέαμα αν πετύχαιναν οι ένοικοι καμιά καταιγίδα. Τη μισή μέρα βρισκόταν εκεί και συνήθως μιλούσε ή διάβαζε στο χρυσόψαρό του. Περνούσε αρκετή ώρα και στο δωμάτιό του. Στο κομοδίνο ήταν αραδιασμένα πολλά αστυνομικά βιβλία με κιτρινισμένες και τσακισμένες σελίδες. Κάθε μέρα διάβαζε στον Φερεντίν αποσπάσματα και ήταν σίγουρος ότι το χρυσόψαρό του το απολάμβανε. Μετά από κάθε απόσπασμα,  άφηνε τη γυάλα στο περβάζι του παράθυρου για να μπορεί να χαίρεται τη θέα ο φίλος του. Θα κατέβαινε μόνο για το γεύμα στο εστιατόριο ενώ τον πρωινό του καφέ τον ανέβαζαν στο δωμάτιο. Σε προηγούμενο ταξίδι είχε εκμυστηρευθεί στον Ζενεβιέ ότι δεν μπορούσε να εμπιστευθεί τους ανθρώπους. Τους φοβόταν ή μάλλον τους ντρεπόταν. Θα προτιμούσε να ζει αόρατος, αν γίνεται, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματά τους. Δεν είχε μοιραστεί τίποτα άλλο από την προσωπική του ζωή κι ο διευθυντής φυσικά ποτέ δε ρώτησε από διακριτικότητα, οπότε ένα επιπλέον πέπλο μυστηρίου κάλυπτε την περσόνα του.
Την Κυριακή το πρωί η Μαντλέν, που ανέβασε τον καφέ στο δωμάτιό του, αντίκρισε ένα παράξενο θέαμα. Ο Βελιτάλ  ήταν ακίνητος και παγωμένος στην καρέκλα του. Το βλέμμα του είχε μείνει να χαζεύει τα πανύψηλα δέντρα στους κήπους. Ένα βιβλίο ήταν ακουμπισμένο στα γόνατά του στη σελίδα 89, με υπογραμμισμένη την πρόταση: «Και ο Τζακ, που τόσο φοβόταν το θάνατο, τώρα είχε πέσει στην παγίδα του.» Η γυάλα δίπλα του ήταν γεμάτη καθαρό νερό. Ο Φερεντίν δεν ήταν μέσα. 
Ο Ζενεβιέ λυπήθηκε αληθινά για το θάνατό του. Σχεδόν τον ένιωθε φίλο του. « Μα πόσο ειρωνικό, να έρθει γιατί περίμενε να πεθάνει το χρυσόψαρό του και να πεθάνει τελικά ο ίδιος!» έλεγε στον Αλφρέδο.
«Μπα, το ψάρι τον σκότωσε κι έφυγε μακριά του. Δεν υπήρχε περίπτωση να το υποπτευθεί κανείς έτσι κι αλλιώς» αποκάλυψε ο καμαρότος τη θεωρία συνωμοσίας του. Ο Ζενεβιέ γέλασε νευρικά. Ο Αλφρέδος όχι.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να το βρείτε, όσο κι αν ψάξετε στο ξενοδοχείο. Είναι πια ελεύθερο» είπε με ακόμα πιο σοβαρό ύφος.  

THE FOUR LANTERNS - WAITING FOR THAT GOLDFISH

“My dearest Mr. Velital! Such a pleasure to see you again!”
“The pleasure is all mine, my beloved Jenevier.”
Velital was smily and in good spirit as always. He had shaved his small beard and he wore his yellow checkered suit. He held a bowl with a goldfish in his hands. 
“Feredin, my loyal friend for the past eight years” he said looking tenderly at the goldfish.
“He is adorable” Jenevier said taking a look at the reservations book. “I think I will give you my favorite room on the third floor overlooking the gardens, which I am certain that you will like very much and definitely going to admire after the renovation” he suggested wanting to take care as much as he could the, aged since the last time, traveler. 
Alfred volunteered to hold the goldfish bowl but Velital refused.
“No, no, please I don’t want to leave my bowl, please” he said and he followed Alfred who just took his suitcase to the elevator.
Jenevier immediately instructed the stuff to look after Mr. Velital. He was a sensitive lonely man who would come every ten years, always holding a new bowl with a goldfish. Sensing that the goldfish was about to die, he would usually stay for the weekend, wanting to spend quality time with it. Always with the goldfish bowl in his hands, he would take long walks in the gardens or rest on the chaise lounge chairs or read to his little friend in a low voice usually crime pocket books. He suspected that the fish liked them, judging by the amount of bubbles on the surface of the bowl with the murder descriptions. The weekend would quickly pass away and Mr. Velital would go away in the exact way as he had come. Embracing the bowl. Each time the goldfish would depart full of life. At the reception desk, he always felt the need to whisper a few words apologetically but Jenevier would not accept it.
“You are very lucky to have your little friend for a little longer” he would usually say and would watch him go away, a fragile figure in pastel suits to whom he felt close to. 
Velital was excited with the hotel’s renovation. The view from the window was just magical. It overlooked the central gardens with the old baobabs starring in the green mosaics, among countless exotic and colorful flowers and trees. In the center, they had left the small pond with the water lilies that cried with the lightings, a funny spectacle if the tenants happened to watch a storm. He would be there for the half of the day and he usually talked or read to his goldfish. He spent much time in his room as well. There were many crime books on his bedside table with yellow and dog-eared pages. Every day he would read to Feredin excerpts and he was certain that his goldfish enjoyed it. After every excerpt, he left the bowl by the window sill so that his friend could be happy with the view. He would only go downstairs at the restaurant for lunch while they would bring his morning coffee to his room. On a previous trip he had confided in Jenevier that he could not trust people. He was afraid of them or rather he was embarrassed. He would prefer to live invisible, if possible, far away from their indiscreet glances. He had not shared anything else from his personal life and the manager, of course, never asked out of discretion so another veil of mystery covered his persona.
On Sunday morning Madlen, who brought his coffee up to his room, saw something strange. Velital was still and frozen on his chair. His look was at the tall trees in the gardens. A book was on his knees on page 89 with the sentence underlined: “And Jack, who was so afraid of death, had now fallen into its trap.” The bowl beside him was full of clean water. Feredin was not inside. 
Jenevier was truly sorry for his death. He almost thought of him as a friend. “But it is so ironic, he came here waiting for his goldfish to die and in the end he died himself!” he said to Alfred.
“Nope, the fish killed him and ran away. It had no chance of being suspected anyway” the bellboy revealed his conspiracy theory. Jenevier nervously laughed. Alfred did not. 

“You are never going to find it, no matter how hard you search in the hotel. It is now free” he said in an even more serious tone.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΣΙΝΗ ΡΑΧΗ



«Επιστροφή στο σπίτι της γιαγιάς. Ψάξε για το βιβλίο με την πράσινη ράχη. Σε φιλώ, θεία Κορτέσα».
   Είχε να την ακούσει πολύ καιρό και τώρα κρατούσε αυτό το αυστηρό της γράμμα και το διάβαζε πολλές φορές στο στενό κάθισμα τρένου, επιστρέφοντας στην Προσίντια, την πόλη όπου γεννήθηκε. Κάθε λέξη φαινόταν να έχει τη δική της βαρύτητα. Εμπιστευόταν απόλυτα το ένστικτο της ιδιαίτερης αυτής γυναίκας που τον μεγάλωσε όταν έχασε τους γονείς του σε μικρή ηλικία. Πολλοί την έλεγαν αλαφροΐσκιωτη και σκοτεινή αλλά εκείνος ήξερε ότι τίποτα από αυτά δεν ήταν αλήθεια. Του έλεγε τα πιο ιδιαίτερα παραμύθια όταν ξάπλωνε και μαζί κάνανε τους πιο ωραίους περιπάτους με παγωμένο τσάι και κρύα σάντουιτς. Ακόμα και τώρα, που ήταν ολόκληρος άντρας και είχε μετακομίσει μακριά, του ταχυδρομούσε πού και πού τα νέα της και του έστελνε φωτογραφίες της ζωηρής γάτας της. Και η ίδια είχε φύγει με τη σειρά της. Δεν μπορούσε να μένει μόνη της σε ένα άδειο σπίτι και τα τελευταία χρόνια ζούσε με την αδερφή της πίσω από τη λίμνη. Για να του ζητάει να γυρίσει πίσω και να ψάξει το βιβλίο με την πράσινη ράχη σίγουρα θα ήταν σημαντικό. Τα παράτησε όλα στo γραφείο του και πήρε το τρένο που σε λίγο θα σταματούσε στον τόπο του που είχε να επισκεφτεί τουλάχιστον είκοσι εφτά χρόνια. Σε ένα σάκο είχε πάρει μαζί του το χάρτη για να θυμηθεί την πόλη του, μια τόση δα κουκκίδα με δαιδαλώδεις δρόμους και σοκάκια, το σημειωματάριό του, τις αναμνήσεις του και μια μικρή δόση αγωνίας που προσπαθούσε να κρύψει στην πλαϊνή βοηθητική τσέπη. 
    Έφτασε λίγο πριν τις έντεκα το πρωί. Η Προσίντια του φάνηκε πιο μικρή και πιο ήσυχη, ή απλά ο ίδιος είχε μεγαλώσει και πλέον ήταν στα μέτρα του. Με το χάρτη στο χέρι, σαν ένας ταξιδευτής που έρχεται από μακριά, πήρε το δρόμο για το σπίτι της γιαγιάς. Διέσχισε τον κεντρικό δρόμο με το ταχυδρομείο που ήταν το μόνο που είχε μείνει όπως το θυμόταν αμυδρά. Υπήρχαν εμπορικά, άχρωμα καταστήματα και λιγοστοί κάτοικοι που τον κοίταξαν με περιέργεια ως νεοφερμένο. Το σπίτι βρισκόταν σε ένα αδιέξοδο. Δυσκολεύτηκε λίγο. Αντίκρισε ένα γερασμένο, μικρό σπίτι με κεραμίδια και έναν κήπο στο πίσω μέρος.
Εκεί είχε φυτέψει κάτι περίεργα δέντρα η θεία Κορτέσα που τα βράδια του καλοκαιριού πολλές φορές σαν να την άκουγε να τους ψιθυρίζει λόγια. Όταν την είχε ρωτήσει τι δέντρα είναι αυτά και τι τους λέει του είχε απαντήσει αποστομωτικά: «Δεν είναι δέντρα, είναι φίλοι μου. Δεν είναι λόγια, είναι υποσχέσεις.»
    Το κλειδί ήταν κάτω από το φθαρμένο χαλάκι της εξώπορτας. Ανακουφίστηκε γιατί αλλιώς θα χρειαζόταν να παραβιάσει την πόρτα. Με το που γύρισε το σκουριασμένο κλειδί στην κλειδαριά οι αναμνήσεις τον χτύπησαν σαν ένα πελώριο κύμα. Σκόρπιες εικόνες, λέξεις, διάλογοι, μυρωδιές, ο μικρόκοσμος ενός χώρου που δημιουργεί ένα σπιτικό. Σε αυτό το σπίτι είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια και η απώλεια είχε πέσει σα μια βαριά κουρτίνα από νωρίς και το είχε σκεπάσει. Η θεία Κορτέσα έκανε ό,τι μπορούσε για να τον στηρίξει αλλά θυμάται ακόμα και τώρα πώς με τόσο ύπουλο τρόπο ο φόβος είχε τρυπώσει μέσα του. Δεν είχε φοβηθεί ποτέ το σκοτάδι αλλά λίγο μετά το θάνατο των γονιών του σε τροχαίο δεν μπορούσε να κοιμηθεί χωρίς την πόρτα μισάνοιχτη για να μπαίνει το φως του διαδρόμου. Κι όταν ερχόταν ο ύπνος ήταν φορτωμένος με εφιάλτες, ένα γενικότερο αίσθημα απειλής που το μετέφερε και την επόμενη μέρα στο σχολείο και στις δραστηριότητές του. Το σκοτάδι ήταν η είσοδος σε ένα μυστικό κόσμο όπου το κακό ήταν κυρίαρχο. Κράτησε πολύ αυτή η πάλη μέσα του και η προσπάθεια να την τιθασεύσει. Τα χρόνια πέρασαν από τότε και η ενήλικη ζωή είχε ήδη μπει από τη μισάνοιχτη πόρτα. Σπουδές, μετακόμιση στη μεγάλη πόλη, δουλειά, έρωτας, ο γάμος, το παιδί. Ένα καινούργιο κεφάλαιο στη ζωή του όπου το σκοτάδι απλά δεν προλάβαινε να μπει. Μόνο το τελευταίο εξάμηνο είχε βρει μια χαραμάδα. Οι αϋπνίες είχαν επιστρέψει και μια γενικότερη ανησυχία για το μέλλον, για το χρόνο που περνάει και όλα τα σημάδια που όσο και να προσπαθείς να κρύψεις πάντα βρίσκονται εκεί, σε μια χαραμάδα που αφήνει το σκοτάδι να μπει.  Στο τελευταίο γράμμα είχε ανοιχτεί στη θεία Κορτέσα. Της είχε μιλήσει για εκείνο το βάρος που ένιωθε, για το πόσο δεν μπορούσε να χαρεί πια τη ζωή και για το πόσο είχε αρχίσει να θέλει την πόρτα του μισάνοιχτη τα βράδια. Το γράμμα που έλαβε ήταν αυτό που κρατούσε τώρα στα χέρια του και τον προέτρεπε τηλεγραφικά να πάει πίσω στο παλιό, άδειο σπίτι. 
   
Την έσπρωξε δυνατά για να ανοίξει και του φαινόταν σαν κάτι να υπάρχει από πίσω και να βρίσκει αντίσταση. ‘Όσο τα μάτια του συνήθισαν σταδιακά στο μισοσκόταδο του χώρου, το ξάφνιασμα που ένιωσε τον μούδιασε. Αυτό που εμπόδιζε την πόρτα ήταν ένας τεράστιος όγκος από βιβλία. Βρίσκονταν ουσιαστικά παντού. Μισάνοιχτα, το ένα πάνω στο άλλο, σχημάτιζαν ένα σώμα που είχε απλωθεί σε όλο το δωμάτιο με μια γενναία δόση σκόνης. Κάλυπτε όλο το πάτωμα, έφτανε μέχρι το διάδρομο που οδηγούσε στη μικρή κουζίνα και στα υπνοδωμάτια και στο μπάνιο. Οι τοίχοι ήταν τελείως γυμνοί και δεν υπήρχαν καθόλου έπιπλα παρά μόνο μία παλιά ξύλινη πολυθρόνα που πάνω της είχαν σκαρφαλώσει βιβλία και έμοιαζαν να είχαν βολευτεί στα μπράτσα της. Έμεινε εκεί για να συνηθίσει την εικόνα αυτή για λίγο και πήρε μια βαθιά ανάσα μπαίνοντας μέσα. Ποτέ δε θυμόταν να υπάρχουν τόσα βιβλία στο σπίτι. Μα πού πήγαν όλα τα έπιπλα; Έκανε να τα σπρώξει για να προχωρήσει αλλά δυσκολεύτηκε. Πάτησε το διακόπτη για το φως αλλά δεν ανταποκρίθηκε. Το σαλόνι δεν είχε παράθυρο κι έτσι άφησε την πόρτα ανοικτή για να μπαίνει το φως της μέρας. Περπάτησε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε πάνω τους. Η περίεργη αίσθηση ότι πατούσε ένα σώμα και όχι πεταμένα βιβλία κέρδιζε έδαφος. Χάζεψε αυτά που βρίσκονταν πάνω–πάνω. Κάποια ήταν εικονογραφημένα βιβλία του Ιούλιου Βερν που τον διάβαζε συχνά όταν ήταν μικρός, κάποια ήταν ταξιδιωτικά με παλιές γκραβούρες που δεν τα θυμόταν καθόλου, άλλα ήταν δερματόδετα και άλλα ήταν τόσο παλιά που ήταν έτοιμα να διαλυθούν. Μέσα σε ένα τέτοιο όγκο βιβλίων και σε αυτήν τη μορφή θα του έπαιρνε τουλάχιστον μια μέρα να βρει ένα συγκεκριμένο με πράσινη ράχη. Μα τι σκεφτόταν η θεία Κορτέσα όταν του ζήτησε κάτι τέτοιο; Κάθισε πάνω στην τεράστια στοίβα και προσπάθησε να τα ξεχωρίσει. ‘Έμοιαζαν σαν να είναι κολλημένα και κάθε ένα που κατάφερνε να τραβήξει ήταν σαν να ξεκολλάει ένα ζωντανό κομμάτι από ένα πολύ νοσηρό σύνολο που δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Τα περισσότερα βιβλία είχαν σκοτεινές εικονογραφήσεις. Στην αρχή δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω τους και πάλευε να θυμηθεί αν ήταν τα ίδια με αυτά της παιδικής του ηλικίας. Πολλές σκιές, πολύ σκοτάδι, η απειλή και ο κίνδυνος υπήρχε σε όλα σαν ένα υπονοούμενο που τα σκέπαζε. Ποτέ δεν είχε αντικρίσει τόσο σκοτεινή τη θάλασσα όσο σε εκείνον τον Μόμπυ Ντικ που φυλλομέτρησε, ποτέ δεν είχε νιώσει τέτοιο σφίξιμο στο στομάχι με την εικόνα εκείνου του Ροβινσώνα στο έρημο νησί. Όσα βιβλία έκλεινε και σιγουρευόταν ότι δεν είχαν πράσινη ράχη τα τοποθετούσε σε στοίβες κοντά στον τοίχο και έτσι προσπαθούσε να κάνει ένα πέρασμα, ένα μικρό διάδρομο που θα τον έβγαζε στην πίσω μεριά του σπιτιού. Εκμεταλλευόταν το φως που έμπαινε από την πόρτα και υπολόγιζε να τελειώνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε και να ξεκουραστεί στον κήπο με τα περίεργα δέντρα της θείας Κορτέσας. Ένα μικρό στοίχημα με τον εαυτό του που έπρεπε οπωσδήποτε να κερδίσει.
     Όταν κοίταξε το ρολόι του ξανά είχαν περάσει ήδη πέντε ώρες. Ο ήλιος του μεσημεριού είχε ζεστάνει κάπως το χώρο αλλά όχι τις σκέψεις του. Ένιωθε πιο μπερδεμένος από ποτέ. Διέτρεχε τα βιβλία, είχε φτιάξει ένα υποτυπώδες πέρασμα, στοίβαζε τα βιβλία που τα περισσότερα είχαν μαύρη ή καφέ ράχη και μαζί με αυτά διέτρεχε τη ζωή του. Τα παιδικά του χρόνια, οι αναμνήσεις γύριζαν στο μυαλό του σαν τις σελίδες των βιβλίων και μπλέκονταν με μια γλυκόπικρη αίσθηση απώλειας. Ένιωθε το χρόνο εκείνο το μεσημέρι να  είναι αμείλικτος και τρομακτικός που περνάει και αφήνει πίσω του ίχνη και θραύσματα από ανασφάλειες, σωστές επιλογές ή όχι και πολλά «αν» που έχουν μείνει αναπάντητα. Μέσα σε αυτές τις πέντε ώρες είχε αρχίσει να αμφιβάλλει για όλα όσα θεωρούσε σίγουρα στη ζωή του. Τις σχέσεις του με τους γονείς του, τη δουλειά του, την οικογένειά του αλλά πάνω από όλα για τον ίδιο του τον εαυτό που δυσκολευόταν να τον διαχειριστεί ως ενήλικα. Μια δόση φόβου και απογοήτευσης είχε βγάλει ρίζες σταδιακά μέσα του και όσο περνούσε η ώρα, τόσο έβρισκε μάταιο το εγχείρημα. Πού θα το έβρισκε αυτό το βιβλίο ανάμεσα σε τόσα; Tι νόημα είχαν όλα αυτά;
   Το μεσημέρι έγινε απόγευμα και εκεί λίγο πριν χαθεί τελείως το φως της ημέρας κάτι περίεργο άρχισε να συμβαίνει στο ήδη περίεργο σκηνικό. Το βιβλίο με τον τίτλο “Τα μυστικά της Μαύρης Θάλασσας” άρχισε να στάζει.
Όχι, όχι, κυριολεκτώ. Μικρές μαύρες σταγόνες ένιωσε στα δάχτυλά του και πότισαν τις σελίδες. Οι σταγόνες αυτές έγιναν ένα μικρό ρυάκι που κύλησε στις σελίδες των άλλων βιβλίων που βρίσκονταν σχεδόν κολλημένα το ένα με το άλλο, έγινε αστραπιαία ένα μαύρο ποτάμι που γέμισε το δωμάτιο, χωρίς να χύνεται στην ανοιχτή πόρτα, ένας ορμητικός χείμαρρος που η στάθμη του ανέβαινε επικίνδυνα, που τον παρέσυρε με την ορμή του. Τον έσπρωξε στο διάδρομο και όσο τα κύματα ψήλωναν, απεγνωσμένα προσπαθούσε να πιαστεί από ένα γυμνό σπίτι με χιλιάδες βιβλία που είχαν παρασυρθεί κι αυτά σε αυτήν τη μανιασμένη θάλασσα. Πόσο μάταιο ήταν να φτιάχνει τόση ώρα έναν διάδρομο για να περάσει όταν, σε κλάσματα δευτερολέπτων, όλα είχαν γίνει μια μαύρη δίνη που τον έσπρωχνε μόνο προς τα πάνω. Τον χώριζαν λίγα εκατοστά από το ταβάνι πια. Του φαινόταν αδιανόητο ότι θα πνιγόταν μέσα στο σπίτι που μεγάλωσε από λίγες μαύρες σταγόνες που είχαν γίνει μια ορμητική μαύρη θάλασσα. Με κοφτές ανάσες χτυπούσε με τα χέρια του και τα πόδια του το ταλαιπωρημένο ταβάνι που του φαινόταν σαν τη μόνη σωτηρία. Χτυπούσε μανιασμένα με κραυγές, σαν ένα αγρίμι εγκλωβισμένο στο πιο περίεργο κλουβί. Το πείσμα του δικαιώθηκε και μια τρύπα άνοιξε στη στέγη και πιάστηκε αμέσως από την άκρη της. Τα νερά άρχισαν να υποχωρούν με έναν θόρυβο που έμοιαζε με λυγμό, αλλά ίσως και να το φαντάστηκε.
Βρισκόταν κρεμασμένος από εκείνη την τρύπα στην οροφή που τον χωρούσε ίσα-ίσα να σκαρφαλώσει. Το σώμα του πονούσε παντού αλλά κατάφερε να βγει στα κεραμίδια και να ξαπλώσει ξέπνοος και τρομοκρατημένος σε μια γωνιά που του φαινόταν σταθερή. Το λιγότερο που ήθελε τώρα ήταν να γκρεμιστεί από τα κεραμίδια.
     Η καρδιά του βρήκε τους ήρεμους παλμούς της και ανακάθισε. Ο κήπος στο πίσω μέρος του σπιτιού φαινόταν όπως τον θυμόταν, μόνο που τώρα είχε γίνει πια ζούγκλα, αφού κανείς δεν τον περιποιόταν πια. Ξερά χόρτα είχαν μπλεχτεί στα περίεργα δέντρα της θείας Κορτέσας. Η πόλη φαινόταν από ψηλά τώρα τόσο μικρή και μακρινή. Η ανησυχία που είχε μέχρι τώρα φαινόταν τόσο ασήμαντη μπροστά σε αυτήν την περιπέτεια που μόλις είχε ζήσει. Ο κάθε φόβος του φαινόταν ανούσιος μπροστά στα απειλητικά μαύρα νερά που παραλίγο να τον πνίξουν. Γύρισε το βλέμμα του και είδε ένα σκονισμένο βιβλίο κοντά στην άκρη της στέγης. Με πολύ προσεκτικές κινήσεις έφτασε κοντά του και το πήρε στα χέρια του. Το φύσηξε για να φύγει η σκόνη που είχε και δύο μικρά φύλλα ξερά που είχαν κολλήσει πάνω του. Το εξώφυλλο ήταν σκούρο και τα γράμματα είχαν σβηστεί. Το άνοιξε και το φυλλομέτρησε. Κάποιες σελίδες ήταν σκισμένες και είχαν κιτρινίσει λίγο από τον καιρό αλλά όλες ήταν άδειες. Καμία λέξη δεν είχε γραφτεί. Ήταν ένα ταλαιπωρημένο, κενό από λέξεις βιβλίο. Χαμογέλασε πονηρά. Ήταν σίγουρος πως, αν το γύριζε στο πλάι να δει τη ράχη του, θα ήταν πράσινη. Το γύρισε. Γέλασε δυνατά. Η δερμάτινη, φθαρμένη ράχη του είχε μια χακί απόχρωση.  Άφηνε το γέλιο του να το πάρει ο αέρας και να το μεταφέρει σε μια πόλη που θα άφηνε σε λίγο για να προλάβει το τρένο. Θα γύριζε στην ενήλικη ζωή του, σε ό,τι φοβόταν και πίστευε ότι τον πήγαινε πίσω. Θα έπαιρνε τη σημερινή, ξαφνική του μαύρη θάλασσα για να του θυμίζει ότι οι μεγάλοι φόβοι και αναστολές της καθημερινότητας είναι για να ρίχνεται μέσα τους όπως έκανε και σήμερα. Ο χρόνος θα έφερνε πολλά στο πέρασμα του. Καλό θα ήταν να συμφιλιωθεί μαζί του, στο βαθμό που μπορούσε. Το πρώτο πράγμα που θα έκανε όταν έφτανε σπίτι θα ήταν να στείλει το βιβλίο στη θεία Κορτέσα, χωρίς φυσικά να της γράψει κάτι. Θα ακολουθούσε τους κανόνες της. Αυτό που του πέρασε από το μυαλό ήταν πώς θα κατέβαινε από τη στέγη κι η σκέψη αυτή τον έκανε να γελάσει ακόμα πιο δυνατά. 

THE BOOK WITH THE GREEN SPINE

   
“Return to grandma’s house. Look for the book with the green spine. Best regards, aunt Cortesa.”
    He hadn’t heard from her for a long time and now he held her strict letter and read it many times in the narrow train seat, as he returned to Prosidia, his hometown. Every word seemed to have its own gravity. Ηe completely trusted that special woman’s instinct who took care of him after his parents’ death when he was a young boy. People would call her moonstruck and moody but he knew that no such thing was true. She would tell him the most peculiar fairy tales when he went to bed and they would have the greatest walks with ice tea and sandwiches. Even now, that he was no longer a small boy and had moved away, she would mail him her news and occasionally send him pictures of her energetic cat. She had also left. She couldn’t live all by herself in an empty house and she had moved to her sister’s house behind the lake. It must have been important to ask him to return in order to search for a book with a green spine. He quit everything in his office and took the first train that was about to stop in his town that he hadn’t visited for at least twenty seven years. He had in his backpack a map to remember his town, a small dot with streets and alleys like a maze, his memories and a touch of anxiety that he tried hard to hide in a small, extra pocket. 
     He arrived just before eleven o’ clock. Prosidia seemed smaller and quieter, or he had just grown up and it was now up to his measures. With the map in his hand, like a traveler coming from afar, he took the road to grandma’s house. He crossed the main road with the post office being the only building left just like he faintly remembered it. There were toneless stores and a few residents who looked at him with curiosity as the newcomer. The house was at a dead end. He had a hard time finding it. Ηe faced an aged, small house with tiles and a garden at the back.
Aunt Cortesa had planted there some weird trees that during the summer nights he sometimes heard her whisper to them. When he asked her what kind of trees they were and what kind of words she whispered, the answer was unexpected. “They are not trees, they are my friends. They are not words but promises.”
    The key was under the worn front door’s mat. He was relieved to find it there because otherwise he would have to break the door. As soon as he turned the rusted key to the key hole, the memories hit him like a huge wave. All the scattered pictures, words, dialogues, smells, the microcosm of a space that creates a home. In this house he had spent his childhood and the loss had fallen on it like a heavy curtain from the very start. Aunt Cortesa did whatever she could to support him but he still remembered how fear had sneaked inside him in a tricky way. He had never been afraid of the dark but, shortly after his parents’ death in a car accident, he couldn’t sleep without the door being ajar to let the light of the corridor in. And when he finally fell asleep, they were too many nightmares, a general feeling of threat which he carried along the next day at school and all of his activities. Darkness was the gate to a secret world where evil was dominant. This fight within him and the struggle to restrain it lasted for a long time. The years passed since then and adult life had already entered through the half opened door of the corridor. Studies, moving to the big city, work, love, marriage, the kid, a new chapter in his life where darkness had simply no time to sneak in. Only six months ago it found a small crack. Insomnias were back and a general feeling of anxiety for the future, for the time passing by and all of its signs that, no matter how hard you try to hide them, they are always there, in a crack that let darkness sneak in. In his last letter to aunt Cortesa, he was open about it. He had written to her about that weight he felt, about his inability to feel the joys of life anymore and about his wish to have the door half open at night. The letter that he received was the one he was holding right now in his hands, urging him telegraphically to go back to the old, empty house. 
    
He pushed hard to open it and it looked like there was something behind it and held a resistance. As his eyes gradually got used to the twilight of the room, the surprise he felt made him numb. What prevented the door from opening was a huge pile of books. They were actually everywhere. Half opened, one on top of the other, they formed a body that had spread all over the room with a rich powder of dust above them. It covered the entire floor that reached up to the corridor leading to the small kitchen and the bedrooms and the bathroom. The walls were completely empty and there were no furniture except an old, wooden armchair on which the books had climbed and seemed comfortable at her arms. He stayed there for a while to get used to this image and he took a deep breath as he entered. He never remembered to have so many books in the house. But what happened to all the furniture? He tried to push them to get in the room but he found it hard. He switched on the light but never responded. The living room had no windows so he let the door open to let the daylight in. He stepped on them as carefully as he could. The strange feeling that he was stepping on a body and not on scattered books was getting stronger within him. He had a look at the ones that were on top. Some were illustrated books of Jules Verne whom he often read when he was a kid, some were travel books with old engravings that he didn’t remember at all, others were leather bound and others were so old that they were about to dissolve. In such a stock of books and in this form, it would take him at least a day to find a book with a green spine. What on earth was aunt Cortesa thinking? He sat on the huge stack of books and tried to separate them. They looked as if they were glued between them and every one that he managed to pull out of the pile it was as if he unstuck a living piece from a rotten ensemble that he was not capable of interpreting. Most of the books had illustrations. At first he couldn’t take his eyes off them and he struggled to remember if they were the same ones from his childhood. Too many shadows, too much darkness, nothing was clear, the threat and the danger existed in every single one of them like an insinuation that covered them. He had never faced the sea as dark as in that Moby Dick he touched, he had never felt that pain in the stomach as the one he felt when he saw that image of Robinson Crusoe in the desert island. He placed the books, that he made sure had no green spine, in piles near the wall and in that way he tried to make a path, a small corridor that would lead him to the back of the house. He used the light coming from the door and estimated to finish as fast as he could to get some rest in the garden with aunt Cortesa’s strange trees. A small bet with himself that he had to win. 
     When he looked at his watch again five hours had already passed. The midday sun had somewhat warmed up the place but not his thoughts. He felt more confused than ever. He riffled   through the pages of the books, he had made a vestigial path, he stacked the books which most of them had black or brown spine and with them he riffled through the pages of his life. The memories turned in his mind like the pages of the books and were entangled in a bittersweet sense of loss. He strongly felt that afternoon time to be relentless and terrifying that passes by and leaves behind traces and fragments of insecurities, right choices or not, and a lot of “ifs” that have been left without an answer. Within these five hours he had started doubting about everything he felt that was certain in his life like the relationship with his parents, his job, and his family but above all the relationship with himself that he found so difficult to deal with as an adult. A sense of fear and frustration had gradually grown inside him and as time went by, the more pointless he found the whole thing. Where was he to find this book among so many others? What was the meaning of all this?
    Noon became afternoon and, just before the daylight completely disappeared, something strange began to happen in the already strange set. The book entitled “The secrets of the Black Sea” started dripping.
No, I mean it, literally. He felt on his fingers small, black drops and they went through the pages. These small drops became a stream that rolled on the pages of the other books that were almost glued to one another. It instantly became a black river that filled the room, without a drop spilled through the open door, an impetuous torrent whose level dangerously raised that carried him away with its strength. It pushed him to the corridor and the more the waves grew taller, the more desperately he tried to hold on to something from a bare house with thousands of books that were also swept away in this raging sea. How hopeless was it for him to try to make a path for so long, when in less than a minute, everything had become a black vortex that pushed him to the top. A few centimeters were now between him and the ceiling. It seemed impossible that he was about to drown himself in the house he grew up by some small black drops that became a furious sea. He struck with his hands and feet the worn ceiling that seemed to be the only solution breathlessly. He wildly hit it crying like a beast trapped in the weirdest cage ever existed.  Eventually a hole opened in the roof and he immediately grabbed the edge of it. The water began to recede with a noise that resembled a sob, but then again he might have imagined it.
He was hanging from that hole on the ceiling whose size was scarcely big enough for him to climb on the rooftop. His body ached everywhere but he managed to get to the roof tiles and lie down in a corner that seemed solid without a breath and feeling terrified. To fall off the tiles was the least that he wanted right now. 
   His heart found its calm pulses and he sat up. The garden at the back of the house looked the way he remembered it, only now it was more like a jungle, since no one took care of it anymore. Dried brushwood was tangled in between aunt Cortesa’s strange trees. The city looked so small and distant from the roof. The anxiety he had so far seemed so insignificant in front of this adventure he had just experienced. Every fear was meaningless in front of the threatening black waters that nearly drowned him. He turned his head and saw a dusty book at the edge of the roof. He reached it with very careful moves and took it in his hands. He blew it first to make the dust and the two dried leaves that had stuck go away. The cover was dark and the letters from the title had been erased. He opened it and he browsed it. Some pages were torn and a bit yellow from the passing time but they were all blank. Not a single word had been written. It was a worn, empty from words book. He cunningly smiled. He was certain that if he turned it sideways to have a look at the spine, it would be green. He turned it. He laughed out loud. The leather, worn spine was khaki. His laughter came out without an effort and was carried by the wind into the city that he would leave in a while to catch the train. He would return to his adult life, to whatever he was afraid of and thought that kept him behind. He would take the sudden, black sea to remind him that great fears and restrains are only there so that he can dive into them like he did today. Time would bring so much along its way. It would be better to reconcile as much as he could. The first thing that he would do the minute he would step his foot on his house, would be to send the book to aunt Cortesa, without of course explaining anything to her. He would follow her rules. But his major concern right now was how on earth he would come down from the roof and that thought made him laugh even harder.  






Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

 Είχε γυρίσει από τη  νύχτα  του για λίγο, για όσο κρατάει ένα τσιγάρο. Για την ακρίβεια, δεν ήξερε καν ότι μπορούσε να το κάνει. Απλά έκλεισε τα μάτια του πολύ σφιχτά όταν τον πλημμύρισαν οι θύμησες. Τα κράτησε έτσι και μεταφέρθηκε εκεί, στο παλιό τους σπίτι με το μεγάλο κήπο. Του είχε λείψει τόσο όσο δεν μπορούσε να παραδεχτεί ούτε καν στον εαυτό του. Είχε χαθεί σε εκείνα τα ζεστά μαγιάτικα μεσημέρια που την ακολουθούσε στον κήπο και έπεφταν στις ρίζες της ελιάς για ένα σύντομο ύπνο. Θα τους νανούριζαν τα διάφορα μαμούνια που πετούσαν από πάνω τους και τα φύλλα που χόρευαν με το ελαφρύ αεράκι. Θα της χάιδευε τα μαλλιά και εκείνη απλά θα έμενε ασάλευτη στο στέρνο του και θα βαριανάσαινε. Εκείνος θα άναβε ένα τσιγάρο και θα κάθονταν έτσι κάτω από το ζεστό ήλιο. Μια καθημερινή ιεροτελεστία, ένα μικρό τελετουργικό που όριζε για αυτούς τον ερχομό της άνοιξης. Τη ζούσε τόσο έντονα αυτήν την εικόνα που την επόμενη στιγμή που άνοιξε τα μάτια του ήταν εκεί. Στάθηκε κάτω από την καμάρα της αυλόπορτας και κοίταξε με δυσκολία κόντρα στον ήλιο του μεσημεριού. Ο κήπος ήταν κατάξερος και μόνο οι ελιές είχαν μείνει για του τον θυμίζουν. Το σπίτι είχε μισογκρεμιστεί. Ο χρόνος είχε περάσει επιθετικά αλλά χωρίς να μπορεί να τον υπολογίσει. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Λίγος ή πολύς, δεν είχε σημασία. Το μόνο που μετρούσε ήταν η ζέστη που ένιωθε στα μάγουλά του και οι αναμνήσεις που γεννούσαν μέσα του ένα άλλου είδος εκτυφλωτικό φως και συγκίνηση. Η γεύση του καπνού γέμισε το στόμα του και τα δάχτυλά του μπόρεσαν να νιώσουν τις απαλές τούφες των ξέμπλεκων μαλλιών της. Τα έφερε κοντά στα ρουθούνια του. Μύριζαν χώμα και δεν ήταν σίγουρος αν υπήρχε εκεί και λίγο από το άρωμά της ή αν απλά ήθελε πολύ να το μυρίσει. Έμεινε έτσι για λίγο. Ρούφηξε όσο πιο λαίμαργα μπορούσε το φως και την άνοιξη που του αναλογούσε. Για όσο κρατάει ένα τσιγάρο… 

SPRING AFTERNOON

 He had returned from his night, for as long as a cigarette lasts. In fact, he didn’t even know that he was capable of such a thing. He just closed his eyes tightly when the memories came. He kept them like that, and he was transferred to their old house with the big garden. He had missed it so much, that he couldn’t even admit it to himself. He was lost in those hot afternoons of May, when he would follow her to the garden and lay on the olive’s roots for a nap. Various little bugs that flew above them and the leaves dancing with the light breeze would be their lullaby. He would caress her hair and she would just stay still on his chest and breathe heavily. He would light a cigarette and they would just stay there under the hot sun. It was a daily ritual, a small ceremony that meant that spring was here for them. This image was so intense, that when he opened his eyes again, he was there. He stood beneath the arch of the entrance gate and he looked with difficulty against the midday sun. The garden was parched and only the olive trees were there to remind him of it. The house was almost ruined. Time had aggressively passed but he was not able to measure it. How could he anyway? It didn’t matter. All that mattered was the heat he felt on his cheeks and the memories that created a different kind of glorious light and sentimental mood. The taste of smoke filled his mouth and his fingers could feel the soft locks of her loose hair. He brought them close to his nostrils. They smelled earthy and he wasn’t sure if there was a touch of her perfume in there or he was just dying to sense it. He stayed like that for a while. He greedily inhaled as much light and spring he could, for as long a cigarette lasts…

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

TO MEΓΑΛΟ ΡΟΚΕ: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


 «Εδώ είμαστε», της είπε ο οδηγός του ταξί, φρενάροντας μπροστά από μια πανύψηλη καγκελόπορτα. Τον πλήρωσε και, καθώς άνοιγε την πόρτα, της είπε  χαμηλόφωνα: «Να προσέχεις μικρή!»
 «Περάστε δεσποινίς Πήτερσον! Σας περιμένει στον κήπο», ήταν τα μοναδικά λόγια που βγήκαν από τα σφιχτά του χείλη. Προπορεύτηκε σε ένα πέτρινο μονοπάτι που έκοβε έναν κήπο με ψηλά δέντρα στα δύο, αφήνοντας έναν υποφωτισμένο όγκο στο βάθος που σίγουρα θα ήταν το σπίτι. Έβλεπε μόνο την καμπουριαστή του πλάτη μέσα σε ένα σκούρο σακάκι. Τον ακολουθούσε κι εκείνη σιωπηλή, αφήνοντας το κουδούνισμα των κλειδιών που κρατούσε στο τρεμάμενο χέρι του να δίνει το ρυθμό. Εκείνη συμπλήρωνε τη μουσική της απόλυτης σιωπής με το δειλό σύρσιμο της σόλας των χαμηλών της παπουτσιών πάνω στο δρομάκι όλο χαλίκια. Κυπαρίσσια, ή τουλάχιστον με αυτά έμοιαζαν, σχημάτιζαν ένα φυσικό διάδρομο μέχρι το διώροφο σπίτι που ευτυχώς φωτιζόταν επαρκώς από το εσωτερικό του. Ανέβηκαν τα σκαλιά που οδηγούσαν στην επιβλητική είσοδο με τη μαύρη, ξύλινη πόρτα με το χρυσό ρόπτρο. Έσκυψε για άλλη μια φορά να βρει τα κλειδιά. Γύρισε και της έριξε μια ερευνητική ματιά πριν ανοίξει. Τα γυαλιά του είχαν γλιστρήσει στη μύτη του αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να της χαρίσει ένα αινιγματικό μειδίαμα, σχεδόν χαιρέκακο, που την έκανε να παγώσει. 
 Το χολ ήταν απέριττο με ένα ταλαιπωρημένο, βαθυκόκκινο χαλί στο ξύλινο πάτωμα και μια τεράστια βιβλιοθήκη που κάλυπτε τον ένα τοίχο με δερματόδετα βιβλία πολύ τακτικά τοποθετημένα σε ράφια που ασφυκτιούσαν από το χρόνο. Ένας κρυστάλλινος πολυέλαιος σκόρπιζε φως σε ένα διάδρομο με πολλές κλειστές πόρτες κι ο άντρας χάθηκε βιαστικά πίσω από μία. Υπέθεσε ότι ήταν η κουζίνα γιατί έφταναν στα αυτιά της ήχοι από γυαλικά και ντουλάπια που ανοιγοκλείνουν. Πλησίασε τη βιβλιοθήκη και χάζεψε λίγο τις ράχες των βιβλίων με τίτλους στα λατινικά που παρέπεμπαν σε όρους ψυχιατρικής και ανατομίας. Μπερδευόταν περισσότερο αντί να ξεδιαλύνονται οι απορίες της. Ο ηλικιωμένος άντρας βγήκε βιαστικά από την ίδια πόρτα, κρατώντας ένα δίσκο από κασσίτερο με μια καράφα γεμάτη με ένα διάφανο υγρό και δύο ποτήρια . Οι κινήσεις του ήταν νωχελικές λόγω ηλικίας αλλά έκρυβαν μια ακρίβεια που κατακτιέται με την πείρα. Η νεαρή λαχταρούσε πώς και πώς να την καθησυχάσει με ένα χαμόγελο αλλά τα χείλη του παρέμεναν σφιχτά λες και κάποιος τα είχε περάσει με κλωστή και τα είχε καταδικάσει στη σιωπή. Της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει περνώντας από το μακρύ διάδρομο με τις κλειστές πόρτες. Μέτρησε περίπου έντεκα και από τις δύο πλευρές καθώς περπατούσαν με το μοναδικό ήχο να έρχεται από τα χαμηλά της τακούνια πάνω στο ξύλο. Οι σκέψεις της όμως ήταν εκκωφαντικές. Ένας ψίθυρος κινδύνου σαν να έβγαινε από τις χαραμάδες και τις κλειδαρότρυπες. Ήταν πολύ αργά για να κάνει πίσω. 

Η ανοιχτή πόρτα στο τέλος του διαδρόμου μαρτυρούσε ότι θα Τον συναντούσε. Οδηγούσε σε έναν τεράστιο κήπο. Tο φως από τα περίτεχνα μεταλλικά φανάρια που ήταν τυχαία τοποθετημένα, λες και είχαν πέσει από τον νυχτερινό ουρανό, τον έκανε να μοιάζει σκοτεινά παραμυθένιος. Φουντωτοί θάμνοι, πολύχρωμα λουλούδια που έμοιαζαν με  τριαντάφυλλα, κλαίουσες που δημιουργούσαν σκιερές γωνιές με πέτρινα παγκάκια κοντά στο γέρικο κορμό τους. Ο ηλικιωμένος άντρας επιβράδυνε ακόμα περισσότερο το βήμα του για να την αφήσει να θαυμάσει το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον αλλά και για να Τον ανακαλύψει μέσα στο τοπίο. Η βραδινή ψύχρα και υγρασία την ανατρίχιαζαν και το μετάνιωνε που δεν είχε φορέσει και εκείνο το μάλλινο σάλι που της είχε πλέξει η μητέρα της. Καθώς προσπαθούσε να ζεστάνει τα χέρια της τρίβοντας τα, ένιωσε μια σκιά να σηκώνεται από το παγκάκι που βρισκόταν στα δέκα βήματα. Μια ψιλόλιγνη φιγούρα σηκώθηκε και στάθηκε ακίνητη κάτω από την κλαίουσα που ο νυχτερινός αέρας της χάιδευε τα φύλλα παιχνιδιάρικα. Με κάθε της βήμα ένιωθε την πραγματικότητα να διαλύει την όποια ψευδαίσθηση μπορεί να είχε για όλα αυτά τα χρόνια που μοιραζόταν μέσα από γράμματα και παρτίδες σκακιού με αυτόν τον άντρα. Ήταν εκεί, μετά από ένα δικό του κάλεσμα και τίποτα μέχρι στιγμής δεν έμοιαζε με ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί. Τα μάτια της είχαν συνηθίσει στο φως και πάλευε, όσο τον πλησίαζε, να φανεί ψύχραιμη αλλά και να φωτογραφίσει την πρώτη εικόνα του. Ψηλός, ευθυτενής, της φαινόταν ηλικιωμένος αλλά σε πολύ καλύτερη φυσική κατάσταση από τον αμίλητο υπηρέτη του. Η επιδερμίδα του, όσο μπορούσε να διακρίνει, έμοιαζε σχεδόν διάφανη. Σαν να την κάλυπτε ένα φιλμ που έκρυβε χρόνια, αλήθειες και μνήμες. Τα μαλλιά του ήταν γκρίζα με λευκές πινελιές και της θύμιζαν σύννεφα πριν μια μεγάλη μπόρα. Φορούσε ένα σκούρο κοστούμι με γιλέκο και ένα μαντήλι στο πέτο στο χρώμα του ωκεανού. Προφανώς είχε περάσει κι εκείνος λίγο χρόνο παραπάνω μπροστά από τον καθρέπτη του εκείνο το βράδυ. Το βλέμμα του είχε απλά βουλιάξει μέσα της και τη διάβαζε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο κεφάλαιο. Όταν πλέον τους χώριζε μια χειραψία, ο υπηρέτης ακούμπησε το δίσκο στο πέτρινο παγκάκι, γύρισε προς το μέρος της και, με μια θεατρικά διακριτική υπόκλιση, έκανε μεταβολή παίρνοντας το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι.  
 «Χαίρομαι αφάνταστα που σας συναντώ, δεσποινίς Πήτερσον! Ευχαριστώ απεριόριστα για την επίσκεψή σας!» της είπε με τρεμάμενη φωνή, μαρτυρώντας και τη δική του ταραχή, και της φίλησε απαλά το χέρι. Η κοπέλα σάστισε. Τα χείλη του ήταν παγωμένα και ρίγησε. Σα σωστός οικοδεσπότης, σέρβιρε και της πρόσφερε το δικό της ποτήρι, σηκώνοντας το δικό του για να κάνει μια πρόποση.


«Αυτό είναι ένα ιδιαίτερο απόσταγμα που μου στέλνουν από πολύ μακριά και το έχω για ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως η αποψινή. Ας πιούμε στην υγειά της νυχτερινής μας παρτίδας, αν συμφωνείτε κι εσείς»,  είπε με πιο αποφασιστική χροιά αυτή τη φορά. Η Ελάιζα έκανε το ίδιο και δοκίμασε μια μικρή γουλιά. Το αλκοόλ της έκαψε τον ουρανίσκο και, όπως δεν ήταν μαθημένη, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα βήχα. Ντράπηκε και κατέβασε το βλέμμα της αμέσως. Ο κύριος Ε.Χ. της χαμογέλασε συγκαταβατικά. 
 «Είναι λίγο δυνατό αλλά, πιστέψτε με, είναι ότι πρέπει για μια παγωμένη νύχτα σαν κι αυτή. Πάρτε το μαζί σας, δώστε του άλλη μια ευκαιρία και ακολουθήστε με στη σκακιέρα», είπε και την έπιασε αγκαζέ καθοδηγώντας την σε ένα μικρό μονοπάτι πίσω από έναν τεράστιο θάμνο. Πήγε να ψελλίσει κάτι αλλά δίστασε. Την αιφνιδίαζε συνεχώς. Δεν ένιωθε καθόλου άνετα. Η υπερβολική του οικειότητα ερχόταν σε ρήξη με την έως τώρα συστολή του και την μπλόκαρε. Τον ακολουθούσε σιωπηλή και σχεδόν θυμωμένη με τον εαυτό της που δεν αντιδρούσε και αφηνόταν να την παρασύρει σε αθέατα μονοπάτια πίσω από θάμνους ένας άγνωστός της(;) άντρας. Και πριν καλά καλά τελειώσει τον εσωτερικό της μονόλογο, χρειάστηκε να του σφίξει το μπράτσο από την ταραχή.
 Πίσω από το μεγάλο θάμνο βρισκόταν η σκακιέρα. Μια σκακιέρα που ουσιαστικά ήταν ένα μέρος του κήπου με μεγάλες πλάκες, που ισορροπούσαν πάνω στο φρεσκοκομμένο χορτάρι και έπαιζαν το ρόλο των τετραγώνων, και πιόνια που ήταν σχεδόν στο δικό της ύψος. Ψηλές φιγούρες που οι σκιές τους την τρόμαζαν. Του έριξε μια ματιά καθώς πλησίαζαν όλο και περισσότερο. Δεν μπόρεσε να διαβάσει κάτι στο ψυχρό του βλέμμα. Όταν έφτασαν πολύ κοντά έβγαλε μια μικρή κραυγή. Τα πιόνια ήταν ανθρωπόμορφα και στα περισσότερα, όσο της επέτρεπαν να διακρίνουν τα μάτια της στο λιγοστό φως που ερχόταν από την πίσω μεριά του κήπου που βρίσκονταν πριν, υπήρχαν γυναικεία στοιχεία. Το άλογο είχε γυναικείο κορμό και κεφάλι με σκούρα μακριά μαλλιά, ένας θηλυκός Κένταυρος. Ο πύργος θύμιζε ένα καμπυλωτό, γυναικείο κορμί με πέτρινα χαρακτηριστικά.  Τα πιόνια ήταν και στα δύο χρώματα μικροκαμωμένες, κοριτσίστικες φιγούρες που την κοίταζαν έντονα στα μάτια. Και ναι, τώρα που τις πρόσεχε περισσότερο, διέκρινε μια παλινδρομική κίνηση αναπνοής, ένα κλείσιμο των ματιών τους. Ω ναι, ήταν ζωντανές! 
 «Τι σημαίνει όλο αυτό; Tι είδους άρρωστο παιχνίδι παίζεις;», ρώτησε κι έκανε να το βάλει στα πόδια, αλλά δεν τα κατάφερε να ελευθερωθεί από το μπράτσο του.
  «Ω, ελάτε τώρα, δεσποινίς Πήτερσον! Μην κάνετε σα μικρό παιδί. Σας δίνεται η ευκαιρία απόψε για την πιο ενδιαφέρουσα παρτίδα της ζωής σας! Σας δίνω τα λευκά πιόνια. Ξεκινήστε μόλις είστε έτοιμη», της είπε με αυστηρό ύφος χαλαρώνοντας τη λαβή του. Περίμενε και σχεδίαζε αυτή τη νύχτα μια δεκαετία. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να πάει χαμένη. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να φύγει.