Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα time. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα time. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

THE FOUR LANTERNS - THE LATE SENSUAL DIONAEA

«Ναι, περάστε», είπε η Διωναία, καθώς έβαζε άλλη μια στρώση πράσινου και κόκκινου μέικ απ για να τονίσει τα σωστά σημεία.
Ο Αλφρέδος άνοιξε την πόρτα και μπήκε διακριτικά, κρατώντας έναν ασημένιο δίσκο με δύο πιάτα.
«Έφερα το φαγητό σας, Διωναία. Φθινοπωρινά φύλλα και δροσερές ρόγες σταφυλιού. Πήρα την πρωτοβουλία να προσθέσω και λίγα φύλλα βελανιδιάς, τα οποία και μάζεψα προσωπικά ερχόμενος στο ξενοδοχείο», είπε και ένιωσε τα μάγουλα του να κοκκινίζουν από ντροπή.
«Ω, καλέ μου Αλφρέδο, πάντα καταφέρνεις να με συγκινήσεις με τους τρόπους σου».
«Σας αφήνω να ετοιμαστείτε για το σόου. Λυπάμαι πολύ που δε θα μπορέσω να σας απολαύσω απόψε.»
 «Να σου ζητήσω να μείνει μεταξύ μας το περιεχόμενο των πιάτων;» τον ρώτησε με αγωνία.
«Δε χρειάζεται να αγχώνεστε για τα αυτονόητα. Κανείς δε γνωρίζει τίποτα για την κατάστασή σας», είπε και έκλεισε το ίδιο διακριτικά την πόρτα πίσω του.
Η Διωναία δεν μπορούσε σχεδόν να το πιστέψει. Είχαν περάσει τα χρόνια και είχε έρθει η στιγμή να ανέβει στη σκηνή του υπαίθριου ετήσιου φεστιβάλ της Μπρενανσόν για να τραγουδήσει και να εισπράξει τα άφθονα χάδια και αγγίγματα των θεατών για τελευταία φορά.  Δεν ήταν το ίδιο λαχταριστό σαρκοφάγο φυτό με την αισθησιακή φωνή και τα γυναικεία νάζια που αναστάτωνε τα πλήθη. Ήταν πια είκοσι οκτώ χρονών. Κι όσο κι αν φρόντιζε τον εαυτό της, ναι, τα σημάδια του γήρατος είχαν εμφανιστεί. Έπεφτε συχνά σε φθινοπωρινές νάρκες και έβαζε να της κλαδέψουν τα λευκά της άνθη για να συγκρατεί την ενέργειά της. Δεν ήταν αρκετό. Τον τελευταίο καιρό είχε συμβεί το μοιραίο.  Η όρεξή της για μικρά έντομα είχε εξαφανιστεί. Από εκεί που απολάμβανε πραγματικά τα μυρμήγκια και τις μικρές αράχνες κάθε βδομάδα, τώρα δεν μπορούσε ούτε να τα μυρίσει, πόσο μάλλον να τα παγιδέψει στα φύλλα της. Σε ένα διάστημα τριών μηνών είχε χάσει το ενδιαφέρον ακόμα για και τις ζουμερές ακρίδες, που ήταν κάποτε το ιδανικό σνακ.  Στην αρχή είχε χάσει πολλά κιλά και η ζουμερή της σιλουέτα είχε συρρικνωθεί. Τα φύλλα της είχαν ξεθωριάσει και η φωνή της είχε γίνει άτονη. Αναγκάστηκε να ακυρώσει επτά συναυλίες. Δεν μπορούσε να εμφανιστεί έτσι ευάλωτη στο κοινό  που τη λάτρευε για τη ζεστασιά της και την αισθαντικότητά της. Σε κάθε της σόου, όλοι της χάιδευαν τα φύλλα και ανατρίχιαζαν με τον ιδιαίτερο χορό της. Φώναξε τον οικογενειακό της γεωπόνο και του εμπιστεύθηκε την ανησυχία της. Ο γιατρός την εξέτασε προσεκτικά και την έβαλε να περάσει από ένα σωρό τεστ. Όταν είχε τις απαντήσεις, της μίλησε ειλικρινά:
«Αν σου αφαιρέσω τα τριχίδια από το εσωτερικό μέρος των φυλλωμάτων σου, θα τα πας μια χαρά. Θα γλιτώσεις από μελλοντικά προβλήματα υγείας, θα δυναμώσεις αλλά θα υπάρχει μια σοβαρή παρενέργεια. Από διάσημο σαρκοφάγο φυτό, θα είσαι ένα φυτό που θα τρέφεται με φυλλώματα και καρπούς με μειωμένη λίμπιντο. Η απόφαση είναι δική σου.»
Η Διωναία δέχτηκε εφόσον επρόκειτο για την υγεία της. Βέβαια, της ήταν τρομερά δύσκολο να αποδεχτεί ότι μεγάλωνε και δε θα ήταν το ίδιο ποθητή. Είχε στηρίξει όλη της την καριέρα πάνω σε αυτό. Στη συνείδηση όλων ήταν το ανθρωπόμορφο σαρκοφάγο φυτό με τις χυμώδεις καμπύλες και τη διάχυτη σεξουαλικότητα. Απόψε ήταν μια σταρ που εξαργύρωνε την περσόνα της στην τελευταία της παράσταση. Έκλεινε την αυλαία με μια διάθεση να τους αποχαιρετήσει και να τους ευχαριστήσει. Τόσο καιρό υποκρινόταν τον παλιό της καλό εαυτό αλλά χωρίς επιτυχία. Σεβόταν τον εαυτό της ακόμα για να το συνεχίσει. Το γεγονός ότι ήταν πια χορτοφάγος, όμως, το κρατούσε για εκείνη. Το τελευταία μυστικό της.
Χτύπημα στην πόρτα.
«Διωναία, σε είκοσι βγαίνετε. Sold out απόψε. Το αυτοκίνητο θα είναι εδώ σε πέντε».
Είχε αποφασίσει να πέσει σε νάρκη διαρκείας αυτό το φθινόπωρο. Αν ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος της, ας κέρδιζε λίγο ακόμα μέχρι να συμφιλιωθεί μαζί του. Το μακιγιάζ  της ήταν άψογο. Τσιμπολόγησε τις ρόγες σταφυλιού. Sold out απόψε.

THE FOUR LANTERNS - THE LATE SENSUAL DIONAEA


“Come in” Dionaea said as she put on another layer of green and red make- up to highlight the right spots.
Alfred opened the door and entered discretely, holding a silver tray with two plates.
“I brought your dinner, Dionaea. Autumn leaves and cool grapes. I took the initiative to add some oak leaves, which I picked up on my way to the hotel” he said with his cheeks flushed.
“My dear Alfred, I am always moved with your manners.”
“I will let you get ready for the show. I am terribly sorry I won’t be able to enjoy it tonight.”
“Could you keep a secret the content of the plates?” she asked with anxiety.
«You don’t have to worry about it. Nobody knows anything about your situation” he said and he discretely closed the door behind him.
Dionaea could hardly believe it. The years had passed and now the time had come to stand on the stage of Brenanson’s annual outdoor festival to sing and collect the abundant caresses of the audience for the last time. She was not the same delightful carnivorous plant with the sensual voice and the female tricks that turned on the crowd. She was now twenty- eight years old. And no matter how much she took care of herself, the signs of age had appeared. She would often hibernate in the fall and have her branches pruned with her white flowers to keep her energy. It was not enough. Lately, what she called fate had found its way into her life. Her appetite for small insects had disappeared. She used to really enjoy the ants and the small spiders each week and now she could not even stand the way they smelled, let alone trap them into her leaves. Within three months, she had lost her interest even for the juicy grasshoppers, which they once were the ideal snack. At first, she lost a lot of weight. Her silhouette was slimmed. Her leaves and her voice had become weak. She had to cancel seven shows. She could not appear so vulnerable to her audience who adored her for her warmth and sensuality. In every show, everyone caressed her leaves and shivered with her special dance. She called her family agronomist and opened up to him about her concern. The doctor carefully examined her and had her go through several check-ups. When he had the results, he talked to her frankly:
“If I remove the small hairs from the inside of your foliage, you will be just fine. You will skip any future health problems, you will get strong but there will a serious side effect. You won’t be a famous carnivorous plant anymore, you will become a plant that will feed on foliage and fruits with reduced libido. The choice is yours.”
Dionaea accepted since it was concerning her health. Of course, it was extremely difficult for her to accept that she was getting older and she wouldn’t be that desirable any more. She had supported her whole career on that. In everyone’s heart she was the anthropomorphic carnivorous plant with the juicy shape. Tonight she was the star who cashed out her persona on her last show. She would withdraw with the urge to satisfy them and thank them. She pretended all this time her good old self with no success. She still respected herself to keep on doing it. The fact that she was a vegan, though, was kept to herself. Her last secret. There was a knock on the door.
“Dionaea, you are on in twenty minutes. Sold out tonight. The car will be here in five minutes.”
She had decided to go into a long term hibernation this fall. Since time was not on her side, she could win some more until she reconciled with it. Her make-up was perfect. She had some grapes. Sold out tonight.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

 Είχε γυρίσει από τη  νύχτα  του για λίγο, για όσο κρατάει ένα τσιγάρο. Για την ακρίβεια, δεν ήξερε καν ότι μπορούσε να το κάνει. Απλά έκλεισε τα μάτια του πολύ σφιχτά όταν τον πλημμύρισαν οι θύμησες. Τα κράτησε έτσι και μεταφέρθηκε εκεί, στο παλιό τους σπίτι με το μεγάλο κήπο. Του είχε λείψει τόσο όσο δεν μπορούσε να παραδεχτεί ούτε καν στον εαυτό του. Είχε χαθεί σε εκείνα τα ζεστά μαγιάτικα μεσημέρια που την ακολουθούσε στον κήπο και έπεφταν στις ρίζες της ελιάς για ένα σύντομο ύπνο. Θα τους νανούριζαν τα διάφορα μαμούνια που πετούσαν από πάνω τους και τα φύλλα που χόρευαν με το ελαφρύ αεράκι. Θα της χάιδευε τα μαλλιά και εκείνη απλά θα έμενε ασάλευτη στο στέρνο του και θα βαριανάσαινε. Εκείνος θα άναβε ένα τσιγάρο και θα κάθονταν έτσι κάτω από το ζεστό ήλιο. Μια καθημερινή ιεροτελεστία, ένα μικρό τελετουργικό που όριζε για αυτούς τον ερχομό της άνοιξης. Τη ζούσε τόσο έντονα αυτήν την εικόνα που την επόμενη στιγμή που άνοιξε τα μάτια του ήταν εκεί. Στάθηκε κάτω από την καμάρα της αυλόπορτας και κοίταξε με δυσκολία κόντρα στον ήλιο του μεσημεριού. Ο κήπος ήταν κατάξερος και μόνο οι ελιές είχαν μείνει για του τον θυμίζουν. Το σπίτι είχε μισογκρεμιστεί. Ο χρόνος είχε περάσει επιθετικά αλλά χωρίς να μπορεί να τον υπολογίσει. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Λίγος ή πολύς, δεν είχε σημασία. Το μόνο που μετρούσε ήταν η ζέστη που ένιωθε στα μάγουλά του και οι αναμνήσεις που γεννούσαν μέσα του ένα άλλου είδος εκτυφλωτικό φως και συγκίνηση. Η γεύση του καπνού γέμισε το στόμα του και τα δάχτυλά του μπόρεσαν να νιώσουν τις απαλές τούφες των ξέμπλεκων μαλλιών της. Τα έφερε κοντά στα ρουθούνια του. Μύριζαν χώμα και δεν ήταν σίγουρος αν υπήρχε εκεί και λίγο από το άρωμά της ή αν απλά ήθελε πολύ να το μυρίσει. Έμεινε έτσι για λίγο. Ρούφηξε όσο πιο λαίμαργα μπορούσε το φως και την άνοιξη που του αναλογούσε. Για όσο κρατάει ένα τσιγάρο… 

SPRING AFTERNOON

 He had returned from his night, for as long as a cigarette lasts. In fact, he didn’t even know that he was capable of such a thing. He just closed his eyes tightly when the memories came. He kept them like that, and he was transferred to their old house with the big garden. He had missed it so much, that he couldn’t even admit it to himself. He was lost in those hot afternoons of May, when he would follow her to the garden and lay on the olive’s roots for a nap. Various little bugs that flew above them and the leaves dancing with the light breeze would be their lullaby. He would caress her hair and she would just stay still on his chest and breathe heavily. He would light a cigarette and they would just stay there under the hot sun. It was a daily ritual, a small ceremony that meant that spring was here for them. This image was so intense, that when he opened his eyes again, he was there. He stood beneath the arch of the entrance gate and he looked with difficulty against the midday sun. The garden was parched and only the olive trees were there to remind him of it. The house was almost ruined. Time had aggressively passed but he was not able to measure it. How could he anyway? It didn’t matter. All that mattered was the heat he felt on his cheeks and the memories that created a different kind of glorious light and sentimental mood. The taste of smoke filled his mouth and his fingers could feel the soft locks of her loose hair. He brought them close to his nostrils. They smelled earthy and he wasn’t sure if there was a touch of her perfume in there or he was just dying to sense it. He stayed like that for a while. He greedily inhaled as much light and spring he could, for as long a cigarette lasts…