Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα spring. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα spring. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

TO ΚΛΕΙΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Είχε γυρίσει στο σπίτι της μάνας του στο χωριό εδώ και ένα χρόνο. Έκλεισε το εργοστάσιο, όπου δούλευε, και είχε ζοριστεί με τα έξοδα στην πόλη. Εδώ υπήρχε ένα άδειο σπίτι τουλάχιστον να τον περιμένει, έστω για ένα διάστημα, μέχρι να δει τι θα κάνει. Είχε να πατήσει το πόδι του από την κηδεία της πρόπερσι την άνοιξη.  Του είχε στοιχίσει και έριξε μαύρη πέτρα πίσω του. Δεν ήθελε να έχει σχέση ούτε με το σπίτι, ούτε με τον τόπο όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια, ούτε με τους ανθρώπους που μεγάλωναν μαζί του.  Του φάνηκε το ίδιο δύσκολο να πάρει την απόφαση και να γυρίσει το κλειδί στην κλειδαριά εκείνο το πρωινό. Το καθάρισε, πέταξε πράγματά της, το αέρισε να φύγει η υγρασία και η κλεισούρα, ξεχορτάριασε τον κήπο που είχε μαραζώσει, επισκεύασε ένα κομμάτι της στέγης που ήταν έτοιμη να πέσει. Έγινε πάλι σπίτι ζεστό. Οι συγχωριανοί του έτρεξαν να τον βοηθήσουν αφού ήταν ο μοναχογιός της Κρυσταλλίας, που όλοι την αγαπούσαν κι ήξεραν τι αδυναμία του είχε. Εκείνος όμως τους κρατούσε σε απόσταση, σαν να ντρεπόταν για την επιστροφή του, σαν να ντρεπόταν που δεν τα κατάφερε στη μεγάλη πόλη, σαν να ντρεπόταν για όλες τις δικές του μικρές αποτυχίες που στα μάτια του φαίνονταν θεόρατες. Δεν ήθελε πολλά πάρε-δώσε μαζί τους και έτσι, για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, έκαναν πίσω. Δεν τον ενοχλούσαν και το ίδιο έκανε κι εκείνος. 
Ο καιρός περνούσε και τα λεφτά του τελείωναν. Στο χωριό δεν είχε ελπίδα ούτε για ένα μεροκάματο. Σαραντάριζε και έπρεπε να πάρει σοβαρές αποφάσεις για τη ζωή του. Όλα του έδιναν την εντύπωση ότι κρέμονταν από μια κλωστή. Το άγχος και η απελπισία τον έτρωγαν και δεν ήταν άνθρωπος να ζητήσει βοήθεια. Ήταν πολύ περήφανος για την προσφορά και τη συγχώρεση. Οι αγωνίες και όλες οι θύμησες τον βασάνιζαν και τον ξαγρυπνούσαν. Ήταν ολόκληρος άντρας και φοβόταν σα μικρό παιδί το μέλλον και τη ζωή του. 
Μέχρι που έγινε κάτι πολύ περίεργο εκείνη τη νύχτα, παραμονή Πρωτομαγιάς. Μετά από μια εβδομάδα έντονης αϋπνίας και πονοκεφάλων ξάπλωσε κουρασμένος και ανήσυχος. Όπως κάθε βράδυ, στριφογύριζε ιδρωμένος με όλες τις σκέψεις του να τον κυνηγούν. Άκουσε ένα μικρό χτύπο στο παράθυρο και σηκώθηκε αλαφιασμένος. Το άνοιξε. Δεν είδε κανέναν. Καθώς το έκλεινε, άκουσε ένα βόμβο και κοίταξε χαμηλά στο περβάζι. Ένα έντομο που έμοιαζε με χρυσόμυγα βρισκόταν εκεί στο ασβεστωμένο πεζούλι και πάλευε σαν να είχε τσακωθεί με τα φτερά του. Πάλευε λες και ήθελε να τα ξεκολλήσει από το ιριδίζον σώμα του. Όσο το  χάζευε, θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια. Μαζεύονταν όλα τα παιδιά τα μεσημέρια του καλοκαιριού στην πλατεία του χωριού και έπαιζαν μέχρι να τα φωνάξουν για φαγητό και για ύπνο οι μανάδες τους. Όταν έβρισκαν χρυσόμυγες, το πόσο τις βασάνιζαν δε λεγόταν. Τις έδεναν με σπάγκους κι έριχναν χώματα και πέτρες, τις φυλάκιζαν σε μικρά μεταλλικά κουτιά για να τις ακούνε να βουίζουν με αγωνία. Ο ίδιος τις φοβόταν όσο τίποτα στον κόσμο. Τον τρόμαζε το απόκοσμο χρώμα τους αλλά προσπαθούσε να μην το δείξει στα άλλα παιδιά και τον κοροϊδέψουν. Έτσι, ήταν ο μόνος που πάντα του ξέφευγαν αλλά έπρεπε να τις χαζεύει ως έπαθλο στα χέρια των βασανιστών τους και να υποκρίνεται ότι προσπαθεί κι εκείνος να πιάσει τόσες. Μεγάλος στην πόλη δεν έβλεπε χρυσόμυγες και η φοβία αυτή είχε μείνει στο πίσω μέρος του μυαλού του, ξεχασμένη. Εκείνο το βράδυ όμως η ξεχασμένη αυτή αίσθηση της απειλής γύρισε μέσα του και έκανε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά. Κι όταν το συνειδητοποίησε αυτό, έγινε το πιο αλλόκοτο πράγμα. Η χρυσόμυγα άρχισε να μεγαλώνει. Ο κορμός της όλο και φούσκωνε και ο βόμβος γινόταν όλο και πιο ζωηρός. Πήγε να κλείσει το παράθυρό αλλά είχε ήδη βάλει το μισό της σώμα και ετοιμαζόταν να ανοίξει τα φτερά της που όλο και μεγάλωναν και σε λίγο θα ξεπερνούσαν το δικό του μπόι.  
Μπήκε πετώντας και κουλουριάστηκε στο ξύλινο πάτωμα χωρίς να σταματάει το ρυθμικό της βόμβο.  Ένιωθε την ανάσα του να βγαίνει με δυσκολία. Αν έβλεπε όνειρο, ή καλύτερα εφιάλτη, σίγουρα ήταν πολύ ρεαλιστικό. Στεκόταν ακίνητη μπροστά από το παράθυρο και τον χάζευε, σαν να τον περιεργαζόταν. Κι  εκείνος με τη σειρά του έκανε το ίδιο σε μια προσπάθεια επικοινωνίας με ένα ον εξωπραγματικό και βγαλμένο από τους παιδικούς του εφιάλτες. Αν κατάφερνε να του ξεφύγει, δε θα τον πίστευε κανείς για αυτήν την περιπέτειά του. Τα ανοιχτά της φτερά  πετάριζαν συνέχεια σαν να ετοιμάζονταν για μια πτήση μέσα στο χώρο. Σχεδόν έφτανε το ύψος του και το χρυσαφένιο της χρώμα γυαλοκοπούσε στο νυχτερινό φως. Κι αν ήταν και αυτή τόσο τρομαγμένη όσο και αυτός; Aν είχε μπει, άθελά της, σε έναν κόσμο που δε γνώριζε; Αν ήταν όλα μια παραίσθηση από την παρατεταμένη αυπνία και κούραση; Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για τίποτα. Δεν μπορούσε να υπολογίσει το χρόνο που είχε περάσει. Και οι δύο, πέρα από τον τρόμο και το σοκ, έμοιαζαν να υπολογίζουν τις δυνάμεις τους. Ο ίδιος ένιωθε σιγά σιγά πιο ζωντανός από ποτέ. Τον είχε πλημμυρίσει μια αίσθηση απίστευτης ενέργειας. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό σαν να είχε ξορκίσει όλους τους φόβους και τις ανασφάλειές του. Ένας παιδικός του ξεχασμένος εφιάλτης βρισκόταν απέναντί του με απρόβλεπτες διαθέσεις και ο ίδιος είχε ξεχάσει όλα τα βάρη που τον κρατούσαν σκυμμένο. 

Ήξερε ότι έπρεπε να δράσει αστραπιαία. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήδηξε πάνω στη ράχη της και πιάστηκε άγαρμπα από τα φτερά της. Μάλλον κι η χρυσόμυγα σαν να περίμενε αυτό το σάλτο του και πέταξε από το μισάνοιχτο παράθυρο στη νύχτα. 

THE CLOSED WINDOW


A year had passed since he had returned to his mother’s house at the village. The factory, where he worked, closed and he had hard times with his expenses back at the city. At least, in the village, an empty house was waiting for him for as long as he needed it, till things got sorted out. The last time he was here was three years ago, in the spring at his mother’s funeral. He couldn’t deal with it so he decided not to return. He didn’t want to have any connection with his house, nor the place where he had spent his childhood, nor the people with whom he grew older. It was difficult enough for him to turn the key in the keyhole that morning. He cleaned it, threw away her things, opened the windows for the damp, weeded out the garden, repaired a part of the roof that was about to collapse. He turned it into a home. His fellow villagers came to help him since he was Crystallia’s only son, whom everyone loved and knew how much she adored her son. He kept them in a distance, as if he was ashamed of his return, as if he was ashamed that he didn’t make it in the big city, as if he was ashamed of all his small failures that looked huge to him. He didn’t want to connect with them, so they receded and there were no more misunderstandings. They didn’t bother him and so did he. 
Time went by and his money ran out. In the village he didn’t have a chance for a day job. He was turning forty and he had to make serious decisions about his life. Everything was so fragile. Anxiety and despair were his routine and he was too proud to accept any offer or forgiveness. The memories kept him awake and tortured him. He was a grown man but he was afraid of the future and his life like a small boy. 
And then on that May Day Eve the most peculiar thing happened. After a long week of insomnia and headaches, he went to bed tired and edgy. Like any other night, he twirled in the bed sweating with all his thoughts hunting him. He heard a noise at the window and he got up really upset. He opened it. He saw no one. As he closed it, he heard a buzz and looked down at the sill. An insect that looked like a green may beetle was there and fought as if it had a quarrel with its feathers. It fought as if it wanted to separate them from the rest of its iridescent body. While he watched it, he remembered his childhood. All the children gathered at the square of the village during those long summer afternoons and they played until their mothers would call them for dinner and a nap. When they found green may beetles, they really tortured them. They tied them with cords, they threw dirt and stones at them, they would trap them in small metal boxes just to hear them buzz in despair. He was really afraid of them. He was scared of their eerie color but he tried not to show it to the other kids because they would make fun of him. So, the beetles would escape from him in a magical way but he would have to look at the other insects at the hands of their torturers and of course pretend that he himself was trying to catch as much. Αs a grown up in the city he never say green may beetles, so this phobia of his stayed at the back corners of his mind. But on that night, the forgotten sense of threat returned in him and made his heart beat like a drum. And the minute he realized it, the most intriguing thing happened. The insect started growing bigger. Its abdomen started swelling and the buzz was stronger. He tried to close the window but it had already put half of its body inside the room and it was about to spread its wings that were about his own size. 
It entered the room and fell on the wooden floor without stopping its rhythmic buzz. He felt his breath coming out with great difficulty. If that was a dream, or nightmare in this case, it sure was realistic. The beetle stood in front of the window without moving and stared at him, as if it examined him. He did the same thing in an attempt to communicate with an unreal creature, coming right out of his childhood nightmares. If he ever succeeded in escaping, no one would ever believe him. Its wings flapped as if it was about to fly in the room. It almost reached his height and its golden color glittered in the night. What if it was as scared as he was? What if it accidentally entered a world unknown to it? What if everything was an illusion as a result of the insomnia? He could not be certain of anything. He couldn’t tell how much time had passed. Both of them, apart from the fear and the shock, looked like they estimated their own strength. He gradually felt more awake and alive than ever. He was overwhelmed by that immense sense of energy. For the first time in a long time, it was as if he had exorcised all of his fears and his insecurities. A forgotten childish nightmare was standing in front of him in an unpredictable mood and he had totally forgotten all the burden that locked him down. 

He knew that he had to act immediately. Without a second thought, he jumped on its abdomen and awkwardly grabbed its wings. The green May beetle must have been waiting for his move and flew from the open window into the night.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

ΦΕΛΙΣΙΤΥ & ΦΛΥΝ

Τον έλεγαν Φλυν και είχε φακίδες. Την έλεγαν Φελίσιτυ και είχε ένα κενό στα μπροστινά της δόντια. Ήταν πολύ ψηλός, πολύ λεπτός και θα μπορούσε να είναι ένα μοναχικό κυπαρίσσι στην άκρη ενός δάσους. Ήταν μικροκαμωμένη με ατίθασα μαλλιά και θα μπορούσε να είναι φύκι να το παρασέρνει το νερό. Βλέπονταν κάθε μέρα. Ο Φλυν ήταν ένας από τους καμαρότους. Η Φελίσιτυ ήταν μία από τις καμαριέρες. Δούλευαν στο ίδιο ξενοδοχείο, στο πεντάστερο Βακασιόν, «το κόσμημα της λουτροπόλεως», όπως καυχιόταν ο διευθυντής του. Οι βάρδιές τους συνέπιπταν. Θα τον χάζευε όταν συνόδευε τους πελάτες με τις βαλίτσες τους στο ασανσέρ και πάντα είχε το βλέμμα του χαμηλά. Λες και μετρούσε τις ψηφίδες του μωσαϊκού και είχε μάτια μόνο για αυτές. Κι όμως. Θα τη χάζευε όταν περνούσε από τους διαδρόμους, κρατώντας τα σεντόνια για το πρωινό άλλαγμα. Χτυπούσε τις πόρτες διακριτικά, σχεδόν με ένα φόβο. Ο χαιρετισμός τους ήταν ένα νεύμα στιγμιαίο και νευρικό. Ο διευθυντής δεν ήθελε αβρότητες μεταξύ των εργαζομένων. Διατηρούσε ένα αυστηρό περιβάλλον εργασίας και όλοι έπρεπε να ακολουθούν τους κανόνες του. 
Δεν ήξερε τίποτα άλλο για αυτόν. Ερχόταν με το ταλαιπωρημένο του ποδήλατο κάθε πρωί και το πάρκαρε πίσω από τα γήπεδα τένις. Αργά το απόγευμα έφευγε, μάλλον για την πόλη, με τον ίδιο τρόπο. Τον τελευταίο καιρό ήθελε να του χαρίσει κάτι, για να τη θυμάται, για να του ξυπνήσει μια σπίθα μέσα του. Κάτι όμορφο, σαν όλα αυτά που έβρισκε στα κομοδίνα των δωματίων, όπου έμπαινε για να συμμαζέψει και να αλλάξει σεντόνια. Έβρισκε χρυσά ρολόγια, ασημένιες θήκες με επαγγελματικές κάρτες, δερμάτινα πορτοφόλια. Ήταν πολύ εντυπωσιακά αλλά φανταζόταν ότι εκείνος θα ενθουσιαζόταν με κάτι πιο απλό. Με ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα, για παράδειγμα, σαν και αυτά του κυρίου Φρεντερίκ στο δωμάτιο 603. Δεν ήταν τα κλασικά σοβαρά που φόραγαν οι τραπεζίτες και τα στελέχη αλλά δύο ασημένια γουρουνάκια. Την έκαναν να χαμογελάει κάθε μέρα. Πάντα έβρισκε στο κομοδίνο του ένα με δύο ζευγάρια, παρατημένα, σαν να μην τα νοιαζόταν, να τα θεωρούσε δεδομένα. Δεν ήταν έτσι όμως. Αν ο κύριος Φρεντερίκ δεν τα εκτιμούσε, σίγουρα ο Φλυν θα το έκανε. 
Δεν ήξερε τίποτα άλλο για αυτήν. Δεν ήξερε καν τι ώρα έπιανε βάρδια. Πάντα την έβρισκε εκεί, να πηγαινοέρχεται στα δωμάτια ή, άλλες φορές, να βοηθάει στην αίθουσα του πρωινού με το σερβίρισμα του καφέ. Φαινόταν στα μάτια του τόσο μικρή και εύθραυστη, τόσο ακατάλληλη για αυτό που έκανε. Τον τελευταίο καιρό ήθελε να της χαρίσει κάτι. Κάτι όμορφο και θηλυκό, σαν και αυτά που έβλεπε να φοράνε  οι  κυρίες που περίμεναν το ασανσέρ μαζί του για να τους ανεβάσει τις βαλίτσες στο δωμάτιο. Κοσμήματα πολύτιμα που έλαμπαν, χτενάκια με πολύτιμους λίθους που στόλιζαν τα μαλλιά, κασμιρένια παλτό που τις κρατούσαν ζεστές και εκείνα τα αρώματα που γέμιζαν ανοιξιάτικα λουλούδια τη διαδρομή μέχρι τους ορόφους τους. Φανταζόταν, όμως, ότι πάνω της θα ταίριαζε περισσότερο ένα σάλι για να χαϊδεύει διακριτικά το λαιμό της, όπως αυτό το μεταξωτό της κυρίας Φριντμίλα στο 306. Του είχε κεντρίσει την προσοχή γιατί ήταν βαθύ μπλε με μωβ σκούρο. Έμοιαζε σαν τη θάλασσα που χύνεται στη νύχτα. Τον μαγνήτιζε το χρώμα και φανταζόταν ότι πάνω στο λαιμό της θα ήταν σαν αλμυρό, νυχτερινό φιλί.Τις τελευταίες πέντε μέρες, που την πετύχαινε στο ασανσέρ ή στους χώρους του ξενοδοχείου, δεν μπορούσε να βγάλει το βλέμμα του από πάνω του. Μια πονηρή ιδέα του είχε μπει στο μυαλό και πάλευε με τη συνείδησή του για να τη διώξει. Ήταν βέβαιος ότι η κυρία Φριντμίλα δε θα έδινε σημασία, αν μια μέρα απλά δεν έβρισκε το σάλι της. Σίγουρα θα υπέθετε ότι το είχε ξεχάσει κάπου και δε θα το αναζητούσε ποτέ ξανά, όταν αγκάλιαζαν το λαιμό της τόσο φανταχτερά κοσμήματα και το σώμα της πανάκριβες γούνες. Το δικό της σάλι όμως θα αγκάλιαζε το λαιμό της Φελίσιτυ και θα του έδινε την ψευδαίσθηση ότι ήταν τα δικά του δάχτυλα που τον άγγιζαν. 
Όλα έγιναν σε ένα μισάωρο το πρώτο πρωινό του Απριλίου. Μετά από τρεις εβδομάδες προβληματισμού, ο καθένας είχε καταστρώσει το σχέδιό του και το εφάρμοσε χωρίς δισταγμό. Όταν σερβιρίστηκε το πρωινό, η Φελίσιτυ ανέβηκε για να στρώσει τα κρεβάτια και τρύπωσε τα μανικετόκουμπα στην τσέπη της. Ο Φλυν, με μια επαγγελματική δεξιότητα, τράβηξε απαλά το σάλι από το τακούνι της κυρίας Φριντμίλα, που είχε μπλεχτεί όταν της έπεσε από το λαιμό, καθώς μπήκε στο ασανσέρ φορτωμένη με ψώνια. Η ίδια δεν κατάλαβε τίποτα, προς στιγμήν μάλιστα πίστεψε ότι ανατρίχιασε γιατί κρύωνε πολύ εκείνο το πρωί. Τρύπωσε το σάλι στην τσέπη του. Τα μανικετόκουμπα έκαιγαν στα χέρια της. Ήταν η πρώτη φορά που ξεπερνούσε τα όρια της ηθικής. Την έκαιγαν να του τα δώσει με κάποιο τρόπο. Το σάλι το ένιωθε σαν νερό που κυλάει και θα χαθεί μέσα από την τσέπη του. Ήταν η πρώτη φορά που έκανε κάτι παράνομο και κάτι τόσο τολμηρό. Ήθελε να της το δέσει στο λαιμό  πριν στερέψει από θάρρος. 
Η πρώτη φορά που έμειναν μόνοι τους ήταν δύο ώρες μετά στο γραφείο του διευθυντή. Παραδόξως και κόντρα στην ισχυρή τους πεποίθηση για το αντίθετο, οι ιδιοκτήτες των αντικειμένων κινητοποιήθηκαν μόλις αντιλήφθηκαν την απουσία τους. Η κυρία Φριντμίλα είχε ένα ιδιαίτερο δέσιμο με το εν λόγω σάλι γιατί ήταν της μητέρας της και για αυτήν ήταν ένας τρόπος να τη θυμάται. Για τον κύριο Φρεντερίκ πάλι, ήταν το πρώτο δώρο που του είχε χαρίσει η γυναίκα του και τα αγαπούσε πολύ, παρόλο που τα είχε πεταμένα στο κομοδίνο του λες και ήταν ένα σκουπιδάκι του δρόμου. Με εντολή της διεύθυνσης, έγινε έλεγχος σε όλο το προσωπικό και, καθώς δεν είχαν προλάβει ακόμα να τα χαρίσουν στο πρόσωπο που τους ενέπνευσε να τολμήσουν κάτι τέτοιο, βρέθηκαν στις τσέπες τους. Ο διευθυντής ήταν ανάστατος όταν ξεκίνησε να τους μιλάει. Υπήρξαν η «ντροπή του ξενοδοχείου, αυτού του κοσμήματος της λουτροπόλεως», και τους ρώτησε αν ήταν συνεργοί. Ψέλλισαν πως ο καθένας είχε ενεργήσει μόνος του. Η έκπληξη ήρθε όταν τους ρώτησε για ποιο λόγο το έκαναν. Δεν είχαν δώσει κανένα δικαίωμα μέχρι τώρα και ο ίδιος ήταν  πολύ ευχαριστημένος από τη δουλειά τους. Ο Φλυν, μετά από ένα λεπτό σιωπής, σχεδόν ψιθυριστά είπε: «Ήθελα να στο χαρίσω», γυρνώντας προς το μέρος της. Η Φελίσιτυ κοκκίνισε και είπε απλά: «Kι εγώ». Ίσως να ειπώθηκε και κάτι ακόμα αλλά σαν να το πήρε ο αέρας και να το έβγαλε έξω από το ανοιχτό παράθυρο. 

Απολύθηκαν την ίδια στιγμή, αφού επέστρεψαν τα αντικείμενα της αρπαγής στους ιδιοκτήτες τους. Ο διευθυντής του ξενοδοχείου προσπάθησε να δικαιολογήσει την κατάσταση μιλώντας για τη δύναμη του ανοιξιάτικου έρωτα και έστειλε από ένα καλάθι με ακριβά κρασιά και λουλούδια στον κ. Φρεντερίκ και την κυρία Φριντμίλα για να σκεπάσει το πρωτοφανές σκάνδαλο της κλοπής. Ο Φλυν, σφίγγοντας το ποδήλατό του και τα δόντια του από οργή, περίμενε τη Φελίσιτυ στην πίσω πόρτα του ξενοδοχείου. Η ντροπή ξεχείλιζε από κάθε πόρο του δέρματός του αλλά εκεί στο βάθος έκαιγε και ένας ενθουσιασμός για να γυρίσει πίσω στην πόλη. Μαζί της. Η Φελίσιτυ, βγαίνοντας με δακρυσμένα μάτια, κοντοστάθηκε και τον κοίταξε. Κρατούσε σφιχτά το παλτό της στα χέρια. Η νύχτα έπεφτε γλυκά και σκέπαζε όλα τα παραστρατήματα. Χωρίς να ειπωθεί τίποτα μεταξύ τους, ξεκίνησαν τη διαδρομή προς το κέντρο της πόλης. Η άνοιξη είχε τρυπώσει για τα καλά. 

FELICITY & FLYNN

His name was Flynn and he had freckles. Her name was Felicity and she had a space between her front teeth. He was very tall, very thin and he could be a lonely cypress at the end of the forest. She was small with wild hair and she could be seaweed carried away by water. They saw each other every day. Flynn was one of the grooms. Felicity was one of the maids. They worked in the same hotel, in the five-star Vacation, “the jewel of the spa town”, as its manager bragged. Their shifts coincided. She would gaze him when he escorted the clients with their luggage at the elevator and he always looked down. It was as if he counted the mosaic and had eyes only for it. On the contrary, he would gaze her when she walked by the corridors, holding the sheets for the morning change. She discretely knocked on the doors, almost with a sense of fear. Their greeting would be an instant and nervous nod. The manager did not want courtesies between the employees. He maintained a strict working environment and everyone had to obey his rules. 
She didn’t know anything else about him. Each morning he would come with his worn bicycle and he would park it behind the tennis courts. He would leave late in the afternoon, in the same way, probably heading for the center of the town. Lately, she wanted to make him a present, so that he would remember her, so that a sparkle would ignite in his heart. She wanted something pretty, like the things she found on the bedside tables of the rooms, where she entered to clean and change the sheets. She found gold watches, silver business card holders, leather wallets. They were really impressive but she thought that he would be excited with something simpler. With a pair of cufflinks, for instance, like the ones that Mr. Frederick had in room 603. They were not the serious ones that bankers and managers wore but they were two silver pigs. They made her smile every day. She always found a couple of them abandoned on the bed side table, as if he didn’t care for them, as if they were for granted. It was not true though. If Mr. Frederick didn’t appreciate them, she was certain that Flynn would. 
He didn’t know anything else about her, not even what time she started her shift. He always found her there, coming and going to the rooms or helping serve the coffee at the breakfast room. She seemed so small and fragile, so unsuitable for what she did. Lately, he wanted to make her a present, something beautiful and feminine, like the ones the ladies wore who were waiting with him the elevator in order to carry their bags to their rooms. Glittering jewelry, hairnets with semi-precious stones, cashmere coats keeping them warm and those perfumes that filled the air with spring flowers up to their floors. He imagined, though, that a shawl would be better for her, to discreetly caress her neck, like the one that Mrs. Fridmilla had in room 306. He had noticed it because it was deep blue with dark purple. It looked like the sea that empties into the night. The color triggered him and he imagined that it would be like a salty, night kiss on her neck. The last five days, when he bumped into her in the elevator or the corridors, he couldn’t take his eyes off it. A sneaky idea had got into his mind and he fought with his conscience to get rid of it. He was certain that Mrs. Fridmilla would not mind if one day she simply did not find her shawl. She would surely assume that she had forgotten it somewhere and she would not look for it again, when her neck was hugged by impressive jewelry and her body with expensive coats. Her shawl, though, would caress Felicity’s neck and he would have the illusion that his fingers were doing that. 
It all happened in thirty minutes on the first morning of April. After three weeks of thinking, each one had a plan and executed it without any hesitation. When breakfast was served, Felicity went to make the beds and sneaked the cufflinks in her pocket. Flynn, with a professional skill, gently pulled the shawl out from Mrs. Fridmilla’s heel that got mixed in her shoe, as it fell from her neck entering the elevator. She didn’t notice a thing, in fact she thought that her chill was due to the cold that morning. He sneaked the shawl in his pocket. The cufflinks were burning in her hands. It was the first time that she had crossed her moral limits. She wanted to give them to him desperately. He felt the shawl flow like water in his pocket. It was his first time to do something illegal and so bold. He wanted to put it on her neck before he lost his courage. 
The first time they were all alone in a room together was two hours later in the manager’s office. Despite what they believed, the owners of the objects they stole immediately realized their absence. Mrs. Fridmilla had a special bond with that shawl, as it belonged to her mother and it was a way to remember her. As for Mr. Frederick, they were the first gift from his wife and he was extremely fond of them, even though he left them on the side table as if they were garbage. The stuff was thoroughly searched and, because they didn’t have the time to give the objects to the person of such inspiration, they were found in their pockets.  The manager was very upset when he started talking to them. They both were the “disgrace of the hotel, that jewel of the spa town”, and he asked them if they were accomplices. They mumbled that they had acted on their own. The surprise came when he asked them the reason. They were very discreet until now and he was very satisfied with their work at the hotel. Flynn, after a moment of silence, almost whispered: “Ι wanted to make you a present”, turning to her side. Felicity blushed and simply answered: “Me too”. Maybe something else was said but it felt as if the wind took it out of the open window. 
They were both fired that very moment, after returning the swag to its owners. The manager tried to make an excuse by using the force of love and spring and he sent a basket with expensive bottles of wine and flowers to both Mr. Frederick and Mrs. Fridmilla to cover the unspeakable scandal of the theft. Flynn waited for Felicity at the back door of the hotel, gritting his teeth, feeling angry. Shame filled each pore of his skin but there was also a hidden enthusiasm to return to the city. With her. Felicity, with wet eyes, came out and looked at him. She held her coat tightly. The night fell in a mellow way and hid all the misfortunes. They started walking towards the city, silently. Spring was here to stay. 


Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

 Είχε γυρίσει από τη  νύχτα  του για λίγο, για όσο κρατάει ένα τσιγάρο. Για την ακρίβεια, δεν ήξερε καν ότι μπορούσε να το κάνει. Απλά έκλεισε τα μάτια του πολύ σφιχτά όταν τον πλημμύρισαν οι θύμησες. Τα κράτησε έτσι και μεταφέρθηκε εκεί, στο παλιό τους σπίτι με το μεγάλο κήπο. Του είχε λείψει τόσο όσο δεν μπορούσε να παραδεχτεί ούτε καν στον εαυτό του. Είχε χαθεί σε εκείνα τα ζεστά μαγιάτικα μεσημέρια που την ακολουθούσε στον κήπο και έπεφταν στις ρίζες της ελιάς για ένα σύντομο ύπνο. Θα τους νανούριζαν τα διάφορα μαμούνια που πετούσαν από πάνω τους και τα φύλλα που χόρευαν με το ελαφρύ αεράκι. Θα της χάιδευε τα μαλλιά και εκείνη απλά θα έμενε ασάλευτη στο στέρνο του και θα βαριανάσαινε. Εκείνος θα άναβε ένα τσιγάρο και θα κάθονταν έτσι κάτω από το ζεστό ήλιο. Μια καθημερινή ιεροτελεστία, ένα μικρό τελετουργικό που όριζε για αυτούς τον ερχομό της άνοιξης. Τη ζούσε τόσο έντονα αυτήν την εικόνα που την επόμενη στιγμή που άνοιξε τα μάτια του ήταν εκεί. Στάθηκε κάτω από την καμάρα της αυλόπορτας και κοίταξε με δυσκολία κόντρα στον ήλιο του μεσημεριού. Ο κήπος ήταν κατάξερος και μόνο οι ελιές είχαν μείνει για του τον θυμίζουν. Το σπίτι είχε μισογκρεμιστεί. Ο χρόνος είχε περάσει επιθετικά αλλά χωρίς να μπορεί να τον υπολογίσει. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Λίγος ή πολύς, δεν είχε σημασία. Το μόνο που μετρούσε ήταν η ζέστη που ένιωθε στα μάγουλά του και οι αναμνήσεις που γεννούσαν μέσα του ένα άλλου είδος εκτυφλωτικό φως και συγκίνηση. Η γεύση του καπνού γέμισε το στόμα του και τα δάχτυλά του μπόρεσαν να νιώσουν τις απαλές τούφες των ξέμπλεκων μαλλιών της. Τα έφερε κοντά στα ρουθούνια του. Μύριζαν χώμα και δεν ήταν σίγουρος αν υπήρχε εκεί και λίγο από το άρωμά της ή αν απλά ήθελε πολύ να το μυρίσει. Έμεινε έτσι για λίγο. Ρούφηξε όσο πιο λαίμαργα μπορούσε το φως και την άνοιξη που του αναλογούσε. Για όσο κρατάει ένα τσιγάρο… 

SPRING AFTERNOON

 He had returned from his night, for as long as a cigarette lasts. In fact, he didn’t even know that he was capable of such a thing. He just closed his eyes tightly when the memories came. He kept them like that, and he was transferred to their old house with the big garden. He had missed it so much, that he couldn’t even admit it to himself. He was lost in those hot afternoons of May, when he would follow her to the garden and lay on the olive’s roots for a nap. Various little bugs that flew above them and the leaves dancing with the light breeze would be their lullaby. He would caress her hair and she would just stay still on his chest and breathe heavily. He would light a cigarette and they would just stay there under the hot sun. It was a daily ritual, a small ceremony that meant that spring was here for them. This image was so intense, that when he opened his eyes again, he was there. He stood beneath the arch of the entrance gate and he looked with difficulty against the midday sun. The garden was parched and only the olive trees were there to remind him of it. The house was almost ruined. Time had aggressively passed but he was not able to measure it. How could he anyway? It didn’t matter. All that mattered was the heat he felt on his cheeks and the memories that created a different kind of glorious light and sentimental mood. The taste of smoke filled his mouth and his fingers could feel the soft locks of her loose hair. He brought them close to his nostrils. They smelled earthy and he wasn’t sure if there was a touch of her perfume in there or he was just dying to sense it. He stayed like that for a while. He greedily inhaled as much light and spring he could, for as long a cigarette lasts…

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

ΠΕΦΤΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΓΡΑΣΙΔΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ

Είχε να πατήσει οχτώ παρά τέταρτο χρόνια στον πλανήτη της. Είχε ορκιστεί στον εαυτό του ότι δε θα ξαναγυρνούσε για εκείνη. Τώρα όμως δεν υπήρχαν περιθώρια. Η ίδια είχε ξαναρχίσει όλα εκείνα που δεν έπρεπε. Όπως τότε. Σκόρπιζε το κακό σε όλους τους άλλους. Εκτός από εκείνον. Ποτέ σε εκείνον. Το ήξερε. Έψαξε σε κάθε κόκκο αστρικής σκόνης για τον τελευταίο εγωισμό, σε κάθε σούπερ νόβα. Μάταιο. Μόνο εκείνος μπορούσε να τη σταματήσει. Μόνο σε εκείνον γαλήνευε. Μόνο εκείνος θα μπορούσε να τη βγάλει από τη μέση. Άρχισε τις ετοιμασίες για το ταξίδιΤο ταξίδι στον κόσμο της που τόσο του είχε λείψει και που είχε παλέψει τόσο με τον εαυτό του τα το βγάλει από μέσα του. Μάζεψε όλα τα χαρτιά και όλα τα γράμματα που της είχε γράψει χωρίς να της στείλει ποτέ. Τα έδεσε και έφτιαξε μια εύθραυστη σκάλα με μουντζούρες, διορθώσεις και λόγια μικρά και τεράστια. Μια σκάλα που θα τον έφερνε κοντά της για μια νύχτα. Τόσο του χρειαζόταν. Για να πάρει όλο το θάρρος που έπρεπε για να μη της αντισταθεί.
Με το πρώτο φως πιάστηκε από τη χάρτινη σκάλα και άρχισε να γλιστράει από τα κόμματα και τις παρενθέσεις, τα εισαγωγικά και τα αποσιωπητικά, ειδικά από αυτά. Γλιστρούσε μειώνοντας την απόσταση που τους χώριζε. Σίγουρα θα του είχε κρυφτεί. Τον ένιωθε να πλησιάζει. Τον περίμενε άπειρα έτη φωτός. Το κυνηγητό θα ήταν ανελέητο. Μέχρι εξαντλήσεως. Το ταξίδι του θα τελείωνε απότομα. Τα γράμματα δεν έφταναν μέχρι την προσγείωση. Δεν τα είχε υπολογίσει καλά. Η σκάλα ήταν έτοιμη να διαλυθεί στον αέρα. Προσπάθησε να προετοιμαστεί για την πτώση. Έβλεπε μια πράσινη έκταση να χαϊδεύει τα πόδια του σχεδόν. Κουλουριάστηκε αφήνοντας το τελευταίο σίγμα τελικό από ένα μικρό χαρτί. Έπεσε με την πλάτη στα γρασίδια.
Το χώμα ήταν νωπό. Ένιωσε την υγρασία στο σώμα του με ένα μικρό μούδιασμα. Ο πόνος ήταν ανεπαίσθητος. Η λησμονιά ατελείωτη. Η παρουσία της βρισκόταν παντού. Τη μύριζε στον αέρα. Είχε έρθει επιτέλους στον κόσμο της με το πλέον ανορθόδοξο ταξίδι. Έπρεπε να τη βρει. Να τη δαμάσει όπως τότε. Το σώμα του θυμόταν όλα όσα είχε προσπαθήσει να ξεχάσει. Ήταν θέμα χρόνου. Έμεινε έτσι ξαπλωμένος για λίγο. Όσο χρειαζόταν για  να τη φέρει σαν εικόνα μπροστά του. Με τα χέρια του χάιδεψε ασυναίσθητα το γρασίδι. Αίσθηση γείωσης και επαναπροσδιορισμού. Κυλίστηκε σαν παιδί στα χόρτα σε μια έκταση που την είχε μόνο για εκείνον και τις σκέψεις του. Αφέθηκε τελείως στη στιγμή και  έπεσε στην παγίδα της. Το παιχνίδι είχε ήδη ξεκινήσει. Ένα μικρό ρυάκι στη μέση του πουθενά τον ρούφηξε στη δίνη του. Ένα υγρό λαγούμι είχε στηθεί για να τον καλωσορίσει σε μια παρτίδα σκάκι χωρίς κανόνες. Ένα υπόγειο ρεύμα που υποψιαζόταν πολύ καλά πού θα τον οδηγούσε. Συνέχισε να πέφτει παραδομένος… 

FALLING WITH HIS BACK ON THE GRASS

He hadn’t set foot on her planet for about a quarter to eight years. He had sworn to himself that he wouldn’t come back for her. Now there were no other options. She had started doing all those things that she shouldn’t. She spread evil to all the others but him. Never on him. He knew it. He searched in every speck of stardust for his ego, in every super nova. In vain. Only he could stop her. Only in his arms would she find peace. Only he could get her out of the way. He started preparing for the trip. The trip to her world that he had missed a lot and had struggled with himself to get it out of him. He gathered all  the letters that he had written to her without sending them. He tied them all together and he had a fragile ladder made of smudges, corrections, insignificant and significant words. A ladder that would bring him to her for just one night. That’s what he needed. To get all the strength it took not to resist her.


At dawn he grabbed the paper ladder and he began to glide from the commas, the brackets, the quotation marks and the dots, especially those. He slid reducing the distance that separated them. She would surely have hidden. She felt him coming. She had been waiting for him for infinite light years. The chase would be merciless. Until the knock out. His trip would end abruptly. The letters were not enough for landing. He didn’t estimate it. The ladder was about to dissolve in the air. He tried to prepare himself for the fall. He could see a green field almost touching his feet. He wrapped himself up letting go the last letter from a small piece of paper. He fell with his back on the grass.

The soil was wet. He felt the humidity on his body with a small numbness. The pain was imperceptible. The oblivion was endless. Her presence was everywhere. He could smell her in the air. He was finally in her world in the most unusual way. He had to find her. To tame her like he once had. His body still remembered all those he had tried to forget. It was just a matter of time. He stayed lying down like that for a while. As long as it took to bring her image in front of him. He caressed the grass unconsciously. A sense of grounding and redefinition. He rolled on the grass like a child in an area that he had only for him and his thoughts. He let himself completely in the moment and fell in her trap. The game had already begun. A small stream in the middle of nowhere sucked him in its swirl. A wet burrow was there to welcome him in a game of chess with no rules. An undercurrent that he suspected very well where it would lead him. He continued to fall, in a sweet surrender…  

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ

Ακολουθεί αυτή τη μυρωδιά. Που δεν ξέρει τι είναι αλλά νεκρώνει σχεδόν τα ρουθούνια του και μουδιάζει το σώμα του. Υπνωτισμένος βαδίζει προς τα εκεί. Προς την πηγή. Προς αυτό που γαργαλάει σκανταλιάρικα τη διάθεσή του. Είναι η νύχτα. Είναι η συγκεκριμένη νύχτα της εβδομάδας που τη νιώθεις διαφορετική. Άνοιξη στην πόλη. Φώτα, ενέργεια, βλέμματα, ερωτισμός, νεραντζιές ανθισμένες. Είναι η νύχτα του. Θα τριφτεί στις γυμνές γάμπες των γυναικών, θα ζητιανέψει εκβιαστικά σχεδόν τα χάδια των απαλά αρωματισμένων χεριών  αλλά και των πιο αθώων και άγουρων με φαγωμένα νύχια, θα νιώσει τρυφερές προσφωνήσεις να βγαίνουν από έντοναβαμμένα χείλη ίσως πρόσφατα φιλημένα, μόνο για εκείνον.

Θα πάρει στο κατόπι θηλυκά τετράποδα που δεν του δίνουν καμία σημασία αλλά και μυστηριώδη, μοναχικά δίποδα που θα του μιλήσουν σχεδόν στοργικά. Θα κουνήσει με ενθουσιασμό την ουρά του στις τυχοδιωκτικές συναντήσεις με ανυπεράσπιστες γάτες σε σκοτεινά σοκάκια. Όλα είναι εκεί έξω. Παρέες στους δρόμους, φρέσκοι άνθρωποι που σουλατσάρουν, δειλά αγγίγματα σε πρώτα ραντεβού, γέλια, εκτόνωση, κουβέντες που έχουν μόνο αρχή αλλά όχι και τέλος. Σάββατο βράδυ στην πόλη που είναι το σπίτι του, οι εφήμεροι έρωτες του, οι αλητείες του, το φαγητό που βρίσκει ή που τουλάχιστον ξέρει πού πρέπει να πάει για να του χαριστεί, το υπαίθριο στρώμα του, ο δρόμος πουδεν σταματάει πουθενά. Και είναι αυτός ο ίδιο δρόμος που μοιράζεται πλέον. Αυτοσχέδια στρώματα από χαρτόνι και φθαρμένες κουβέρτες, άνθρωποι αόρατοι που θα κοιμηθούν σφιχτά κρατώντας τον για ζεστασιά και παρέα, πολλές φορές και για να διώξουν το φόβο. Αναζήτηση μικρών θησαυρών στους κάδους σκουπιδιών με ή χωρίς αξιοπρέπεια. Σκοτεινά  αδιέξοδα βλέμματα. Αδέσποτοι άνθρωποι όπως κι αυτός. Σάββατο βράδυ στην πόλη που αλλάζει συνήθειες και εικόνες αλλά όχι μυρωδιά. Όλα είναι εκεί έξω.



SATURDAY NIGHT

He’s following that smell. He doesn’t know what it is but it kills his nostrils and numbs his body. He’s moving towards it like hypnotized. Towards the source. To what tricky tickles his mood. It’s the night. It is that specific night of the week that you feel it different. Spring time in the city. Lights, energy, glances, sensuality, bitter orange blossom. It is his night. He will rub himself at the naked women’s legs, he will almost beg for the caresses of slightly scented hands or even the more innocent ones with the bitten nails. He will feel the tender callings coming out of the vividly colored lips, maybe recentlykissed, only for him.
He will follow four legged females who don’t give a damn about him but also mysterious, lonely two leggedones who will talk to him with affection. He will enthusiastically shake his tail when he adventurously finds helpless cats in dark alleys. Everything is out there. Friends in the streets, youngsters strolling, shy toucheson first dates, laughs, defusing, talks that have a beginning but not an end. Saturday night in the city he calls home with his ephemeral loves, his vagrancies, thefood he finds or at least he knows where to go to be served, his outdoor mattress, the never ending road. And it is that same road that he gets to share now. Homemade carton mattresses and used blankets, invisible people that will go to sleep tightly holding him for warmth andcomfort. Some times to even draw fear away. Looking for small treasures in garbage cans with or without dignity. Dark helpless looks. Stray people just like him. Saturday night in the city that changes its habits and images but not the scent. Everything is out there.