Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greece. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greece. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Ο ΔΙΑΦΑΝΟΣ ΑΝΔΡΑΣ

Έδιωξε τη σκόνη από τα μάτια του και προσπάθησε να τα κρατήσει ανοιχτά κόντρα στον ήλιο. Τυλίχτηκε περισσότερο στο σώμα του και αφέθηκε στο ρυθμικό ήχο της ανάσας του, της πόλης του, της ζωής του. Ήταν πολύ νωρίς και η πρωινή υγρασία και ψύχρα τον ανατρίχιαζαν. Περπατούσε αργά στον κεντρικό δρόμο της γειτονιάς του. Θυμόταν ότι εκεί κοντά είχε μεγαλώσει, είχε τσακωθεί με κάποια αγόρια, είχε πάει σινεμά, είχε κάνει άπειρες βόλτες με το ποδήλατό του, είχε κάνει άπειρες βόλτες με το σκύλο του. Όλες αυτές οι εικόνες ήταν σχεδόν διάφανες στο μυαλό του, μια θολή συλλογή εμπειριών που ένιωθε ότι τις είχε ζήσει κάποια στιγμή στο παρελθόν, αλλά τώρα σαν να βρίσκονταν ξεθωριασμένες στα πίσω ράφια της μνήμης του. Σαν να μπλεκόταν το τότε με το τώρα και αυτό που είχε φανταστεί τόσες φορές, να που έγινε μια ισχυρή πραγματικότητα στην οποία μπορούσε πλέον να ανατρέξει. Τα αυτοκίνητα που περνούσαν ήταν λιγοστά και ο δρόμος φάνταζε τόσο μεγάλος. Τίναξε τα φύλλα από τα μανίκια του και αφέθηκε στην απεραντοσύνη του αστικού τοπίου. Ο δρόμος ήταν παρήγορος, μια θάλασσα από άσφαλτο και ατελείωτες δυνατότητες διαδρομών. Χάζευε τα χιλιόμετρα που ανοίγονταν μπροστά του στη διασταύρωση, όταν θα άνοιγε και το φανάρι για τους πεζούς. Και  εκεί κοντοστάθηκε. Θαύμασε τα μεγάλα, γκρίζα κτίρια που φαίνονταν γερασμένα αλλά επιβλητικά απέναντί του. Έριξε μια διακριτική ματιά στον άντρα που στεκόταν δίπλα του και περίμενε το φανάρι. Ένας νεαρός με ακουστικά στα αυτιά και γυαλιά ηλίου, κόντρα στον ήλιο που έβγαινε, ψαχούλευε στην τσέπη της τσάντας του που κρεμόταν στον ώμο αμέριμνα. Μύριζε  φρεσκάδα, ορμή και άφτερ σέιβ. Το φανάρι άναψε. Ο νεαρός άνδρας  τον προσπέρασε και τον έσπρωξε περνώντας το χέρι του μέσα από το θώρακά του, σαν να μην τον είδε, και με μια μεγάλη δρασκελιά έφτασε στο απέναντι πεζοδρόμιο και συνέχισε το γρήγορο βηματισμό του. Ο άνδρας που έμεινε πίσω άρχισε να βήχει. Έμεινε ακίνητος. Ένας άνδρας χωρίς προορισμό και  χωρίς παρόν κόντρα στον ήλιο που έβγαινε. Κουλουριάστηκε κι άλλο στο σώμα του και έκανε μεταβολή προς το παρελθόν του.

THE TRANSPARENT MAN

He removed the dust from his eyes and he tried to keep them open against the sun. He wrapped himself tighter in his own body and let himself flow in the rhythmic sound of his breath, his city, his life. It was still too early and the morning humidity and chill made him shiver. He walked slowly in the main street of the neighborhood. He remembered growing up, getting into a fight with some boys, going to the movies, going for so many rides with his bike, going for so many strollings with his dog. All these images were almost transparent in his mind, a blurry collection of experiences that he felt he had witnessed some time in the past, but now they felt as if they were washed out at the back shelves of his memory. It was as if the past was mixed with the present, and what he had imagined so many times before was finally a powerful reality that he could relate to. The passing cars were few and the road seemed so big. He flicked the leaves from his sleeves and he let him himself dive in the vastness of the urban landscape. The street was comforting, a sea of asphalt and endless route possibilities. He gazed the kilometers opening in front of him just like the traffic light would turn green for the pedestrians at the intersection. And at that point he paused. He admired the big, grey buildings that looked old but imposing opposite him. He glanced discreetly at the man standing next to him waiting for the traffic light. A young man, with headphones in his ears and sunglasses against the sun coming out, was fumbling about in the pocket of his carefree hanging backpack. He smelled of freshness, energy and after shave. The light turned green. The young man overtook him and pushed him by passing his hand through his chest, as if he never saw him, and with a big stride he reached the pavement across the street and continued his quick pacing. The man who stayed behind started coughing. He stayed still, a man with no destination and no present, against the sun coming up. He wrapped himself even tighter into his own body and he reversed towards his past.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

H ΣΚΑΛΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΔΗΓΕΙ ΠΟΥΘΕΝΑ

Είχε περάσει τα τελευταία πενήντα οχτώ χρόνια της ζωής του σε αυτούς τους χώρους.Ένα μικρό διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια, μια κουζίνα στο χρώμα της μουστάρδας,με ένα μπαλκονάκι που βλέπει στον ακάλυπτο. Ένα μπάνιο με ροζ πλακάκι, που τόσο μισούσε σαν χρώμα, με ένα μικροσκοπικό παράθυρο. Ένα χολ που ένωνε αυτά τα μικρά τετράγωνα με πόρτες που έτριζαν. Μπορούσε να το περπατήσει με τα μάτια κλειστά. Τέσσερα βήματα από το κρεβάτι μέχρι την πόρτα, άλλα πέντε και φτάνεις στο ψυγείο, άλλα εννέα και ποτίζεις τη γλάστρα στο τραπέζι του σαλονιού. Ήξερε από μνήμης πού ήταν το ράγισμα στο πλακάκι στην κουζίνα πάνω από το νεροχύτη, τι σχήματα είχε αποκτήσει κατά καιρούς η υγρασία στο ταβάνι του χολ, με πόση δύναμη έκλεινε η μπαλκονόπορτα στην κρεβατοκάμαρα. Ήξερε κάθε γωνιά του, κάθε κρυψώνα του. Του ήταν τόσο οικείο όσο το ίδιο του το σώμα, όσο κάθε ρυτίδα, όσο κάθε φθορά που έβλεπε και ένιωθε. Το σπίτι αυτό μαράζωνε όσο κι εκείνος, γερνούσε και γεννούσε ανάγκες όπως το κορμί του, σκοτείνιαζε σταδιακά όπως και η ζωή του.
Μόλις είχαν παντρευτεί και όλα φάνταζαν καινούργια. O χρόνος είχε άλλη αίσθηση και διάρκεια. Εκείνη δακτυλογράφος και εκείνος υδραυλικός. Αγόρασαν αυτό το διαμέρισμα στην Πατησίων στον έκτο όροφο γιατί ήταν σε κεντρικό δρόμο της πόλης, κοντά στα μαγαζιά που τόσο της άρεσαν, κοντά στο Πεδίον του Άρεως όπου έκαναν τον κυριακάτικό τους περίπατο, γιατί ήταν ρετιρέ. Τότε ήταν ένα σπίτι καινούργιο. Μύριζε η μπογιά και το άφηναν ανοιχτό να αερίζεται. Τότε ήταν κι αυτοί νέοι. Άφηναν ανοιχτό το μυαλό τους για το καινούργιο. Μια ολόκληρη ζωή στους τοίχους αυτού του σπιτιού ,να μεγαλώνει μαζί του.
Πολλές φορές τα σκέφτεται αυτά τα παλιά. Αναπολεί, κλείνει τα μάτια, επιστρέφει νοερά στο καινούργιο που ακόμα δεν έχει δείξει τα σημάδια της φθοράς και του θανάτου. Στο παρελθόν του νιώθει ασφάλεια. Νιώθει γεμάτος που εκεί υπάρχουν ακόμα οι άνθρωποι που αγαπάει. Το κάνει συχνά. Τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο. Σήμερα όμως όλα θα αλλάξουν.
Είναι στην κουζίνα και φτιάχνει τον καφέ του στο μάτι της κουζίνας. Μόλις έχει ξημερώσει. Δε βλέπει καθαρά ακόμα και ανοίγει και το φως. Στερεώνει τα γυαλιά του, που όλο γλιστράνε, στη μύτη του. Στον ακάλυπτο χαζεύει τα κλειστά παράθυρα των απέναντι. Ένα καζανάκι ακούγεται πού και πού, ο θόρυβος που κάνει το ασανσέρ καθώς οι πρώτοι ένοικοι αναχωρούν για τις δουλειές τους, η κάτω πόρτα της πολυκατοικίας που κλείνει με φόρα. Ανακατεύει τον καφέ με τα δάχτυλα που τρέμουν. Η προχθεσινή εφημερίδα στο τραπέζι της κουζίνας. Τον κουράζει να διαβάζει αλλά προσπαθεί, για να μη σκουριάζει το μυαλό. Σε λίγες αράδες τα έχει παρατήσει αλλά νιώθει καλά. Του τη φέρνει το παιδί από το ψιλικατζίδικο κάθε τρίτη μέρα. Ο καφές φουσκώνει. Τον χύνει στο φλιτζάνι της, το πορτοκαλί με τα λουλουδάκια. Τα τελευταία χρόνια πίνει μόνο σε αυτό τον καφέ του και το γάλα του το βράδυ. Με βήμα που σέρνει, σχεδόν, αφήνει το μπρίκι στο μαρμάρινο νεροχύτη. Και τότε του τραβάει το βλέμμα.
Μία μεταλλική σκάλα έξω από το μπαλκονάκι του στην κουζίνα. Γαντζωμένη στην άκρη, δίπλα στον κάδο για τα σκουπίδια. Μία κατηφορική σκάλα που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του. Μα είναι δυνατόν; Αυτή η σκάλα δεν υπήρχε εκεί. Ανοίγει την πόρτα και με φόβο βγαίνει έξω. Κοιτάζει προς τα κάτω. Κι όμως. Δεν έκανε λάθος. Μια στριφογυριστή σκάλα με σκουριασμένη κουπαστή και στενά σκαλοπάτια που θυμίζουν λαβύρινθο. Τον πιάνει ίλιγγος. Η καρδιά του χτυπάει δυνατά. Πρέπει να δει αν φτάνει μέχρι το ισόγειο και μετά να ρωτήσει και τους άλλους ενοίκους αν την έχουν χρησιμοποιήσει. Μα πιο πολύ πρέπει να την ανακαλύψει για εκείνον τον ίδιο. Ένας εισβολέας σε ένα σώμα γνώριμο.
Βγαίνει με τις φθαρμένες του πιζάμες και κοντοστέκεται. Θα το τολμήσει. Πιάνεται από την κουπαστή που είναι ακόμα δροσερή από την βραδινή ψύχρα. Ανάσα και αρχίζει να κατεβαίνει. Και τότε είναι που έρχονται όλα στο μυαλό. Το σπίτι αρχίζει και ζωντανεύει, ζωηρεύει. Του έρχεται στο μυαλό η εικόνα της τους πρώτους μήνες στο σπίτι, μόλις έχουν παντρευτεί. Είναι τόσο νέα, το δέρμα της σχεδόν διάφανο. Νιώθει στα χείλια του τα φιλιά που του έδινε σε κάθε δωμάτιο, ακούει τους βραδινούς στεναγμούς της του έρωτα. Συνεχίζει να κατεβαίνει με αργό βήμα, προσεκτικό. Να τη τώρα στο κρεβάτι τους με το μικρό τους γιο, κουρασμένη αλλά ευτυχισμένη. Ακούει το γέλιο της γάργαρο. Σκαλί και εικόνα. Όλη η ζωή του περνάει από μπροστά του καρέ- καρέ. Η ζωή του στο σπίτι αυτό. Τότε που χτύπησε το παιδί στη γωνία του κρεβατιού και το έτρεχαν για ράμματα στο κεφάλι, τη νύχτα που πέθανε ο πατέρας του και ήπιε πολύ για να παρηγορηθεί, τα ατελείωτα βαρετά σαββατοκύριακα στα πεθερικά του για φαγητό. Ο μικρός, φαντάρος πια, όταν γύρισε στην πρώτη του άδεια και μπήκε με τη στολή στο σπίτι. Σκαλί και συγκίνηση. Τα ξαναζεί όλα. Περνούν μπροστά από τα μάτια του. Χρειάζεται να κοντοστέκεται σε κάθε σκαλί, να παίρνει ανάσα και δύναμη. Όσο κατεβαίνει τόσο τα σκαλιά πολλαπλασιάζονται. Κατεβαίνει αλλά βρίσκεται στο ίδιο σημείο συνέχεια. Βλέπει τα βράδια που χαζεύει το σώμα της στο κρεβάτι. Έχει διογκωθεί, δεν είναι θελκτικό. Είναι το σώμα της συνήθειας. Τα χάδια είναι μηχανικά, βουβά. Ο γιος τους έρχεται για φαγητό μετά το γάμο του πού και πού τα σαββατοκύριακα. Νιώθει την αμηχανία της νεαρής του νύφης, της αγγλίδας που προσπαθεί να μιλήσει τα ελληνικά. Οι εξετάσεις της γυναίκας του δεν είναι καλές. Καρκίνος επιθετικός. Προσπαθεί τώρα να ανέβει τα σκαλιά. Δεν τον νοιάζει να δει πού φτάνει αυτή η σκάλα. Το ξέρει ήδη. Δεν οδηγεί πουθενά. Μόνο πίσω στο χρόνο. 
Στη νοσταλγία και στη θύμηση. Σφίγγει τα χέρια του στα κάγκελα. Μετά τα νοσοκομεία και τις θεραπείες γυρνάνε σπίτι. Δε μιλάνε για αυτό αλλά είναι εκεί. Τα βράδια της χαϊδεύει τα ροζιασμένα της χέρια, επιστρέφει σε αυτό το σώμα που τόσο αγαπά και ξέρει ότι θα είναι για λίγο ακόμα κοντά του. Γυρίζει σε εκείνο το πρωί που τη βρίσκει με τα μάτια ανοιχτά να κοιτάζει το ταβάνι που θέλει βάψιμο. Είναι κι αυτό γέρικο όπως κάθε τι στο σπίτι. Κάθεται σε ένα σκαλί. Ο γιος του φεύγει στην Αγγλία για ένα καλύτερο μέλλον, μακριά από εδώ. Δάκρυα κυλούν από τα μάτια του. Βγάζει τα γυαλιά του. Βλέπει όλα εκείνα τα βράδια που είναι μόνος του, σκέφτεται τη ζωή του, πώς την ξόδεψε, πώς του δόθηκε και τι του έμεινε. Ένα κλάμα σιωπηλό, ανώφελο.




THE STAIRCASE ΤΟ NOWHERE


He had spent the last fifty-eight years of his life in these spaces. A small flat with two bedrooms, a kitchen in the colour of mustard, with a small balcony viewing the open space. A bathroom in pink tiles that he detested as a colour, with a tiny window and a hallway that united these small squares with doors that creaked. He could walk in it with his eyes closed. Four steps from the bed to the door, five more and you reach the refrigerator, nine more and you water the plant on the living room table. He knew from memory where the crack in the kitchen tile above the sink was, what shapes the damp on the hall ceiling had gradually taken, with how much strength the bedroom door closed. He knew every corner of it, every hiding place. It was as familiar to him as his own body, as every wrinkle, as every wear he saw and felt. This house languished as much as he did, got old and produced needs like his body did, got darker little by little  just like his life.
They had just got married and everything seemed new. Time had another sense and duration. She was a typist and he was a plumber. They bought this flat on Patision Street on the sixth floor because it was on a central city street, near the shops that she liked so much, near Pedion Areos where they had their Sunday walks, because it was a penthouse. It was a new house back then. You could still smell the paint and they let it open for the air to come in. They were young back then. They let their minds open for the new to come in. Α whole life on the walls of the house , growing old with them.
He is thinking of those days many times. He looks back, he closes his eyes, he mentally returns to that new that hasn’t shown the signs of wear and death yet. He feels safe in his past. He is fulfilled that there are still people he loves in there. He does it often. Nowadays, even more. But today, everything is going to change.
He is in the kitchen, making his coffee. It’s dawn. He doesn’t see properly and he opens the light. He fixes his glasses that slip all the time on his nose. He stares at the closed windows opposite of him at the open space. Every now and then he can hear the toilet flush, the noise that the elevator makes while the first tenants leave for their work, the door downstairs shutting down. He stirs the coffee with trembling fingers. The day before yesterday newspaper on the table. He finds it tiring to read but he tries, not to get rusty. He gives up in a few lines but he feels good with himself. The boy from the mini market brings it every third day. The coffee is bubbling. He pours it in her cup, the orange one with the flowers. He drinks his coffee or his milk at night only in that cup the last few years. With a dragging step, he leaves the coffee pot on the marble sink. And then it draws his attention.
A metal staircase out of his balcony in the kitchen. Hooked at the edge next to the garbage bin. A downward staircase that he had never seen in his life. Is it possible? It wasn’t there. He opens the door in fear and steps out. He looks down. He wasn’t mistaken. A spiral staircase with a rusted handrail and narrow steps that remind him of a labyrinth. He feels dizzy. His heart is beating like a drum. He must check if it reaches the ground and then ask the other tenants if they have used it. But above all, he must discover it for himself. An intruder in a familiar body.
He goes out in his rubbed pajamas and he stands. He will go for it. He grabs the handrail, still cool from the night chill.  He catches his breath and he starts descending. And then it all comes to him. The house is getting back to life. A picture of her during the first months of their marriage in the house is in his mind. She is so young, her skin is almost transparent. He feels on his lips the kisses she gave him in every room. He hears her night love sighs. He keeps on going down with a slow, careful pace. There she is in their bed with their baby son, tired but happy. He hears her gurgling laugh. Every step is an image. His whole life is passing in front of him, frame by frame. His life in this house. Back then when the boy hit himself at the corner of the bed and they rushed him for stitches at the head, the night when his father died and he drank himself out for consolation, the endless boring weekends at his parents’ in-law for dinner. When the boy, in the army, returned home with days off and entered the house in his uniform. In every step there is emotion. He is reliving everything. It passes through his eyes. He has to stand in every step, hold his breath and get some strength.  The further down he goes, the more the steps become. He is descending but still remains at the same spot. He is watching the nights when he takes a look at her body on their bed. It has grown large, not seductive any more. It has become the body of habit. The caresses are mechanical, silent. Their son comes for dinner after his marriage, every now and then at the weekends. He feels his young bride’s awkwardness who is trying to speak in Greek. His wife’s medical tests are not good. Attacking cancer. He is now trying to go up. He doesn’t care anymore to see the end of the staircase. He already knows. It doesn’t lead anywhere. Only back in time, in nostalgia and remembrance. 
He clenches his hands on the bars. They come back home after the hospital treatment. They don’t talk about it too much but it is there. At nights, he caresses her aged hands, he returns to this body that he loves and he knows that it will be with him just for a while. He returns to that morning when he finds her with her eyes open staring at the ceiling that needs painting. That too is old, just like everything else in the house. He sits on a step. His son is leaving for England for some kind of future, far away from here. Tears are rolling from his eyes. He takes off his glasses. He sees all those nights that he is alone, thinking of his life, how he spent it, how it was given to him and what there is left of it. A silent, pointless cry.





Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

ΦΑΜΑΝΤΙΧΑΝΑ

Ζούσαν στο πέτρινο σπίτι στην άκρη του νησιού. Κανείς δεν τους είχε επισκεφτεί ποτέ. Όλοι μιλούσαν για τους δύο ηλικιωμένους περίεργους άντρες με φόβο. Ψηλοί, αδύνατοι, ανέκφραστοι, γεμάτοι μυστικά. Τα δύο αδέρφια που δε μιλούσαν σε κανέναν και όμως πάντα τάιζαν τις μικρές γάτες που ζούσαν στα σκαλιά του σπιτιού τους και χάζευαν με τις ώρες τα σύννεφα. Στην αγορά όταν τους συναντούσαν, χαμήλωναν το βλέμμα. Έβγαζαν μια σιωπηλή, αόρατη απειλή. Όσο χρόνο είχαν διανύσει στη ζωή άλλο τόσο είχε διανύσει και το σπίτι. Όσο αφιλόξενοι ήταν οι δυο τους άλλο τόσο ήταν και το σπίτι αυτό. Ψυχρό, με την άγρια θάλασσα να το γλύφει σχεδόν και τον αέρα να το τιμωρεί. Ήμουν πιτσιρίκος τότε και θυμάμαι όλες τις ιστορίες που έλεγαν για αυτούς. Ότι είχαν έρθει από πολύ μακριά, ότι μιλούσαν με τις γάτες τους, ότι ήταν πολύ πλούσιοι, ότι έκρυβαν χρυσές λίρες σε ένα μεγάλο μπαούλο στον πάτο της θάλασσας κοντά στο σπίτι, ότι μιλούσαν μια άγνωστη γλώσσα και η λίστα με τα περίεργα και τα παράξενα δεν τελείωνε. Τώρα που έχω μεγαλώσει κι εγώ κι έχω φτάσει την ηλικία τους σίγουρα υπερέβαλλαν και λίγο και τα φούσκωναν. Ή μπορεί και όχι.
Εκείνο το καλοκαίρι ήταν πολύ δροσερό. Τα απογεύματα κατέβαινα στην παραλία και έπαιζα μόνος μου. Ο δρόμος με τραβούσε πάντα κοντά στο πέτρινο σπίτι. 
Κάθε φορά το απέφευγα και άλλαζα δρόμο. Όχι όμως αποτελεσματικά. Δεν μπορούσα να αντισταθώ.Ήταν η στιγμή τόσο δυνατή. Με τραβούσε σα μαγνήτης ενώ η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Ήξερα ότι κάνω κάτι λάθος και θα με τιμωρούσαν οι γονείς μου αν το μάθαιναν. Άκουγα τον αέρα να σφυρίζει, τις γάτες να νιαουρίζουν με ευχαρίστηση στα σκαλιά, το κύμα να χτυπάει απαλά το βράχο. Είχα φτάσει στην πόρτα τους σχεδόν. Τα παράθυρα ήταν μισάνοιχτα. Μια ηρεμία στο τοπίο που όμως δε με γαλήνευε. Σαν να προσπαθούσαν τα πάντα να με καθησυχάσουν ενώ τα πάντα μέσα μου ένιωθαν το κακό. Άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά που οδηγούσαν στο σπίτι. Μέτρησα περίπου δώδεκα γάτες που γουργούριζαν και με κοίταζαν στα μάτια χωρίς να μετακινηθούν. Με παρακολουθούσαν μέχρι που έφτασα στην πόρτα. Η παιδική μου περιέργεια με οδηγούσε και με έσπρωχνε να μπω σε ένα ξένο σπίτι μόνο και μόνο να το ανακαλύψω.
Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη. Μπήκα χωρίς δεύτερη σκέψη. Έμπαινε λίγο φως από τα παράθυρα. Υπήρχε μόνο ένα δωμάτιο και αυτό ήταν άδειο. Ένας χώρος κενός που φιλοξενούσε δύο ηλικιωμένους άντρες. Μόνο μια παλιά ταπετσαρία με λουλούδια υπήρχε στους τοίχους. Πώς ήταν δυνατόν; Πώς ζούσαν χωρίς τίποτα; Η ανάσα μου έβγαινε με δυσκολία. Ήταν η στιγμή που έπρεπε να φύγω τρέχοντας. Πάγωσα καθώς γύρισα προς την πόρτα. Ήταν εκεί. Στέκονταν ακίνητοι πίσω από την πόρτα. Δύο ψιλόλιγνες φιγούρες που με κοίταζαν στα μάτια χωρίς να κλείνουν τα βλέφαρά τους. Χωρίς να με μαλώνουν που είχα μπει σαν τον κλέφτη στο σπιτικό τους. Ένιωθα τα πόδια μου ριζωμένα στο ξύλινο πάτωμά τους και μια φωνή από τα σωθικά μου έτοιμη να βγει αλλά ένα βάρος να την κρατάει μέσα, να την πνίγει. Πέρασε τουλάχιστον μια αιωνιότητα μέχρι να με πλησιάσουν. Το βήμα τους ήταν σχεδόν συγχρονισμένο. Με κοιτούσαν στα μάτια με ένα κενό βλέμμα που δε φανέρωνε τίποτα. Η απόσταση μεταξύ μας μίκραινε. Σχεδόν μπορούσαν να με αρπάξουν από το γιακά όταν σταμάτησαν μπροστά μου. Άνοιξαν το στόμα τους και ξεχύθηκαν δεκάδες μικρά φίδια που έπεσαν στο πάτωμα και άρχισαν να κουλουριάζονται.
Βρήκα τη δύναμη να το βάλω στα πόδια ουρλιάζοντας, προσπαθώντας να διώξω με τα χέρια μου όσα είχαν ανέβει πάνω μου. Τώρα που το ξαναφέρνω στο μυαλό μου ίσως να μην είχε σκαρφαλώσει κανένα αλλά να τα ένιωθα να με αγγίζουν. Κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά και σταμάτησα μόνο όταν είχα φτάσει κοντά στο σπίτι μου. Δε γύρισα ποτέ να κοιτάξω αν με είχαν ακολουθήσει. Δεν είπα ποτέ σε κανέναν τίποτα. Δε θα πίστευαν ένα δεκάχρονο αγόρι. Τις επόμενες μέρες δε βγήκα από το σπίτι. Πίστευα ότι θα με έψαχναν να με τιμωρήσουν. Με το δικό τους τρόπο. Το καλοκαίρι εκείνο το θυμάμαι ακόμα για τους εφιάλτες που έβλεπα. Άρχισα να βρέχω το κρεβάτι μου πάλι σα μωρό. Δεν ξαναπήγα στο νησί. Ήρθα μόνο τώρα που πλέον χρειάζομαι το μπαστούνι για να κάνω έναν περίπατο στην παραλία. Οι εφιάλτες με έχουν ήδη επισκεφθεί.




FAMADIHANA


They lived in the stone house at the edge of the island. No one had ever visited them. Everyone spoke of the two elderly weird men in fear. Tall, thin, unexpressed, full of secrets. The two brothers that never spoke to anyone but they always fed the small cats living on theirs stairs and gazed at the clouds. When they met them at the market they always lowered their gaze. They exuded a quiet, invisible threat. Their house was as old and as hostile as they were. Cold, with the wild sea almost licking it and the wind punishing it. I was a small boy back then but I still remember all the stories told about them. They had come from far away, they talked to their cats, they were very rich, they hid gold coins in a big trunk at the bottom of the sea near the house, they spoke an unknown language. The list with all the weird things had no end. Now that I am old enough and have reached their age feel that they exaggerated for sure. Or maybe not.
That summer was very cool. I used to go to the beach and play in the afternoons all by myself. The road was always pulling me near the stone house.

I tried to avoid it and change my way every time. Not effectively enough. I couldn’t resist. The moment was so strong. It pulled me like a magnet and my heart was beating like a drum. I knew I was doing something wrong and my parents were definitely going to punish me once they found out. I heard the wind whistling, the cats meow with pleasure on the stairs, the waves pounding the rocks. I was almost at their door. The windows were half open. There was serenity in the landscape but it didn’t easy my worries. It was as if everything was trying to calm me when I could feel the evil deep inside. I went up the stairs leading to the house. I counted about twelve cats purring that looked straight into my eyes without a blink. They watched me till I reached the door. My childish curiosity drove me and urged me to enter a stranger’s house only to search and discover it.
The door was unlocked. I got in without a second thought. Rays of light from the window entered the room. There was only one room and that was empty. A vacant space for two elderly men. There was only an old wallpaper with flowers. How was that possible? How could they live with nothing? I could hardly breathe. It was the right time to start running. I froze as I turned for the door. They were there. They stood still behind the door. Two tall and thin figures staring at me without a blink, without even shouting that I had broken and entered in their house. I felt as if my feet had roots in the floor and a voice was about to come out from my inner self but something was holding it back. At least an eternity passed until they reached me. Their pace was almost synchronized. They had an empty look that didn’t express anything. The distance between us grew smaller. They could almost grab me from the collar when they stopped in front of me. They opened their mouths and many snakes burst out and fell on the floor writhing.
I finally found the strength to run screaming, trying to remove with my hands the ones that had climbed on my back. Now that I recall it I don’t think that any snake was on me but I sure felt like it. I ran down the stairs and I stopped only when I got close to my home. I never turned around to see if they were following me. Never told a word to anyone, they would never believe a ten year old boy. For the next days I stayed indoors, imagining that they would look for me in order to punish me in their own way. I vividly remember that summer for all the nightmares I had. I even started to wet my bed again. Never returned to the island until now that I need a cane to go for a walk on the beach. The nightmares have returned.


Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΚΕΛΥΦΟΣ

Ο απέναντι κάθεται στο παράθυρο και χαζεύει έξω. Όποια ώρα και να κοιτάξω θα έχει το ίδιο απλανές βλέμμα που χάνεται στον ακάλυπτο. Φοράει το ίδιο λευκό φανελάκι που αφήνει τους γέρικους ώμους του ακάλυπτους για να δροσίζεται. Καρφώνει κάπου το βλέμμα του και το αφήνει εκεί για ώρες. Πάνω στο ίδιο στατικό σημείο, που μπορεί να είναι τα κάγκελα, ένα περιστέρι, η υγρασία στον τοίχο, η γλάστρα προβάλλονται οι δικές του εικόνες, οι δικές του σκέψεις. Ότι ώρα και να ανοίξω την κουρτίνα μου θα τον δω εκεί. Στο απέναντι παράθυρο, με το ίδιο αμήχανο βλέμμα. Κάθομαι στο κρεβάτι μου. Είναι πολύ πρωί ακόμα, τώρα χαράζει. Είναι το τρίτο βράδυ που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι σαν έντομο που το βασανίζουν παιδιά σε αλάνες. Με πνίγει η ζέστη, η άπνοια, τα προβλήματα, οι λογαριασμοί που δεν έχουν μείνει στην πόρτα αλλά έχουν τρυπώσει με θράσος. Αφήνω το παράθυρο ανοιχτό να μπαίνει το πρώτο φως μέσα στο δωμάτιο. Μέσα στη φωλιά μου. Σε ένα κέλυφος ασφαλείας που έχω δημιουργήσει πλασματικά για να μπορώ να αντιμετωπίζω την πραγματικότητα. Ένα κέλυφος γέρικο. Ένα σπίτι παλιό, σαν το γέρικο σώμα του απέναντι. Και όπως εκείνος κοιτάζει έξω από το παράθυρο, έτσι και το σπίτι αυτό κοιτάζει εμένα. Είναι ζωντανό. Οι τοίχοι με την ταλαιπωρημένη ταπετσαρία με παρακολουθούν μέσα από τα κομμάτια που τους λείπουν, ο ήχος που κάνει το ψυγείο είναι σαν μια ρυθμική αναπνοή με δυσκολίες, το κρεβάτι που τρίζει σε κάθε μου κίνηση είναι σαν να μου θυμίζει ότι δεν είμαι μόνος μου, το καζανάκι που έχει χαλάσει και στάζει, η αποπνικτική ζέστη που βγαίνει από κάθε πλακάκι σαν να δηλώνει ότι υπάρχει κι άλλο ένα σώμα μαζί μου με τις ίδιες ανάγκες και τις ίδιες φθορές. Δεν αντέχει τη ζέστη που πυρώνει τα πάντα. Η φωλιά μου είναι σαν ένας ζωντανός οργανισμός με έναν αδύναμο παλμό που ζορίζεται από το καυτό καλοκαίρι στην Αθήνα. Άλλο ένα καλοκαίρι στην πόλη. Κλείνομαι στο κέλυφός μου για να νιώσω σχεδόν την ασφάλεια της μήτρας. Ξέρω ότι κάνει τα πάντα για να με προστατέψει. Ένας βιολογικός δεσμός με κάθε τι εδώ μέσα. Ένα κέλυφος καταφύγιο. Κάποιες φορές στέκεται περήφανα και με στηρίζει και άλλες φορές με πνίγει και με πιέζει αφόρητα. Ένας μητρικός γόρδιος δεσμός. Κι εκεί πάντα καταφεύγεις για να κρυφτείς από την αλήθεια. Ο απέναντι εξακολουθεί να κοιτάζει στο ίδιο σημείο. Ξημερώνει.

THE SHELL

The man across my flat is at the window and stares. Whenever I look he has the same vacant look lost in the urban backyard. He wears the same white athletic shirt leaving his old shoulders uncovered to get some air. He sets his eyes on something and leaves it there for hours. His own images and thoughts are projected on the same static spot which could be the railings, a dove, the humidity on the wall, the flower pot. Whenever I pull my curtain I will find him there at the opposite window with the same awkward look. I’m on my bed. It’s still dawn, too early. Third night in a row that I can’t sleep. I roll on the bed like an insect being tortured by kids playing in the fields. Heat, stillness, problems, bills that don’t stay by the door but boldly come in, they all choke me. I leave the window open for the first light of the day to get in the room, in my nest. In a safety shell that I have fictitiously created in order to deal with reality. An old shell. An old house like the old man's body across my flat.  And as he looks out of the window the house stares at me in the same way. It is alive. The walls with the worn out wallpaper are watching me through its missing pieces, the sound of the fridge is like a rhythmic respiration facing problems, the toilet flush that’s broken and is leaking, the suffocating heat coming out of each tile stating that there’s another body with me with the same needs and damages. It cannot stand the heat that melts everything. My nest is a living organism in a weak pulse finding it hard to cope with the hot summer in Athens. Another summer in the city. I am sealed in my shell and I almost feel the safety of the womb. I know that it is doing everything to protect me. A biological bond with everything inside here. A shell like a shelter that sometimes proudly stands out and supports me and other times it chokes and pushes me to a point I can’t bear. A maternal Gordian knot. The place you always run to in order to hide yourself from the truth. The man across my flat is still looking at the same spot. The sun is rising.


Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

ΤΟ ΕΚΤΟ ΔΑΧΤΥΛΟ

Είχε άλλες τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Τουλάχιστον τόσο το υπολόγιζε. Μετά θα χανόταν. Ήδη είχε αρχίσει να ατροφεί. Να μικραίνει. Να αποδυναμώνεται. Στις τελευταίες της παραγγελίες το αποτέλεσμα σίγουρα δεν ήταν αυτό που περίμενε η ίδια και οι πελάτες της. Εκείνο το καπέλο δεν είχε βγει με το χιούμορ που ήθελε, εκείνη η ποδιά δεν είχε τη δόση της αυτοεκτίμησης που είχε τάξει κι εκείνο το παλτό σίγουρα δεν είχε την καρτερικότητα που ήθελε να δώσει. Δεχόταν τις παραγγελίες της συγκεκριμένες ώρες και ημέρες. Κάθε Τρίτη και Πέμπτη απόγευμα. Η φήμη της είχε ξεπεράσει τα όρια της πόλης αλλά και των πιο απομακρυσμένων σπιτιών της χώρας. Πολλές φορές δε χωρούσαν στην αυλή της και ευγενικά θα αποχωρούσαν για να δοκιμάσουν την επόμενη φορά. Κι αυτό με απόλυτο σεβασμό και ευγένεια στο πρόσωπό της. Το μυστικό βρισκόταν στο έκτο της δάχτυλο. Ένα τόσο δα διακριτικό δαχτυλάκι στο αριστερό της χέρι δίπλα στο ήδη υπάρχον μικρό. Πάντα φορούσε μια δαχτυλήθρα. Δεν είχε καταλήξει αν με αυτόν τον τρόπο το έκρυβε από τα περίεργα βλέμματα ή το τόνιζε περισσότερο. Πλέον το ένιωθε γυμνό χωρίς αυτήν.  Δεν την έβγαζε ούτε στον ύπνο της. Πάντως όλοι γνώριζαν για το δάχτυλο αυτό. Γι αυτό το λόγο έρχονταν. Για την επαφή. Τους άγγιζε καθώς τους έπαιρνε τα μέτρα και μπορούσε να νιώσει τι τους έλειπε. Για ποιο λόγο ήταν αμήχανοι, νευρικοί, σκυθρωποί, ακόμα και δυστυχισμένοι. Να, για παράδειγμα, στο μαντήλι που θα παρέδιδε απόψε είχε βάλει και λίγα χάδια μπλεγμένα στο γαζί . Το δάχτυλο της είχε νιώσει ότι το σώμα της γυναίκας που είχε απέναντι της είχε στερηθεί την τρυφερότητα. Διάλεξε ένα ωραίο αραχνοΰφαντο ύφασμα, αέρινο με ένα τεράστιο παγώνι στο κέντρο και εκεί διάλεξε να κρύψει δύο αόρατα ακούραστα χέρια να χαϊδεύουν το λαιμό και τα μαλλιά της ανάλογα με τον τρόπο που το φορούσε.
Ή έβρισκε τον τρόπο να βάλει τρεις γύρους ρολογιού στο πέτο του σακακιού εκείνου του άνδρα που του έλειπε ο χρόνος και δεν προλάβαινε να είναι με τους ανθρώπους που αγαπά περισσότερο.
Δε βρισκόταν πάντα εκεί. Όταν ήταν μικρή οι θειάδες της την παίνευαν για τα κρινοδάχτυλά της και της μάθαιναν να πλέκει και να κεντάει. Μην πάνε χαμένα τόσο ντελικάτα άκρα. Να μάθει και την τέχνη. Και την έμαθε και μαζί της έμαθε τα πανιά, τις ίνες, τα μαλλιά. Πήρε και την πρώτη της ραπτομηχανή μεγαλώνοντας. Πέρασε πολλά βράδια πάνω από επιδιορθώσεις. Οι γειτόνισσες της έφερναν να μαντάρει, να φτιάξει το στρίφωμα, να περάσει ένα γαζί και εκείνη μάθαινε τις ιδιοτροπίες των πανιών. Άρχισε να παίρνει σιγά –σιγά τις πρώτες της παραγγελίες για φορέματα, για μαντήλια, για ανδρικά πουκάμισα και γιλέκα. Έφευγε χαράματα να διαλέξει τα υφάσματα και τις κλωστές στην αγορά. Δούλευε με συνέπεια και λεπτομέρεια. Με αγάπη για την κάθε παραγγελία και όλοι μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για τη δουλειά της. Όλοι είχαν να πουν μια καλή κουβέντα για τη λιγομίλητη και μοναχική νεαρή γυναίκα.
Κι ένα μεσημέρι εμφανίστηκε ένα μικρό εξόγκωμα, σα μικρό λοφάκι  στην άκρη του χεριού της. Κάπου θα χτύπησα, σκέφτηκε αλλά δεν ένιωθε πόνο. Οι μέρες περνούσαν και το λοφάκι γινόταν ένα μικρό βουνό, άγριο, ακανόνιστο, αφιλόξενο. Ο φόβος και η αποστροφή έγιναν σιγά - σιγά αποδοχή. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τότε και όχι νωρίτερα. Γενετική ανωμαλία; Θαύμα της φύσης; Μήπως τιμωρία; Ό,τι κι αν ήταν το δέχτηκε. Και αυτό σαν να είχε δική του προσωπικότητα ανταπέδωσε το θερμό χαιρετισμό. Της χάρισε μια διαύγεια, μια διορατικότητα ως προς τους άλλους ανθρώπους. Ένιωθε όλα τους τα θέλω, όλα αυτά που τους έλειπαν και όλα αυτά που τους κρατούσαν πίσω από το να είναι πραγματικά ευτυχισμένοι.
Προσπαθούσε να τους τα προσφέρει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Γνωρίζοντας όλα τα υφάσματα πλέον άριστα, μπορούσε να κρύβει μέσα τους όλα εκείνα τα ανθρώπινα συστατικά. Ήξεραν όμως ότι τα δώρα αυτά δε θα κρατούσαν για πάντα. Ένα μαντήλι με χάδια κάποτε θα ξέφτιζε και ο ιδιοκτήτης του θα έπρεπε να έχει μάθει να ζει χωρίς αυτό πλέον. Να έχουν ήδη αλλάξει τη ζωή τους προς την οδό της ευτυχίας. Άλλοι με δυσκολία. Άλλοι με δυσπιστία, άλλοι με ανασφάλεια, άλλοι με θυμό, όλοι όμως με ευγνωμοσύνη.
Έπρεπε να βιαστεί. Τον τελευταίο καιρό το ένιωθε να χάνει τη δύναμή του. Το μικρό έκτο δάχτυλο γινόταν πάλι ένα μικρό λοφάκι, έτοιμο να το ρουφήξει το δέρμα. Έπρεπε να βιαστεί να τελειώσει τις παραγγελίες, να φανεί συνεπής μέχρι τέλους απέναντι σε όλους εκείνους που είχαν έρθει να τη δουν από τόσο μακριά. Υπολόγιζε τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Τουλάχιστον έτσι πίστευε.

THE SIXTH FINGER

She had three more days and nights. At least that’s how much she thought. Then it would disappear. It had already started to weaken. Το get smaller. Lose its power. The result wasn’t surely what she and her clients expected on her last orders. That hat didn’t come out with the humor she wanted, that apron didn’t have that dose of self-esteem she had promised and that coat definitely lacked the patience she wanted to give. She would take the orders on specific days and hours of the week. Every Tuesday and Thursday afternoon. Her fame had surpassed city limits and even the more remote houses of the country. People would often be too many to fit in her yard and would kindly leave only to come again next week. In total respect and kindness towards her. The secret was in her sixth finger. A tiny little finger in her left hand next to her small one. She always wore a thimble. She hadn’t decided whether she hid it from the curious glances in that way or emphasized it. She now felt it naked without it. Even in her sleep she would still wear it. Everyone knew about that finger. That is why they would come to her. For the contact. She touched them as she measured them and she could sense what they missed. Why they were awkward, nervous, gloomy or even unhappy. For instance, she had put some caresses in the stitch of the scarf she was to deliver tonight. Her finger had felt that the female body in front of her had been deprived of all caresses. She chose a fine thin fabric with an enormous peacock it the centre. That’s where she chose to hide two invisible tireless hands caressing her neck and hair depending on how she wore it.
Or she would find a way to put three more clock rounds in the lapel of that man's jacket who was always short of time and couldn’t be with the ones he loved the most. 
It wasn’t always there. When she was a kid her aunts praised her fine fingers and taught her to knit and embroider. Such a shame for them to be wasted. She also learned the fabrics and the cloths. She bought her first sewing machine as she grew older and she spent a lot of nights over repairs. The neighbors brought her clothes for a stitch or a hem and she learned the fabrics secrets. She started to have her first orders for dresses, scarves, men’s shirts and vests. She would leave at dawn to go to the market to choose fabrics and threads. She worked in a consistent and detailed way. She loved every order and they all spoke very highly of her work. Everyone had something positive to say for that lonely young woman.
An afternoon a small protuberance appeared on the edge of her hand, like a small hill. I must have hurt it somewhere, she thought but she felt no pain. Days passed and the small hill was becoming a small mountain. Rough, sharp and hostile. Fear and repulsion gradually became acceptance. She couldn’t understand why then and not earlier. Genetic disorder? Miracle of nature? Punishment perhaps? Whatever it was she accepted it. It repaid the warm greeting as if it had a personality of its own. It gave her clarity, an insight as to other people. She could feel what they wanted, what they missed and what held them from being truly happy.
She tried to offer them all these in the best way. Aware of all fabrics, she could hide in them all those human ingredients but people knew that these gifts wouldn’t last forever. A scarf full of caresses would eventually ravel and its owner would have to learn to live without it by then. They would have changed their lives towards the path of happiness. Some people would do it with difficulty, others in disbelief, insecurity, anger but all in great gratitude.
She had to hurry up. Lately she felt it was losing its power. The small sixth finger was becoming a small hill again, ready to be sucked up by skin. She had to hurry up and finish her orders. She had to show consequence to all those people visiting her from far away. She estimated three days and three nights or at least she thought so.

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ

Ακολουθεί αυτή τη μυρωδιά. Που δεν ξέρει τι είναι αλλά νεκρώνει σχεδόν τα ρουθούνια του και μουδιάζει το σώμα του. Υπνωτισμένος βαδίζει προς τα εκεί. Προς την πηγή. Προς αυτό που γαργαλάει σκανταλιάρικα τη διάθεσή του. Είναι η νύχτα. Είναι η συγκεκριμένη νύχτα της εβδομάδας που τη νιώθεις διαφορετική. Άνοιξη στην πόλη. Φώτα, ενέργεια, βλέμματα, ερωτισμός, νεραντζιές ανθισμένες. Είναι η νύχτα του. Θα τριφτεί στις γυμνές γάμπες των γυναικών, θα ζητιανέψει εκβιαστικά σχεδόν τα χάδια των απαλά αρωματισμένων χεριών  αλλά και των πιο αθώων και άγουρων με φαγωμένα νύχια, θα νιώσει τρυφερές προσφωνήσεις να βγαίνουν από έντοναβαμμένα χείλη ίσως πρόσφατα φιλημένα, μόνο για εκείνον.

Θα πάρει στο κατόπι θηλυκά τετράποδα που δεν του δίνουν καμία σημασία αλλά και μυστηριώδη, μοναχικά δίποδα που θα του μιλήσουν σχεδόν στοργικά. Θα κουνήσει με ενθουσιασμό την ουρά του στις τυχοδιωκτικές συναντήσεις με ανυπεράσπιστες γάτες σε σκοτεινά σοκάκια. Όλα είναι εκεί έξω. Παρέες στους δρόμους, φρέσκοι άνθρωποι που σουλατσάρουν, δειλά αγγίγματα σε πρώτα ραντεβού, γέλια, εκτόνωση, κουβέντες που έχουν μόνο αρχή αλλά όχι και τέλος. Σάββατο βράδυ στην πόλη που είναι το σπίτι του, οι εφήμεροι έρωτες του, οι αλητείες του, το φαγητό που βρίσκει ή που τουλάχιστον ξέρει πού πρέπει να πάει για να του χαριστεί, το υπαίθριο στρώμα του, ο δρόμος πουδεν σταματάει πουθενά. Και είναι αυτός ο ίδιο δρόμος που μοιράζεται πλέον. Αυτοσχέδια στρώματα από χαρτόνι και φθαρμένες κουβέρτες, άνθρωποι αόρατοι που θα κοιμηθούν σφιχτά κρατώντας τον για ζεστασιά και παρέα, πολλές φορές και για να διώξουν το φόβο. Αναζήτηση μικρών θησαυρών στους κάδους σκουπιδιών με ή χωρίς αξιοπρέπεια. Σκοτεινά  αδιέξοδα βλέμματα. Αδέσποτοι άνθρωποι όπως κι αυτός. Σάββατο βράδυ στην πόλη που αλλάζει συνήθειες και εικόνες αλλά όχι μυρωδιά. Όλα είναι εκεί έξω.



SATURDAY NIGHT

He’s following that smell. He doesn’t know what it is but it kills his nostrils and numbs his body. He’s moving towards it like hypnotized. Towards the source. To what tricky tickles his mood. It’s the night. It is that specific night of the week that you feel it different. Spring time in the city. Lights, energy, glances, sensuality, bitter orange blossom. It is his night. He will rub himself at the naked women’s legs, he will almost beg for the caresses of slightly scented hands or even the more innocent ones with the bitten nails. He will feel the tender callings coming out of the vividly colored lips, maybe recentlykissed, only for him.
He will follow four legged females who don’t give a damn about him but also mysterious, lonely two leggedones who will talk to him with affection. He will enthusiastically shake his tail when he adventurously finds helpless cats in dark alleys. Everything is out there. Friends in the streets, youngsters strolling, shy toucheson first dates, laughs, defusing, talks that have a beginning but not an end. Saturday night in the city he calls home with his ephemeral loves, his vagrancies, thefood he finds or at least he knows where to go to be served, his outdoor mattress, the never ending road. And it is that same road that he gets to share now. Homemade carton mattresses and used blankets, invisible people that will go to sleep tightly holding him for warmth andcomfort. Some times to even draw fear away. Looking for small treasures in garbage cans with or without dignity. Dark helpless looks. Stray people just like him. Saturday night in the city that changes its habits and images but not the scent. Everything is out there.

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ

Κρατούσε την κούπα του καφέ λες και ήταν αγαπημένο σώμα γυναίκας. Τα δάχτυλα του καίγονταν αλλά εξακολουθούσε να τη σφίγγει. Πρώτη ρουφηξιά από το τσιγάρο. Το πρώτο της ημέρας. Κυριακή ξημερώματα στη μικρή του κουζίνα, με θέα τον ακάλυπτο και το πρώτο φως που χαράζει λίγη αισιοδοξία. Το τελευταίο του τσιγάρο στο πακέτο. Δεν είχε σκοπό να αγοράσει άλλο μέχρι το τέλος της εβδομάδας. Κάθε του ρουφηξιά ήταν αχόρταγη, άγριαστα όρια της αδέξιας. Έβλεπε τον καπνό να αιωρείται μέχρι τα απέναντι μπαλκόνια. Σκονισμένα κάγκελα, μπουγάδες, μισοξεραμένοι βασιλικοί. Να τρυπώνει στις γρίλιες των  κλειστών  πατζουριών. Κρεβατοκάμαρες που κρύβουν αγκαλιές, παράθυρα κουζίνας με αγουροξυπνημένα και αχτένιστα κεφάλια που κουτουλάνε στα ντουλάπια ψάχνοντας για το βάζο με τη ζάχαρη. Χουζούρι που σκεπάζει σκέψεις και διαθέσεις. Κυριακάτικο πρωινό στην πόλη. Μέσα στη νεκρική σιωπή από μακριά ο ρυθμικός ήχος της  καμπάνας. Τώρα πια την είχε συνηθίσει ακόμα κι αυτή. Όπως είχε συνηθίσει να βλέπει να συσσωρεύονται οι λογαριασμοί καρφιτσωμένοι στην πόρτα του ψυγείου. Μαζί με αυτούς να πολλαπλασιάζονται τα άγχη και οι φοβίες του.
Κυριακή πρωί. Εκείνη κοιμόταν ακόμα στο κρεβάτι του με τα σεντόνια να χαϊδεύουν με αναίδεια το γυμνό της σώμα  και τα μαλλιά της να μπλέκουν στο πρόσωπό της και στην αθόρυβη ανάσα της. Άνοιξη στην πόλη. Χωρίς πολλά λεφτά. Αλλά και πότε υπήρξαν πολλά;  Έμεινε στο μικρό του μπαλκόνι για όσο κρατάει ένα τσιγάρο. Χάζεψε λίγο ακόμα έξω το αστικό τοπίο και πιο πολύ μέσα του. Πείσμα για όλα εκείνα που θα έρθουν αλλά και μια λαχτάρα για πρωινά φιλιά. Τελευταία ρουφηξιά. Έσβησε το τσιγάρο του, άλλη μια γουλιά καφέ και γρήγορα μέσα, να κουρνιάσει δίπλα στο ζεστό της σώμα.

SUNDAY MORNING

He held his cup of coffee as if it were a beloved body of a woman. Though his fingers were burning he still held it. First smoke of a day. Sunday morning in his small kitchen overlooking the urban backyard with the first light glowing a bit of hope. Last cigarette in the packet. He didn’t intend to buy another one till the end of the week. Every puff was wild, greedy almost clumsy. He saw the smoke floating to the opposite balconies. Dusted railings, laundries and almost dead basils. He watched it sneak into sealed blinds. Bedrooms full of hugs, kitchen windows with just woke up and uncombed people bumping on the cupboards looking for the sugar jar. Snoozing that covers up thoughts and moods. Sunday morning in the city. The rhythmic church bell sound coming from far away in the deathly silence. He was now used to it. He was also used to the pile of bills on the door of his fridge. And they multiplied as long as his anxieties and fears.
Sunday morning. She was still sleeping in his bed with the sheets rudely caressing her naked body and her hair getting in her face and in her breathing. Spring time in the city. Not much money in the pocket. But were there ever enough? He stayed out at his small balcony for as long the cigarette lasted. He gazed the external urban scenery and his internal one. Stubbornness for all things to come and a lust for morning kisses. Last puff. He put out his cigarette, had another coffee sip and hurried inside to lay down beside her.