Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sensuality. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sensuality. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

THE FOUR LANTERNS - THE LATE SENSUAL DIONAEA

«Ναι, περάστε», είπε η Διωναία, καθώς έβαζε άλλη μια στρώση πράσινου και κόκκινου μέικ απ για να τονίσει τα σωστά σημεία.
Ο Αλφρέδος άνοιξε την πόρτα και μπήκε διακριτικά, κρατώντας έναν ασημένιο δίσκο με δύο πιάτα.
«Έφερα το φαγητό σας, Διωναία. Φθινοπωρινά φύλλα και δροσερές ρόγες σταφυλιού. Πήρα την πρωτοβουλία να προσθέσω και λίγα φύλλα βελανιδιάς, τα οποία και μάζεψα προσωπικά ερχόμενος στο ξενοδοχείο», είπε και ένιωσε τα μάγουλα του να κοκκινίζουν από ντροπή.
«Ω, καλέ μου Αλφρέδο, πάντα καταφέρνεις να με συγκινήσεις με τους τρόπους σου».
«Σας αφήνω να ετοιμαστείτε για το σόου. Λυπάμαι πολύ που δε θα μπορέσω να σας απολαύσω απόψε.»
 «Να σου ζητήσω να μείνει μεταξύ μας το περιεχόμενο των πιάτων;» τον ρώτησε με αγωνία.
«Δε χρειάζεται να αγχώνεστε για τα αυτονόητα. Κανείς δε γνωρίζει τίποτα για την κατάστασή σας», είπε και έκλεισε το ίδιο διακριτικά την πόρτα πίσω του.
Η Διωναία δεν μπορούσε σχεδόν να το πιστέψει. Είχαν περάσει τα χρόνια και είχε έρθει η στιγμή να ανέβει στη σκηνή του υπαίθριου ετήσιου φεστιβάλ της Μπρενανσόν για να τραγουδήσει και να εισπράξει τα άφθονα χάδια και αγγίγματα των θεατών για τελευταία φορά.  Δεν ήταν το ίδιο λαχταριστό σαρκοφάγο φυτό με την αισθησιακή φωνή και τα γυναικεία νάζια που αναστάτωνε τα πλήθη. Ήταν πια είκοσι οκτώ χρονών. Κι όσο κι αν φρόντιζε τον εαυτό της, ναι, τα σημάδια του γήρατος είχαν εμφανιστεί. Έπεφτε συχνά σε φθινοπωρινές νάρκες και έβαζε να της κλαδέψουν τα λευκά της άνθη για να συγκρατεί την ενέργειά της. Δεν ήταν αρκετό. Τον τελευταίο καιρό είχε συμβεί το μοιραίο.  Η όρεξή της για μικρά έντομα είχε εξαφανιστεί. Από εκεί που απολάμβανε πραγματικά τα μυρμήγκια και τις μικρές αράχνες κάθε βδομάδα, τώρα δεν μπορούσε ούτε να τα μυρίσει, πόσο μάλλον να τα παγιδέψει στα φύλλα της. Σε ένα διάστημα τριών μηνών είχε χάσει το ενδιαφέρον ακόμα για και τις ζουμερές ακρίδες, που ήταν κάποτε το ιδανικό σνακ.  Στην αρχή είχε χάσει πολλά κιλά και η ζουμερή της σιλουέτα είχε συρρικνωθεί. Τα φύλλα της είχαν ξεθωριάσει και η φωνή της είχε γίνει άτονη. Αναγκάστηκε να ακυρώσει επτά συναυλίες. Δεν μπορούσε να εμφανιστεί έτσι ευάλωτη στο κοινό  που τη λάτρευε για τη ζεστασιά της και την αισθαντικότητά της. Σε κάθε της σόου, όλοι της χάιδευαν τα φύλλα και ανατρίχιαζαν με τον ιδιαίτερο χορό της. Φώναξε τον οικογενειακό της γεωπόνο και του εμπιστεύθηκε την ανησυχία της. Ο γιατρός την εξέτασε προσεκτικά και την έβαλε να περάσει από ένα σωρό τεστ. Όταν είχε τις απαντήσεις, της μίλησε ειλικρινά:
«Αν σου αφαιρέσω τα τριχίδια από το εσωτερικό μέρος των φυλλωμάτων σου, θα τα πας μια χαρά. Θα γλιτώσεις από μελλοντικά προβλήματα υγείας, θα δυναμώσεις αλλά θα υπάρχει μια σοβαρή παρενέργεια. Από διάσημο σαρκοφάγο φυτό, θα είσαι ένα φυτό που θα τρέφεται με φυλλώματα και καρπούς με μειωμένη λίμπιντο. Η απόφαση είναι δική σου.»
Η Διωναία δέχτηκε εφόσον επρόκειτο για την υγεία της. Βέβαια, της ήταν τρομερά δύσκολο να αποδεχτεί ότι μεγάλωνε και δε θα ήταν το ίδιο ποθητή. Είχε στηρίξει όλη της την καριέρα πάνω σε αυτό. Στη συνείδηση όλων ήταν το ανθρωπόμορφο σαρκοφάγο φυτό με τις χυμώδεις καμπύλες και τη διάχυτη σεξουαλικότητα. Απόψε ήταν μια σταρ που εξαργύρωνε την περσόνα της στην τελευταία της παράσταση. Έκλεινε την αυλαία με μια διάθεση να τους αποχαιρετήσει και να τους ευχαριστήσει. Τόσο καιρό υποκρινόταν τον παλιό της καλό εαυτό αλλά χωρίς επιτυχία. Σεβόταν τον εαυτό της ακόμα για να το συνεχίσει. Το γεγονός ότι ήταν πια χορτοφάγος, όμως, το κρατούσε για εκείνη. Το τελευταία μυστικό της.
Χτύπημα στην πόρτα.
«Διωναία, σε είκοσι βγαίνετε. Sold out απόψε. Το αυτοκίνητο θα είναι εδώ σε πέντε».
Είχε αποφασίσει να πέσει σε νάρκη διαρκείας αυτό το φθινόπωρο. Αν ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος της, ας κέρδιζε λίγο ακόμα μέχρι να συμφιλιωθεί μαζί του. Το μακιγιάζ  της ήταν άψογο. Τσιμπολόγησε τις ρόγες σταφυλιού. Sold out απόψε.

THE FOUR LANTERNS - THE LATE SENSUAL DIONAEA


“Come in” Dionaea said as she put on another layer of green and red make- up to highlight the right spots.
Alfred opened the door and entered discretely, holding a silver tray with two plates.
“I brought your dinner, Dionaea. Autumn leaves and cool grapes. I took the initiative to add some oak leaves, which I picked up on my way to the hotel” he said with his cheeks flushed.
“My dear Alfred, I am always moved with your manners.”
“I will let you get ready for the show. I am terribly sorry I won’t be able to enjoy it tonight.”
“Could you keep a secret the content of the plates?” she asked with anxiety.
«You don’t have to worry about it. Nobody knows anything about your situation” he said and he discretely closed the door behind him.
Dionaea could hardly believe it. The years had passed and now the time had come to stand on the stage of Brenanson’s annual outdoor festival to sing and collect the abundant caresses of the audience for the last time. She was not the same delightful carnivorous plant with the sensual voice and the female tricks that turned on the crowd. She was now twenty- eight years old. And no matter how much she took care of herself, the signs of age had appeared. She would often hibernate in the fall and have her branches pruned with her white flowers to keep her energy. It was not enough. Lately, what she called fate had found its way into her life. Her appetite for small insects had disappeared. She used to really enjoy the ants and the small spiders each week and now she could not even stand the way they smelled, let alone trap them into her leaves. Within three months, she had lost her interest even for the juicy grasshoppers, which they once were the ideal snack. At first, she lost a lot of weight. Her silhouette was slimmed. Her leaves and her voice had become weak. She had to cancel seven shows. She could not appear so vulnerable to her audience who adored her for her warmth and sensuality. In every show, everyone caressed her leaves and shivered with her special dance. She called her family agronomist and opened up to him about her concern. The doctor carefully examined her and had her go through several check-ups. When he had the results, he talked to her frankly:
“If I remove the small hairs from the inside of your foliage, you will be just fine. You will skip any future health problems, you will get strong but there will a serious side effect. You won’t be a famous carnivorous plant anymore, you will become a plant that will feed on foliage and fruits with reduced libido. The choice is yours.”
Dionaea accepted since it was concerning her health. Of course, it was extremely difficult for her to accept that she was getting older and she wouldn’t be that desirable any more. She had supported her whole career on that. In everyone’s heart she was the anthropomorphic carnivorous plant with the juicy shape. Tonight she was the star who cashed out her persona on her last show. She would withdraw with the urge to satisfy them and thank them. She pretended all this time her good old self with no success. She still respected herself to keep on doing it. The fact that she was a vegan, though, was kept to herself. Her last secret. There was a knock on the door.
“Dionaea, you are on in twenty minutes. Sold out tonight. The car will be here in five minutes.”
She had decided to go into a long term hibernation this fall. Since time was not on her side, she could win some more until she reconciled with it. Her make-up was perfect. She had some grapes. Sold out tonight.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 6: ΤΟ ΣΟΥΤΙΕΝ ΤΗΣ ΑΝΝΑΜΠΕΛ


«Βγήκε καλή;» ρώτησε η Σύλβια, κόβοντας ταυτόχρονα και το δικό της κομμάτι.
«Μη ρωτάς τα αυτονόητα. Πάντα βγαίνει καλή», της απάντησε ο Χάρης μπουκωμένος.
«Πρόσεχε βρε λαίμαργε, καίει ακόμα», του είπε η Σύλβια κολακευμένη.
«Αυτό είναι κάτι που δε με εμποδίζει και στο έχω αποδείξει», της είπε και σέρβιρε λίγο καφέ στα φλιτζάνια τους. 
Ήταν Κυριακή πρωί και το σπίτι ήταν ακόμα ήσυχο. Η μυρωδιά της μηλόπιτας θα έφερνε σε λίγο τα δίδυμα και τον Τζόναθαν που θα στριμώχνονταν να σερβιριστούν. Η Μπράνκα κοιμόταν πάντα βαριά και ούτε η πίτα της Σύλβια δεν ήταν ικανή να τη σηκώσει από το κρεβάτι.  Ήδη το κομμάτι της ήταν στο μικρό κίτρινο πιατάκι και θα της το πήγαινε ο Χάρης σε λίγο. Του άρεσε να κουβεντιάζει με τη Σύλβια τα πρωινά αυτά, όπου άκουγες και τον παραμικρό θόρυβο του σπιτιού. Ο ρυθμικός ήχος του ψυγείου, τα τριξίματα των παλιών σωληνώσεων, ο ήχος από τα μηχανάκια που περνούν στο δρόμο, το νερό που είναι έτοιμο στο βραστήρα, σαν να έπαιρναν μέρος στις, έτσι και αλλιώς σύντομες, συζητήσεις του Χάρη. Τη Σύλβια τη συμπαθούσε. Ήταν πάντα με μια ζεστή κουβέντα κι ένα τσιγάρο στο στόμα. Όλο έλεγε ότι θα το κόψει αλλά ποτέ δεν το προσπαθούσε. Ήταν πολύ προσεκτική στα λόγια της και είχε πολύ ωραίο χιούμορ.
« Πώς πάει η βάρκα; Τελειώνει η αναστήλωση; Με ζαλίζει τα βράδια για την ανοιξιάτικη περιοδεία σας», τον ρώτησε ανάβοντας ένα τσιγάρο.
«Είναι σχεδόν έτοιμη, από ότι καταλαβαίνω», της είπε καθώς μάζευε με το δάχτυλό του τα τελευταία ψίχουλα από την πίτα και τα έγλειφε.  
«Ούτε κι εκείνος καταλαβαίνει πολλά, μόνο τη φυγή θέλει, όπως κι εσύ κατά βάθος», του είπε συνωμοτικά και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια, φυσώντας δαχτυλίδια καπνού.
Ο Χάρης της χαμογέλασε αμήχανα και σηκώθηκε με το κομμάτι της Μπράνκα. Κυριακή σήμαινε χουζούρι. Οι σχέσεις τους είχαν αποκατασταθεί για άλλη μια φορά και απολάμβανε το ζεστό της κορμί και τα μεσογειακά της καπρίτσια, μέχρι τον επόμενο αντίστοιχο καυγά. Ευχαρίστησε τη Σύλβια για τη μηλόπιτα και την άφησε να κοιτάζει τα χαρτάκια  με τις γιαπωνέζικες φράσεις που της υπαγόρευαν οι φοιτητές. Τώρα πλέον τις έγραφε για να τις θυμάται αλλά και πάλι δυσκολευόταν να τις συγκρατήσει. 
Είχε περάσει περίπου ένας μήνας από το τελευταίο ταξίδι στο χρόνο. Ο Χάρης είχε δυσκολευτεί πολύ να δεχτεί το πώς χειρίστηκε το θέμα με τον πατέρα του. Τον έτρωγε που έφτασε η κατάσταση μέχρι εκεί και ένιωθε το ίδιο μετέωρος με πριν. Αυτή τη φορά και περισσότερο γιατί, από εδώ και πέρα, δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για το παρελθόν του. Δεν ήξερε τι είχε συμβεί μετά, άρα δεν ήξερε πώς είχε κυλήσει η ζωή του μέχρι σήμερα. Από τη μια ανυπομονούσε για την επόμενη επιστροφή για να δει την εξέλιξη, αλλά από την άλλη ήταν τρομοκρατημένος για τις αντιδράσεις του πλέον. Ήταν σαν να συγκατοικούσε στο σώμα του με κάποιον που δε γνώριζε καθόλου πια και όλο αυτό του δημιουργούσε φοβερή ανασφάλεια. Φοβόταν τον εαυτό του για τα λάθη που είχε  κάνει σε όλες τι διαστάσεις του χρόνου. Συνέχιζε την καθημερινότητά του αλλά το μυαλό του ήταν αλλού τις περισσότερες φορές. Έβρισκε παρηγοριά στην επαφή με την Μπράνκα αλλά και πάλι δεν μπορούσε να μοιραστεί μαζί της τίποτα από όλα αυτά. 
Άνοιξε την πόρτα του δωματίου προσεκτικά για να μην την ξυπνήσει. Άκουγε τη ρυθμική της αναπνοή. Ξεντύθηκε, άφησε το πιάτο με τη μηλόπιτα στο κομοδίνο και ξάπλωσε δίπλα της. Της χάιδεψε απαλά την πλάτη και τότε εκείνη, σαν επιδέξια γάτα, γύρισε νωχελικά προς το μέρος του και άνοιξε τα μάτια της. Ο Χάρης σάστισε τόσο πολύ που παραλίγο να πέσει από το κρεβάτι. Όσο απίστευτο κι αν του φαινόταν, είχε γυρίσει πίσω στο χρόνο. Από τη μια στιγμή στην άλλη, το δωμάτιο αυτό δεν ήταν το δωμάτιό του. Από μέσα ακούγονταν τραγούδια δυνατά και φωνές αγοριών και κοριτσιών. Ο ίδιος ήταν δεκατεσσάρων χρονών και η γυναίκα στο κρεβάτι του δεν ήταν η Μπράνκα, αλλά η Άνναμπελ, ο παιδικός του έρωτας. Είναι στο πάρτι γενεθλίων της και είναι στο κρεβάτι της!
Πώς τη θυμόταν αυτή τη βραδιά! Μετρούσε τις μέρες στο σχολείο να έρθει το Σάββατο. Η Άνναμπελ, το πιο όμορφο κορίτσι της τάξης του, που το πολιορκούσαν όλοι αλλά εκείνη είχε μάτια μόνο για το Χάρη, με τα σπυράκια και τις ατελείωτες φαντασιώσεις ενός εφήβου. Μικροκαμωμένη, με ξανθά μαλλιά και λίγες φακίδες και, φυσικά, ένα υπέροχο κορμί που τον βασάνιζε τα βράδια. Είχε καλέσει όλη την τάξη στο σπίτι της. Θα έλειπαν οι γονείς της  και παρών θα ήταν μόνο ο μεγαλύτερος αδερφός της να επιβλέπει την κατάσταση. Θυμόταν ότι είχε δυσκολευτεί μπροστά στον καθρέπτη να στρώνει τα έτσι και αλλιώς ατίθασα μαλλιά του, να παρφουμαρίζεται και να διαλέγει το σωστό πουκάμισο. Ήθελε να της αρέσει , ήθελε να τη σφίξει όταν θα χορεύανε στα σκοτεινά, ήθελε να τη φιλήσει παραπάνω από τα φιλιά που δίνανε στο άδειο γυμναστήριο στο σχολείο, ήθελε να την αγγίξει, ήθελε να κάνει τόσα πολλά που φανταζόταν τα βράδια και τον κρατούσαν ξάγρυπνο και με καρδιοχτύπια. Και φυσικά οι ίδιες ακριβώς εικόνες ήταν και το πρώτο πράγμα που σκεφτόταν όταν άνοιγε τα μάτια του τα πρωινά. Το σώμα του είχε ξυπνήσει μαζί της και ήθελε να εκμεταλλευτεί αυτήν τη βραδιά, έστω και με το φόβο του μεγάλου της αδερφού. Ήθελε να πάει ένα βήμα παραπάνω αυτή τη φορά.
Και είχε φτάσει η μεγάλη στιγμή που χτύπησε το κουδούνι της και η Άνναμπελ, πιο όμορφη από ποτέ, άνοιξε την πόρτα και του είπε να περάσει. Φορούσε ένα σιέλ φόρεμα και ανατρίχιασε όταν είδε το λευκό της σουτιέν να διαγράφεται κάτω από το λεπτό ύφασμα. Τα εφηβικά της στηθάκια ήταν εκεί και τον προκαλούσαν. Πέρασε στο σαλόνι και ήδη είχαν φτάσει αρκετοί συμμαθητές του που χόρευαν κάτω από τα πολύχρωμα μπαλόνια που είχαν μείνει μετέωρα στο ταβάνι. Ο αδερφός της ήρθε να τον χαιρετήσει και η Άνναμπελ του σέρβιρε έναν μηλίτη, τον οποίο ο Χάρης βρήκε πολύ κοριτσίστικο αλλά υποκρίθηκε τον ενθουσιασμένο για να την κάνει να νιώσει όμορφα. Χόρεψε, γέλασε, έφαγε τυροπιτάκια και τραγούδησε το τραγουδάκι όταν έσβηνε τα κεράκια της στην ολόλευκη τούρτα. Ήταν πάλι πιτσιρίκος και απολάμβανε πραγματικά την έξαψη που ένιωθε, αυτή τη φλόγα που, αν καθυστερούσαν λίγο ακόμα τα μπλουζ, θα τον έκαιγε ειδικά εκεί ανάμεσα στα πόδια του. 
Την αγκάλιασε σφιχτά και άρχισαν να χορεύουν ένα τραγούδι της εποχής. Τα μαλλιά της μύριζαν άνοιξη και όσο την κρατούσε στο στέρνο του και ένιωθε το στήθος της να κολλάει πάνω του, τρελαινόταν από πόθο πρωτόγνωρο που δεν μπορούσε να διαχειριστεί. 
«Μπορούμε να μείνουμε μόνοι για λίγο να σου δώσω το δωράκι σου;” τη ρώτησε δειλά, έχοντας τον αδερφό της απέναντί τους.
«Μμμμ, ναι για λίγο, μπορούμε να ανέβουμε στο δωμάτιό μου», του ψιθύρισε συνωμοτικά στο αυτί.
Δεν κοίταξε καν το δωμάτιο γιατί επιτέλους ήταν μόνος μαζί της. Δεν πρόσεχε τίποτα άλλο παρά το λευκό της σουτιέν. Η καρδιά του ένιωθε ότι θα έσκιζε το πουκάμισό του. Τα χέρια του είχαν ιδρώσει, καθώς έβγαζε από την τσέπη του ένα ταλαιπωρημένο κουτάκι. Της φόρεσε στο λεπτό της καρπό ένα βραχιολάκι που χαιρόταν που ξαναέβλεπε τώρα γιατί το είχε ξεχάσει με τα χρόνια. Ήταν μια διακριτική αλυσίδα με μια κόκκινη πασχαλίτσα κοντά στο κούμπωμα. Θυμόταν ότι φύλαγε το χαρτζιλίκι του για να της το πάρει. Η Άνναμπελ ενθουσιάστηκε και τον φίλησε. Αχ, τι ωραία αίσθηση είχε αυτό το φιλί της! Τα χείλη της ήταν βελούδινα και η γλώσσα της γατίσια και λίγο αδέξια. Η αγκαλιά κράτησε παραπάνω από όσο συνήθιζαν και την οδήγησε στο κρεβάτι της. Παραμέρισε λίγο τα φουσκωτά της μαξιλάρια, τι περίεργο να έχει τόσα ενώ ο ίδιος είχε μόνο ένα στο κρεβάτι του, και την έσφιξε στην, έτοιμη να εκραγεί, αγκαλιά του χωρίς να σταματήσει αυτά τα φιλιά που τον αναστάτωναν λες και τον περνούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Τα χέρια του πέρασαν από τα μαλλιά της και τα μάγουλά της κι άρχισαν να κατεβαίνουν στο λαιμό της και να νιώθουν το ζεστό της δέρμα. Τη φιλούσε και η εικόνα του λευκού της σουτιέν στο μυαλό του τον προκαλούσε. Ήθελε να της χαϊδέψει τα μικρά της στήθη και να ανοίξει το σουτιέν, το εμπόδιο που έμπαινε ανάμεσα τους. Τα δάχτυλά του γλίστρησαν στο σεμνό της ντεκολτέ και άκουσε έναν μικρό αναστεναγμό. Και το δικό της το σώμα είχε ηλεκτριστεί όσο και το δικό του. Της ξεκούμπωσε τα δύο κουμπάκια κοντά στο γιακά και τα δάχτυλά του τώρα τρύπωσαν στο σώμα της. Πόσες βραδιές το είχε φανταστεί αυτό και πόσες φορές τα χέρια του κατέβαιναν στο ατίθασο όργανο της ανεξέλεγκτης του σεξουαλικότητας! Και τώρα το ζούσε και δε χόρταινε αυτή τη γλυκιά αίσθηση. Στην πραγματικότητα, ο Χάρης είχε σταματήσει εκεί και δεν είχε προχωρήσει. Το σουτιέν της Άνναμπελ είχε παραμείνει το φυσικό της απόρθητο οχυρό. Πολλές φορές είχε ξαναγυρίσει στη μνήμη του ο κοινός τους φόβος για τον μεγαλύτερο αδερφό που τριγύριζε στο σπίτι ή απλά η δική του δειλία. Τώρα όμως ήταν ένας άντρας στο κορμί ενός δεκατετράχρονου που ξαναζεί αυτή τη μαγική στιγμή με την πιτσιρίκα που είχε ερωτευτεί για πρώτη φορά. Ναι , δεν υπήρχε περίπτωση να δειλιάσει. Για μια στιγμή μόνο αμφιταλαντεύτηκε ως προς το ηθικό κομμάτι, γιατί στην πραγματικότητα ήταν όντως ένας ενήλικας στο κρεβάτι με μια ανήλικη, αλλά αυτός ο προβληματισμός πρέπει να κράτησε πολύ λίγο. Δεν όριζε η λογική το σώμα και τις κινήσεις του.
Τα δάχτυλά του σύρθηκαν απαλά στη πλάτη της και σταμάτησαν στην κόπιτσα του σουτιέν. Θα σταματούσε αν τον σταματούσε, αλλά κι η ίδια φαινόταν να θέλει τα χάδια του όσο κι αυτός. Η κόπιτσα δεν του αντιστάθηκε και τα σφιχτά της στήθη έμειναν ελεύθερα για να τα αγγίξει. Υπέροχα, σαν άγουρα μικρά εξωτικά φρούτα στα χέρια του. Φίλησε τις σκληρές της ρώγες, καθώς εκείνη τον έσφιγγε στην αγκαλιά της και τον χάιδευε αμήχανα στην πλάτη και το στέρνο. Το σώμα του είχε πάρει φωτιά και ήξερε ότι δε θα μπορούσε να ελέγξει τίποτα για πολύ ακόμα. 
Ξαφνικά, η Άνναμπελ, πάγωσε. «Πρέπει να ανεβαίνει ο αδερφός μου», είπε και τινάχτηκε κι άρχισε να κουμπώνεται και να φτιάχνει το φόρεμά της. Ο Χάρης με τα μάγουλά του αναψοκοκκινισμένα, είπε σαστισμένος: «Μα εγώ δεν άκουσα κάτι, μόνο τη μουσική από κάτω», και άρχισε να ισιώνει το πουκάμισό του που το μισό ήταν έξω από το παντελόνι του.
«Κι όμως, ανεβαίνει, βιάσου, δε θέλω να μας βρει έτσι», και τον άρπαξε από το χέρι. Συναντήθηκαν στα σκαλιά. Ο μεγάλος αδερφός τούς άφησε να κατέβουν τα σκαλιά χωρίς να τους πει κάτι. Φυσικά και ήξερε πολύ καλά τι έκαναν στο δωμάτιό της, φυσικά και η έξαψή τους ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους και στο φουσκωμένο παντελόνι του Χάρη, φυσικά ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει να είσαι έφηβος σε πάρτι. 
«Meu querido, μου μυρίζει μηλόπιτα», η φωνή της Μπράνκα τον γύρισε πίσω στην πραγματικότητα. Ο Χάρης την κοίταξε που τέντωνε το γυμνό της σώμα σαν ένα γνήσιο αιλουροειδές.  

«Ναι, σου έφερα το κομμάτι σου», της είπε και την αγκάλιασε σφιχτά. Η επιστροφή ήταν πολύ απότομη κι αυτή τη φορά. Τη φίλησε με πάθος και κόλλησε το σώμα του πάνω στο δικό της. Σήμερα δεν ήθελε να κάνουν έρωτα, αλλά να μείνουν έτσι. Σήμερα απλά ήθελε να μείνει στη θέα του ξεκούμπωτου σουτιέν της Άνναμπελ. Το φρούριό της δεν ήταν απόρθητο πια.