Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα contest. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα contest. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 2 : ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ


Η βάρδια εκείνης της νύχτας στη Σιέρρα κύλησε όλο ανυπομονησία. Επιθεωρούσε τα άδεια κλειδωμένα γραφεία και το μυαλό του ήταν αλλού. Είχε κερδίσει το «ταξίδι της ζωής του», σύμφωνα με την εφημερίδα και αυτός ο πομπώδης χαρακτηρισμός του έφερνε όλο και μεγαλύτερη παιδική λαχτάρα. Στην επιστροφή θυμήθηκε τελευταία στιγμή να πάρει καφέ, πριν πάρει τη στροφή του σπιτιού. Η πόλη τα πρωινά είχε μια άλλη ζωντάνια και ενέργεια. O γυρισμός του Χάρη στο σπίτι συνέπιπτε με το σχόλασμα των σχολείων και πάντα χαιρόταν να βλέπει την ορμή των πιτσιρικάδων στους δρόμους. Η άγρια και επιθετική τους φύση χυνόταν στα στενά, με δυνατές φωνές και γέλια και πειράγματα, με τα πουκάμισα να είναι έξω από τα παντελόνια και τις τιράντες κατεβασμένες στα αγόρια και τις κάλτσες χαλαρές στα κορίτσια, δείχνοντας τις γάμπες τους. Ένα πιτσιρίκι έπεσε πάνω του με φόρα καθώς ο Χάρης έβγαινε από το παντοπωλείο. Μουρμούρισε κάτι που θα μπορούσε να μοιάζει με «συγγνώμη» , μέσα από τα δόντια του και όρμησε μέσα καθώς οι φίλοι του τον περίμεναν απ’ έξω. Ένιωθε και εκείνος λίγο πολύ έτσι. Ένα αγρίμι που ήθελε το δώρο του εδώ και τώρα. Ενώ μέχρι να το δει ξανά στην εφημερίδα, τον είχε παντελώς ξεχάσει το διαγωνισμό, τώρα μονοπωλούσε τη σκέψη του. Ήθελε τις διευκρινίσεις άμεσα. 
Και οι διευκρινίσεις δεν άργησαν να έρθουν. Μετά από μια βδομάδα, πηγαίνοντας προς το μετρό, συνάντησε τον εφημεριδοπώλη. Πήρε την εφημερίδα του και ένιωσε το βλέμμα του να μένει λίγο παραπάνω πάνω του. Έμοιαζε σαν να ήθελε να του πει κάτι και δίσταζε. Ο Χάρης κατάλαβε ότι θα έχει σχέση με το διαγωνισμό και αυθόρμητα τον ρώτησε:
 «Έχεις να μου πεις κάτι;»
Ο εφημεριδοπώλης κοιτάζοντάς τον στα μάτια ψέλλισε, σχεδόν τρομαγμένα : 
«Να πας, όταν σχολάσεις, στην Ταμαρίνια. Μπες στο πρώτο βαγόνι που θα σταματήσει μπροστά σου».
Ο Χάρης σάστισε. 
«Μα η Ταμαρίνια δε λειτουργεί εδώ και χρόνια. Την έχουν σφραγίσει τελείως μετά το τρομοκρατικό χτύπημα.»
«Έχει ανοίξει μόνο για σήμερα. Συγκεκριμένα, την έχουν ανοίξει μόνο για σένα», του είπε και κατέβασε το βλέμμα του. «Δε μου είπαν τίποτα περισσότερο». Ο Χάρης τον πίστεψε, όσο και αν του φαίνονταν τρελά τα λόγια του. Έσφιξε την εφημερίδα στα χέρια του, μουρμούρισε ένα «ευχαριστώ πολύ» και κατέβηκε τις σκάλες του μετρό. 
Στη διαδρομή αναρωτιόταν για όλα αυτά που άκουσε. Η Ταμαρίνια, μαζί με άλλους οχτώ σταθμούς μετρό ανά τον κόσμο, είχε κλείσει μετά τα ταυτόχρονα τρομοκρατικά χτυπήματα της 22ης Σεπτεμβρίου 2021. Όλος ο κόσμος είχε παγώσει τότε από τον τρόμο από το τέλεια οργανωμένο χτύπημα. Από την Ντελιμάρ έως το Κράτζιμπολ , από τη μια άκρη του κόσμου ως την άλλη,  χτυπήθηκαν σταθμοί μετρό και τα θύματα ήταν εκατοντάδες. Οι σταθμοί αυτοί σφραγίστηκαν φυσικά και έχουν μείνει στο μυαλό όλων ως οι «φονικοί οχτώ». Η Ταμαρίνια ήταν στη δυτική Μπόουβιλ. Από τότε που την είχαν σφραγίσει, απλά υπήρχε η ξεθωριασμένη πινακίδα με το όνομά της στο δρόμο με πολλά απαγορευτικά σήματα στις σκάλες που οδηγούσαν στον υπόγειο. Βέβαια, τα απαγορευτικά αυτά σήματα θα μπορούσαν να λείπουν. Κανείς δεν ήθελε να κατέβει τα σκαλιά του θανάτου. Το να του λέει λοιπόν ο εφημεριδοπώλης, λίγο σαστισμένος, να πάει στο σταθμό Ταμαρίνια ήταν, αν μη τι άλλο, απειλητικό. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τον πάρει στα σοβαρά. Δεν ήξερε αν έπρεπε να το ξεχάσει και να το θεωρήσει ένα κακόγουστο αστείο ή να πάει στην αστυνομία. Αυτά τα διλήμματα τον ακολούθησαν και στη Σιέρρα και έβρισκε μόνο αδιέξοδο στους συλλογισμούς του. 
Σχολώντας το είχε πάρει απόφαση. Θα το ξεχνούσε και δε θα έδινε συνέχεια στην υπόθεση αυτή. Απλά θα ρωτούσε τον εφημεριδοπώλη ποιος τον είχε προσεγγίσει για να τον επισκεφτεί και να τον κατσαδιάσει. Το είχε βρει ως την πιο λογική κίνηση. Θα το έλεγε στην Μπράνκα, αν την έβρισκε στο κρεβάτι του, και θα γελάγανε. Βλέποντας όμως τα πιτσιρίκια που είχαν σχολάσει από τα σχολεία και πλημμύριζαν με αυτήν την πρωτόγνωρη ενέργεια τους δρόμους, άρχισε να έχει ενδοιασμούς. Και τι θα γινόταν αν το τολμούσε δηλαδή; Είχε γίνει τόσο συντηρητικός και φοβιτσιάρης; Άλλες εποχές το πιο πιθανό ήταν να αρπάξει αυτήν την ευκαιρία για περιπέτεια και να το φτάσει μέχρι το τέλος του. Κι έτσι απλά, στη διασταύρωση έστριψε για την Ταμαρίνια και δε συνέχισε ευθεία για το σπίτι. 
Τα γράμματα Ρ και Τ είχαν ξεθωριάσει τελείως στην ταμπέλα με το όνομα του σταθμού και ένα τεράστιο σήμα «ΕΚΤΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ» με τις απαγορευτικές πινακίδες, δέσποζαν στην είσοδό του. Μόνο μια στιγμή του πήρε να κοιτάξει αν τον έβλεπε κανείς και άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά. Τα μάτια του συνήθισαν στο λιγοστό φως του σταθμού με μια έντονη μυρωδιά σκόνης και μούχλας να κυριαρχεί στο χώρο. Καλώδια κρέμονταν γυμνά από τους τοίχους και σαν να έσταζε κάτι ρυθμικά στο βάθος. Ή μπορεί να ήταν η καρδιά του που χτυπούσε δυνατά από την αγωνία. Η πλατφόρμα ήταν μισογκρεμισμένη και σωροί από τσιμεντένια μπάζα βρίσκονταν σε τρία σημεία θυμίζοντας μια άγρια οροσειρά. «Την έχουν ανοίξει μόνο για σένα», έπαιζε σε λούπα στο μυαλό του καθώς έμεινε ακίνητος και περίμενε. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν δύο παρά τέταρτο. Θα περίμενε ένα τέταρτο. Ούτε λεπτό παραπάνω. Αν δεν ερχόταν ο συρμός, θα έφευγε. Θα είχε παίξει το παιχνίδι αλλά με τους δικούς του όρους. 
Είχε περάσει ένα δεκάλεπτο όταν ένιωσε ένα κύμα ζεστού αέρα να έρχεται από τα βάθη του σκοτεινού τούνελ. Ένα κύμα αέρα ντυμένο με το θόρυβο της μηχανής που καλπάζει προς το μέρος του με μια φωτεινή σχισμή, προσπαθώντας να διαλύσει το σκοτάδι γύρω του και μέσα του. Ο εφημεριδοπώλης του είχε πει την αλήθεια λοιπόν. Ένα ταλαιπωρημένο και γεμάτο γκράφιτι βαγόνι ερχόταν ελαττώνοντας την ταχύτητά του. Σταμάτησε μπροστά του και άνοιξαν οι πόρτες του.  Ένα κίτρινο άρρωστο φως έλουζε με σκληρό τρόπο τα βρώμικα καθίσματα, το δάπεδο και τα παράθυρα. Ο Χάρης μπήκε διστακτικά και πρόσεξε δύο άντρες με σκούρα κοστούμια να κρατάνε εφημερίδες μπροστά στα πρόσωπά τους με τρόπο που να τα κρύβουν τελείως. Οι πόρτες του βαγονιού έκλεισαν πίσω του και ο συρμός άρχισε την αργή πορεία του. Πλησίασε τους δύο άντρες και κάθισε απέναντί τους. Μόνο τότε κατέβασαν τις εφημερίδες που κρατούσαν. Ο Χάρης αναφώνησε με φόβο: «Τι σημαίνουν όλα αυτά επιτέλους; Ποιοι είστε ;»
Οι δύο άντρες φορούσαν στα πρόσωπά τους πλαστικές μάσκες που θύμιζαν το κεφάλι αλόγου, όπως φορούν τα παιδιά στα αποκριάτικα πάρτυ. Από τις τρύπες στα μάτια έβλεπε τα ψυχρά τους βλέμματα και ήταν σίγουρος ότι είχε πάρει τη λάθος απόφαση για άλλη μια φορά στη ζωή του. 
«Ησύχασε, Χάρη», ξεκίνησε να μιλάει αυτός που καθόταν δεξιά. «Το ξέρουμε ότι σίγουρα θα φαίνεται τουλάχιστον περίεργο όλο αυτό σήμερα το μεσημέρι αλλά θα σου εξηγήσουμε. Αρχικά, ας συστηθούμε. Ας πούμε ότι είμαι ο Τζων και ο άντρας δίπλα μου είναι ο Ντο. Οι μάσκες είναι για να καλύπτουν τα πρόσωπά μας γιατί όλα αυτά που θα ειπωθούν σήμερα, είναι ένα τεράστιο μυστικό».
«Δεν καταλαβαίνω», ψέλλισε ο Χάρης. «Υποτίθεται ότι κέρδισα ένα ταξίδι σε ένα γαμω-διαγωνισμό σε μια εφημερίδα που τη διαβάζουμε μια χούφτα άνθρωποι στην πόλη. Τι σχέση έχει όλη αυτή η παράσταση που έχετε στήσει;»
«Φυσικά και το έχεις κερδίσει το ταξίδι, Χάρη. Όλα γίνονται για αυτό. Αυτός που σε στέλνει ταξίδι δεν είναι ο εφημεριδοπώλης αλλά μια μεγάλη φαρμακευτική εταιρία για την οποία δουλεύουμε. Και το συγκεκριμένο όντως θα είναι το ταξίδι της ζωής σου, δεν είπαμε ψέματα πάνω σε αυτό. Θα είναι το ταξίδι που θα σου επιτρέψει να γυρίσεις πίσω σε διάφορα κομμάτια της ζωής σου και ουσιαστικά να τα ξαναζήσεις. Θέλουμε να μελετήσουμε τις αντιδράσεις σου για να δούμε αν θα βγάλουμε στην αγορά ένα σκεύασμα που προορίζεται για μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων που παλεύει με την κατάθλιψη.»
Το βαγόνι κυλούσε πάνω στις ράγες και ο Χάρης είχε χάσει τον προσανατολισμό του. Δεν ήξερε πού πήγαινε, προσπαθούσε να καταλάβει τι του έλεγαν αυτοί οι άνθρωποι και ένιωθε να ζαλίζεται.
«Όλο το πρόγραμμα για το οποίο σου μιλάμε τώρα είναι ένα σχέδιο άκρως πειραματικό και απολύτως μυστικό», ξεκίνησε να μιλάει ο άλλος άντρας με βραχνή φωνή. «Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που επέλεξες να είσαι εδώ μαζί μας σήμερα, δεν μπορείς να κάνεις πίσω. Ήδη ξέρεις αρκετά και καλείσαι να φτάσεις την αποστολή στο τέρμα της. Από σήμερα θα συνεχίσεις τις καθημερινές σου δραστηριότητες όπως και πριν, θα πηγαίνεις στη δουλειά σου, θα πηγαίνεις στο μπαρ του Κέβιν και θα βλέπεις τους συγκάτοικους και την Μπράνκα, αλλά θα πρέπει να είσαι προετοιμασμένος. Σε ανύποπτο χρόνο θα γυρνάς πίσω σε διάφορους σημαντικούς σταθμούς της ζωής σου, θα ξαναζείς αυτές τις στιγμές και το πιο σημαντικό είναι ότι θα μπορείς να επέμβεις σε αυτές. Δεν μπορείς να μιλήσεις σε κανέναν απολύτως για αυτό που θα ζήσεις. Το τονίζω, σε κανέναν. Θα το καταλάβεις όταν όλα θα τελειώσουν και τότε θα συναντηθούμε για μια τελευταία φορά, για τυπικές διαδικαστικές γραφειοκρατίες. Υπήρξαμε σαφείς;»
«Με λίγα λόγια, θα είμαι το πειραματόζωό σας για όσο καιρό κρίνετε εσείς».
«Οι λέξεις δεν είναι ανάγκη να ακούγονται τόσο άκομψες, Χάρη. Θα είσαι ένας πολύτιμος εθελοντής. Και τώρα, νομίζω ότι δεν έχουμε να πούμε τίποτα άλλο. Ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο και την απόφασή σου. Κατεβαίνεις εδώ, ανεβαίνεις τα σκαλιά και θα βγεις στον κήπο του σπιτιού σου. Βιάσου όμως γιατί οι πόρτες δε θα μείνουν ανοιχτές για πολύ», είπε ο πρώτος άντρας και σήκωσαν πάλι τις εφημερίδες, κρύβοντάς τα πρόσωπά τους. 
Ο Χάρης σηκώθηκε σαστισμένος την ώρα που φρέναρε απότομα το βαγόνι. Οι πόρτες άνοιξαν. Ο Χάρης βγήκε όντως βιαστικά, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στους δύο περίεργους τύπους καθώς το βαγόνι ξεμάκραινε και χανόταν στο σκοτάδι. Βρέθηκε σε μια σκοτεινή πλατφόρμα που φωτιζόταν στο βάθος από μια στενή μεταλλική σκάλα. Ανέβηκε τα σκαλιά και σοκαρισμένος βρέθηκε στο κέντρο του κήπου, στο πίσω μέρος του σπιτιού όπου έμενε. Η καρδιά του λίγο ακόμα και θα έβγαινε από το στήθος του και θα έπεφτε πάνω στις τριανταφυλλιές της Σύλβια. Τα χρώματα άρχισαν να χάνονται ξαφνικά και το χώμα σαν να γινόταν μονομιάς πιο μαλακό. Τα δίδυμα αδέρφια, γυρνώντας από το πανεπιστήμιο, τον βρήκαν μετά από μισή ώρα λιπόθυμο στον κήπο.
SaveSave

ΤΗΕ VOLUNTEER 2 : THE JOURNEY OF HIS LIFE


Τhe shift that night at the Sierra was full of anticipation. He inspected the empty locked offices and his mind was elsewhere. He had won “the journey of his life” and this grandiose characterization only brought him even more childish yearning. On his way back, he remembered the last minute to get the coffee, just before the turn to the house. In the mornings, the city had a different spirit and energy. Harry’s return to the house always coincided with the daily school’s finish and he was always happy to see the children‘s momentum on the streets. Their wild and aggressive nature flowed the narrow streets, with loud voices and laughter, with the boy’s shirts out of the trousers and the suspenders down, with the girl’s socks being loose. A kid fell on him the minute Harry got out of the grocery store. He muttered something that could be “sorry” and burst inside while his friends were waiting for him outside. Harry himself pretty much felt the same. A wild animal that wanted his gift that very moment. He had completely forgotten everything about the contest, until he saw it again in the newspaper. Now, it monopolized his thoughts. He needed some clarifications instantly. 
And the clarifications soon arrived. After a week, on his way to the metro, he met the newsdealer. He took the newspaper and he felt his look staying a bit longer on him. It looked as if the news dealer wanted to tell him something but he hesitated. Harry realized that it had something to do with the contest and he spontaneously asked him:
“Is there something you want to tell me?”
The newsdealer, looking at him in the eyes, muttered almost frightened:
“When you finish work, go to Tamarinia station. Get in the first wagon that will stop in front of you.”
Harry was confused.
“But, Tamarinia is out of order for many years now. It has been completely sealed after the terrorist attack.”
“It is open just for today. In fact, it is open just for you”, he said and he lowered his gaze. “They didn’t tell me anything else.”
Harry believed him, although his words were crazy. He grabbed the newspaper, muttered a “thank you very much” and descended the subway stairs.
On the way, he wondered about the things he had heard. Tamarinia, along with different eight subway stations around the world had been shut down after the simultaneous terrorist attacks of September 22, 2021. Back then, the whole world had frozen with terror by the perfectly organized hit. From Delimar to Krajibol, from one end of the world to the other, metro stations were hit and the victims were hundreds. The stations were sealed of course and had stayed in the people’s minds as the “lethal eight.’ Tamarinia was at the west part of Bowieville. Since it was sealed, there was only the faded sign with its name on the road along with many prohibition signs at the stairs that led to the subway. Of course, those signs could easily be omitted. Nobody wanted to go down the stairs of death. So, having the newsdealer telling him to go to Tamarinia station, was, if anything, threatening. He didn’t know whether he should take his words under consideration. He didn’t know whether he should forget all about this bad joke or go to the police. These dilemmas followed him at the Sierra and found nothing but dead end in his thoughts. By the time he finished his shift, he had made up his mind. He would forget all about it and he would not give the case another shot. He would just ask the newsdealer who had approached him so that he could pay him a visit in order to scold that person. He thought that this was the most reasonable thing to do. He would tell Branca about it, if he found her on his bed, and they would surely laugh about it. But, seeing the kids leaving from school and filling the streets with their raw energy, he started having second thoughts. What would happen if he dared to go? Had he become so conservative and fearful? In the past, it was certain that Harry would take advantage of this opportunity for adventure. And just like that, at the intersection, he turned in the direction of Tamarinia and did not head to the house. 
The letters R and T had completely faded on the sign with the name of the station and a huge « ΟUT OF ORDER” sign along with the other prohibition ones were the first thing you saw at the entrance. He only checked if someone saw him entering and started descending. His eyed got used to the dim light of the subway with that intense smell of dust and mold dominating the place. Bare cables were hanging from the walls and it was as if something was rhythmically dripping in the background. Or maybe, it was his heart beating like a drum. The platform was partly half ruined and piles of concrete rubble stood there in three parts that looked like a wild mountain barrier. The phrase: “It is open just for you” was heard constantly in his mind while he stood still and waited. He looked at his watch. It was a quarter to two. He would wait for fifteen minutes, not a minute longer. If the train did not show up, he would leave. In this way, he would play along but on his own terms. 
Ten minutes had passed when he felt a wave of hot air coming from the depths of the dark tunnel. It was a heat wave along with the engine noise, galloping towards him with a bright slit trying to dissolve the darkness around and inside him. So, the newsdealer had told him the truth. A wagon full of graffiti approached reducing its speed. It stopped in front of him and the doors opened. A feeble yellow light harshly covered the dirty seats, the floor, and the windows. Harry reluctantly entered and noticed two men in dark suits holding newspapers in front of their faces in a way that they were completely hidden. The doors closed behind him and the wagon started his slow course. He approached the two men and sat opposite them. Only then, they put the newspapers down. Harry screamed: “What is the meaning of all this? Who are you?”
The two men wore plastic masks on their heads, resembling the head of a horse, just like the ones the children wear on Halloween. From the holes in the eyes he could see their cold eyes and he was certain that he had taken the wrong decision for once again in his life. 
“Relax, Harry”, the man on his right started talking. “We know that all this must seem at least peculiar but we are going to explain. First of all, let us introduce ourselves. Let’s say that I am John and the man beside me is Doe. The masks are for covering our faces because everything that is going to be said today is a huge secret.”
“I don’t understand”, Harry muttered. “I am supposed to be the winner of a fucking contest in a newspaper read by a bunch of people in this town. What does it have to do with this show of yours?”
“Of course, you won the journey, Harry. Everything is done for that. He, who sends you on that journey, is not the newsdealer but a big pharmaceutical company for which we work. And it will really be the journey of your life, we did not lie about it. It will be the journey that will allow you to go back in various parts of your life and, basically, relive them. We want to study your reactions and decide whether we are going to launch a formula intended for a large group of people struggling with depression.”
The wagon moved on the rails and Harry had lost his orientation. He didn’t know where he was going, he tried to understand what those men were telling him and he was feeling dizzy. 
“This whole program is highly experimental and top secret”, the other man started talking with a hoarse voice. “That means that since you decided to be with us today, there is no turning back. You already know enough and you are expected to complete the mission. From now on, you will continue your daily activities just as you did before, you will go to your job, to Kevin’s bar, you will meet your roommates and Branca but you will have to be prepared. When least expected, you will go back to various important periods of your life, you will relive these moments and what’s most important, you will be able to intervene in them. You cannot talk to anyone about it. I make it completely clear, to anyone. You will know when the program will be completed and then we will meet one last time for typical procedures. Is everything understood?”
“In other words, I am going to be your guinea pig for as long as you wish.”
“Words don’t necessarily have to sound that ungraceful, Harry. You will be a valuable volunteer. And now, I think we have nothing more to say. Thank you very much for your time and decision. This is your stop, you go up the stairs and you will reach the garden of your house. But hurry up, because the doors won’t stay open for long”, said the first man, both raising the newspapers again and hiding their faces. 

Harry got up dazed on the minute the wagon suddenly braked. The doors opened. He got out in a hurry, taking a last look at the two strange men while the subway car got lost in the dark. He was on a platform that was lit in the back by a narrow metal ladder. He went up the stairs and found himself shocked in the middle of the garden, at the back of the house, where he lived.  His heart was about to burst and fall on Sylvia’s roses. The colors began to fade out and the soil was suddenly softer. The twin brothers, on their way back from the university, found him unconscious in the garden, half an hour later. 

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 1: Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ


 Ο Χάρης άνοιξε προσεκτικά το ντουλάπι της κουζίνας. Έτριζε τις τελευταίες μέρες, βγάζοντας έναν ανατριχιαστικό ήχο και δεν ήθελε να ξυπνήσει τους υπόλοιπους στο σπίτι. Ο Τζόναθαν είχε υποσχεθεί να ασχοληθεί μαζί του αλλά ακόμα δεν το είχε κάνει. Έβγαλε το τσίγκινο κουτάκι του καφέ. Γαμώτο, ίσα-ίσα έφτανε για το θερμός του. Έπρεπε να θυμηθεί να πεταχτεί στην αγορά σχολώντας το πρωί να τον ανανεώσει. Τηρούσε πιστά τους χρυσούς κανόνες της συγκατοίκησης αλλά σιχαινόταν να πηγαίνει για τους έκτακτους ανεφοδιασμούς. H Σύλβια ήταν η ραχοκοκαλιά της οργάνωσης του χώρου, όπως τα περισσότερα θηλυκά που το έχουν κάπως έμφυτο το να διοικούν ένα σπίτι χωρίς να το κάνουν θέμα. Προτιμούσε απλά να αφήνει σε ένα φάκελο το μερίδιό του για τα ψώνια του μήνα και τους λογαριασμούς. Ζούσε σε αυτό το σπίτι εδώ και δύο χρόνια και πλέον ένιωθε μέλος του. Με την παγκόσμια κρίση ήταν πλέον συνηθισμένο να νοικιάζουν οι οικογένειες δωμάτια των σπιτιών τους για να τα βγάλουν πέρα με τα έξοδα και τη συντήρησή τους. Ο νόμος προέτρεπε οικογένειες, που άρα είχαν και περισσότερο χώρο, να διαλέγουν αντίστοιχα οικογένειες για να έχουν τα παιδιά παρέα για το παιχνίδι, ζευγάρια να διαλέγουν ζευγάρια και εργένηδες, ανάλογα με το μέγεθος των σπιτιών. Το καλό με το συγκεκριμένο διώροφο σπίτι ήταν ότι το μοιραζόταν με ένα ηλικιωμένο ζευγάρι και άλλους δύο δίδυμους νεαρούς φοιτητές που έμεναν στον πάνω όροφο. Το είχε επιλέξει γιατί δεν ήταν μακριά από το κέντρο της Μπόουβιλ και επειδή τα παιδιά της οικογένειας ήταν μεγάλα και έμεναν μακριά. Το καλύτερο ,όμως, ήταν όλοι είχαν την ησυχία τους. Οι ιδιοκτήτες, ο Τζόναθαν και η Σύλβια, πέρναγαν το χρόνο τους φροντίζοντας τον κήπο στο πίσω μέρος του σπιτιού και βλέποντας παλιές ταινίες κάθε Παρασκευή στο σινεμά του παλιού τους συμμαθητή στην πλατεία. Και οι δυο τους ήταν φιλόλογοι που είχαν βγει πια στη σύνταξη με μια γεμάτη βιβλιοθήκη που φυσικά ήταν ανοιχτή για τους ενοίκους του σπιτιού. Η Σύλβια δεν ήταν και τόσο δυνατή στην κουζίνα, έβγαζε μια νευρικότητα και μια βιασύνη σε ό,τι κι αν έκανε αλλά η μηλόπιτά της ήταν πραγματικά απίθανη. Κάποιες Κυριακές πρωί, μαζεύονταν όλοι στην κουζίνα της, επειδή τους είχε οδηγήσει εκεί η μυρωδιά και θύμιζαν σχολιαρόπαιδα που περίμεναν ανυπόμονα να ψηθεί για να φάνε το καυτό ακόμα πρώτο κομμάτι. Οι δίδυμοι φοιτητές από την Ιαπωνία, Τάτσουο και Σιγκερού, πάντα μελετούσαν για εξετάσεις που ερχόντουσαν και έφευγαν ή περνούσαν τα σαββατοκύριακα κρυφά στα δωμάτια κοριτσιών στη φοιτητική εστία. Τουλάχιστον έτσι ήθελε να πιστεύει ο Χάρης γιατί τους έβρισκε πολύ χαμογελαστούς την επόμενη μέρα. Ήταν πολύ σοβαροί νέοι και μιλούσαν πάντα χαμηλόφωνα. Έμοιαζαν υπερβολικά μεταξύ τους, αλλά τους ξεχώριζες εύκολα από το ύψος και από τα μούσια του Σιγκερού. Ήταν πιο ψηλός και άφηνε γενειάδα την οποία χάιδευε με τρυφερότητα όλη την ώρα.  Η Σύλβια με ενθουσιασμό προσπαθούσε να μάθει λέξεις στα ιαπωνικά με τον πρωινό καφέ που μέχρι το βράδυ είχε ξεχάσει και αυτό ήταν το καθημερινό τους παιχνίδι. 

Ο Χάρης πέρναγε τα δικά του βράδια στη δουλειά. Ήταν νυχτοφύλακας στο μεγάλο ερευνητικό κέντρο Σιέρρα, εκείνο το πολυώροφο γυάλινο κτίριο που φαινόταν από όπου και αν στεκόσουν στην πόλη. Έριξε το καυτό νερό στο χάρτινο φίλτρο με τον καφέ και έμεινε να το βλέπει να το ρουφάει το θερμός του. Το βίδωσε σφιχτά και το έβαλε στην ειδική θήκη του σάκου του. Το βλέμμα του έμεινε, αφηρημένα, στα φώτα της πόλης όπως φαίνονταν από το παράθυρο της κουζίνας. Όταν είχε έρθει στη Μπόουβιλ είχε μείνει κι εκείνος να χαζεύει το ψηλό κτίριο της Σιέρρα και είχε πάει την πρώτη βδομάδα της παραμονής του να ρωτήσει αν χρειάζονταν νυχτοφύλακες. Η πείρα του από τις περιπλανήσεις του τον είχε διδάξει ότι οι νυχτοφύλακες είναι ένας αναλώσιμος κλάδος και τον είχε διευκολύνει αφάνταστα όταν έψαχνε ευκαιριακές δουλειές στις πόλεις από όπου είχε περάσει. Ξεκίνησε την επόμενη μέρα και από τότε είχαν περάσει ήδη δύο χρόνια.  Πάντα προτιμούσε τη βραδινή βάρδια. Με όσους λιγότερους συναδέλφους έπρεπε να συγχρωτίζεται, τόσο το καλύτερο. Είχε συνηθίσει τη μοναξιά του και δεν μπορούσε την πολυκοσμία και τις άσκοπες κουβέντες σε διαδρόμους και σε ασανσέρ. Έδεσε τα κορδόνια των αθλητικών του και κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Πρώτη Σεπτέμβρη και η ζέστη ήταν έντονη ακόμα και στις δύο τα ξημερώματα, την ώρα που εκείνος θα κατηφόριζε την οδό Κέιβροουντ για να πάρει το μετρό. Στη γωνία ήταν το μπαρ του Κέβιν. Το τιμούσε  στο ρεπό του για να πιει τη μαύρη μπύρα του. Τα στόρια του  ήταν κατεβασμένα και η πόρτα μισάνοιχτη. Θα έπλεναν τα τελευταία ποτήρια πριν κλειδώσουν και σύρουν τις μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών στον κάδο στη γωνία. Πάντα περνούσε από εδώ για να δει έστω και φευγαλέα την Μπράνκα. Ήταν η μικροκαμωμένη Πορτογαλέζα σερβιτόρα με τα κοντά μαλλιά που τον φλέρταρε από το πρώτο του βράδυ εκεί. Πλέον είχε το κλειδί του δωματίου του και θα την έβρισκε πολλές φορές να χουζουρεύει στο κρεβάτι του όταν γύριζε τα πρωινά από την Σιέρρα. Απλά ξάπλωνε δίπλα της και αγκάλιαζε το ζεστό της γυμνό σώμα και την άκουγε να μουρμουρίζει στη γλώσσα της γλυκόλογα μες στον ύπνο της. Όταν τύχαινε να τον δει να περνάει τα βράδια για να πάει στο μετρό κρατώντας το δίσκο της, του χαμογελούσε και το πρόσωπό της έλαμπε. Τέτοια ώρα τις καθημερινές οι πελάτες ήταν λιγοστοί κι έτσι πολλές φορές μπορεί να του έστελνε και φιλιά στον αέρα .Ο Χάρης υπέθετε ότι όλοι οι άνθρωποι της Μεσογείου είχαν αρκετό ήλιο μέσα τους και τον έβγαζαν λίγο λίγο όταν μιλούσαν ή γελούσαν. Ή μπορεί να έκανε και λάθος.
 Δύο τα ξημερώματα. Του άρεσε πάντα να κυκλοφορεί αργά τη νύχτα, ειδικά τις καθημερινές που δε συναντούσε πολλούς ανθρώπους στους δρόμους αλλά και στα βαγόνια του μετρό. Ήταν η ώρα που του άρεσε να βάζει σε μια σειρά της σκέψεις του. Είχε φτιάξει μια ρουτίνα στην καθημερινότητά του μέσα στην οποία ένιωθε ασφάλεια. Ένιωθε ο εαυτός του μετά από καιρό και τουλάχιστον λίγο πιο ανάλαφρος σε αυτήν την πόλη με τον μικρόκοσμό της και τους ανθρώπους της. Ένας από τους πλέον συμπαθητικούς τύπους ήταν ο εφημεριδοπώλης έξω από τον υπόγειο σταθμό του Κάρθαπαρκ. Για το Χάρη, έναν εραστή του χαρτιού, ο ηλικιωμένος αυτός τύπος έμοιαζε με ήρωα στα μάτια του. Οι εφημερίδες αποτελούσαν πλέον ένα άχρηστο προϊόν σε όλον τον κόσμο, καθώς όλοι ενημερώνονταν ηλεκτρονικά. Ελάχιστοι  είχαν μείνει πια, οι οποίοι αναλάμβαναν να τυπώνουν λίγα ολιγοσέλιδα φύλλα, τα οποία και μοίραζαν χωρίς να δέχονται χρήματα, ορμώμενοι μόνο από την αγάπη τους για το χαρτί και την τυπωμένη είδηση. Οι ειδήσεις ,φυσικά, είχαν ένα αρκετά προσωπικό χρώμα και σίγουρα δεν ήταν και τόσο συγχρονισμένες με την επικαιρότητα, αναγκαστικά λόγω της χειροποίητης δημιουργίας τους. Συνήθως ήταν άρθρα και αναλύσεις με αφορμή γεγονότα που είχαν γίνει μες στην εβδομάδα. Το όλο εγχείρημα ήταν μια προσπάθεια να μείνει με έναν τρόπο ζωντανός ο παλιός κόσμος.  Ο συγκεκριμένος ήταν στο πόστο του κάθε βδομάδα αργά τη νύχτα και έκανε τη δουλειά του χωρίς να λέει και πολλά. Απλά θα χαιρετούσε τους έτσι και αλλιώς γνώριμους πελάτες του με ένα νεύμα σχεδόν συνωμοτικό. Τους έδινε την αίσθηση ότι ανήκαν σε μια ξεχασμένη ελίτ συντροφιά, στους τελευταίους ρομαντικούς των μεταμοντέρνων καιρών. Ο Χάρης εκτιμούσε απεριόριστα αυτές τις προσπάθειες και το να βρει αν υπήρχαν  εφημερίδες στις πόλεις από όπου είχε περάσει ήταν και βασικό κριτήριο του αν θα έμενε για ένα διάστημα εκεί. Η μυρωδιά του χαρτιού ήταν μια από τις απολαύσεις στις οποίες υπέκυπτε με ευκολία. Του άρεσε πάρα πολύ κι ο τρόπος γραφής του συγκεκριμένου εφημεριδοπώλη με τα μαυρισμένα από τα μελάνια δάχτυλα και το λευκό του μουστάκι. Θα ξεκοκκάλιζε την ολιγοσέλιδη εφημερίδα στην υπόγεια διαδρομή του μέχρι να φτάσει στο κτίριο της Σιέρρα και θα την φυλούσε στο σάκο του μέχρι να πάει πίσω στο δωμάτιό του και να τη βάλει στο κουτί, όπου και τις είχε με χρονολογική σειρά αλλά και γεωγραφική. Η Μπράνκα τον κορόιδευε όχι μόνο που τη διάβαζε, αλλά και που την κρατούσε. 
«Μα μοιάζεις με ρακοσυλλέκτη, βρε Χάρη»,  του παραπονιόταν. « Σου πιάνουν τόσο χώρο και να πω ότι  έχεις και κανένα μεγάλο δωμάτιο». Ο Χάρης όμως δεν είχε πτοηθεί. Αποτελούσαν κάτι σαν ημερολόγιο της διαδρομής του και της πορείας του. Όσο χώρο και να έπιαναν, ήταν ένα μέρος του εαυτού του.


Ο εφημεριδοπώλης, όταν είδε να πλησιάζει το πόστο,τού έδωσε την εφημερίδα και του είπε σιγανά, λες και τους άκουγε κανείς και θα ήταν αυτό επικίνδυνο για την τάξη των πραγμάτων: « Ο νικητής του διαγωνισμού στη σελίδα 7». Και τότε του ήρθε στο μυαλό αυτός ο μεγάλος διαγωνισμός που είχε ανακοινωθεί πριν από ένα τρίμηνο. «Ένας μεγάλος διαγωνισμός για το ταξίδι της ζωής σου», σύμφωνα με τον τίτλο που έπιανε μια γωνίτσα στην εφημερίδα και θα μπορούσε εύκολα να μην το προσέξει κανείς. Ο Χάρης όμως το είχε δει και τον είχε κεντρίσει. Ένα ταξίδι δώρο χωρίς να αναφέρεται ο προορισμός. Έπρεπε μόνο να κόψεις και να τα ταχυδρομήσεις το κουπόνι με τα λιγοστά  προσωπικά στοιχεία που ζητούσαν σε μια ταχυδρομική θυρίδα. Και το είχε κάνει, πηγαίνοντας στο ταχυδρομείο και ρίχνοντας στο κίτρινο κουτί το κουπόνι που είχε χιλιο-τσαλακωθεί στην τσέπη του. To ένιωθε και κάπως σαν υποχρέωση να βοηθήσει έτσι αυτόν τον άνθρωπο που, με κάποιον τρόπο, είχε βρει ένα χορηγό και υπέθετε θα είχε πάρει κάποια χρήματα για αυτήν την καταχώρηση, ίσως μια μικρή ανάσα σε αυτήν τη μοναχική του προσπάθεια. Είχε περάσει ο καιρός και το είχε ξεχάσει μέχρι τώρα. Το βρώμικο βαγόνι σταμάτησε μπροστά του κάνοντας απίστευτη φασαρία. Ένα γέρικο μηχανικό κήτος που ψυχορραγούσε στην αποβάθρα. Μπήκε μέσα, κάθισε στη συνηθισμένη του θέση δίπλα στο παράθυρο με τα γκράφιτι και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του. Άνοιξε την εφημερίδα στη σελίδα 7, διαταράσσοντας για πρώτη φορά τη σειρά με την οποία τη διάβαζε, και να τη. Πάνω δεξιά σε μια μικρή γωνιά βρισκόταν η ανακοίνωση με έντονα γράμματα: « Ο νικητής για το μεγάλο ταξίδι είναι ο ένοικος του block 37, διαμέρισμα 205. Θα ακολουθήσουν οδηγίες. Συγχαρητήρια». Έκλεισε σαστισμένος την εφημερίδα. Μα, ο νικητής ήταν ο ίδιος!
SaveSave

ΤΗΕ VOLUNTEER 1: THE ANNOUNCEMENT


Harry carefully opened the kitchen cupboard. It creaked the last few days making a creepy sound and he didn’t want to wake the others up in the house. Jonathan had promised to fix it but he still hadn’t done so. He took the tin can with the coffee. Damn, the coffee was nearly enough for his thermos. He had to remember to stop by the market in the morning after work and refill it.  He was very loyal to the golden rules of cohabitation but he really hated the sudden restocking. Sylvia was the backbone of organizing the house, like most of the females have inherent that capacity of running a house without making a fuss about it. Harry simply preferred to leave an envelope with his share for the bills and the grocery of the month. He lived in this house for two years and he felt a member of it by now. During the global crisis’ years, it was very common for families to rent their houses’ rooms to cope with the expenses and their maintenance. The law urged the families, therefore with more space to rent, to choose families respectively so the children have company to play with, couples to choose couples or singles, depending on the size of the houses. The good thing with this two-storey house was that he shared it with an elderly couple and two young twin brothers who lived upstairs. He had chosen it because it was not far away from the center of Bowieville and because the children of the family were grown-ups and lived far away. The best thing with the house was that everyone had their privacy. Its owners, Jonathan and Sylvia, spent their time in the garden at the back of the house and watching old movies at their schoolmate’s cinema downtown every Friday night. They were both retired English professors with a library full of books, open for the tenants of the house. Cooking was not Sylvia’s highlight, she was very nervous and hasty with everything, but her apple-pie was really something. Some Sunday mornings everybody gathered in the kitchen because they were driven there by the smell and they looked like schoolboys eagerly waiting for the pie to be cooked to taste the still hot first piece. The twin brothers from Japan, Tatsouo and Shigeru, always studied for exams or they secretly spent their weekends in the girls’ rooms at the university campus. At least, that is what Harry wanted to believe because they both were very smiley the next day. They looked very much alike but you could easily distinguish them by the height and Shigeru’s beard. He was taller and he tenderly caressed his beard all the time. Sylvia enthusiastically tried to learn new words in Japanese with her morning coffee which she would have forgotten by night time and that was their everyday game. 
Harry spent his evenings at work. He was a night watchman at Sierra, the big research center, that multi-storey glass building that could be seen from every part of the city. He poured the hot water in the paper filter with the coffee and watched it being sucked from the thermos. He tightly closed it and put in the special compartment of his backpack. He gazed abstractly the city lights from the kitchen window. When he first came to Bowieville, he stared as well the tall building of Sierra and he had visited it on his first week to ask if they were in need of night watchmen. His experience from his wanderings had taught him that the night watchmen were disposable and that knowledge had tremendously helped him when he was looking for odd jobs in the cities from which he had passed. He started the following day and two years had passed since then. He always preferred the night shift. The fewer colleagues he had to get in touch with, the better. He was accustomed to his loneliness and the unnecessary conversations with the crowd in the corridors and the elevators were not his best quality. He tied the laces of his sneakers and he locked the door behind him. First day of September and the heat was still intense, even at two o’ clock in the morning, when Harry would walk down Cave road to reach the metro station. Kevin’s bar was in the corner. He would visit it on his day off to have his black beer. The blinds were down and the door half open. They would wash the last glasses before they lock down the store and drag the big black garbage bags into the trash can. He always walked by the bar to take a quick look at Branca. She was that slender Portuguese waitress with the short hair who flirted him from his first night there. She now had the key of his room and he would often find her lying on his bed when he returned in the mornings from Sierra. He would just lay beside her and embrace her warm naked body and listen to her sweet - talking in her language in her sleep. When she happened to see him passing by on his way to the metro station, she would smile at him with her face glowing. The customers at the bar at this hour were few on the weekdays and sometimes she would even send him a kiss. Harry assumed that all the Mediterranean people carried a lot of sun within them and spread it around when talking or laughing. He could be wrong, though. 

Two in the morning. He always liked to walk around late at night, especially on weekdays when he didn’t meet many people in the streets and in the subway. It was his favourite time of the day to straighten up his thoughts. He had a routine in his daily life in which he felt safe. He felt good with himself after a long time, at least more carefree in this town with its microcosm and its people. One of the most sympathetic guys was the newsdealer outsider the Karthapark underground station. For Harry, a paper lover, this old man looked like a hero. Newspapers were now a useless product all over the world since everyone got informed electronically. There were only a few left who undertook the printing of thin newspapers, which they handed out for free, accepting no money, driven only by their love for paper and printed news. The news of course had a personal color and they were not synchronized with the events. They were usually articles and analyses occasioned by what had happened during the week. This whole procedure was an attempt to keep the old world alive. This particular old guy was at the same spot every week late at night and did his job without saying much. He would just greet his few familiar customers with an almost conspiratorial nod. He gave them the feeling that they belonged to a forgotten elite group of friends, to the last romantics of the post modern times. Harry truly appreciated these efforts and finding out if there were any newspapers in the cities that he had visited, was a key factor of whether he would spend some time there. The smell of the paper was a pleasure to which he would easily give in to. He also liked the writing style of this newsdealer with the white moustache and the smudgy, from the ink, fingers. He would absorb the thin newspaper in the subway on his way to the Sierra building and he would keep it in his backpack until his return to his room where he would put it in his special box, where they were all kept chronologically and geographically. Branca used to tease him not only for reading it but also for keeping it.
«Harry, come on, you look like a scavenger”, she complained. “ You don’t have that space in the room for this”. Harry would not be intimidated. Τhe newspapers formed something like a diary of his trail and his route. They were a part of him, no matter how much space they needed. 
When the newsdealer saw him approaching, he gave him the newspaper and said to him softly, as if someone was listening and that would disturb the order of things: “The winner of the competition on page 7”. Harry then remembered the announcement of the big contest about three months ago. “A big contest for the journey of your life”, according to the title that was almost hidden in the corner of the newspaper and could easily be overlooked. But Harry had seen it and was stimulated. A journey as a gift without the destination being specific. The only thing you had to do was to cut the coupon, fill in a few personal data and send it via mail to a post office box. He had done it. He went to the post office and dropped the coupon that had been creased in his pocket in the yellow box. He felt as if he was somehow obliged to do so, to help this man in this way who had found a sponsor for this and assumed that the newsdealer had received money for this ad, a small relief in his lonely effort. Time had passed and Harry had forgotten all about it until now. The dirty subway car stopped in front of him making too much noise. An old mechanical beast ready to die on the pier. He walked in, sat in his usual seat by the window with the graffiti and took a sip from his coffee. He opened the newspaper on page seven, for the first time disrupting the order of his reading, and there it was. On the upper right corner there was a small announcement in bold: “The winner of the contest is the tenant of block 37, apartment 205.Instructions will follow. Congratulations”. He was taken aback and he closed the newspaper. The winner was himself!