Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

THE FOUR LANTERNS - THE GRAND OPENING



Ο Ζενεβιέ σέρβιρε στον εαυτό του και στον Αλφρέδο ένα μικρό ποτήρι Pedro Ximénez με παλαιωμένα αρμυρίκια ογδόντα τριών ετών. Το κρατούσε για ειδικές περιπτώσεις και σίγουρα η αποψινή βραδιά ήταν μία από αυτές. Φορούσε το καλό του βελούδινο σμόκιν με τη λευκή του ποσέτ. Σήκωσε το ποτήρι του για πρόποση.
«Τα καταφέραμε καλά, πιστέ μου Αλφρέδο! Ας πιούμε τώρα πριν έρθουν οι καλεσμένοι μας. Στην υγειά του Four Lanterns!»
O Αλφρέδος του χαμογέλασε πλατιά.
«Καλή μας σεζόν», είπε κοιτάζοντας την αίθουσα υποδοχής. Οι τιράντες του με τα πλοκάμια του γυάλιζαν κάτω από το φως των τεράστιων πολυελαίων. 
Το ξενοδοχείο είχε όντως μεταμορφωθεί. Μέσα σε ένα μήνα ασταμάτητων εργασιών δε θύμιζε σε τίποτα τον προηγούμενο εαυτό του. Ο εξωτερικός χώρος είχε αποκτήσει πλέον εξωτικό κήπο με τεράστια δέντρα με περίεργο φύλλωμα και πολύχρωμα πουλιά που τραγουδούσαν και μιλούσαν μόνο τις νύχτες. Στο φουαγιέ είχαν αφαιρέσει τις δεξαμενές με τα γιγαντιαία καλαμάρια και είχε ανοίξει ο χώρος. Στην αίθουσα χορού στην ταράτσα είχαν τοποθετήσει τους μεγάλους καθρέπτες που τους έφεραν από τις φημισμένες αντικερί της Βενετίας και είχαν την υποψία ότι απόψε θα έκαναν πάταγο. Στα δωμάτια, στους πάνω ορόφους, αλλά και στο εστιατόριο είχαν τοποθετήσει καινούργιες ταπετσαρίες με τους παράλληλους δορυφόρους κόσμους, μία συμφωνία για την οποία είχε δουλέψει σκληρά ο Αλφρέδος. Καινούργιο προσωπικό είχε προσληφθεί για να καλύψει τις ανάγκες της σεζόν και απόψε γυάλιζαν μέσα στις ολόλευκες λάτεξ στολές τους. 
Ο Ζενεβιέ άναψε τα καινούργια νέον φώτα της εισόδου και κοίταξε το ρολόι του. Τρία λεπτά πριν τα μεσάνυχτα. 
«Ντελπί, να ανοίξουν οι πόρτες. Ζεράρ, να ξεκινήσει η μπάντα με τους θαλάσσιους ελέφαντες να παίζει τα κόντρα φαγκότα τους. Ήρθε η ώρα!» είπε και άφησε το μικρό του ποτήρι κάτω από τον πάγκο του μπαρ. 
Ο Dominus Abandone’ ήταν ο πρώτος που μπήκε κρατώντας την πρόσκλησή του με το ένα χέρι και μια ψηλόλιγνη καλλονή, που φορούσε μάσκα ιππόκαμπου, στο άλλο. 
«Ζενεβιέ, μόνο καλά λόγια έχω να πω για την τοποθεσία. Πώς σας ήρθε η ιδέα να το μεταφέρετε κάτω από τον υπόνομο; Πολύ έξυπνο, ένα ολοκαίνουργιο λαμπερό ξενοδοχείο κάτω από τα παπούτσια των ανυποψίαστων περαστικών της πόλης. Σας συγχαίρω, χωρίς να έχω δει τίποτα ακόμα. Ήμουν σίγουρος ότι μπορούσα να στηριχτώ πάνω σας.»
«Σας ευχαριστώ θερμά, κάναμε απλά τη δουλειά μας. Να περάσετε στο μπαρ για ένα πρώτο ποτό. Όπου να ‘ναι θα καταφτάσουν οι καλεσμένοι μας».
Οι καλεσμένοι άρχισαν να καταφτάνουν εντυπωσιασμένοι από την ανακαίνιση του χώρου. Τους είχε μαγέψει το γεγονός ότι, σύμφωνα με την πρόσκληση, έπρεπε να ακολουθήσουν τις συντεταγμένες και να σηκώσουν το βαρύ καπάκι του υπονόμου στην πιο κεντρική διασταύρωση της πόλης Mπρενανσόν, και ως δια μαγείας, κατεβαίνοντας δεκατρία σκαλιά να ανοίξουν την πόρτα και να βρεθούν στην ταράτσα του πολυώροφου ξενοδοχείου με τους οκτώ τεράστιους καθρέπτες, τα εξωτικά φυτά και το μεγάλο μπαρ στο κέντρο του, χαρίζοντάς τους μια μοναδική θέα της πόλης από τόσο ψηλά.
Και ήρθαν όλοι όσοι περίμεναν. Ήρθαν οι παλιότεροι και πιστοί πελάτες του ξενοδοχείου «Four Lanterns» φανερά συγκινημένοι, λίγο μεγαλύτεροι με περισσότερα γκρίζα μαλλιά και ρυτίδες. Ο τοσοδούλης astroboy περπάτησε προσεκτικά ανάμεσα στα φύλλα των φυτών και έκατσε στην άκρη του μπαρ, χαζεύοντας την εξαδάχτυλη ράφτρα που είχε έρθει με ένα φόρεμα  που είχε κεντήσει με αστεροκλωστή. Είχε καταφτάσει, αν και λίγο ταλαιπωρημένος από το πολύωρο ταξίδι, ακόμα και ο ψαράς με την Κασσιόπη, που ήταν πια στην έβδομη ζωή της, από το μακρινό νησί των γάτων. Είχαν καλέσει και νέους πελάτες, ανθρώπους που εκτιμούσαν ιδιαίτερα, να γνωρίσουν τις καινούργιες τους εγκαταστάσεις. Όλοι έπιναν και χόρευαν και έδιναν συγχαρητήρια στον ιδιοκτήτη και στον διευθυντή. Και όσο περνούσε η ώρα το κέφι άναβε και τα γέλια ζωήρευαν και τα πηγαδάκια έδιναν και έπαιρναν. Ο Ζενεβιέ, ευχαριστημένος από την πορεία της βραδιάς, κοίταξε τον Αλφρέδο και χτύπησε συνθηματικά τα χέρια του δυο φορές. Ο καμαρότος πήγε διακριτικά πίσω από τον κεντρικό καθρέπτη και πάτησε ένα κουμπί. Τα φώτα από τους πολυελαίους χαμήλωσαν και τα φαγκότα της ορχήστρας σίγησαν. Οι φωνές και τα χάχανα σίγησαν σταδιακά και στην ατμοσφαιρική ταράτσα ακουγόταν μόνο το θρόισμα από τα φυλλώματα των δέντρων. 
Ο Dominus ήταν ο πρώτος που πλησίασε τους καθρέπτες και έβγαλε μια φωνή ξαφνιάσματος. 
«Μα, πώς γίνεται αυτό;» ψιθύρισε. «Φίλοι μου, πλησιάστε, αξίζει τον κόπο», φώναξε χωρίς να φύγει μπροστά από το μεγάλο καθρέπτη του μπαρ.
Σιγά σιγά στριμώχτηκαν όλοι και έμειναν με το στόμα ανοικτό. Μόνο μικρές κραυγές θαυμασμού και φόβου ακούγονταν αλλά κανείς δεν απομακρυνόταν. Λες και ο καθρέπτης τους είχε δέσει με μια αλυσίδα και δεν τους άφηνε να φύγουν. Όλοι, κοιτάζοντας τον εαυτό τους μέσα του, τα έχαναν γιατί δεν αντίκριζαν το είδωλό τους αλλά κάτι τελείως διαφορετικό. Έμεναν με το στόμα ανοιχτό γιατί έβλεπαν στη θέση τους άγρια ζώα η προϊστορικά όντα ή ανθρώπους με άλλα πρόσωπα σε άλλο φύλο και σε άλλες εποχές ή σε κάποιες περιπτώσεις αντίκριζαν μόνο το κενό. Κι ο καθένας ήταν σαν να θυμόταν ένα βαθύτερο κομμάτι του εκείνη τη στιγμή της αναγνώρισης του παλιότερου του εαυτού του, του παρελθόντος του. Αμυδρά σαν να θυμόταν, σαν να ήξερε ότι αυτό ήταν το πραγματικό του πρόσωπο, αυτή ήταν η αλήθεια του. Και όσο την αντίκριζαν στα μάτια, προσπαθούσαν να αναπτύξουν έναν εσωτερικό διάλογο με το είδωλό τους. Άλλοι δάκρυζαν, άλλοι έμεναν αμίλητοι, άλλοι μονολογούσαν σαν τους τρελούς. Ήταν η δική τους στιγμή, η πιο δική τους. 
«Εκλεκτοί μας καλεσμένοι, ας περάσουμε στον μπουφέ στο φουαγιέ και με την ευκαιρία να σας ξεναγήσουμε στα δωμάτια. Ελάτε φίλοι μας, ακολουθήστε τον Αλφρέδο, η βραδιά μόλις άρχισε!» έσπασε τη μυσταγωγία ο Ζενεβιέ, όλος ενθουσιασμό. 

THE FOUR LANTERNS - THE GRAND OPENING

Jenevier served himself and Alfred a small glass of Pedro Ximénez with tamarisk of eighty- three years of age. He kept if for special occasions and tonight was surely one of them. He wore his velvet tuxedo with the white pocket square. He raised his glass for a toast.
“We did it, my dear Alfred! Let’s drink now before our guests arrive. To the Four Lanterns!”
Alfred smiled.
“Let’s hope for a good season” he said looking at the reception hall. His suspenders with the tentacles were shining under the light of the huge chandeliers. 
The hotel had truly been transformed. Within a month of unstoppable work the place had nothing to do with its former self. The exterior space had now an exotic garden with huge trees with strange foliage and colorful birds singing and talking only during the night. In the foyer they had removed the tanks with the giant squids and the space became more open. In the dance hall on the terrace they had placed the big mirrors they had brought from the famous antique shops of Venice and they suspected that they would become a big hit tonight. In the rooms, on the top floors, and in the restaurant new wallpapers were installed with the parallel satellite worlds, a deal for which Alfred had worked hard. New personnel was hired to meet the needs of the season and tonight they all shined in their all- white latex suits. 
Jenevier lit the entrance’s new neon lights and looked at his watch. Three minutes to midnight. 
“Delpi, open the doors. Gerard, tell the sea lions to start playing their contrabassoons. It is time!” he said and left his small glass under the bar counter. 
Dominus Abandone’ was the first to enter holding his invitation with one hand and a tall belle, wearing a seahorse mask, with the other. 
“Jenevier, I only have compliments about the spot. How did you come up with the idea of transferring it under the sewer? Brilliant, a brand new glamorous hotel under the shoes of the city’s unsuspecting passers-by. I congratulate you without having seen anything else yet. I was sure I could rely on you.”
“Thank you very much. We only did our job. Help yourself with a first drink at the bar. Our guests will arrive any minute now.”
The guests arrived impressed by the renovation of the place. They were fascinated by the fact that, according to the invitation, they had to follow the coordinates and lift up the heavy sewer cap at the most central junction of Brananson City and, by going down thirteen steps, open the door and magically be on the terrace of a multi-story hotel with its eight huge mirrors, the exotic plants and the big bar in the center, giving them a unique city view from above.
And the guests arrived. The old and loyal clients of “The four Lanterns” were obviously moved with a lot more gray hair and wrinkles. The tiny astroboy carefully walked between the leaves of the plants and stood on the edge of the bar, staring at the six-finger tailor, who had arrived in a dress embroidered with thread from the stars. Even the fisherman had arrived with Cassiope, who was now in her seventh life, from the remote island of the cats, although he was a bit late and tired from the long trip. They had invited new clients of course to see the new facilities, people who deeply respected. They all drank and danced and congratulated the owner and the manager. And as time went by, the good spirit and the laughter and the talking was more intense. Jenevier, pleased with the result, looked at Alfred and clapped his hands twice. The groom discretely went behind the big mirror and pushed a button. The lights from the chandeliers were lowered and the orchestra’s bassoons silenced. The voices and the laughter gradually lowered and only the rustling of the foliage of the trees was heard on the atmospheric terrace. 
Dominus was the first to approach the mirrors and cried out of surprise.
“But, how can it be?” he whispered. “My friends, get closer, it is worth it” he shouted still remaining in front of the bar’s big mirror. 
They gradually  squeezed in and were astonished with the sight. Just a few screams of admiration and fear were heard but no one was going away. It was as if the mirror had tied them up with a chain and did not leave them escape. They were puzzled because, when they looked in the mirror, they did not see their reflection but something completely different. They were in awe because they saw wild animals or prehistoric creatures or people with different faces in different sex in different eras or in some cases they only stared into the void. And it was as if everyone was remembering a deeper part of himself that very moment of identification of the former self, the past. It was as if they vaguely remembered, as if they knew that this was their real face, their truth. The more they looked at it, the more they tried to establish an inner dialogue with their reflection. Others had tears in their eyes, others stayed silent, and others talked to themselves as if they were crazy. It was their moment, the most intimate.

“Our special guests, let us step into the buffet restaurant and let us guide you through the rooms. Come along, follow Alfred, the night has just begun!” Jenevier enthusiastically broke the spell.

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 11: ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Ξεκλείδωσε και μπήκε στο σπίτι. Στην κουζίνα είχε φως. Βρήκε τη Σύλβια να γράφει κάτι σε ένα παλιό τετράδιο.
«Καλώς τον», του είπε, βγάζοντας τα γυαλιά της που είχε για να βλέπει κοντά. «Κάνω επανάληψη. Μου έμαθε κάτι καινούργιες λέξεις ο Τάτσουο σήμερα και με δυσκολεύουν. Αν θες, έχει μείνει λίγη πίτα στο ψυγείο, την κράτησα ειδικά για σένα», είπε και φόρεσε πάλι τα γυαλιά της και κατέβασε το βλέμμα της στο τετράδιο.
Ο Χάρης έβαλε ένα ποτήρι παγωμένο νερό από το ψυγείο και κάθισε δίπλα της. Άφησε τα κλειδιά του σπιτιού πάνω στο τραπέζι. 
« Σε ευχαριστώ για την πίτα αλλά δε θα την τιμήσω απόψε», της είπε και την κοίταξε έντονα.
Η Σύλβια έβγαλε τα γυαλιά της και τα άφησε δίπλα στα κλειδιά. Έκλεισε το τετράδιο.
«Φεύγεις απόψε;”
«Ναι, θα μαζέψω τα πράγματά μου και θα σου αφήσω σε ένα φάκελο τις οικονομικές εκκρεμότητες του μήνα. Σε ευχαριστώ για όλα από καρδιάς», της είπε με συγκρατημένη συγκίνηση. 
«Ο Τζόναθαν θα στενοχωρηθεί. Κι όχι τίποτα άλλο, δεν προλάβατε να πάτε και για ψάρεμα με τη βάρκα. Τόσο κόπο κάνατε για να τη φτιάξετε. Κάτσε να τον ξυπνήσω να σε χαιρετήσει», είπε και σηκώθηκε.
«Δεν είμαι καλός στους αποχαιρετισμούς, Σύλβια. Χαιρέτησέ τον από μένα και πες το και στα δίδυμα. Ήσουν πολύ καλή μαζί μου», της είπε και την αγκάλιασε αυθόρμητα. «Θα έρθει η Μπράνκα από εδώ, δεν της το είπα, θα το καταλάβει», της είπε και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό του. 
Η Σύλβια έμεινε ακίνητη. 
«Θα πάω στο δωμάτιό μου, γιατί κι εγώ δε νιώθω καλά με τους αποχαιρετισμούς. Θα δώσω το κομμάτι σου στη μικρή όταν έρθει. Καλή τύχη, Χάρη, και να προσέχεις.»
Μάζεψε τα ρούχα του στο σάκο του και το κουτί με το αρχείο των εφημερίδων. Άφησε το μανό της Μπράνκα στο κρεβάτι και της έγραψε σε ένα χαρτί : « cuide- se bem». Αν θυμόταν καλά, σήμαινε «να προσέχεις» ή κάτι αντίστοιχο. Του το έλεγε συχνά όταν έφευγε για τη δουλειά και την άφηνε στο κρεβάτι να χουζουρεύει σα γατί. Άφησε τα λεφτά στο τραπέζι της κουζίνας. Η Σύλβια είχε πάει στο δωμάτιό της με το τετράδιό της. 
Βγήκε στη δροσερή νύχτα και κατευθύνθηκε προς την Κέιβρουντ για να φτάσει στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό. Ένιωσε την ψύχρα σε όλο του το κορμί. Ήταν σαν να τον ξυπνάει από έναν ύπνο πολύ βαθύ. Το κτίριο της Σιέρρα φαινόταν επιβλητικό. Του έριξε μια τελευταία ματιά. Υπολόγιζε να φτάσει με γρήγορο βηματισμό σε κανένα τέταρτο. Του άρεσε η αίσθηση που του άφηνε ο κεντρικός σταθμός.
Ένα παμπάλαιο αψιδωτό κτίριο με κόσμο να πηγαινοέρχεται όλο το εικοσιτετράωρο, ένας χώρος υποδοχής ταξιδιωτών και συναισθημάτων. Αναγγελίες από μεγάφωνα, αγκαλιές και αποχωρισμοί, βαλίτσες, αφίξεις και αναχωρήσεις, βαγόνια που κλείνουν και ανοίγουν με θόρυβο τις πόρτες τους, χαμόγελα και δάκρυα, χέρια που μένουν στον αέρα σε ημιτελείς χαιρετισμούς. Για τον Χάρη ένας τόπος γαλήνης. Κατευθύνθηκε προς το μεγάλο πίνακα ανακοινώσεων στη μέση της αίθουσας. Έπρεπε να διαλέξει προορισμό. Κι εκεί τα έχασε τελείως. Ο ηλικιωμένος εφημεριδοπώλης του Κάρθαπαρκ  στεκόταν ήδη εκεί και τον κοιτούσε έντονα, λες και τον περίμενε. Μα, δεν ήταν η μέρα της εβδομάδας που μοίραζε την έκδοσή του. Κι εκτός αυτού, δεν είχε καν τις εφημερίδες του μαζί. Μα, τι στην ευχή γύρευε εδώ; Όχι, δεν υπήρχε λόγος να είναι καχύποπτος. Βρισκόταν στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό. Το πιο πιθανό ήταν να περιμένει κάποιον. Μια φωνή, βέβαια, μέσα του τον προειδοποιούσε ότι δεν ήταν αυτός ο λόγος. Ο Χάρης τον πλησίασε και μπόρεσε να διακρίνει τη νευρικότητά του ηλικιωμένου. Ο Χάρης του έκανε ένα νεύμα χαιρετισμού.
«Με συγχωρείτε, αλλά μου ζήτησαν να σας μεταφέρω ένα μήνυμα. Ξέρετε ποιοι» του είπε κομπιάζοντας ο εφημεριδοπώλης.
«Μα πού ήξεραν ότι θα περνούσα από εδώ σήμερα στο ρεπό μου;» αναρωτήθηκε φωναχτά.
«Αυτό δεν το ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι σας περιμένουν στο σταθμό της Ταμαρίνια, όπως τότε. Θέλουν να σας μιλήσουν για το ταξίδι σας που ολοκληρώθηκε. Δε γνωρίζω τίποτε άλλο, καλό σας βράδυ», του είπε βιαστικά και χάθηκε στο πλήθος.
Ο Χάρης έμεινε για λίγο διστακτικός. Τον είχαν ξαφνιάσει για άλλη μια φορά οι κοστουμαρισμένοι κύριοι με τις μάσκες αλόγου. Αναρωτήθηκε τι να τον ήθελαν αυτή τη φορά. Θα τον έβαζαν να περάσει άλλη μια δοκιμασία για την αποτυχία του ή ετοιμάζονταν να του κάνουν κήρυγμα για το ότι τα είχε κάνει θάλασσα και αυτή τη φορά; Όσο περίεργος κι αν ήταν, δεν υπήρχε περίπτωση να πέσει ξανά στην παγίδα τους. Ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν, δεν περίμενε από δύο άσχετους γραφειοκράτες να του κάνουν ψυχανάλυση. Ναι, ήταν ένας τυχοδιώκτης, αποτυχημένος και δειλός τύπος. Ναι, ήταν αδύναμος. Αλλά δεν είναι όλοι σούπερ ήρωες με τον μανδύα της τελειότητας σε αυτήν τη ζωή. Ναι, το έβαζε στα πόδια γιατί δεν μπορούσε να διαχειριστεί την αλήθεια της πραγματικότητας με όλες τις επιπτώσεις της. Και φυσικά, όσα χιλιόμετρα μακριά κι αν δραπέτευε, δεν τον έκαναν να απομακρυνθεί από τον εαυτό του, αυτό τον τόσο δυσλειτουργικό που δεν μπορούσε να τιθασεύσει και να συγχωρέσει. Ναι, είχε μόλις σημειώσει άλλη μια ήττα και ακόμη μια φυγή στο δικό του εσωτερικό τετράδιο.

Βαθιά ανάσα. Προχώρησε προς τις αποβάθρες. Άλλη μια καινούργια πόλη τον περίμενε κάπου στη νύχτα κι ίσως άλλη μια ευκαιρία εσωτερικής συμφιλίωσης. Μπήκε στο πρώτο βαγόνι που ήταν έτοιμο για αναχώρηση. Δεν ήταν σίγουρος για τον προορισμό του. Ποτέ δεν ήταν. 

THE VOLUNTEER 11: CLOSURE

He unlocked the door and stepped into the house. There was light in the kitchen. He found Sylvia writing something in an old notebook.
“Oh, hi there”,she told him, taking off her glasses. “I am revising. Tatsuo taught me some new words today and they are really difficult. There is some pie left in the fridge, if you like, I kept it especially for you” she said and put on her glasses again and lowered her gaze in the notebook.
Harry served him a glass of cold water from the fridge and sat beside her. He left the keys of the house on the table.
“Thank you for the pie but I think I will pass” he told her and stared at her.
Sylvia took off her glasses and left them by the keys. She closed the notebook.
“Are you leaving tonight?”
“Yes, I am going to pack my things and leave you the money for the month in an envelope. Thank you for everything from the bottom of my heart” he told her with restrained emotion.
“Jonathan will be upset. You never went fishing with the boat. You went into such trouble restoring it. Oh, I am going to wake him up to tell you goodbye” she said and stood up.
“I am not that good at goodbyes, Sylvia. Give him my regards and tell it to the twins as well. You have been very good to me” he told her and spontaneously hugged her. “Branca will drop by, I haven’t told her, she will figure it out” he told her and moved towards his room.
Sylvia stood still. 
“I will go to my room because I am not that good at goodbyes either. I will give her your piece of pie, when she comes. Good luck Harry and take care”.
He put his clothes in his pack and the box with the newspapers he collected. He left Branca’s nail polish on the bed and wrote her a note: “cuide- se bem”. If he remembered correctly, it meant “take care” or something like that. She often told him that when he was leaving for work letting her snooze in his bed like a cat. He left the money on the kitchen table. Sylvia had gone to her room with her notebook.
He stepped into the cool night and headed for Caveroad to reach the central train station. He felt the chill all over his body. It was like waking up from a deep sleep. The Sierra building looked imposing. He gave it a last look. He estimated reaching the station within fifteen minutes with a quick pace.
He enjoyed the aftertaste that the station left him. A very old arched building with people coming and going twenty- four seven, a place to welcome travelers and feelings. 
Announcements from the loudspeakers, hugs and separations, suitcases, departures and arrivals, wagons that open and close their doors in great fuss, smiles and tears, hands that stand still in the air in uncompleted greetings. For Harry this was a place of serenity. He headed to the big destination board in the middle of the room. He had to choose one. And there, he completely lost it. The elderly news dealer of Karthapark was already standing there staring at Harry, as if he was waiting for him. It was not the day of the week to give away his newspapers. Besides, he didn’t even have them with him. What on earth was he doing here? No, there was no reason to be suspicious. He was at the central railway station. Most likely, he was waiting for someone. Of course, a voice, deep inside him, warned him that this was not the reason. Harry approached him and was able to see the nervousness of the old man. Harry nodded. 
“Excsuse me, but they asked me to deliver you a message. You know who” the news dealer said reluctantly. 
“But how did they know that I was going to be here today on my day off?” he wondered.
“I don’t know that. All I know is that they are waiting for you at Tamarinia station, like before. They want to talk to you about your journey that has been completed. I don’t know anything else, good night” he hastily said and lost in the crowd. 

Harry stood hesitantly for a while. The gentlemen in costumes and horse masks had surprised him once more. He wondered what they wanted this time. Would they have him pass another test for his failure or were they about to preach him that he had completely messed things up once more? As curious as he might be, there was no way of stepping into their trap again. He knew exactly who he was, he didn’t wait for two morons bureaucrats to psychoanalyze him. Yes, he was an adventurer loser, coward guy. But not everyone is a super hero with the cloak of perfection in his life. Yes, he was running away because he could not handle the truth of reality and its consequences. And of course, despite how many miles he ran, he could not escape himself, the so dysfunctional one that found so difficult to tame and forgive. Yes, he had scored another defeat and another runaway in his notebook. Deep breath. He walked towards the train platform. Another new city was waiting for him somewhere in the night, and maybe another chance for internal reconciliation. He was not sure about his destination. He never was. 

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 10: Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Εννοείται ότι το είχε σκυλομετανιώσει που κατέβηκε στην τουαλέτα του μπαρ. Αν δεν είχε πάει, δε θα βρισκόταν τώρα πίσω από το τιμόνι με αυτήν τη διαβολεμένη βροχή που δεν έλεγε να κοπάσει. Δε θα βρισκόταν αντιμέτωπος με το παρελθόν του, αλλά το πιθανότερο με ένα δεύτερο ποτήρι μπύρας κερασμένο από τον Κέβιν, χαζεύοντας την Μπράνκα να πηγαινοέρχεται με το δίσκο. Αλλά κατά βάθος το ήξερε ότι παραμύθιαζε τον εαυτό του. Όπου κι αν βρισκόταν, θα ερχόταν κι αυτή η στιγμή. Το έβλεπε καθαρά τώρα. Όλα αυτά τα ταξίδια στο χρόνο τόσο καιρό ένιωθε ότι τον προετοίμαζαν για αυτό. Το ταξίδι της ζωής του ήταν αυτή η νύχτα. Τώρα που ξαναγύριζε στο πιο ζόρικο δίλημμα της ζωής του τι θα έκανε; Πώς θα το διαχειριζόταν; Και φυσικά, για να γίνουν τα πράγματα ακόμα πιο περίπλοκα είχε γυρίσει πίσω στο χρόνο τη στιγμή που δεν έπρεπε. 
Μόλις είχε ακούσει αυτόν τον απόκοσμο ήχο από το εμπόδιο πάνω στο οποίο είχαν βρει τα λάστιχά του. Έβγαλε μια κραυγή κι άρχισε να χτυπάει με λύσσα με τα χέρια του το τιμόνι. Τα χέρια του ήταν παγωμένα και ιδρωμένα ταυτόχρονα. Όταν πέρασε αυτή η έκρηξη απόγνωσης, πήρε μια βαθιά ανάσα κι έσβησε τη μηχανή. Δε χρειαζόταν καν να βγει από το αυτοκίνητο. Ήξερε πολύ καλά τι τον περίμενε εκεί πίσω και δεν ήθελε να το αντικρύσει ξανά. Ήξερε πολύ καλά αυτή τη σκηνή της ταινίας και το μόνο που ήθελε ήταν να την τρέξει στο fast forward. Είχε σκεφτεί στο παρελθόν άπειρες φορές αυτήν τη σκηνή, τι θα έκανε αν του δινόταν η ευκαιρία ξανά, τι θα έκανε αν την ξαναζούσε και τώρα επιτέλους βρισκόταν πολύ κοντά στο να τα κάνει όλα σωστά. Ακουγόταν μόνο ο μεταλλικός ήχος της βροχής στο καπό και στα τζάμια μαζί με τις σκέψεις του. 
Τέλος χρόνου. Έστριψε το κλειδί στη μηχανή κι έβαλε μπρος. Και τόσο απλά, βρέθηκε να γυρίζει το πόμολο της πόρτας της τουαλέτας στο μπαρ του Κέβιν. Toυ πήρε λίγο χρόνο να συνηθίσει το πρώτο σοκ της επιστροφής. 
Ανέβηκε μουδιασμένος τα σκαλιά. 
 Ο Κέβιν του είχε ήδη σερβίρει τη δεύτερη μπύρα του.
«Τι έγινε; Μοιάζεις σαν να είδες φάντασμα εκεί κάτω.»
«Μμ.. ναι, θα μπορούσες να το πεις και έτσι», του απάντησε κοφτά, ήπιε μονορούφι τη μπύρα του νιώθοντας τη δροσιά της σε όλο του το σώμα που το ένιωθε να πάρει φωτιά. Έβγαλε ένα τσαλακωμένο  χαρτονόμισμα από την τσέπη του και το άφησε πάνω στην μπάρα.
«Καλό βράδυ, Κέβιν», του είπε σχεδόν ψιθυριστά και πήγε προς την πόρτα.
«Να προσέχεις φιλαράκο, θα τα πούμε την άλλη βδομάδα», του είπε ο Κέβιν καθώς άναβε το τσιγάρο του. 
«Ε, για πού το έβαλες; Σε ένα μισάωρο σχολάω», του είπε παραπονιάρικα η Μπράνκα, πιάνοντάς τον τρυφερά από το μπράτσο. 
«Θέλω να πάρω λίγο αέρα, θα περπατήσω μέχρι το σπίτι», της είπε και τη φίλησε δυνατά στο στόμα. 
Άνοιξε την πόρτα του μπαρ και βγήκε στην καθαρή νύχτα. Είχε πάρει την απόφασή του, όπως τότε, εκείνη τη νύχτα.
Τότε είχε κάνει το ίδιο. Είχε πάρει την απόφαση να  φύγει όσο πιο μακριά γίνεται. Ενστικτωδώς είχε οδηγήσει μέχρι το σταθμό των λεωφορείων όπου και άφησε το αυτοκίνητό του και πήρε το πρώτο πούλμαν που έφευγε άμεσα. Ο προορισμός του ήταν αδιάφορος, η φυγή ήταν ο μοναδικός σκοπός. Το πούλμαν ήταν σχεδόν άδειο λόγω της ημέρας. Δε θυμόταν καν πού έκανε τέρμα μετά από ώρες. Θυμόταν μόνο την αναθεματισμένη τη βροχή. Εξαντλημένος, είχε κοιμηθεί σε ένα άθλιο μοτέλ σε μια πόλη που δεν είχε ξανακούσει. Είχε βγει να πάρει τσιγάρα σε ένα κιόσκι και έμεινε να δει τις ειδήσεις που έτρεχαν στη μικρή οθόνη του καταστήματος. Μόνο τρόμος τον έτρωγε μήπως ακούσει κάτι για το περιστατικό, αν έλεγαν κάτι για κάποιον άγνωστο άντρα που βρέθηκε νεκρός έξω από μπαρ, ή αν είχαν τη δική του φωτογραφία και τον αναζητούσαν για φόνο και εγκατάλειψη του θύματος. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν μπορούσε να πιάσει ξανά τιμόνι. Τον πρώτο καιρό είχε τις κεραίες του τεντωμένες. Περίμενε την τιμωρία του που δεν ερχόταν. Άφησε σταδιακά την παλιά του ζωή πίσω σε εκείνο το βράδυ και άρχισε να περιπλανιέται από πόλη σε πόλη με πούλμαν και με τρένα ή μετρό. Δεν έπιασε ποτέ τιμόνι μετά από εκείνη τη νύχτα. Πάντα διάβαζε ειδήσεις με το φόβο μήπως αναφερθούν σε εκείνη τη νύχτα και πάντα κοίταζε πίσω του μήπως τον παρακολουθούν και τον συλλάβουν. Άρχισε να συλλέγει τις ολιγοσέλιδες χειροποίητες εφημερίδες από τις πόλεις όπου περνούσε και να τις αποθηκεύει στο  κουτί του. Άλλαζε πόλεις και προσωπικότητες. Έβρισκε ευκαιριακές δουλειές που δεν είχαν ιδιαίτερες απαιτήσεις. Έφτιαχνε ευκαιριακές σχέσεις και δεσμούς με συγκάτοικους και αιθέριες υπάρξεις με τις οποίες μοιραζόταν το κρεβάτι του, κρατώντας το μεγαλύτερο κομμάτι του κόσμου του κλειδωμένο.
Ο χρόνος περνούσε και είχε καταφέρει να εξαφανιστεί από τον παλιό του εαυτό, την παλιά του μισητή δουλειά, τον πατέρα του. Κρατούσε μια τηλεφωνική επαφή με τη μητέρα του αλλά κι αυτή ήταν εξαιρετικά αραιή. Είχε υψώσει ένα τοίχος και ήταν λίγο απόμακρος, δαμάζοντας τη μοναξιά του. Πολλές φορές αναρωτιόταν τι να απέγινε αυτό το αντρικό σώμα. Ήταν νεκρός κι αν ναι, τον είχε σκοτώσει ο ίδιος ή είχε γίνει το κακό νωρίτερα; Τον είχαν αναγνωρίσει, ποιος να ήταν άραγε, δεν τον έψαξαν οι γνωστοί του ή οι φίλοι του; Δεν μπορεί να μην είχε ανακοινωθεί κάπου το περιστατικό, αλλά όσο κι αν πάλεψε δεν έβγαλε άκρη. Είχε καταλήξει ότι ο άντρας ήταν ένας άστεγος, ένας άγνωστος σε μια μεγάλη πόλη για τον οποίο κανείς δεν έδινε δεκάρα και του οποίου τα στοιχεία κανείς δε γνώριζε. Αυτή η αλήθεια τον βόλευε περισσότερο και αυτήν καλλιεργούσε μέσα του εδώ και τόσο καιρό. 
Ναι, σίγουρα, αν τα έβαζε κάτω ήταν δειλός και σίγουρα τομάρι, ένα κάθαρμα. Τα είχε σκατώσει τότε αλλά ξέφυγε από την τιμωρία, σαν το μικρό παιδί που κάνει τη ζαβολιά και τη βγάζει καθαρή. Τον βόλεψε η ιστορία. Ναι, καιρός ήταν να το παραδεχτεί. Τώρα πάλι έφευγε. Θα μπορούσε να είχε κάνει το σωστό αλλά και αυτή τη φορά επέλεξε τη φυγή. Είχε ενοχές; Βέβαια, άπειρες, αλλά ταυτόχρονα υπήρχε και μια περίεργη αίσθηση ελευθερίας στον πάτο του βαρελιού όπου είχε βουλιάξει.

Περπατούσε αργά προς το σπίτι. Είχε πάρει τη συνηθισμένη του διαδρομή. Μπόουβιλ, μια πόλη που πραγματικά είχε αγαπήσει αληθινά. Τη χάζευε τώρα στη νυχτερινή της εκδοχή και την απολάμβανε. Έκανε ένα νεύμα χαιρετισμού στο νεαρό που ερχόταν προς το μέρος του που είχε βγάλει το σκύλο του βόλτα. Η πόλη πήγαινε για ύπνο. Οι θόρυβοι είχαν κοπάσει και τα φωτισμένα παράθυρα στις πολυκατοικίες ήταν λιγοστά. Ναι, αποχαιρετούσε με αυτήν τη βόλτα άλλη μια πόλη, όπως και τόσες άλλες, που δεν μπόρεσε να τον κρατήσει. Ένιωθε αγρίμι που δεν μπορούσε να ησυχάσει πουθενά. Πέρασε από το σκοτεινό πάρκο κοντά στο σπίτι. Έβγαλε τα κλειδιά του από την τσέπη. Κουδουνίσανε στα χέρια του. Είχε φτάσει στη γωνία. Είχε πάρει την απόφασή του. Το ταξίδι της ζωής του είχε φτάσει στο τέλος του. 

THE VOLUNTEER 10: THE DECISION

Of course he had regretted going to the bar’s toilet. If he hadn’t gone, now he wouldn’t be behind the wheel with this damn rain that didn’t seem to stop. He wouldn’t be face to face with his past but, more likely, with the second glass of beer, Kevin’s treat, gazing Branca walking around with the tray. But deep inside, he knew that he was just lying to himself. Wherever he was, that moment would come. It was all clear to him now. He felt that all these time travels were just preparing him for this. The journey of his life was that night. Now that he was returning to the most difficult dilemma of his life, what would he do? How would he handle it? And of course, to make things even more complicated, he had turned back in time the wrong moment. 
He had just heard that eerie sound of the obstacle on which his tires had stepped on. He screamed and started furiously hitting the steering wheel with his hands. His hands were sweaty and frozen at the same time. When this despair crisis was over, he took a deep breath and turned off the engine. He didn’t even need to get out of the car. He knew very well what was waiting for him back then and did not want to face it again. He knew that part of the movie very well and the only thing that he wanted was to push the fast forward button. In the past, he had thought about that scene countless times, what he would do if he was given the chance once more, what he would do if he relived it and now he was so close to do everything right. The only thing heard was the metallic sound of the rain on the hood and the windows along with his thoughts. 
Time was up. He turned the key and started the engine. And just like that he found himself turning the doorknob of the toilet’s door at Kevin’s bar. It took him some time to recover the return’s first shock. He staggered as he went up the stairs. 
Kevin had already served him his second beer.
“What happened? You look like you have seen a ghost down there.”
“Hmm… you could say so”, he strictly replied, drank his beer, feeling its coolness all over his body that was on fire. He took a wrinkled banknote from his pocket and left it on the bar.
“Good night Kevin”, he replied almost whisperingly and went towards the exit door.
“Take care buddy, see you next week”, Kevin replied as he lit his cigarette.
“Hey, where are you going? My shift is over in half an hour”, Branca told him crankily, tenderly grabbing him by the arm.
“I want to get some air, I am going to walk to the house” he told her and gave her a passionate kiss on the mouth.
He opened the bar’s door and went into the clear night. He had made his decision, just like that night. 
Back then, he had done the same. He had made the decision to leave as far as he could. He had instinctively driven to the bus station where he left his car and took the first coach. The destination was indifferent, running away was the only purpose. The coach was almost empty due to the day. He didn’t even remember where it stopped after so many hours. He only remembered the damn rain. Exhausted as he was, he had spent the night in a lousy motel in a city he had never heard of. He had gone out to get some cigarettes in a kiosk and he stared at the news on the small shop’s screen. He was filled with terror to hear anything about the incident, if the news said something about a man found dead outside a bar, or if they had his picture accusing him for hit and run and murder. The only thing for certain was that he could not drive again. At first, he had his ears open. He was waiting for his punishment that didn’t seem to come. He gradually left his old life back at that night and he began to wander from city to city by coach, by train or metro. He never touched a steering wheel after that night. He always read the news in fear of mentioning that night and he always looked behind him in case they followed him and arrested him. He started collecting the few-page handmade newspapers from the cities he passed and storing them in his box. He changed cities and personalities. He found occasional jobs with no particular demands. He made opportunistic relationships with roommates and fine ladies with whom he shared his bed, keeping most of his world locked. 
Time passed and he had managed to disappear from his old self, his job that he hated, his father. He kept a telephone contact with his mother but that was extremely sparse as well. He had raised a wall and he was a bit distant, taming his loneliness. He often wondered what happened to that male body. Was he dead and if so, was it him the one who did it or was he dead already? Was he identified, who was he, didn’t his friends and family look for him? The incident must have been reported somewhere but no matter how hard he tried, he didn’t find anything. He had reached the conclusion that the man was homeless, a stranger in a big city for whom nobody gave a damn and whose identity nobody knew. That was the most convenient truth that grew strong inside him. 
Yes, of course, he was nothing but a coward and most definitely a loser, a bastard. He had messed things up back then and never got punished, like a small kid. That story was ideal for him. Yes, it was high time he admitted it. Now, he was escaping once again. He could have done the right thing this time but he still chose to leave. Did he have any regrets? Of course, tons of them, but in the same time there was that strange feeling of freedom at the bottom of the barrel where he had sunk.

He was walking slowly towards the house. He had taken his usual course. Bowieville, a city that he had truly loved. He was looking at her in her late night version and was enjoying her. He made a nod to the young man coming towards him walking his dog. The city was about to go to bed. The noise was reduced and the lights in the windows of the apartment buildings were few. Yes, with this walk he was saying goodbye to another city, like so many others before, that could not keep him. He felt like a wild animal that could not stay still. He passed through the dark park near the house. He took his keys out of his pocket. They were ringing in his hands. He had reached the corner. He had made his decision. The journey of his life had reached its end.