Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

THE FOUR LANTERNS - ΡΟΔΟΚΛΕΙΑ ΜΠΕΖ

Όλοι θα θυμούνται τις τρεις ημέρες και νύχτες που πέρασε η Ροδόκλεια Μπεζ στο ξενοδοχείο «Four Lanterns», κι ας έχει περάσει καιρός. Ήρθε αργά το βράδυ και βρήκε το Ζενεβιέ στη ρεσεψιόν. Φορούσε ένα μακρύ γκρι κασμιρένιο παλτό, μαύρα γάντια και κρατούσε μια μικρή δερμάτινη βαλίτσα. Τα χάλκινα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε έναν κομψό κότσο. Το βλέμμα της ήταν αδιαπέραστο και η ηλικία της απροσδιόριστη. 
«Θα ήθελα να μείνω το τριήμερο, αν υπάρχει διαθεσιμότητα» είπε αυστηρά στον Ζενεβιέ. 
«Μα, φυσικά, καλώς ορίσατε! Παρακαλώ, θα χρειαστώ το ονοματεπώνυμό σας για το βιβλίο κρατήσεων.»
«Ροδόκλεια. Μπεζ.» είπε η μυστηριώδης γυναίκα σχεδόν βαριεστημένα.
«Υπέροχα, ο Αλφρέδος θα σας συνοδεύσει στο δωμάτιo νούμερο τριάντα δύο και μισό στον πρώτο όροφο.»
Ανέβηκε με τον Αλφρέδο και τα πλοκάμια χταποδιού από τις τιράντες του σχεδόν την χάιδευαν, μην μπορώντας να κρύψει το πόσο γοητευμένος ήταν από την παρουσία της. Ευγενέστατη και κολακευμένη του άφησε ένα γενναιόδωρο φιλοδώρημα και κλείδωσε την πόρτα του δωματίου χαμογελαστή.
Η αρχή της τρικυμίας που έφερε η Ροδόκλεια Μπεζ σε όλους τους χώρους του ξενοδοχείου έγινε αντιληπτή από την επόμενη ημέρα. Τις πρωινές ώρες εθεάθη στην αίθουσα του πρωινού να απολαμβάνει τον καφέ της και να διαβάζει την εφημερίδα της πάντα με το ίδιο κομψό και απροσπέλαστο πρόσωπο της προηγούμενης νύχτας. Την ίδια ώρα η Κλοντέτ, η καμαριέρα, έφυγε τρέχοντας με δάκρυα στα μάτια από το δωμάτιο τριάντα δύο και μισό γιατί η Ροδόκλεια Μπεζ την είχε προσβάλλει σε απίστευτο βαθμό. Η κοπέλα της ζήτησε ευγενικά να σβήσει το τσιγάρο από αφυδατωμένες ρίζες  γιατί δεν επιτρεπόταν το κάπνισμα στα δωμάτια. Αμακιγιάριστη, φορώντας ένα λευκό νυχτικό και με τα μαλλιά της αχτένιστα να πέφτουν στους ώμους, μίλησε τόσο άσχημα στην καμαριέρα, η οποία  έφυγε τρέχοντας από το δωμάτιο και έτρεξε στον διευθυντή. Ο Ζενεβιέ τα έχασε γιατί πριν από λίγο είχε καλημερίσει την εν λόγω ένοικο του ξενοδοχείου που καθόταν σχεδόν απέναντί του στην αίθουσα του πρωινού. Πήρε από το χέρι την Κλοντέτ να της την δείξει. Καθόταν ακόμα στην ίδια θέση και διάβαζε αμέριμνη. 
«Μα, δεν μπορεί! Σας λέω, αυτή η τρελή είναι πάνω και φωνάζει σαν υστερική. Ελάτε να τη δείτε, αν δε με πιστεύετε», του είπε με παράπονο.
«Έτσι κι αλλιώς θα ανέβω μαζί σου γιατί ο Αλφρέδος  πάντα ενημερώνει όλους τους ενοίκους ότι δεν επιτρέπεται το κάπνισμα στα δωμάτια. Διαταράσσει την ηρεμία των αναρριχώμενων φυτών στους τοίχους. Ο κανονισμός ορίζει να τους κάνω παρατήρηση, αν δεν πειθαρχούν.»
Ανέβηκε μαζί της λίγο δύσπιστος, θέλοντας να βεβαιωθεί ότι τα φυτά είναι εντάξει. Χτύπησε την πόρτα του δωματίου και πραγματικά τα έχασε όταν άνοιξε την πόρτα η Ροδόκλεια Μπεζ με ένα τσιγάρο στο στόμα, ακόμα με το νυχτικό και εμφανώς πολύ νευριασμένη. 
«Τι έγινε; Έφερε τον διευθυντή να με μαλώσει η πιτσιρίκα; Πώς κάνετε έτσι με ένα τσιγάρο εδώ μέσα;» πέρασε στην επίθεση αμέσως.
Ο Ζενεβιέ προσπάθησε να της εξηγήσει το λόγο και της ζήτησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε να το σβήσει. Εκνευρισμένη το έσβησε με μανία στο περβάζι του παράθυρου και το πέταξε έξω.
«Δε φταίω εγώ αν δεν έχετε τασάκια να τα σβήνουμε σαν άνθρωποι» είπε χαιρέκακα. «Και τώρα θα ήθελα να μου αδειάσετε τη γωνιά» φώναξε και τους έκλεισε την πόρτα απότομα, χωρίς να προλάβουν να πουν κουβέντα. Και το κυριότερο, χωρίς να προλάβει να καταλάβει ο Ζενεβιέ τι είχε συμβεί ακριβώς. 
Το ίδιο συνέβη και τις επόμενες μέρες. Η Ροδόκλεια Μπεζ θα ήταν τη μια στιγμή απαστράπτουσα και άκρως ερωτική να αφήνει να την φλερτάρουν στο μπαρ του ξενοδοχείου πίνοντας ροζέ κρασί και την ίδια στιγμή θα έκανε βραδινές βουτιές στη μεγάλη πισίνα του ξενοδοχείου. Θα έκανε βόλτες στους κήπους, καλημερίζοντας όποιον συναντούσε, και την ίδια στιγμή θα έπαιρναν τηλέφωνο ένοικοι στη ρεσεψιόν κάνοντας παράπονα για την υπερβολική φασαρία που ερχόταν από το δωμάτιο τριάντα δύο και μισό ζητώντας να χαμηλώσει την ένταση του γραμμόφωνου. Κάποιοι απλά ήθελαν να σταματήσει να τραγουδάει τόσο φάλτσα και τόσο δυνατά, χωρίς να κάνουν νύξη για την ένταση του γραμμόφωνου. Την ίδια στιγμή που θα έβγαινε από το ξενοδοχείο φορώντας το γκρι παλτό της , χαμογελώντας στον Αλφρέδο, την ίδια ώρα θα έμπαινε στην υποδοχή φορτωμένη με σακούλες από τις μπουτίκ της Μπρενανσόν.
Κάποιοι ένοικοι το είχαν δει αλλά φυσικά δεν μπορούσαν να το πιστέψουν και δεν έδωσαν σημασία σε μια οφθαλμαπάτη. Το προσωπικό όμως και ο διευθυντής πραγματικά είχαν μπερδευτεί και δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν. Τα πηγαδάκια και τα στοιχήματα έπεφταν βροχή στην κουζίνα. Άλλοι έλεγαν ότι έχει μια δίδυμη αδερφή και άλλοι έλεγαν ότι είναι μια μάγισσα. Πολλές καμαριέρες από την πρώτη μέρα είχαν αρνηθεί να πηγαίνουν στο δωμάτιό της. Ο Ζενεβιέ απροκάλυπτα την ακολουθούσε για να ανακαλύψει την αλήθεια πίσω από όλο αυτό το μυστήριο και κρατούσε και σημειώσεις στην ατζέντα του για να τα βάλει όλα κάτω από ένα πρίσμα λογικής. Δεν τα είχε καταφέρει μέχρι στιγμής. Ο Αλφρέδος πάλι, ήταν ο μόνος που ήταν καταγοητευμένος από την παρουσία της και δεν τον ενδιέφερε αν βρισκόταν σε δύο ή περισσότερα σημεία και με άλλη διάθεση ταυτόχρονα. 
Οι τρεις μέρες και νύχτες πέρασαν επεισοδιακά μεν, πολύ γρήγορα δε. Το ίδιο αινιγματική και αέρινη όσο την πρώτη μέρα που ήρθε στο ξενοδοχείο, προσέγγισε τη ρεσεψιόν την τελευταία μέρα για να τακτοποιήσει το λογαριασμό. Άφησε εφτά πέρλες στην παλάμη του Ζενεβιέ και είπε ένα απλό ευχαριστώ. Ο Ζενεβιέ ήταν έτοιμος να της ζητήσει να του αποκαλύψει το μυστικό της. Η Ροδόκλεια Μπεζ το κατάλαβε και αστραπιαία έβαλε το χέρι της στο στόμα του πριν προλάβει να ψελλίσει λέξη.

«Μην το κάνετε, αγαπητέ μου, θα με προσβάλλετε. Κανένα θηλυκό δεν μπορεί να αναλύσει τα πολλά του πρόσωπα» και γύρισε να φύγει. 


*Eυχαριστούμε θερμά την Όλια Λαζαρίδου για την εμπιστοσύνη.
Ήταν μια εξαιρετική συνεργασία.

THE FOUR LANTERNS - ΡΟΔΟΚΛΕΙΑ ΜΠΕΖ

Everyone will remember the three nights and days that Ροδόκλεια Μπεζ spent at “The Four Lanterns Hotel”, even though it’s been a long time. She arrived late at night and she found Jenevier at the front desk. She wore a long gray cashmere coat, black gloves and she held a small leather suitcase. She had her golden copper hair in a stylish bun. Her look was impenetrable and her age indefinable. 
“I would like to stay for three days, if there is any availability” she strictly said to Jenevier. 
“But of course, welcome! Please, I would like your name and surname for the registration book.”
“Ροδόκλεια. Μπεζ.» the mysterious woman said almost bored.
“Lovely, Alfred will escort you to your room number thirty- two and a half on the first floor.”
She went up with Alfred and the octopus’s tentacles of his suspenders almost caressed her, unable to hide how charmed he was by her presence. Polite and flattered she gave him a generous tip and she locked the room’s door smiling. 
The beginning of the hurricane that Ροδόκλεια Μπεζ brought in every single area of the hotel was noticed the following day. In the morning she was seen in the breakfast room to enjoy her coffee and read the newspaper in the same elegant and inaccessible face of the previous night. In the meanwhile, Claudette, the maid, ran away from the room thirty-two and a half with tears in her eyes because Ροδόκλεια Μπεζ had tremendously offended her. The girl politely asked her to turn off the cigarette made out of dehydrated roots because smoking was not permitted in the rooms. Without any make-up on, wearing a white nightgown and with her hair uncombed, she spoke so lousy to the maid who left the room and ran to the manager. Jenevier got confused because he had just greeted the specific tenant, who sat almost opposite him in the breakfast room. He took Claudette’s hand to show her. She was still sitting in the same position reading calmly her newspaper.
“But, it can’t be true! I’m telling you, this lunatic is upstairs and she is yelling like a hysterical. Come and see her, if you don’t believe me” she told him complaining.
“In any case, I will come upstairs with you because Alfred always informs the tenants that smoking is not allowed in the rooms. It disturbs the calmness of the climbing plants on the walls. The regulation states that I should kindly point it out, if they don’t obey the rules.”
He went upstairs with her, a bit skeptical, wanting to make sure that the plants were all right. He knocked on the door and he was really shocked to see Ροδόκλεια Μπεζ open the door with a cigarette in her mouth, still in her nightgown and very irritated. 
“Oh my, the chick brought the manager to scold me? What is wrong with you people around here?” she yelled.
Jenevier tried to explain the reason and asked of her as kindly as possible to turn it off. She turned it off with anger on the window sill and threw it out. 
“It’s not my fault if you don’t have any ashtrays around here” she said spitefully.  “And now I want you to butt off” she shouted and abruptly closed the door on them. Jenevier could not understand what was going on. 
The same thing happened the following days. Ροδόκλεια Μπεζ would be radiant and erotic letting herself be flirted at the hotel’s bar sipping rose’ wine and at the same time she would night dive in the hotel’s pool. She would stroll in the garden and say good morning to anyone and at the same time tenants would call at the front desk complaining about the noise that came from the room thirty-two and a half, demanding to lower the gramophone’s volume. Some just wanted her to stop singing so loud and so out of tune, without making any point on the gramophone’s volume. When she would step out of the hotel wearing the gray coat smiling at Alfred, the exact same time she would step in the lobby loaded with shopping bags from Brenanson’s boutiques. 
Some tenants had noticed it but they, of course, could not believe it and did not pay attention to an illusion, but the stuff and the manager were really confused and they could not explain it. There was nothing but small talk and betting in the kitchen. Some said that she had a twin sister and others said that she was a witch. Many maids had refused to enter her room from the first day. Jenevier openly followed her to find out the truth behind all this mystery and took notes in his diary to help him put the info into a logical track. He hadn’t succeeded so far. Alfred, on the other hand, was the only one who was charmed by her presence and didn’t give a damn if she was in two or more places with different moods at the same time. 
The three days and nights were dramatic yet fast-paced. She reached the front desk to take care of the bill in the same enigmatic and aery mood she was when she had first came. She left seven pearls in Jenevier’s palm and said a plain “thank you”. Jenevier was about to ask her to reveal her secret. Ροδόκλεια Μπεζ saw it coming and instantly put her hand on his mouth before him uttering a single word. 

“Don’t do it, my dear, you will offend me. No female could ever analyze her many faces” she said and she turned around.

*We would like to warmly thank Olia Lazaridou for her trust.
It was an excellent collaboration.

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

THE FOUR LANTERNS - HAPPY NEW GIGGLE



Είναι το πρώτο εορταστικό ρεβεγιόν στο ξενοδοχείο «Four Lanterns» μετά την ανακαίνισή του. Όλοι βρίσκονται επί ποδός. Γυαλίζουν ασημικά, πολυελαίους, πόμολα, μαχαιροπίρουνα. Οι κρατήσεις έχουν πάρει φωτιά, όχι μόνο από τους ενοίκους του ξενοδοχείου αλλά και από κατοίκους της Μπρενανσόν που θέλουν να αλλάξουν τη χρονιά στη μεγάλη αίθουσα του χορού. Ο Ζενεβιέ είναι πίσω από τα τηλέφωνα και συνέχεια προσθέτει ονόματα στη λίστα των κρατήσεων. Όλο το προσωπικό τρέχει, ανεβοκατεβαίνει σκάλες, στολίζει με φώτα τους θάμνους και τα δέντρα του κήπου. ‘Ολα πρέπει να είναι έτοιμα για την παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Και η μεγάλη μέρα έφτασε. Ο Ζενεβιέ είναι συνεχώς μέσα στην κουζίνα. Έχει επιμεληθεί το εορταστικό μενού και επιβλέπει τις τελευταίες λεπτομέρειες. Η σούπα βελουτέ από μέδουσες του ανοιχτού ωκεανού είναι τόσο αφρισμένη όσο πρέπει, τα καραμελωμένα πέταλα ανεμώνης είναι εξαιρετικά ντελικάτα για να γαρνίρουν το αγριογούρουνο, τα εξωτικά φρούτα έφτασαν το πρωί και διατηρούνται σε ειδικές θερμοκρασίες για να σερβιριστούν όταν έρθει η ώρα σε καλάθια φτιαγμένα από τροπικά φύλλα. Συνομιλεί με τον Ροζά για την επάρκεια της κάβας. Το κελάρι είναι γεμάτο από τοπικές ποικιλίες κρασιών αλλά και εξαιρετικά παλαιωμένα που τα φύλαγαν για την περίσταση. Κοιτάει το ρολόι του ανήσυχα. 
«Θα έπρεπε να είναι εδώ από ώρα» σκέφτηκε. «Λίγο ακόμα και δε θα προλάβουμε, οι καλεσμένοι θα αρχίσουν να έρχονται σε λίγο.»
Και όντως. Οι ένοικοι του ξενοδοχείου αρχίζουν και κατεβαίνουν ντυμένοι γιορτινά και λαμπερά. Καταφθάνουν σιγά σιγά και οι κάτοικοι ενθουσιασμένοι που θα δουν το ξενοδοχείο από κοντά. Ο Ζενεβιέ τους υποδέχεται στην πόρτα χαμογελαστός. Έχει να πει έναν καλό λόγο στον καθένα τους. Σημειώνει τα ονόματά τους στη λίστα με τις κρατήσεις. Ξέρει ότι η αίθουσα θα είναι γεμάτη. Με την άκρη του ματιού του βλέπει τον Αλφρέδο να μπαίνει τρέχοντας, σχεδόν λαχανιασμένος, κρατώντας προσεκτικά ένα μεγάλο γυάλινο βάζο. Ο Ζενεβιέ του γνέφει να τον πλησιάσει. Ο Αλφρέδος του ψιθυρίζει: «Όλα είναι υπό έλεγχο. Δυσκολεύτηκα λίγο αλλά είμαι σίγουρος ότι θα φτάσει για απόψε», και κατευθύνεται γρήγορα προς την κουζίνα. Ο Ζενεβιέ ανακουφισμένος συνεχίζει να υποδέχεται κόσμο.
 Όλοι είναι ενθουσιασμένοι από το μενού και το κρασί και φυσικά τις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου. Οι πόρτες της αίθουσας ανοίγουν και κλείνουν συνέχεια και οι σερβιτόροι έρχονται με γεμάτα πιάτα, φεύγουν με άδεια, γεμίζουν ποτήρια συνέχεια. Οι κουβέντες έχουν ανάψει και τα πηγαδάκια δίνουν και παίρνουν. Τα θέματα συζήτησης γυρνάνε γύρω από την πολιτική, τον  πολιτισμό και, όταν το κρασί έχει κοκκινίσει και τα τελευταία μάγουλα των συνδαιτυμόνων, φυσικά γύρω από τον έρωτα και τις γυναίκες. Στην κορύφωση της νύχτας τα φώτα στους πολυελαίους χαμηλώνουν. Ο Ζενεβιέ μπαίνει στην αίθουσα κρατώντας ένα ποτήρι ψηλά με ένα αχνιστό διάφανο υγρό. Οι σερβιτόροι τον ακολουθούν γεμίζοντας τα ποτήρια των καλεσμένων από το ίδιο αχνιστό υγρό. 
«Φίλοι μου, σε λίγο τελειώνει η χρονιά και θα έρθει μια ελπιδοφόρα καινούργια. Απόψε έχουμε ετοιμάσει για σας μια έκπληξη, η καλύτερη υποδοχή όσων είναι να έρθουν. Ας μετρήσουμε αντίστροφα. 10  9  8  7  6  5  4  3  2  1 .... Καλή χρονιά!» φωνάζει και πίνει μια γενναία γουλιά. Το ίδιο κάνουν  και όλοι οι καλεσμένοι και το προσωπικό και ανταλλάζουν χειραψίες, φιλιά και αγκαλιές. Και μετά επικρατεί μια σιωπή περίεργη, αμήχανη. Όλοι κοιτάζονται μεταξύ τους ερευνητικά. Και σαν να είναι συντονισμένοι, ξεσπούν σε ένα μειδίαμα που σε κλάσματα δευτερολέπτου γίνεται γέλιο που γίνεται χάχανo δυνατό. Το δυνατό χάχανο γίνεται ακόμα πιο δυνατό, τόσο δυνατά που φέρνει δάκρυα σε κάποιους ή άλλους τους κάνει να κρατάνε την κοιλιά τους. Όλη η αίθουσα τραντάζεται από γέλια ανεξήγητα που δε λένε να σταματήσουν. Είναι μια πράξη που φέρνει μια λύτρωση και μια απελευθέρωση πρωτόγνωρη. Ο Ζενεβιέ είναι απόλυτα ευχαριστημένος με το θέαμα. Η έκπληξη λειτούργησε θαυμάσια. Πάντα τα παιδικά χαχανητά σε σφηνάκι κάνουν τέτοιες αλυσιδωτές αντιδράσεις θετικής εκτόνωσης. Είναι τόσο μεταδοτικό το γέλιο που φέρνουν που δύσκολα μπορεί να  σταματήσει. 
«Πολύ καλή δουλειά Αλφρέδο για άλλη μια φορά, αν και ομολογώ ότι αγχώθηκα όσο πέρναγε η ώρα και δεν είχες γυρίσει» εκμυστηρεύεται στον πιστό του καμαρότο που γελάνε ακόμα και τα πλοκάμια στις τιράντες του.
«Ήταν λίγο δύσκολο να βρω συγκεντρωμένα παιδάκια τέτοια ώρα έξω με τόσο κρύο αλλά κράτησα λίγα χάχανα από μια παρέα που έφτιαχναν χιονάνθρωπους»
Ο Ζενεβιέ τον χτυπάει φιλικά στον ώμο.
«Καλή χρονιά να έχουμε!»  

THE FOUR LANTERNS - HAPPY NEW GIGGLE



It is the first New Year’s Eve at the “The Four Lanterns” hotel after its renovation. Everyone is working hard. They polish the silverware, the chandeliers, the knobs and the cutlery. The reservations are so many not only by the hotel tenants but also from Brenanson’s residents who want to experience that night in the ballroom. Jenevier is constantly on the phone and he keeps on adding names to the reservation list. All the stuff is running, going up and down the stairs, decorating with lights the bushes and the trees of the garden. Everything must be ready for New Year’s Eve.
And the big day is here. Jenevier is constantly in the kitchen. He has taken care of the festive menu and he oversees the last details. The creamy soup from jellyfish of the open seas is as foaming as it should be, the caramelized anemone petals are far too delicate to garnish the wild boar, the exotic fruits arrived this morning and they are kept under special temperature and they will be served in baskets made out of tropical leaves. He talks to Roza about the sufficiency of the cellar. It is full of local wine varieties but also exceptionally aged well-kept for the occasion. He stares at his watch. 
“He should have been here by now” he thought. “We won’t be able to make it, the guests will be arriving soon.”
Indeed the hotel tenants are going down the stairs all dressed up in their festive shiny clothes. The residents of the city gradually arrive excited to see the hotel. Jenevier welcomes them at the door smiling. He has a kind word for everyone. He is checking their names on his reservation list. He knows that the ballroom will be full tonight. From the corner of his eye he sees Alfred rushing in, almost panting, and carefully holding a big glass jar. Jenevier nods at him to approach. Alfred whispers: “Everything is under control. It was a bit difficult to get it but I think it will be enough for tonight” and he is quickly heading towards the kitchen. Jenevier, now relieved, continues to welcome the guests. 
Everyone is excited with the menu and the wine and, of course, the hotel facilities. The doors of the room are constantly opening and closing and the waiters come in with full plates, go out with empty plates, and refill the wine glasses. There are vivid conversations in small groups. The topics are about politics, culture and, when the wine has turned red the chicks of the last banqueter, of course about love and women. At the peak of the night, the lights dim down. Jenevier enters the room holding a glass with a steamy, transparent liquid. The waiters follow him filling the guests’ glasses with the same steamy liquid.
“My friends, this year will be over soon and a new promising one will come. Tonight we have a surprise for you, the best reception for the things to come. Let’s count backwards. 10   9  8  7  6  5  4  3  2  1 ... Happy New Year!” he shouts and drinks a big sip and so do all the guests and the stuff and they share handshakes, kisses and hugs. And then there is a strange, awkward silence. Everyone stares at each other inquiringly. And as if they were tuned, they burst into a smile that instantly becomes laughter that is transformed into strong giggle. The strong giggle becomes even stronger, so strong that brings tears to some or make others hold their bellies. The entire room is shaken by unstoppable unexplainable laughter. It is an act that brings redemption and unprecedented freedom. Jenevier is totally satisfied with the result. The surprise was a success. Children’s giggles in a shot always produce such positive relief chain- reactions. The laughter that they bring is so contagious that can hardly be stopped. 
“Once again, Alfred, you did a fine job, although I confess that I was a bit anxious with your delay” confesses to his loyal groom, whose tentacles on his suspenders still laughed.
“I had some difficulty in finding a group of children that late at such a cold night but I kept a few giggles from a company that made snowmen.”
Jenevier tapped him on the shoulder.
“Happy New Year!”
.  

Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

THE FOUR LANTERNS - ONCE A DOG

«Συγγνώμη που άργησα, αλλά δε θα πιστέψεις τι έγινε. Με δάγκωσε άνθρωπος τρία στενά πιο κάτω» είπε ο Ροζά ξέπνοα και κάθισε στο σκαμπό του μπαρ, αφήνοντας την ουρά του να κρέμεται κάτω όπως του άρεσε. Κοίταξε το ποτό του Λουκ και έκανε νόημα στον μπάρμαν να του φέρει ένα ίδιο. 
«Άνθρωπος; Καλά, πώς έγινε αυτό;» ρώτησε παραξενεμένος ο Λουκ.
Ο Ροζά έβγαλε τα τσιγάρα από την τσέπη του δερμάτινου τζάκετ του. Ήταν εμφανώς ταραγμένος. Ζούσε σε αυτή τη γειτονιά περίπου έξι μήνες. Είχε μετακομίσει από το βορά όταν έμαθε για το άνοιγμα θέσεων στο ξενοδοχείο Four Lanterns. Ήταν εξαιρετικά καλός sommelier και γι’ αυτό παράτησε τη βαρετή του δουλειά στο οινοποιείο του πατέρα του και αναζήτησε την περιπέτεια στο διάσημο ξενοδοχείο. Θα γνώριζε ενδιαφέροντες ανθρώπους και σίγουρα θα ήταν ένα δυνατό χαρτί στο βιογραφικό του. Ένα σαλούκι στο πιο παλιό και φημισμένο ξενοδοχείο της περιοχής. Γιατί όχι; Το γεγονός ότι είχε μια εξαιρετική μύτη το γνώριζε από κουτάβι και για αυτό είχε επενδύσει σε αντίστοιχες σπουδές και σεμινάρια σε όλον τον κόσμο. Το ήξερε ότι ήταν καλός. Και όντως, με το άνοιγμα του ξενοδοχείου, ο Ροζά ανέλαβε την κάβα και δεν απογοήτευσε ούτε μια στιγμή τον Ζενεβιέ που του έδειξε τυφλή εμπιστοσύνη.
Απόψε είχε ραντεβού με τον παιδικό του φίλο Λουκ, τον τραπεζίτη μπράκο ιταλιάνο που κυκλοφορούσε πάντα με κοστούμια που έραβε στον οικογενειακό τους ράφτη και εντυπωσίαζε με την κομψότητά του. Κάθονταν μαζί στο ίδιο θρανίο στα χρόνια του γυμνασίου και , αν και αργότερα χώρισαν οι δρόμοι τους, η πόλη της Μπρενανσόν τους έφερε πάλι κοντά. 
«Όπως έστριψα στην Γκρεναβιέν, ένας άνθρωπος απλά με δάγκωσε στα πλευρά μου. Σοκαρίστηκα.»
«Μα, δεν μπορεί, μήπως τον προκάλεσες;»
«Όχι, ίσα ίσα περπατούσα με την ουρά μου κατεβασμένη», είπε και ανέβασε διακριτικά το πουκάμισό του για να δει ο Λουκ το σημείο της πληγής που ήταν τώρα καλυμμένο με γάζα. «Είναι μια αψυχολόγητη συμπεριφορά».
«Αν είναι δυνατόν! Μάτωσε; Έμπηξε τα δόντια του;»
«Τα έμπηξε και με τρέλανε στον πόνο. Δεν το χωράει ο νους μου. Ήταν ένας καθωσπρέπει πενηντάρης κύριος με γυαλιά, τυλιγμένος στο παλτό του που περπατούσε αμέριμνα μέχρι την ώρα που με είδε.»
«Και τι έγινε μετά; Ήταν μόνος του; Προσφέρθηκε να σε πάει σε ένα φαρμακείο;»
«Ήταν μόνος του και όταν διασταυρώθηκαν τα βήματά μας, απλά μου όρμησε και  μετά μπήκε τρέχοντας στο πρώτο λεωφορείο που πέρασε. Ταράχτηκα πολύ, τα έχασα τελείως. Θα μπορούσα να τον κυνηγήσω ή να μυρίσω πού είναι, αλλά είπα να μη δώσω συνέχεια.»
Ο μπάρμαν άφησε το νταφρούι, εξαιρετικά αρωματικές σταγόνες όξινης βροχής παλαιωμένες σε βαρέλια με ασφόδελους, μπροστά του. Ο Ροζά πήγε να πιει μια γουλιά και το άφησε.
«Με συγχωρείς φίλε μου, μπορείς να μου φέρεις μια σόδα; Δε θα το πιω αυτό.»
Ο Λουκ τον κοίταξε με περιφρόνηση.
«Δε σε αναγνωρίζω. Σε δαγκώνει ένας άνθρωπος και το αφήνεις να περάσει έτσι; Ξεχνάς τη φύση σου; Είσαι ένα περήφανο κυνηγόσκυλο.»
«Σου εξηγώ ότι τα έχασα τελείως. Με αιφνιδίασε. Πρώτη φορά μου συμβαίνει. Πήγα στο φαρμακείο εδώ πιο κάτω και μου χτύπησαν έναν αντιτετανικό ορό και μου συνέστησαν ισχυρή αντιβίωση»
«Αντιβίωση;»
«Ναι, για αυτό καλύτερα να μην πιω αλκοόλ. Συνέστησαν την αντιβίωση για προληπτικούς λόγους και ο πιο σοβαρός είναι ο κίνδυνος υιοθέτησης ανθρώπινων χαρακτηριστικών συμπεριφοράς.»
 «Από τις πιο περίεργες ιστορίες που έχω ακούσει είναι αυτή, βρε Ροζά. Τι να πω, να προσέχεις γιατί οι άνθρωποι είναι πολύ περίεργοι τελευταία. Και πραγματικά εύχομαι με την αντιβίωση να γλίτωσες τα χειρότερα.»
Ο Λουκ άφησε το ποτήρι του στην μπάρα και χαμογέλασε πονηρά.
«Φαντάζεσαι να κόλλαγες λίγο από την έλλειψη της πίστης που έχουν οι άνθρωποι; Μπλιαχ. Δεν πιστεύουν ούτε στον ίδιο τους τον εαυτό. Καμία σχέση με εμάς, λες και δεν έχουν μάθει. Φέρονται πολύ πιο άγρια από αγέλη λύκων μεταξύ τους ώρες ώρες.»
Ο Ροζά γέλασε δυνατά και συνέχισε στο ίδιο μοτίβο, πίνοντας μια γουλιά από τη σόδα του. 

«Αυτό δεν είναι τίποτα. Για φαντάσου να κόλλαγα το τσιμπούρι της μονογαμίας;» είπε και έκλεισε το μάτι στην ξανθιά γκαρσόνα στην άκρη του μπαρ. «Ας πιούμε λοιπόν στους ανθρώπους και στις αδυναμίες τους απόψε».

THE FOUR LANTERNS - ONCE A DOG

“Sorry I am late, but you will never believe what happened. A man bit me three blocks from here” Rosa said breathless and he sat on the bar stool, letting his tail loose down as he liked. He looked at Luke’s drink and nodded at the barman to bring him the same. 
“A man? How did that happen?” Luke asked.
Rosa pulled his cigarettes of his leather jacket pocket. He was obviously upset. He lived in this neighborhood for about six months. He had moved from the north when he found out about the jobs offered in the hotel The Four Lanterns. He was a very good sommelier and that was why he left the boring job at his father’s winery and followed the adventure at the famous hotel. He would meet interesting people and it would certainly make an impact in his resume. A saluki in the oldest and most famous hotel. Why not? He knew that he had a strong nose since he was a puppy and he had invested in such studies and seminars all around the world. He knew that he was good. Indeed, when the hotel opened, Rosa took over the cellar and not for a moment did he disappoint Jenevier, who trusted him completely. 
Tonight he had an appointment with his childhood friend, Luke, the banker bracco italiano, who always wore suits from his family tailor and always impressed with his elegance. They sat side by side during the high school years and, even though their roads were parallel, the city of Brenanson united them again. 
“As I turned on Grenavien Street, a man just bit me on my side. I was shocked”.
“But that can’t be, did you provoke him?”
“No, not by any chance, I was just walking down the street keeping my tail down” he said and he discreetly lifted his shirt so that Luke could see the wound that was now covered with gauze. “It is an inexplicable behavior.”
«Unbelievable, did it bleed? Did he have his teeth deep inside?”
“Oh yes, and it hurt very much. It is unconceivable. He was a fifty year-old prim man with his glasses, wrapped in his coat carelessly walking down the street until he saw me.”
“And what happened next? Was he alone? Did he offer to take you to a pharmacy?”
“He was alone and when our steps were crossed, he just bit me and then he rushed into the first bus that passed. I was shocked. I could chase him or smell where he was, but I said to give it a rest.”
The bartender left the dafroui, extremely aromatic drops of acid rain aged in barrels with asphodels, in front of him. Rosa was about to have a sip and then he left it.
“I am sorry buddy, could you get me a soda? I won’t drink it.”
Luke looked at him with contempt. 
“I don’t recognize you. A man bites you and you just let it be? Do you forget your nature? You are a proud hound.”
“I am telling you that I completely lost it. He took me by surprise. It had never happened to me anything like that. I went to the nearest pharmacy and I received an injection of anti-tetanus serum and they prescribed strong antibiotics.”
“Antibiotics?”
“Yes, that’s why I would be better not drink any alcohol. They recommended antibiotics for precautionary reasons and the most serious is the risk of adapting human behavioral characteristics”.
“This is one of the most bizarre stories I have ever heard, Rosa. What can I say, be careful because people are very strange lately. And I really wish that with the antibiotics you put behind you all the bad things that could happen.”
Luke put his glass on the bar and smiled wickedly
“Do you imagine having caught a little bit of that lack of faith that people have? Grose! They are not like us in the slightest, as if they haven’t learned anything. Sometimes they act more savagely than a wolf herd between them. They don’t even have faith in themselves.”
Rosa laughed out loud and continued in the same mentality, having a sip of his soda.

“This is nothing compared to having caught the tick of monogamy” he said and winked at the blonde waitress at the bar. “Let’s drink to people and their weaknesses tonight.”

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

THE FOUR LANTERNS - THE LATE SENSUAL DIONAEA

«Ναι, περάστε», είπε η Διωναία, καθώς έβαζε άλλη μια στρώση πράσινου και κόκκινου μέικ απ για να τονίσει τα σωστά σημεία.
Ο Αλφρέδος άνοιξε την πόρτα και μπήκε διακριτικά, κρατώντας έναν ασημένιο δίσκο με δύο πιάτα.
«Έφερα το φαγητό σας, Διωναία. Φθινοπωρινά φύλλα και δροσερές ρόγες σταφυλιού. Πήρα την πρωτοβουλία να προσθέσω και λίγα φύλλα βελανιδιάς, τα οποία και μάζεψα προσωπικά ερχόμενος στο ξενοδοχείο», είπε και ένιωσε τα μάγουλα του να κοκκινίζουν από ντροπή.
«Ω, καλέ μου Αλφρέδο, πάντα καταφέρνεις να με συγκινήσεις με τους τρόπους σου».
«Σας αφήνω να ετοιμαστείτε για το σόου. Λυπάμαι πολύ που δε θα μπορέσω να σας απολαύσω απόψε.»
 «Να σου ζητήσω να μείνει μεταξύ μας το περιεχόμενο των πιάτων;» τον ρώτησε με αγωνία.
«Δε χρειάζεται να αγχώνεστε για τα αυτονόητα. Κανείς δε γνωρίζει τίποτα για την κατάστασή σας», είπε και έκλεισε το ίδιο διακριτικά την πόρτα πίσω του.
Η Διωναία δεν μπορούσε σχεδόν να το πιστέψει. Είχαν περάσει τα χρόνια και είχε έρθει η στιγμή να ανέβει στη σκηνή του υπαίθριου ετήσιου φεστιβάλ της Μπρενανσόν για να τραγουδήσει και να εισπράξει τα άφθονα χάδια και αγγίγματα των θεατών για τελευταία φορά.  Δεν ήταν το ίδιο λαχταριστό σαρκοφάγο φυτό με την αισθησιακή φωνή και τα γυναικεία νάζια που αναστάτωνε τα πλήθη. Ήταν πια είκοσι οκτώ χρονών. Κι όσο κι αν φρόντιζε τον εαυτό της, ναι, τα σημάδια του γήρατος είχαν εμφανιστεί. Έπεφτε συχνά σε φθινοπωρινές νάρκες και έβαζε να της κλαδέψουν τα λευκά της άνθη για να συγκρατεί την ενέργειά της. Δεν ήταν αρκετό. Τον τελευταίο καιρό είχε συμβεί το μοιραίο.  Η όρεξή της για μικρά έντομα είχε εξαφανιστεί. Από εκεί που απολάμβανε πραγματικά τα μυρμήγκια και τις μικρές αράχνες κάθε βδομάδα, τώρα δεν μπορούσε ούτε να τα μυρίσει, πόσο μάλλον να τα παγιδέψει στα φύλλα της. Σε ένα διάστημα τριών μηνών είχε χάσει το ενδιαφέρον ακόμα για και τις ζουμερές ακρίδες, που ήταν κάποτε το ιδανικό σνακ.  Στην αρχή είχε χάσει πολλά κιλά και η ζουμερή της σιλουέτα είχε συρρικνωθεί. Τα φύλλα της είχαν ξεθωριάσει και η φωνή της είχε γίνει άτονη. Αναγκάστηκε να ακυρώσει επτά συναυλίες. Δεν μπορούσε να εμφανιστεί έτσι ευάλωτη στο κοινό  που τη λάτρευε για τη ζεστασιά της και την αισθαντικότητά της. Σε κάθε της σόου, όλοι της χάιδευαν τα φύλλα και ανατρίχιαζαν με τον ιδιαίτερο χορό της. Φώναξε τον οικογενειακό της γεωπόνο και του εμπιστεύθηκε την ανησυχία της. Ο γιατρός την εξέτασε προσεκτικά και την έβαλε να περάσει από ένα σωρό τεστ. Όταν είχε τις απαντήσεις, της μίλησε ειλικρινά:
«Αν σου αφαιρέσω τα τριχίδια από το εσωτερικό μέρος των φυλλωμάτων σου, θα τα πας μια χαρά. Θα γλιτώσεις από μελλοντικά προβλήματα υγείας, θα δυναμώσεις αλλά θα υπάρχει μια σοβαρή παρενέργεια. Από διάσημο σαρκοφάγο φυτό, θα είσαι ένα φυτό που θα τρέφεται με φυλλώματα και καρπούς με μειωμένη λίμπιντο. Η απόφαση είναι δική σου.»
Η Διωναία δέχτηκε εφόσον επρόκειτο για την υγεία της. Βέβαια, της ήταν τρομερά δύσκολο να αποδεχτεί ότι μεγάλωνε και δε θα ήταν το ίδιο ποθητή. Είχε στηρίξει όλη της την καριέρα πάνω σε αυτό. Στη συνείδηση όλων ήταν το ανθρωπόμορφο σαρκοφάγο φυτό με τις χυμώδεις καμπύλες και τη διάχυτη σεξουαλικότητα. Απόψε ήταν μια σταρ που εξαργύρωνε την περσόνα της στην τελευταία της παράσταση. Έκλεινε την αυλαία με μια διάθεση να τους αποχαιρετήσει και να τους ευχαριστήσει. Τόσο καιρό υποκρινόταν τον παλιό της καλό εαυτό αλλά χωρίς επιτυχία. Σεβόταν τον εαυτό της ακόμα για να το συνεχίσει. Το γεγονός ότι ήταν πια χορτοφάγος, όμως, το κρατούσε για εκείνη. Το τελευταία μυστικό της.
Χτύπημα στην πόρτα.
«Διωναία, σε είκοσι βγαίνετε. Sold out απόψε. Το αυτοκίνητο θα είναι εδώ σε πέντε».
Είχε αποφασίσει να πέσει σε νάρκη διαρκείας αυτό το φθινόπωρο. Αν ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος της, ας κέρδιζε λίγο ακόμα μέχρι να συμφιλιωθεί μαζί του. Το μακιγιάζ  της ήταν άψογο. Τσιμπολόγησε τις ρόγες σταφυλιού. Sold out απόψε.