Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

TINY ASTROBOY




He felt a bright light burning his eyes. It was as if it challenged him to open them. A rhythmic, repeating sound gave him an inner beat on his breathings. It felt like water, a small wave that approached him and then was drawn away. At a distance he heard something that sounded like a frog. Or maybe not. He had nearly forgotten all the colors, all the sounds and somewhere there he had forgotten himself. In page 34 of his old notebook.
He lived there for the past two months. He was trapped while solving a very difficult astrophysical problem. He was trying for days and nights. He was having nightmares about it and during daytime he kept notes and wrote down all the possible combinations of math types that could solve it. He was awake at his office that night. He was so much into that problem and his thoughts that he got mixed up in his own scribbles, in his own handwriting and numbers, in his own symbols. It was like slipping into his own way of thinking at top speed. There was no point in shouting or pushing his scribbles to climb up to an invisible exit. There was no point in following the lines he had been drawing reaching the edge of the page or trying to find a small hole at the four corners of the page. So he stopped trying to escape. He got used to the total paper whiteness, the absolute silence, the absolute fear that he would be hidden in his own thoughts and into himself for ever.
 Since the exams had just finished everyone thought that he was off on a trip. No one was worried. One day a student of his found his notebook when he entered his office and took it. He always carried it in his backpack and he would open it and have a look every now and then. He would frequently be on page 34 but he couldn’t detect the familiar human figure screaming and waving his hands for help.
He went on a lake trip with his friends on that morning. They opened it and had a look at their professor’s notes for a while. They left it by the lakeshore and had a swim.
The slight wave made its edges wet. That was his chance. When the pages became a bit soft he managed to escape. He fell unconscious on the damp soil not knowing for how long lingering in time and place. He opened his eyes. They got used to the landscape. A picturesque lake that looked like an ocean, tree trunks that looked like cold skyscrapers, rocks on the ground like scattered meteorites.  Light, colors, stimulations back on track. Everything seemed to be in place though they didn’t seem to fit anywhere. He managed to escape from a claustrophobic environment only to feel misfit again in the greatness of his own world. His body was still small, in the dimensions of page 34. There was nothing in his size, only the fear of this new reality and the need for immediate adjustment.
He gathered all his strength and courage and he dragged his notebook until the first stake. Nearly gasping he set it up like a tent. It would be his home again, his shelter, his nest. He didn’t know if he was either trapped or free. He didn’t know if he should either laugh out loud or let himself cry tears of despair. He had to solve an even greater astrophysical problem and not only by taking notes on math types and scribbles this time. He was now well hidden within himself in total clarity. He greedily gazed at the scenery. He took off his jacket and headed carefully for a swim. All new. All  clear. All ready to be learned from scratch.



Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

ΤΟΣΟΔΟΥΛΗΣ ASTROBOY


Ένιωσε το έντονο φως να πονάει τα βλέφαρά του. Σαν να τον προκαλούσε να ανοίξει τα μάτια του. Ένας ρυθμικός, επαναλαμβανόμενος ήχος του έδινε έναν εσωτερικό παλμό στις αναπνοές του. Θύμιζε νερό, ένα μικρό κύμα που τον πλησίαζε και μετά απομακρυνόταν. Από μακριά άκουγε κάτι που έμοιαζε με βατράχι. Ή μπορεί και όχι. Είχε ξεχάσει σχεδόν όλα τα χρώματα, όλους τους ήχους και κάπου εκεί είχε ξεχάσει και τον εαυτό του. Στη σελίδα 34 του παλιού του σημειωματάριου.
Ζούσε εκεί τους τελευταίους δύο μήνες. Είχε εγκλωβιστεί στην προσπάθειά του να λύσει ένα πολύ δύσκολο πρόβλημα αστροφυσικής. Το πάλευε μέρες και νύχτες. Τον βασάνιζε στον ύπνο του και όλη την ημέρα κρατούσε άπειρες σημειώσεις και συνδυασμούς όλων τον πιθανών τύπων που μπορεί να έφερναν τη λύση. Εκείνο το βράδυ είχε ξενυχτήσει στο γραφείο του. Είχε μπει τόσο πολύ μέσα σε αυτό και τις σκέψεις του που απλά μπλέχτηκε στις ίδιες του τις μουντζούρες, στα ίδια του τα γράμματα και τους αριθμούς, στα ίδια του τα σύμβολα. Σαν να γλίστρησε στον ίδιο του το συλλογισμό με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Όσο κι αν φώναξε, όσο κι αν έσπρωξε τις μουντζούρες του για να σκαρφαλώσει προς μια αόρατη έξοδο, όσο και αν ακολούθησε τις γραμμές  που έφταναν μέχρι την άκρη της σελίδας, όσο και αν προσπάθησε να βρει μια σχισμή στις τέσσερεις γωνίες, μάταιο. Κι έτσι το πήρε απόφαση. Συνήθισε στο απόλυτο λευκό του χαρτιού, στην απόλυτη ησυχία, στην απόλυτη μοναξιά, στον απόλυτο φόβο ότι θα μείνει για πάντα κρυμμένος μέσα στις ίδιες του τις σκέψεις, στον ίδιο του τον εαυτό.
Όλοι θεώρησαν ότι είχε φύγει ταξίδι μιας και μόλις είχε τελειώσει και η εξεταστική περίοδος. Κανείς δεν είχε ανησυχήσει. Το σημειωματάριό του το είχε βρει ένας μαθητής του μπαίνοντας στο γραφείο του μια μέρα και το πήρε. Το είχε πάντα στην τσάντα του και πού και πού το άνοιγε και του έριχνε μια ματιά. Πολλές φορές είχε σταθεί στη σελίδα 34 αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει τη γνώριμη ανθρώπινη φιγούρα που ούρλιαζε και κουνούσε τα χέρια του σε βοήθεια.
Εκείνο το πρωί είχε πάει με τους φίλους του εκδρομή στη λίμνη. Το είχαν ανοίξει και χάζεψαν τις σημειώσεις του καθηγητή τους για λίγο. Το άφησαν στην όχθη και βούτηξαν στα νερά. Το ανεπαίσθητο κυματάκι έβρεξε τις άκρες του. Αυτήν την ευκαιρία περίμενε . Όταν μαλάκωσαν οι σελίδες λιγάκι κατάφερε να δραπετεύσει. Έπεσε λιπόθυμος στο νωπό χώμα και δεν ήξερε για πόσο χρόνο έμεινε έτσι, μετέωρος στο χώρο και στο χρόνο.
Άνοιξε τα μάτια του. Συνήθισαν στην εικόνα. Ειδυλλιακή λίμνη που όμως φάνταζε ωκεανός, κορμοί δέντρων που έμοιαζαν με ψυχρούς  ουρανοξύστες ,πέτρες στο έδαφος που θύμιζαν διάσπαρτους μετεωρίτες. Φως, χρώματα, ερεθίσματα ξανά στο προσκήνιο. Όλα έμοιαζαν να είναι στη θέση τους αλλά έδιναν την εντύπωση ότι δε χώραγαν πουθενά. Είχε καταφέρει να δραπετεύσει από ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον για να νιώθει πάλι αταίριαστος  ξαφνικά στην απεραντοσύνη του δικού του κόσμου. Το σώμα του  μικρό ακόμα, στις διαστάσεις της σελίδας 34. Τίποτα δεν ήταν στα μέτρα του, μόνο ο φόβος της καινούργιας πραγματικότητας  και η ανάγκη για άμεση προσαρμογή.
Μάζεψε όλη του τη δύναμη και το κουράγιο και έσυρε το σημειωματάριο μέχρι τον πρώτο κοντινό πάσσαλο. Σχεδόν αγκομαχώντας  το έστησε σα σκηνή. Για άλλη μια φορά θα γινόταν το σπίτι του, το καταφύγιό του, η φωλιά του. Χωρίς να ξέρει πλέον αν έχει παγιδευτεί ή αν έχει απελευθερωθεί Χωρίς να ξέρει αν πρέπει να γελάσει δυνατά ή αν πρέπει να αφεθεί σε δάκρυα απόγνωσης. Έχοντας να λύσει ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα αστροφυσικής και όχι μόνο κρατώντας σημειώσεις με μαθηματικούς τύπους και μουντζούρες. Καλά κρυμμένος στον εαυτό του με μια διαύγεια πρωτοφανή. Χάζεψε αχόρταγα το τοπίο. Έβγαλε το σακάκι του και πήγε να βουτήξει προσεκτικά στα νερά της λίμνης. Όλα καινούργια. Όλα καθαρά. Όλα έτοιμα να τα μάθει από την αρχή.

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΔΟΝΤΙ



Κι όμως γεννήθηκε με αυτό. Ένα τόσο δα μωρό που έκλαιγε συνέχεια και το μόνο που πρόσεχε κανείς ήταν το μπροστινό πράσινο δόντι του. Εκεί πάνω δεξιά . Ένα καταπράσινο δόντι που θύμιζε γλίτσα υπονόμου και σωλήνες παλιού σπιτιού γεμάτους υγρασία . Ένα πράσινο δόντι που σε άφηνε άναυδο και γεμάτο τρόμο. Τον πρώτο καιρό όλοι έρχονταν να χαζέψουν το μωρό για αυτό το λόγο. 



Και το σαλόνι γέμιζε από ανθρώπους περίεργους που ήθελαν να το δουν με τα μάτια τους για να  σιγουρευτούν ότι δεν είναι κάποιο κακόγουστο αστείο. Οι γονείς του ντρέπονταν τόσο αλλά σιγά-σιγά έμαθαν να σιωπούν στα αδιάκριτα βλέμματα τρόμου και απέχθειας. Προσπάθησαν έστω να χαμογελάνε απρόθυμα στις ευχές που τους έδιναν. Ο χρόνος κυλούσε και πανικόβλητοι προσπαθούσαν να διαπραγματευτούν μαζί τουΡωτούσαν με αγωνία το γιατρό αν ήταν φυσιολογικό αυτό που συνέβαινε στο μωρό τους. Δεν το είχε συναντήσει ξανά στη σταδιοδρομία του. Ρωτούσαν τι μπορεί να γίνει.  Να περάσει λίγος καιρός και βλέπουμε. Οι εξετάσεις του έδειχναν φυσιολογικές. Πήραν την κατάσταση στα χέρια τους. Προσπάθησαν προσεκτικά να το καθαρίσουν. Μάταιο. Οι γιατροί δεν ήξεραν τι να κάνουν ούτε όταν διαπίστωσαν ότι δεν έβγαινε κανένα άλλο δόντι. Και έτσι έμεινε με αυτό. Μεταμορφώθηκε σε αυτό. Το παιδί με το πράσινο δόντι. Που όλοι κορόιδευαν στο σχολείο. Που όλοι φοβούνταν. Που όλοι σιχαίνονταν για αυτήν την απόκοσμη ανάσα του. Για αυτό που ήταν και για όλα όσα δεν ήταν. Για αυτό μετά από λίγο καιρό σταμάτησε να πηγαίνει στο σχολείο. Και κανείς δεν πρόσεξε την απουσία του. Ούτε καν οι γονείς του αφού τώρα είχαν αφοσιωθεί στο καινούργιο μωρό τους πουδεν τους προκαλούσε αμηχανία και αγωνία και τους χαμογελούσε όλη την ώρα αθώα. 



Και έτσι αποφάσισε να πάει μόνο του στο γιατρό. Μάζεψε όλη του τη δύναμη για να μην κλάψει μπροστά στον αυστηρό άντρα με την άσπρη ρόμπαΤου ζητούσε βοήθεια ανοίγοντας διάπλατα το στόμα του. Και τα δάκρυα έπεφταν ασυγκράτητα στο ψυχρό πλακάκι. Ο γιατρός έβγαλε τα γυαλιά του, απελπισμένος σχεδόν για αυτό το αβοήθητο πλάσμα μπροστά του. Μηχανικά πήρε την ειδική του τανάλια. Τον ξάπλωσε στην ιατρική του πολυθρόνα και τον προειδοποίησε ότι θα πονέσει πολύ. Και εκείνο σταμάτησε να κλαίει . Και άντεξε τον πόνο. Σχεδόν δε διαμαρτυρήθηκε καθόλου. Ο γιατρός είχε ιδρώσει από την αγωνία. Προσπαθούσε με λύσσα να το βγάλει. Του αντιστεκόταν για λίγα λεπτά και μετά ένας συριστικός ήχος που τον έκανε να ανατριχιάσει. Πάγωσε όταν διέκρινε ένα ζευγάρι φτερά εντόμου να βγαίνουν σιγά – σιγά από τη ρίζα του δοντιού που ήταν έτοιμο να πέσει.  Άνοιξε διάπλατα το δικό του στόμα σαστισμένα όταν το δόντι τελικά βγήκε αλλά μαζί με αυτόβουτηγμένο στο αίμα της πληγής, μια καταπράσινη ακρίδα που τινάχτηκε ζαλισμένη.


Οι δυο τους την κοίταξαν να κάνει δυο ημιτελείς περιστροφές στο ταβάνι. Αίμα έσταζε ακόμα από τα φτερά της. Βγήκε από το ανοιχτό παράθυρο του ιατρείου και χάθηκε από το βλέμμα τους. Το παιδί δεν έβγαλε ποτέ άλλα δόντια. Μεγαλώνοντας σταμάτησε να μιλάει στους ανθρώπους και μια μέρα έφυγε από την πόλη. Κανείς δεν έμαθε τίποτα για αυτόν.  Μπορεί  μερικές φορές να ξεχνούσαν το όνομά του και είναι φυσικό γιατί δεν τον φώναζαν ποτέ με αυτόαλλά θα το θυμόντουσαν πάντα ως το παιδί με το πράσινο δόντι. Για αυτούς ποτέ δεν είχε μεγαλώσει και ίσως για μερικούς ποτέ δεν είχε υπάρξει.



THE GREEN TOOTH



He was born with it. A tiny little baby crying all the time and the only thing you could see was the green front tooth. There, at the right upper corner of his mouth. A totally green tooth that looked like sewers sludge and old house's pipes full of humidity. A green tooth that left you speechless and fully terrified. At first everyone came to see the baby for that. 


The living room was full of curious people wanting to see it in person to be certain that it's not some kind of bad joke. His parents were very much ashamed but they gradually learned to stay silent at the indiscreet glances of terror and repulsion. They even tried to smile unwillingly at the wishes given. Time flied and they tried to negotiate with it in a state of panic. They asked the dentist in agony if what was happening to their baby was normal. He hadn’t faced it before in his entire career.They asked him what it could be doneLet some time pass and we will see. His medical tests looked ok. They took things into their own hands. They carefully tried to clean it. In vain. The doctors didn’t know what to do even when they realized that no other tooth was to grow. So he stuck with that. He turned into that. The boy with the green tooth. That everyone made fun of at school. That everyone was afraid of. That everyone detested for that spooky bad breath of his. For all the things that he was and all the things that he wasn’t. That’s why he quit school after a while and no one noticed his absence. Not even his parents who were now devoted to their new baby that didn’t make them feel neither uncomfortable nor stressful plus it gave them innocent smiles all the time. 


So he decided to go to the doctor on his own. He forced himself not to cry in front of the strict man in the white robe. He asked for his help by widely opening his mouth. He couldn’t keep his tears that fell without restrain on the bare floor. The doctor took off his glasses in almost despair for this helpless creature in front ofhim. He mechanically took his extraction forcepsHe laid the boy down to his dental chair and warned him that it would be very painful. The boy stopped crying. He bore the pain. He almost didn’t complain at all. The doctor, all sweaty from the effort, furiously tried to take it out. It resisted for a while and then a whistling sound made him shiver. He stood still when he detected a pair  of insect wings coming out slowly from the tooth’s root ready to fall out. He widely opened his own mouth in surprise. When the tooth finally came out a green grasshopper, soaked in the wounds’ blood popped out with it.


They both stared at it making two unfinished spins on the ceiling. Blood still dripped from its wings. It got out of the window and out of their sight. As he grew older he stopped talking to people and one day he left town. Nobody ever heard anything about him. They might sometimes forget his name which was obvious as they never called him by that but they would always remember him as the boy with the green tooth. To them he never grew old and to some others he never existed.






Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

ΣΕΞ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ


 Τέντωσε τα κλαδιά της με τον πρώτο πρωινό ήλιο. Ένα ελαφρύ αεράκι την έκανε να ανατριχιάσει μέχρι το τελευταίο της φύλλο. Η άνοιξη αυτή την προκαλούσε, σαν να έπαιζε μαζί της, σαν να προσπαθούσε να της ξυπνήσει όλα εκείνα που της είχε πάρει. Δεν πειράζει. Τα πάντα είχαν μαλακώσει μέσα της. Ο χρόνος τα είχε σχεδόν ισορροπήσει. Σχεδόν δεν της έλειπε ο προηγούμενος εαυτός της. Είχε ξεχάσει πώς είναι να χτενίζει τα μαλλιά της, να δαγκώνει αμήχανα τα νύχια της και να βάφει περίτεχνα τα μάτια της για να σαγηνέψει εκείνον, και όχι μόνο. Ο καιρός είχε κυλήσει και είχε πάρει μια άλλη διάσταση. Στην αρχή ναι, είχε τρομοκρατηθεί με όλες τις αλλαγές που γίνονταν μέσα της. Πώς τα πόδια της μετατρέπονταν σε ρίζες βαθιές στο χώμα, πώς το κορμί της σιγά–σιγά γινόταν σκληρό γεμάτο ρόζους, πώς από το στέρνο της άρχισαν να φυτρώνουν μικρά κλαδιά που μπλέχτηκαν με τα χέρια της και έγιναν ένα, πώς τρυφερά φύλλα βγήκαν από τα δάχτυλά της και απλώθηκαν θρασύτατα παντού. Ούρλιαζε από τον αφύσικο πόνο μέχρι που η φωνή της χάθηκε. Τα μάτια της γούρλωναν από αυτό που έβλεπε να γίνεται μέχρι που έχασε τελείως τη ματιά της. Άντεξε να τα χάσει ξαφνικά και τα δύο, να εγκλωβιστεί στο καινούργιο της εγώ και να προσαρμοστεί. Δεν μπορούσε να ερμηνεύσει την αιτία και την αφορμή της μεταμόρφωσης. Όλα έγιναν τόσο μα τόσο ξαφνικά. Το μόνο που της άφησε εκείνη η άνοιξη ήταν η ακοή.
 Μπορούσε να νιώσει τον αέρα να φυσάει, να ακούσει τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν στο πάρκο, το χτύπημα της μπάλας τους, τα κλάματα των απαιτητικών μωρών στα καροτσάκια, τις κουβέντες των ηλικιωμένων που κάθονταν στο παγκάκι δίπλα στον κορμό της, κάποιες νύχτες ακόμα και τα ντροπαλά φιλιά των άγουρων εραστών και τις υποσχέσεις τους που ήξεραν καλά πως δε θα τηρούσαν. Όλοι αυτοί οι ήχοι έκαναν τη μοναξιά της βασανιστική. Ανυπόφορη. Έκαναν τη νύχτα να φαίνεται ατελείωτη και τη μέρα θανατερά πνιγερή.
 Τέντωσε τα κλαδιά της με τον πρώτο πρωινό ήλιο. Πολύ προσεκτικά. Σχεδόν αθόρυβα. Δεν ήθελε να ανησυχήσει το αντρικό σώμα που είχε παγιδεύσει στον κορμό της.
 Είχε περάσει αρκετή ώρα από την τελευταία του τρεμάμενη ανάσα και τις κραυγές αγωνίας του. Πρέπει να είχε αποκοιμηθεί τώρα πια εξουθενωμένος. Και αυτός και οι προηγούμενοι πίστευαν ότι κάποιος θα τους βοηθούσε στο πάρκο όταν τα κλαδιά της τους γράπωναν και τους αγκάλιαζαν σφιχτά, παγιδεύοντάς τους. Τέτοια ώρα όμως δε βρισκόταν κανείς εκεί γύρω. Ήταν η ώρα που η μοναξιά της γινόταν απαιτητική. Σχεδόν επιτακτική. Έπρεπε με κάθε τρόπο να την ξορκίσει. Να τη δαμάσει. Ήθελε να νιώσει τη ζεστασιά ενός αντρικού κορμιού. Δεν ήταν ο πρώτος και σίγουρα δε θα ήταν ο τελευταίος. Αυτή η άνοιξη της είχε πάρει σχεδόν τα πάντα.

SEX IN THE GARDEN


 She stretched her branches with the early morning sun. A light breeze made her shiver to her last leaf. That spring provoked her as if it was playing with her, as if it was trying to wake up all those things taken from her. It doesn’t matter. Everything had softened inside her. Time had almost balanced everything. She nearly didn’t miss her former self. She had forgotten how it was like to comb her hair, to bite her nails awkwardly or to put on her make up to seduce him and not only him. Time had passed and had taken another dimension. At first she was terrified with the changes being held inside her. How her feet were turning into deep roots in the ground, how her body was becoming harsh full of knots, how small branches began to grow from her chest merging with her hands and becoming one, how tender leaves came out of her fingers and spread shamelessly .She was screaming with this unnatural pain until her voice was silenced.
 She stared in shock till she completely lost her sight. She could stand losing both, being trapped in her new self and adjust. She couldn’t explain the reason or the cause of her transformation. Everything happened so fast. That spring left her only with her hearing. She could feel the air blow, the children’s voices playing at the park, the strike of the ball, the demanding baby’s cry in the strollers, the elders’ small talk sitting at the bench close to her trunk, she could even hear the shy kisses of the young lovers and the promises they knew they wouldn’t keep. All theses sounds made her loneliness torturing. Unbearable. They made the night seem endless and the day deadly suffocating. 
 She stretched her branches with the early morning sun. Very carefully. Almost soundlessly. She didn't want to disturb the male body she had trapped in her trunk.
 A long time had passed from his last trembling breath and his cries of agony. He must have fallen asleep exhausted. He as well as the previous men believed that someone would help them when her branches grasped them and firmly embraced them, trapping them. But no one was near by that late. It was the time when her loneliness became demanding. Almost imperative. She had to exorcise it in every way. To tame it. She wanted to feel the warmth of a male body. He was not the first and he surely wouldn’t be the last. That spring had almost taken everything from her.

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Η ΜΠΛΕ ΠΟΡΤΑ



Το σπίτι με την μπλε πόρτα βρισκόταν στο κέντρο της πόλης. Ήταν το πιο παλιό και όλοι πέρναγαν από αυτό τουλάχιστον μία φορά την ημέρα. Δίπλα στην πλατεία, απέναντι από το ταχυδρομείο, κοντά στο σχολείο και την τράπεζα, λίγο πιο κάτω από το κουρείο. Και όμως κανείς δεν την είχε δει να βγαίνει από την πόρτα αυτή. Αλλά ούτε και να μπαίνει στο σπίτι αυτό. Τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια όλοι πίστευαν ότι ήταν ακατοίκητο. Η τελευταία του ένοικος είχε πεθάνει και περίμεναν τα παιδιά της να έρθουν από τα ξένα να το τακτοποιήσουν. Τα χρόνια περνούσαν και κανείς δεν ερχόταν. Το σπίτι μαράζωνε και ξεχνιόταν. Έμενε στην καθημερινή ρουτίνα των κατοίκων ως το σπίτι με την μπλε πόρτα και συνέχιζαν τη ζωή τους προσπερνώντας το καθημερινά. Προσπερνώντας το χρόνο και ό,τι αυτός κουβαλούσε.

Μέχρι που η σκιά στο παράθυρο εκείνη τη νύχτα ήταν αρκετή για να δημιουργηθεί αναταραχή. Ποια είναι, πότε ήρθε, πώς μπήκε, πώς και δεν την είδε κανείς να μπαίνει. Όσοι κι αν χτύπησαν την πόρτα της δεν άνοιξε. Όσοι κι αν την περίμεναν να βγει από το κατώφλι, απογοητεύτηκαν. Μονοπωλούσε τις κουβέντες των γυναικών περισσότερο, αλλά άρχισε να γίνεται και φόβος για τα μικρά παιδιά και πονοκέφαλος για τους άντρες. Μια μυστήρια φιγούρα που έπρεπε με κάθε τρόπο να διαχειριστεί η κοινότητα με σοφό τρόπο για να μην ταράξει περισσότερο τις ζωές τους. Άρχισαν δειλά–δειλά να παραφυλάνε στην πόρτα της, περιμένοντας μια κίνησή της. Ξεροστάλιαζαν με βάρδιες έστω για να ακούσουν τον παραμικρό ήχο που θα φανέρωνε ζωή και κινητικότητα πίσω από τούτη την μπλε πόρτα. Μάταιο. Την ημέρα οι ανεπαίσθητοι ήχοι που ίσως ακούγονταν καλύπτονταν από τη βουή του δρόμου και της πόλης. Για εκείνες τις ώρες κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά.
Τη νύχτα όμως όσοι στέκονταν στα σκαλιά της, κρατούσαν σχεδόν την ανάσα τους. Η φιγούρα της στο παράθυρο κάποιες φορές τους παρατηρούσε εξεταστικά, υπομονετικά. Εκείνες τις ώρες τους σάστιζε. Απόκοσμη σιγή, σχεδόν νεκρική. Ώσπου μια νύχτα η πόρτα άνοιξε με ένα παραπονεμένο τρίξιμο αχρηστίας. Στάθηκε στο κατώφλι της και πάγωσαν όλοι στη θέα της. Μια γυναίκα με έντονο κουρασμένο βλέμμα. Λες και η ζωή είχε περάσει από πάνω της με δραματικές συνέπειες. Λες και όλα τα βάσανα και οι λύπες ρίζωσαν σε αυτό το βλέμμα με σκοπό να βασανίζεται κάθε μέρα. Τους παρατηρούσε έναν–έναν στα μάτια και ήταν σαν να διάβαζε τις ζωές τους, όλους τους πόθους τους και όλα τα μυστικά τους. Τα μαλλιά της μακριά και αχτένιστα, θαμπά έπεφταν στους ώμους της και έμοιαζαν με απειλητικές γλώσσες έτοιμες να φαρμακώσουν για να την προστατέψουν. Ο χειμώνας απειλητικός και όμως εκείνη φορούσε ένα λεπτό πουκάμισο και μια φθαρμένη φούστα μέχρι τα γόνατά της. Ήταν ξυπόλητη και τα πόδια της είχαν κοκκινίσει στα μωσαϊκά αλλά δε φαινόταν να τη νοιάζει. Ούτε καν να την αφορά. Κύλησαν κάποια αναγνωριστικά λεπτά και για τις δύο πλευρές με μουδιασμένες αντιδράσεις. Δεν ήξεραν τι να κάνουν και τι να της πουν. Περίμεναν τόσο καιρό για αυτή τη στιγμή αλλά η εικόνα της και η ματιά της τους είχε καθηλώσει.
Τα ηνία τα πήρε εκείνη. Γυρνώντας το κεφάλι της στο πλήθος σαν να έψαχνε κάποιον. Το βλέμμα της έμεινε πάνω στο μικρό Μάξιμο, το δεκάχρονο μουγκό αγόρι που την κοίταζε κι αυτός τρομαγμένος σφίγγοντας το χέρι του παππού του που τον έσερνε μαζί του παντού. Χωρίς να αφήσει το βλέμμα της από πάνω του άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό της. Άνοιξε το ρούχο της για να αποκαλύψει το πέτρινο στήθος της που ξεπρόβαλλε στο άγριο δέρμα της. Λες και το είχαν σμιλέψει πάνω σε μυτερά βράχια που δεν τα βλέπει ο ήλιος σχεδόν ποτέ, παρά μόνο τα χτυπάει αλύπητα ο αέρας και το σκοτάδι. Και πόσο σκοτάδι φαινόταν να κρύβουν μέσα τους! Πόσο αλλόκοτο και τρομακτικό ήταν το θέαμα για τους ανυποψίαστους κατοίκους της πόλης που άρχισαν να ουρλιάζουν και να τρέχουν στα σπίτια τους. Οι λίγοι θαρραλέοι που έμειναν είχαν κοκαλώσει στη θέση τους. Δεν τολμούσαν να την πλησιάσουν. Ο Μάξιμος έσφιγγε σφιχτά το χέρι του παππού του και εκείνος έσκυψε και της πέταξε χώμα και λάσπη. Το ίδιο έκαναν και οι άλλοι που βρήκαν το θάρρος τους αλλά πάντα από απόσταση, από τη θέση τους. Η γυναίκα κλείστηκε στο σπίτι. Η μπλε πόρτα χτύπησε δυνατά και ακούστηκε το μάνταλο.
Κανείς δεν ξέρει πώς δυναμώθηκε η οργή και ο θυμός αλλά πάνω από όλα ο φόβος. Κανείς δεν είδε ποιος πέταξε πρώτος το ποτισμένο στο πετρέλαιο πανί. Κανείς δεν είδε ποιος πέταξε πρώτος την πέτρα. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Όλα έγιναν στάχτη. Όλοι βγήκαν στην πλατεία να δουν τη φωτιά. Να δουν την αποκατάσταση της τάξης. Όλοι κοίταζαν τη φωτιά σιωπηλοί, απορροφημένοι στις σκέψεις τρόμου και ανακούφισης. Κανείς δεν πρόσεξε το Μάξιμο να φωνάζει τον παππού του που τον είχε χάσει μέσα στο πλήθος. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει εκείνη την άγουρη, ψιλή φωνή που έβγαινε από τα σωθικά του. Δεν την είχαν ακούσει ποτέ ξανά. Ο ίδιος δεν την είχε νιώσει ποτέ ξανά. Κοντοστάθηκε στην μέση της πλατείας σαστισμένος. Απέναντι από εκεί που ήταν μέχρι πριν από λίγο το σπίτι με την μπλε πόρτα…