Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2017

THE FOUR LANTERNS - LOOKING AT THE PAINTING

Άφησε τη μικρή του βαλίτσα στο κρεβάτι. Έλυσε τη γραβάτα του και έβγαλε το πουκάμισό του. Περπάτησε με τα γυμνά του πόδια πάνω-κάτω στο ζεστό χαλί του δωματίου. Ναι, είχε κάνει τη σωστή επιλογή του ξενοδοχείου αυτή τη φορά. Ο Μιλεφλόρες ταξίδευε δύο νύχτες με το αυτοκίνητο. Κάθε χρόνο γκρίνιαζε για την απόσταση αλλά άξιζε τον κόπο. Η εμπορική έκθεση της Μπρενανσόν ήταν κάτι παραπάνω από επιτυχία. Τις μισές δουλειές και συμφωνίες της χρονιάς τις έκλεινε εκεί. Ήξερε ότι είχε ένα δυνατό προϊόν στα χέρια του κι εκεί ήταν το μέρος για να το προωθήσει. Είχε δουλέψει τέσσερα χρόνια πάνω στην έρευνα και στο σχεδιασμό της φόρμουλας και, αν μη τι άλλο, ήταν πραγματικά περήφανος για τη δουλειά του. Τώρα μπορούσε πλέον να πει ότι είχε δημιουργήσει το τελειότερο ναρκωτικό με τη μορφή χαπιού που έδινε στους χρήστες ολογράμματα αγαπημένων τους προσώπων. Φέτος είχε καταφέρει να προσθέσει στη φόρμουλα και πρόσωπα που δεν βρίσκονταν πια στη ζωή.  Δεν ήταν υπερβολή να πει ότι θα έφερνε την επανάσταση.  Στη μικρή του βαλίτσα είχε τα τρία μοναδικά δείγματα και αυτά ήταν αρκετά. Ήδη ήταν ένας ζωντανός θρύλος πριν πατήσει το πόδι του στο μεγάλο εκθεσιακό κέντρο. Κανείς όμως δε γνώριζε πόσο μόνος του ένιωθε τα βράδια, όταν γυρνούσε στο μικρό διαμέρισμά του που εκτελούσε και χρέη εργαστηρίου. Πολλές φορές θα γέμιζε το κρεβάτι του με κάποια γυναίκα ή ανδροειδές αλλά του έλειπε τρομερά η ανθρώπινη επαφή. Ήταν ένας μεσήλικας, πια, τυχοδιώκτης με γυαλιά, φιλοδοξία και εγωισμό.  
Έκανε ένα ζεστό μπάνιο και σκεφτόταν τα ραντεβού του με τους αντιπροσώπους των ανατολικών πολιτειών που ήθελαν να τον συναντήσουν. Παρήγγειλε μια ζεστή σούπα από το εστιατόριο του ξενοδοχείου και προσπάθησε να χαλαρώσει την υπερέντασή του, ξαπλώνοντας για λίγο στο κρεβάτι. Και τότε τον κοίταξε. Ήταν ένας μεγάλος πίνακας ακριβώς απέναντί του, πάνω από το στενό γραφείο. Μπαίνοντας στο δωμάτιο είχε προσέξει ότι κάτι κρεμόταν εκεί αλλά δεν είχε δώσει την παραμικρή σημασία. Ήταν από τους ανθρώπους που η τέχνη τους άφηνε τελείως ασυγκίνητους, έτσι κι αλλιώς. Δεν την καταλάβαινε, δεν τον άγγιζε και ποτέ δε θα έριχνε παραπάνω από μια φευγαλέα ματιά σε μια ζωγραφιά κρεμασμένη στον τοίχο. Τώρα όμως είχε βουτήξει μέσα της και δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα του. Ήταν η παράσταση ενός μονοπατιού σε ένα ξέφωτο στο δάσος. Το φως με δυσκολία διαπερνούσε τις καταπράσινες συστάδες των δέντρων. Στο σκιερό έδαφος ξεχώριζε πεσμένα φύλλα. Θα μπορούσε να είναι σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη, οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Θα μπορούσε να είναι ένα ξέφωτο στην άλλη πλευρά του κόσμου, όπως τον ήξερε, ακόμα και δεκατρείς γενιές πίσω από τη δική του. Ίσως και για αυτό να τον κέντρισε τόσο πολύ. Έμοιαζε με ένα δυνατό χαστούκι φύσης κι ενέργειας. Ήταν σαν να του θύμιζε πάλι εκείνη την αρχετυπική σύνδεση με αυτό το στιβαρό και  τεράστιο που ονομάζουνε «γη».
 Η ώρα κυλούσε. Είχε κουρνιάσει στη ζεστή του ρόμπα κι είχε βγάλει τα γυαλιά του. Άρχισε να ζαλίζεται ελαφρά. Σαν να γυρνούσαν όλα ρυθμικά με δορυφόρο το κορμί του στο κρεβάτι. Παραξενεύτηκε αλλά το πέρασε για σημάδι κούρασης και πείνας. Η σούπα του κρύωνε στο κομοδίνο αλλά δεν είχε τη δύναμη να ασχοληθεί μαζί της. Η ξαφνική του ζαλάδα συνοδεύτηκε από κύματα ιδρώτα και έξαψης. Σαν να βρισκόταν σε ένα καζάνι με καυτό νερό και έπρεπε να κάνει τα πάντα για να δραπετεύσει. Κι έτσι ξαφνικά, έγινε το ανήκουστο. Τα φύλλα που έβλεπε ζωγραφισμένα στο έδαφος, ναι, άρχισαν να κουνιούνται ρυθμικά με το ελαφρύ αεράκι που φύσηξε. Το θρόισμά τους και η κίνησή τους έμοιαζε με μεγαλειώδη χορογραφία. Ο ήλιος, με την κίνηση των κλαδιών των δέντρων, φαινόταν να τρεμοπαίζει και δημιουργούσε περίεργα παιχνίδια με τη σκιά. Η ταχυπαλμία του γινόταν όλο και πιο έντονη. Μα πώς ήταν δυνατόν; Από την άλλη, δεν ήταν τρελός, το έβλεπε καθαρά μπροστά του. Ο μεγάλος πίνακας είχε ζωντανέψει. Όσο απίθανο κι αν έμοιαζε, ήταν τόσο βέβαιος για αυτό που έβλεπαν τα μάτια του. To ξέφωτο είχε αποκτήσει ζωή και τώρα σιγά σιγά μπορούσε να διακρίνει και σκόρπια κελαηδίσματα πουλιών εκτός από το ρυθμικό κύμα του αέρα. Και σιγά σιγά ερχόταν στα ρουθούνια του και η γαργαλιστική μυρωδιά από το νοτισμένο χώμα. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Έβγαλε τη ρόμπα του γιατί είχε σκάσει από τη ζέστη. Το σώμα του είχε πάρει φωτιά. Έβαλε τα γυαλιά του για να μπορέσει να διακρίνει καλύτερα τις ζωηρές λεπτομέρειες από κοντά. Στάθηκε όρθιος, γυμνός απέναντί στο ολοζώντανο τοπίο. Το μονοπάτι φαινόταν σαν να τον φωνάζει να το διασχίσει.

Μάταια τον περίμεναν στο συνέδριο και τις δύο ημέρες οι αντιπρόσωποι. Όλες οι έρευνες στο ξενοδοχείο αποδείχτηκαν άκαρπες. Κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν ο Μιλεφλόρες. Το δωμάτιο ήταν άθικτο. Ένα μπολ με σούπα στο κομοδίνο και λίγα φθινοπωρινά φύλλα στο χαλί δίπλα από το γραφείο. Μόνο ο Αλφρέδος πρόσεξε τα γυαλιά του πεσμένα στο μονοπάτι στο ξέφωτο του πίνακα πριν τα σκεπάσουν τα φύλλα. Δεν είπε ποτέ τίποτα. Σφράγιζε πάντα τις αποφάσεις των πελατών του ξενοδοχείου με εχεμύθεια.      

*Οι φωτογραφίες και η ιστορία ειναι βασιμένη πάνω στους πίνακες του καλλιτέχνη Alex Katz, "Woods" (1993) και "Young Trees"  (1989) 

THE FOUR LANTERNS - LOOKING AT THE PAINTING

He left his small suitcase on the bed. He loosened his tie and took off his shirt. He walked barefoot on the warm carpet of the room. Yes, he had chosen the right hotel this time. Milleflores drove two nights. Each year, he grumbled about the distance but it was worth it. Brenanson’s trade show was more than just a big success. Half of the annual deals had been sealed there. He knew that he held a powerful product in his hands and there was the place to promote it. He had spent four years on the research and design of the formula and, of course, he was really proud of his work. Now, he was in the position to say that he had created the perfect drug in the shape of a pill that could give to the users holograms of their loved ones. This year, he had managed to add to the formula holograms of people who were not alive. It was no exaggeration to say that he was about to start the revolution. In his small suitcase he carried the three unique samples and they were more than enough. He was already a living legend before stepping his foot in the big exhibition center. No one knew, though, how lonely he felt at nights, when he returned to his small apartment which was also his laboratory. He would often have a woman or an android on his bed, but he terribly missed the human contact. He was an adventurer middle- aged man with glasses and ambition. 
He had a hot bath and thought about the meetings with the eastern states’ salesmen who wanted to see him. He ordered a hot soup from the hotel restaurant and tried to tame his tense by lying on the bed. And then he looked at it. It was a big painting just opposite him, over the narrow desk. Entering the room, he had noticed that something was hanging there, but he didn’t pay any attention. Art had no effect on him, he didn’t understand it nor it could touch him and he never spent more than a glance on a drawing on the wall. But now he had dived into it and could not take his eyes off of it. It showed a path in a clearing in a forest. Light penetrated with difficulty the green clusters of the trees. On the shady ground he made out fallen leaves. It could be anywhere and anytime on the planet. It could be a clearing at the other side of the world, as he knew it, even thirteen generations behind his own. Maybe that was the reason it stimulated him so much. It looked like a big slap of nature and energy. It was as if it reminded him that archetypical connection with that raw and immense thing called “earth”.
Time passed. He had curled in his warm robe and he had taken off his glasses. He began feeling dizzy. It was as if everything was spinning around with his body on the bed as a satellite. He was surprised but considered it a sign of fatigue and hunger. His soup was getting cold on the bedside table but he didn’t have the strength to deal with it. His sudden dizziness was accompanied by waves of sweat and flush. It was as if he was in a big cauldron with boiling water and he had to escape by all means. And suddenly, the unspeakable happened. The leaves he saw painted on the ground rhythmically started to move with the light breeze. Their rustling looked like a grand choreography. The sun, with the movement of the tree branches, seemed to flicker and made some strange games with the shadow. His heartbeat was getting more intense. But how could that be possible? On the other hand, he was not crazy, he clearly saw it in front of him. The large painting was alive. As impossible as it might seem, he was so certain for what he saw. The clearing was alive and he could now detect scattered birdsong in addition to the rhythmic air waves. And gradually the gurgling smell of damp soil came to his nostrils. His heart was beating like crazy. He took off his robe because he was feeling very hot. His body was on fire. He put on his glasses to make out the vivid details. He stood naked opposite the living landscape. The path looked as if it was calling for him to cross it. 

The salesmen in the conference hall waited for him for two days in vain. All the investigations at the hotel were fruitless. No one knew where Milleflores was. The room was intact. A bowl of soup on the bedside table and some autumn leaves on the carpet by the desk. Only Alfred noticed his glasses fallen on the path in the painting’ s clearing before they got covered by the leaves cover. He never said anything. He always sealed the hotel clients’ decisions with confidentiality. 

*The photos and the story are based on Alex Katz' s paintings "Woods" (1993) and "Young Trees"  (1989)

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

THE FOUR LANTERNS - THE GRAND OPENING



Ο Ζενεβιέ σέρβιρε στον εαυτό του και στον Αλφρέδο ένα μικρό ποτήρι Pedro Ximénez με παλαιωμένα αρμυρίκια ογδόντα τριών ετών. Το κρατούσε για ειδικές περιπτώσεις και σίγουρα η αποψινή βραδιά ήταν μία από αυτές. Φορούσε το καλό του βελούδινο σμόκιν με τη λευκή του ποσέτ. Σήκωσε το ποτήρι του για πρόποση.
«Τα καταφέραμε καλά, πιστέ μου Αλφρέδο! Ας πιούμε τώρα πριν έρθουν οι καλεσμένοι μας. Στην υγειά του Four Lanterns!»
O Αλφρέδος του χαμογέλασε πλατιά.
«Καλή μας σεζόν», είπε κοιτάζοντας την αίθουσα υποδοχής. Οι τιράντες του με τα πλοκάμια του γυάλιζαν κάτω από το φως των τεράστιων πολυελαίων. 
Το ξενοδοχείο είχε όντως μεταμορφωθεί. Μέσα σε ένα μήνα ασταμάτητων εργασιών δε θύμιζε σε τίποτα τον προηγούμενο εαυτό του. Ο εξωτερικός χώρος είχε αποκτήσει πλέον εξωτικό κήπο με τεράστια δέντρα με περίεργο φύλλωμα και πολύχρωμα πουλιά που τραγουδούσαν και μιλούσαν μόνο τις νύχτες. Στο φουαγιέ είχαν αφαιρέσει τις δεξαμενές με τα γιγαντιαία καλαμάρια και είχε ανοίξει ο χώρος. Στην αίθουσα χορού στην ταράτσα είχαν τοποθετήσει τους μεγάλους καθρέπτες που τους έφεραν από τις φημισμένες αντικερί της Βενετίας και είχαν την υποψία ότι απόψε θα έκαναν πάταγο. Στα δωμάτια, στους πάνω ορόφους, αλλά και στο εστιατόριο είχαν τοποθετήσει καινούργιες ταπετσαρίες με τους παράλληλους δορυφόρους κόσμους, μία συμφωνία για την οποία είχε δουλέψει σκληρά ο Αλφρέδος. Καινούργιο προσωπικό είχε προσληφθεί για να καλύψει τις ανάγκες της σεζόν και απόψε γυάλιζαν μέσα στις ολόλευκες λάτεξ στολές τους. 
Ο Ζενεβιέ άναψε τα καινούργια νέον φώτα της εισόδου και κοίταξε το ρολόι του. Τρία λεπτά πριν τα μεσάνυχτα. 
«Ντελπί, να ανοίξουν οι πόρτες. Ζεράρ, να ξεκινήσει η μπάντα με τους θαλάσσιους ελέφαντες να παίζει τα κόντρα φαγκότα τους. Ήρθε η ώρα!» είπε και άφησε το μικρό του ποτήρι κάτω από τον πάγκο του μπαρ. 
Ο Dominus Abandone’ ήταν ο πρώτος που μπήκε κρατώντας την πρόσκλησή του με το ένα χέρι και μια ψηλόλιγνη καλλονή, που φορούσε μάσκα ιππόκαμπου, στο άλλο. 
«Ζενεβιέ, μόνο καλά λόγια έχω να πω για την τοποθεσία. Πώς σας ήρθε η ιδέα να το μεταφέρετε κάτω από τον υπόνομο; Πολύ έξυπνο, ένα ολοκαίνουργιο λαμπερό ξενοδοχείο κάτω από τα παπούτσια των ανυποψίαστων περαστικών της πόλης. Σας συγχαίρω, χωρίς να έχω δει τίποτα ακόμα. Ήμουν σίγουρος ότι μπορούσα να στηριχτώ πάνω σας.»
«Σας ευχαριστώ θερμά, κάναμε απλά τη δουλειά μας. Να περάσετε στο μπαρ για ένα πρώτο ποτό. Όπου να ‘ναι θα καταφτάσουν οι καλεσμένοι μας».
Οι καλεσμένοι άρχισαν να καταφτάνουν εντυπωσιασμένοι από την ανακαίνιση του χώρου. Τους είχε μαγέψει το γεγονός ότι, σύμφωνα με την πρόσκληση, έπρεπε να ακολουθήσουν τις συντεταγμένες και να σηκώσουν το βαρύ καπάκι του υπονόμου στην πιο κεντρική διασταύρωση της πόλης Mπρενανσόν, και ως δια μαγείας, κατεβαίνοντας δεκατρία σκαλιά να ανοίξουν την πόρτα και να βρεθούν στην ταράτσα του πολυώροφου ξενοδοχείου με τους οκτώ τεράστιους καθρέπτες, τα εξωτικά φυτά και το μεγάλο μπαρ στο κέντρο του, χαρίζοντάς τους μια μοναδική θέα της πόλης από τόσο ψηλά.
Και ήρθαν όλοι όσοι περίμεναν. Ήρθαν οι παλιότεροι και πιστοί πελάτες του ξενοδοχείου «Four Lanterns» φανερά συγκινημένοι, λίγο μεγαλύτεροι με περισσότερα γκρίζα μαλλιά και ρυτίδες. Ο τοσοδούλης astroboy περπάτησε προσεκτικά ανάμεσα στα φύλλα των φυτών και έκατσε στην άκρη του μπαρ, χαζεύοντας την εξαδάχτυλη ράφτρα που είχε έρθει με ένα φόρεμα  που είχε κεντήσει με αστεροκλωστή. Είχε καταφτάσει, αν και λίγο ταλαιπωρημένος από το πολύωρο ταξίδι, ακόμα και ο ψαράς με την Κασσιόπη, που ήταν πια στην έβδομη ζωή της, από το μακρινό νησί των γάτων. Είχαν καλέσει και νέους πελάτες, ανθρώπους που εκτιμούσαν ιδιαίτερα, να γνωρίσουν τις καινούργιες τους εγκαταστάσεις. Όλοι έπιναν και χόρευαν και έδιναν συγχαρητήρια στον ιδιοκτήτη και στον διευθυντή. Και όσο περνούσε η ώρα το κέφι άναβε και τα γέλια ζωήρευαν και τα πηγαδάκια έδιναν και έπαιρναν. Ο Ζενεβιέ, ευχαριστημένος από την πορεία της βραδιάς, κοίταξε τον Αλφρέδο και χτύπησε συνθηματικά τα χέρια του δυο φορές. Ο καμαρότος πήγε διακριτικά πίσω από τον κεντρικό καθρέπτη και πάτησε ένα κουμπί. Τα φώτα από τους πολυελαίους χαμήλωσαν και τα φαγκότα της ορχήστρας σίγησαν. Οι φωνές και τα χάχανα σίγησαν σταδιακά και στην ατμοσφαιρική ταράτσα ακουγόταν μόνο το θρόισμα από τα φυλλώματα των δέντρων. 
Ο Dominus ήταν ο πρώτος που πλησίασε τους καθρέπτες και έβγαλε μια φωνή ξαφνιάσματος. 
«Μα, πώς γίνεται αυτό;» ψιθύρισε. «Φίλοι μου, πλησιάστε, αξίζει τον κόπο», φώναξε χωρίς να φύγει μπροστά από το μεγάλο καθρέπτη του μπαρ.
Σιγά σιγά στριμώχτηκαν όλοι και έμειναν με το στόμα ανοικτό. Μόνο μικρές κραυγές θαυμασμού και φόβου ακούγονταν αλλά κανείς δεν απομακρυνόταν. Λες και ο καθρέπτης τους είχε δέσει με μια αλυσίδα και δεν τους άφηνε να φύγουν. Όλοι, κοιτάζοντας τον εαυτό τους μέσα του, τα έχαναν γιατί δεν αντίκριζαν το είδωλό τους αλλά κάτι τελείως διαφορετικό. Έμεναν με το στόμα ανοιχτό γιατί έβλεπαν στη θέση τους άγρια ζώα η προϊστορικά όντα ή ανθρώπους με άλλα πρόσωπα σε άλλο φύλο και σε άλλες εποχές ή σε κάποιες περιπτώσεις αντίκριζαν μόνο το κενό. Κι ο καθένας ήταν σαν να θυμόταν ένα βαθύτερο κομμάτι του εκείνη τη στιγμή της αναγνώρισης του παλιότερου του εαυτού του, του παρελθόντος του. Αμυδρά σαν να θυμόταν, σαν να ήξερε ότι αυτό ήταν το πραγματικό του πρόσωπο, αυτή ήταν η αλήθεια του. Και όσο την αντίκριζαν στα μάτια, προσπαθούσαν να αναπτύξουν έναν εσωτερικό διάλογο με το είδωλό τους. Άλλοι δάκρυζαν, άλλοι έμεναν αμίλητοι, άλλοι μονολογούσαν σαν τους τρελούς. Ήταν η δική τους στιγμή, η πιο δική τους. 
«Εκλεκτοί μας καλεσμένοι, ας περάσουμε στον μπουφέ στο φουαγιέ και με την ευκαιρία να σας ξεναγήσουμε στα δωμάτια. Ελάτε φίλοι μας, ακολουθήστε τον Αλφρέδο, η βραδιά μόλις άρχισε!» έσπασε τη μυσταγωγία ο Ζενεβιέ, όλος ενθουσιασμό. 

THE FOUR LANTERNS - THE GRAND OPENING

Jenevier served himself and Alfred a small glass of Pedro Ximénez with tamarisk of eighty- three years of age. He kept if for special occasions and tonight was surely one of them. He wore his velvet tuxedo with the white pocket square. He raised his glass for a toast.
“We did it, my dear Alfred! Let’s drink now before our guests arrive. To the Four Lanterns!”
Alfred smiled.
“Let’s hope for a good season” he said looking at the reception hall. His suspenders with the tentacles were shining under the light of the huge chandeliers. 
The hotel had truly been transformed. Within a month of unstoppable work the place had nothing to do with its former self. The exterior space had now an exotic garden with huge trees with strange foliage and colorful birds singing and talking only during the night. In the foyer they had removed the tanks with the giant squids and the space became more open. In the dance hall on the terrace they had placed the big mirrors they had brought from the famous antique shops of Venice and they suspected that they would become a big hit tonight. In the rooms, on the top floors, and in the restaurant new wallpapers were installed with the parallel satellite worlds, a deal for which Alfred had worked hard. New personnel was hired to meet the needs of the season and tonight they all shined in their all- white latex suits. 
Jenevier lit the entrance’s new neon lights and looked at his watch. Three minutes to midnight. 
“Delpi, open the doors. Gerard, tell the sea lions to start playing their contrabassoons. It is time!” he said and left his small glass under the bar counter. 
Dominus Abandone’ was the first to enter holding his invitation with one hand and a tall belle, wearing a seahorse mask, with the other. 
“Jenevier, I only have compliments about the spot. How did you come up with the idea of transferring it under the sewer? Brilliant, a brand new glamorous hotel under the shoes of the city’s unsuspecting passers-by. I congratulate you without having seen anything else yet. I was sure I could rely on you.”
“Thank you very much. We only did our job. Help yourself with a first drink at the bar. Our guests will arrive any minute now.”
The guests arrived impressed by the renovation of the place. They were fascinated by the fact that, according to the invitation, they had to follow the coordinates and lift up the heavy sewer cap at the most central junction of Brananson City and, by going down thirteen steps, open the door and magically be on the terrace of a multi-story hotel with its eight huge mirrors, the exotic plants and the big bar in the center, giving them a unique city view from above.
And the guests arrived. The old and loyal clients of “The four Lanterns” were obviously moved with a lot more gray hair and wrinkles. The tiny astroboy carefully walked between the leaves of the plants and stood on the edge of the bar, staring at the six-finger tailor, who had arrived in a dress embroidered with thread from the stars. Even the fisherman had arrived with Cassiope, who was now in her seventh life, from the remote island of the cats, although he was a bit late and tired from the long trip. They had invited new clients of course to see the new facilities, people who deeply respected. They all drank and danced and congratulated the owner and the manager. And as time went by, the good spirit and the laughter and the talking was more intense. Jenevier, pleased with the result, looked at Alfred and clapped his hands twice. The groom discretely went behind the big mirror and pushed a button. The lights from the chandeliers were lowered and the orchestra’s bassoons silenced. The voices and the laughter gradually lowered and only the rustling of the foliage of the trees was heard on the atmospheric terrace. 
Dominus was the first to approach the mirrors and cried out of surprise.
“But, how can it be?” he whispered. “My friends, get closer, it is worth it” he shouted still remaining in front of the bar’s big mirror. 
They gradually  squeezed in and were astonished with the sight. Just a few screams of admiration and fear were heard but no one was going away. It was as if the mirror had tied them up with a chain and did not leave them escape. They were puzzled because, when they looked in the mirror, they did not see their reflection but something completely different. They were in awe because they saw wild animals or prehistoric creatures or people with different faces in different sex in different eras or in some cases they only stared into the void. And it was as if everyone was remembering a deeper part of himself that very moment of identification of the former self, the past. It was as if they vaguely remembered, as if they knew that this was their real face, their truth. The more they looked at it, the more they tried to establish an inner dialogue with their reflection. Others had tears in their eyes, others stayed silent, and others talked to themselves as if they were crazy. It was their moment, the most intimate.

“Our special guests, let us step into the buffet restaurant and let us guide you through the rooms. Come along, follow Alfred, the night has just begun!” Jenevier enthusiastically broke the spell.

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 11: ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Ξεκλείδωσε και μπήκε στο σπίτι. Στην κουζίνα είχε φως. Βρήκε τη Σύλβια να γράφει κάτι σε ένα παλιό τετράδιο.
«Καλώς τον», του είπε, βγάζοντας τα γυαλιά της που είχε για να βλέπει κοντά. «Κάνω επανάληψη. Μου έμαθε κάτι καινούργιες λέξεις ο Τάτσουο σήμερα και με δυσκολεύουν. Αν θες, έχει μείνει λίγη πίτα στο ψυγείο, την κράτησα ειδικά για σένα», είπε και φόρεσε πάλι τα γυαλιά της και κατέβασε το βλέμμα της στο τετράδιο.
Ο Χάρης έβαλε ένα ποτήρι παγωμένο νερό από το ψυγείο και κάθισε δίπλα της. Άφησε τα κλειδιά του σπιτιού πάνω στο τραπέζι. 
« Σε ευχαριστώ για την πίτα αλλά δε θα την τιμήσω απόψε», της είπε και την κοίταξε έντονα.
Η Σύλβια έβγαλε τα γυαλιά της και τα άφησε δίπλα στα κλειδιά. Έκλεισε το τετράδιο.
«Φεύγεις απόψε;”
«Ναι, θα μαζέψω τα πράγματά μου και θα σου αφήσω σε ένα φάκελο τις οικονομικές εκκρεμότητες του μήνα. Σε ευχαριστώ για όλα από καρδιάς», της είπε με συγκρατημένη συγκίνηση. 
«Ο Τζόναθαν θα στενοχωρηθεί. Κι όχι τίποτα άλλο, δεν προλάβατε να πάτε και για ψάρεμα με τη βάρκα. Τόσο κόπο κάνατε για να τη φτιάξετε. Κάτσε να τον ξυπνήσω να σε χαιρετήσει», είπε και σηκώθηκε.
«Δεν είμαι καλός στους αποχαιρετισμούς, Σύλβια. Χαιρέτησέ τον από μένα και πες το και στα δίδυμα. Ήσουν πολύ καλή μαζί μου», της είπε και την αγκάλιασε αυθόρμητα. «Θα έρθει η Μπράνκα από εδώ, δεν της το είπα, θα το καταλάβει», της είπε και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό του. 
Η Σύλβια έμεινε ακίνητη. 
«Θα πάω στο δωμάτιό μου, γιατί κι εγώ δε νιώθω καλά με τους αποχαιρετισμούς. Θα δώσω το κομμάτι σου στη μικρή όταν έρθει. Καλή τύχη, Χάρη, και να προσέχεις.»
Μάζεψε τα ρούχα του στο σάκο του και το κουτί με το αρχείο των εφημερίδων. Άφησε το μανό της Μπράνκα στο κρεβάτι και της έγραψε σε ένα χαρτί : « cuide- se bem». Αν θυμόταν καλά, σήμαινε «να προσέχεις» ή κάτι αντίστοιχο. Του το έλεγε συχνά όταν έφευγε για τη δουλειά και την άφηνε στο κρεβάτι να χουζουρεύει σα γατί. Άφησε τα λεφτά στο τραπέζι της κουζίνας. Η Σύλβια είχε πάει στο δωμάτιό της με το τετράδιό της. 
Βγήκε στη δροσερή νύχτα και κατευθύνθηκε προς την Κέιβρουντ για να φτάσει στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό. Ένιωσε την ψύχρα σε όλο του το κορμί. Ήταν σαν να τον ξυπνάει από έναν ύπνο πολύ βαθύ. Το κτίριο της Σιέρρα φαινόταν επιβλητικό. Του έριξε μια τελευταία ματιά. Υπολόγιζε να φτάσει με γρήγορο βηματισμό σε κανένα τέταρτο. Του άρεσε η αίσθηση που του άφηνε ο κεντρικός σταθμός.
Ένα παμπάλαιο αψιδωτό κτίριο με κόσμο να πηγαινοέρχεται όλο το εικοσιτετράωρο, ένας χώρος υποδοχής ταξιδιωτών και συναισθημάτων. Αναγγελίες από μεγάφωνα, αγκαλιές και αποχωρισμοί, βαλίτσες, αφίξεις και αναχωρήσεις, βαγόνια που κλείνουν και ανοίγουν με θόρυβο τις πόρτες τους, χαμόγελα και δάκρυα, χέρια που μένουν στον αέρα σε ημιτελείς χαιρετισμούς. Για τον Χάρη ένας τόπος γαλήνης. Κατευθύνθηκε προς το μεγάλο πίνακα ανακοινώσεων στη μέση της αίθουσας. Έπρεπε να διαλέξει προορισμό. Κι εκεί τα έχασε τελείως. Ο ηλικιωμένος εφημεριδοπώλης του Κάρθαπαρκ  στεκόταν ήδη εκεί και τον κοιτούσε έντονα, λες και τον περίμενε. Μα, δεν ήταν η μέρα της εβδομάδας που μοίραζε την έκδοσή του. Κι εκτός αυτού, δεν είχε καν τις εφημερίδες του μαζί. Μα, τι στην ευχή γύρευε εδώ; Όχι, δεν υπήρχε λόγος να είναι καχύποπτος. Βρισκόταν στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό. Το πιο πιθανό ήταν να περιμένει κάποιον. Μια φωνή, βέβαια, μέσα του τον προειδοποιούσε ότι δεν ήταν αυτός ο λόγος. Ο Χάρης τον πλησίασε και μπόρεσε να διακρίνει τη νευρικότητά του ηλικιωμένου. Ο Χάρης του έκανε ένα νεύμα χαιρετισμού.
«Με συγχωρείτε, αλλά μου ζήτησαν να σας μεταφέρω ένα μήνυμα. Ξέρετε ποιοι» του είπε κομπιάζοντας ο εφημεριδοπώλης.
«Μα πού ήξεραν ότι θα περνούσα από εδώ σήμερα στο ρεπό μου;» αναρωτήθηκε φωναχτά.
«Αυτό δεν το ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι σας περιμένουν στο σταθμό της Ταμαρίνια, όπως τότε. Θέλουν να σας μιλήσουν για το ταξίδι σας που ολοκληρώθηκε. Δε γνωρίζω τίποτε άλλο, καλό σας βράδυ», του είπε βιαστικά και χάθηκε στο πλήθος.
Ο Χάρης έμεινε για λίγο διστακτικός. Τον είχαν ξαφνιάσει για άλλη μια φορά οι κοστουμαρισμένοι κύριοι με τις μάσκες αλόγου. Αναρωτήθηκε τι να τον ήθελαν αυτή τη φορά. Θα τον έβαζαν να περάσει άλλη μια δοκιμασία για την αποτυχία του ή ετοιμάζονταν να του κάνουν κήρυγμα για το ότι τα είχε κάνει θάλασσα και αυτή τη φορά; Όσο περίεργος κι αν ήταν, δεν υπήρχε περίπτωση να πέσει ξανά στην παγίδα τους. Ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν, δεν περίμενε από δύο άσχετους γραφειοκράτες να του κάνουν ψυχανάλυση. Ναι, ήταν ένας τυχοδιώκτης, αποτυχημένος και δειλός τύπος. Ναι, ήταν αδύναμος. Αλλά δεν είναι όλοι σούπερ ήρωες με τον μανδύα της τελειότητας σε αυτήν τη ζωή. Ναι, το έβαζε στα πόδια γιατί δεν μπορούσε να διαχειριστεί την αλήθεια της πραγματικότητας με όλες τις επιπτώσεις της. Και φυσικά, όσα χιλιόμετρα μακριά κι αν δραπέτευε, δεν τον έκαναν να απομακρυνθεί από τον εαυτό του, αυτό τον τόσο δυσλειτουργικό που δεν μπορούσε να τιθασεύσει και να συγχωρέσει. Ναι, είχε μόλις σημειώσει άλλη μια ήττα και ακόμη μια φυγή στο δικό του εσωτερικό τετράδιο.

Βαθιά ανάσα. Προχώρησε προς τις αποβάθρες. Άλλη μια καινούργια πόλη τον περίμενε κάπου στη νύχτα κι ίσως άλλη μια ευκαιρία εσωτερικής συμφιλίωσης. Μπήκε στο πρώτο βαγόνι που ήταν έτοιμο για αναχώρηση. Δεν ήταν σίγουρος για τον προορισμό του. Ποτέ δεν ήταν. 

THE VOLUNTEER 11: CLOSURE

He unlocked the door and stepped into the house. There was light in the kitchen. He found Sylvia writing something in an old notebook.
“Oh, hi there”,she told him, taking off her glasses. “I am revising. Tatsuo taught me some new words today and they are really difficult. There is some pie left in the fridge, if you like, I kept it especially for you” she said and put on her glasses again and lowered her gaze in the notebook.
Harry served him a glass of cold water from the fridge and sat beside her. He left the keys of the house on the table.
“Thank you for the pie but I think I will pass” he told her and stared at her.
Sylvia took off her glasses and left them by the keys. She closed the notebook.
“Are you leaving tonight?”
“Yes, I am going to pack my things and leave you the money for the month in an envelope. Thank you for everything from the bottom of my heart” he told her with restrained emotion.
“Jonathan will be upset. You never went fishing with the boat. You went into such trouble restoring it. Oh, I am going to wake him up to tell you goodbye” she said and stood up.
“I am not that good at goodbyes, Sylvia. Give him my regards and tell it to the twins as well. You have been very good to me” he told her and spontaneously hugged her. “Branca will drop by, I haven’t told her, she will figure it out” he told her and moved towards his room.
Sylvia stood still. 
“I will go to my room because I am not that good at goodbyes either. I will give her your piece of pie, when she comes. Good luck Harry and take care”.
He put his clothes in his pack and the box with the newspapers he collected. He left Branca’s nail polish on the bed and wrote her a note: “cuide- se bem”. If he remembered correctly, it meant “take care” or something like that. She often told him that when he was leaving for work letting her snooze in his bed like a cat. He left the money on the kitchen table. Sylvia had gone to her room with her notebook.
He stepped into the cool night and headed for Caveroad to reach the central train station. He felt the chill all over his body. It was like waking up from a deep sleep. The Sierra building looked imposing. He gave it a last look. He estimated reaching the station within fifteen minutes with a quick pace.
He enjoyed the aftertaste that the station left him. A very old arched building with people coming and going twenty- four seven, a place to welcome travelers and feelings. 
Announcements from the loudspeakers, hugs and separations, suitcases, departures and arrivals, wagons that open and close their doors in great fuss, smiles and tears, hands that stand still in the air in uncompleted greetings. For Harry this was a place of serenity. He headed to the big destination board in the middle of the room. He had to choose one. And there, he completely lost it. The elderly news dealer of Karthapark was already standing there staring at Harry, as if he was waiting for him. It was not the day of the week to give away his newspapers. Besides, he didn’t even have them with him. What on earth was he doing here? No, there was no reason to be suspicious. He was at the central railway station. Most likely, he was waiting for someone. Of course, a voice, deep inside him, warned him that this was not the reason. Harry approached him and was able to see the nervousness of the old man. Harry nodded. 
“Excsuse me, but they asked me to deliver you a message. You know who” the news dealer said reluctantly. 
“But how did they know that I was going to be here today on my day off?” he wondered.
“I don’t know that. All I know is that they are waiting for you at Tamarinia station, like before. They want to talk to you about your journey that has been completed. I don’t know anything else, good night” he hastily said and lost in the crowd. 

Harry stood hesitantly for a while. The gentlemen in costumes and horse masks had surprised him once more. He wondered what they wanted this time. Would they have him pass another test for his failure or were they about to preach him that he had completely messed things up once more? As curious as he might be, there was no way of stepping into their trap again. He knew exactly who he was, he didn’t wait for two morons bureaucrats to psychoanalyze him. Yes, he was an adventurer loser, coward guy. But not everyone is a super hero with the cloak of perfection in his life. Yes, he was running away because he could not handle the truth of reality and its consequences. And of course, despite how many miles he ran, he could not escape himself, the so dysfunctional one that found so difficult to tame and forgive. Yes, he had scored another defeat and another runaway in his notebook. Deep breath. He walked towards the train platform. Another new city was waiting for him somewhere in the night, and maybe another chance for internal reconciliation. He was not sure about his destination. He never was.