Σάββατο 1 Ιουνίου 2019

ΤΟ ΚΥΜΑ - II/III - ΣΤΗ ΣΤΕΡΙΑ


Αποφάσισε να βγει ξημερώματα στη στεριά να τον ψάξει. Υπολόγιζε στο πρώτο φως και στην ησυχία που θα επικρατούσε στην πόλη. Φυσικά και δεν είχε την παραμικρή ιδέα από πού να ξεκινήσει. Δεν είχε κανένα στοιχείο για να τη βοηθήσει. Δεν ήξερε το όνομά του, τη διεύθυνσή του, αν δούλευε κάπου και αν αυτό το κάπου ήταν μέσα στην πόλη ή στα προάστια. Το μόνο που θα μπορούσε να αναγνωρίσει ήταν το κορμί του και η φωνή του, αλλά αυτό δεν ήταν και πολύ δυνατή πληροφορία, γνωρίζοντας ότι η Καλαμαία είχε πολλούς κατοίκους. Δεν την πτοούσε τίποτα όμως. Η λαχτάρα της για να τον βρει ήταν τεράστια.
Τα πρώτα κύματα βγήκαν με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Δειλά, στην αρχή, πλημμύρισε η παραλία και πήρε τον ανηφορικό δρόμο προς την κεντρική πλατεία. Ήξερε τη δύναμή της αλλά ένιωθε κυριολεκτικά έξω από τα νερά της, εντελώς εκτεθειμένη. Τρύπωσε στα πρώτα σπίτια ψάχνοντας με τα αλμυρά, υγρά άκρα της το γνώριμό του σώμα. Οι πρώτες κραυγές αγωνίας ακούστηκαν. Είχε ξανακούσει αντίστοιχες φωνές όταν γονείς ούρλιαζαν για τα μικρά τους που είχαν κολυμπήσει πιο ανοιχτά από όσο επέτρεπαν. Τις ένιωθε τις φωνές αυτές και πάντα τα προστάτευε. Με τα κύματά της απαλά τα έβγαζε προς τα έξω. Τώρα δεν μπορούσε όμως να συγκρατήσει τη δική της αγωνία παρόλο που καταλάβαινε ότι ο εγωισμός της θα έφερνε μόνο πόνο. Ήταν πάνω από τις δυνάμεις της. Έψαχνε νευρικά και βιαστικά. Τα κύματά της όλο και μεγάλωναν, οι άνθρωποι σκαρφάλωναν στις στέγες των σπιτιών τους για να σωθούν, άλλοι είχαν παρασυρθεί στον ορμητικό χείμαρρο που ρουφούσε τα πάντα, δέντρα, αυτοκίνητα, ποδήλατα, αδέσποτες γάτες και σκύλους, μια τρομακτική βουή από τη βιβλική καταστροφή, εκείνος δεν ήταν πουθενά, ο εκνευρισμός της όλο και μεγάλωνε.

Το ψάξιμο δεν κράτησε πολύ. Αφού έπνιξε τόσους ανθρώπους και πλημμύρισε την πόλη, πήρε μανιασμένα το δρόμο του γυρισμού. Ήταν ταπεινωμένη και απογοητευμένη. Είχε υποκύψει σε ένα καπρίτσιο και είχε προκαλέσει ανεπανόρθωτο κακό. Για ώρα τα κύματά της ήταν αναστατωμένα με αυτές τις σκέψεις μέχρι που κόπασαν από την κούραση. Γαληνεμένα τα νερά της λες και ήταν μια Κυριακή πρωί. Κλάματα και κραυγές ακούγονταν από μακριά. Το τοπίο δε θύμιζε σε τίποτα την ειδυλλιακή παραλιακή λουτρόπολη που υπήρξε η Καλαμαία. Ήξερε ότι δε θα της το συγχωρούσαν οι άνθρωποι. Τους είχε δείξει το πιο σκληρό της πρόσωπο και τώρα δεν ήξερε πώς να το διορθώσει ή αν ήθελε να το διορθώσει. Πόνταρε στο χρόνο που λειαίνει όλες τις γωνίες. Ο ήλιος είχε αρχίσει να καίει. Ένιωθε το ίδιο μούδιασμα που ένιωθαν κι όσοι είχαν επιζήσει. Δεν είχε αποφασίσει την επόμενή της κίνηση.

THE WAVE - II/III - AT THE SHORE


The sea decided to go out and look for him at dawn. She counted on the light and the silence that would prevail in the city. Of course she didn’t have the slightest idea where to start from. She had no clues. She didn’t know his name, his address, if he worked somewhere and if that somewhere was in the city or the suburbs. The only thing that she could recognize was his body and his voice, but that again was not that much of a great help, since Kalamaia had many citizens. Nothing could break her spirit. Her craving to find him was enormous. 
The first waves appeared with the first sun rays. At first, she flooded the beach and she took the uphill road towards the central square. She knew her strength but, at the same time, she felt extremely exposed. She burst into the first homes looking for his familiar body with her salty wet hands. The first cries of agony were heard. She had heard such cries before when parents screamed to their young ones when they had swum deeper into the ocean. She had felt these voices and she always protected the children. She gently pulled them out to the shore with her waves. Now she couldn’t restrain her anxiety even though she understood her ego would bring only pain. It was beyond her control. She searched nervously and hastily. Her waves grew bigger, people climbed on the roofs of their houses to save themselves, others were pulled into the fast flowing torrent engulfing everything from trees, cars and bicycles to stray cats and dogs, a horrifying noise from that biblical disaster. He was nowhere in sight. 

The search did not last long. After she drowned so many people and flooded the city, she furiously took the way back home. She was humiliated and disappointed. She had succumbed to a whim and had caused irreparable damage. Her waves were upset with these thoughts until they started to cool off from the weariness. Her calm water was now just like Sunday morning. You could hear cries and screams from afar. The scenery didn’t resemble the idyllic seaside resort that Kalamaia used to be. She knew that people would never forgive her. She had shown her harshest face and now she just didn’t know how to make amends or whether she even wanted to. She would bet on the famous quote about the time that smoothed out all the angles. The sun was burning. She felt the same numbness with the survivors. She had not decided what her next move would be. 

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

ΤΟ ΚΥΜΑ - I/III - ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΟΡΜΙ

Ήταν το δεύτερο καλοκαίρι που κόντευε να τελειώσει και δεν είχε φανεί. Σύμφωνα με το δικό της τρόπο μέτρησης έμεναν λιγότερο από δώδεκα μέρες για να κλείσει ο κύκλος με τον καυτό ήλιο που ένιωθε ανελέητα κάθε μέρα πάνω της. Δεν της πολυάρεσε αυτή η εποχή για να είναι απόλυτα ειλικρινής. Δεν άντεχε τον κόσμο που δεχόταν κάθε μέρα και δεν την άφηνε ήσυχη ούτε λεπτό. Έπρεπε να έχει τα μάτια της δεκατέσσερα για τις ανάγκες και τις επιθυμίες όσων έρχονταν να την επισκεφτούν. Έπρεπε να τους προσέχει, να παίζει μαζί τους αλλά και να ξέρει πότε να τους αφήνει να ηρεμούν και να είναι διακριτική. Σίγουρα όμως παρατηρούσε τον καθένα ξεχωριστά και προσπαθούσε να προλάβει τυχόν απροσεξίες τους και λάθη που μπορεί να ήταν μοιραία. Αυτό της ρουφούσε όλη την ενέργεια. Δεν είχε καθόλου χρόνο για την ίδια παρά μόνο όταν έπεφτε ο ήλιος και χαλάρωνε λίγο η κίνηση. Και φυσικά αυτό το έκανε από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Τα καλοκαίρια τα ζούσε πάντα με τρομερή ένταση. 
Όταν είχε έρθει εκείνος για πρώτη φορά κοντά της τον προηγούμενο Ιούνιο, θυμόταν ότι είχε νιώσει μεγάλη ταραχή. Δεν ήταν τόσο η εικόνα του ή το σώμα του, που το έβλεπε σχεδόν γυμνό κάθε μέρα, αλλά η φωνή του που την έκανε να τον ξεχωρίσει. Σε κάθε του επίσκεψη τραγουδούσε χαμηλόφωνα, κάτι που δεν το είχε βιώσει ξανά. Ερχόταν συνήθως νωρίς το πρωί και, όσο καθόταν κοντά της, δε σταματούσε να μουρμουράει άγνωστά της στιχάκια. Ήταν αυτή η χροιά που έδειχνε έναν άνθρωπο ήρεμο και γαληνεμένο και την έκαναν να χαλαρώνει κι αυτή μαζί του. Κι όσες μέρες ερχόταν κοντά της, πάντα της τραγουδούσε. Κι εκείνη πάντα τον φρόντιζε λίγο παραπάνω ή διάλεγε να παίξει με τα κύματά της λίγο παραπάνω γιατί με τον καιρό πίστευε ότι τραγουδάει μόνο για εκείνη. Και το πρώτο καλοκαίρι πέρασε από πάνω της κι ούτε που το κατάλαβε. Μόλις ερχόταν εκείνος, έχανε τη συνέπεια που είχε και τη σοβαρότητα και αφηνόταν τελείως. Αρκετές φορές είχαν κινδυνέψει μικρά παιδάκια από δική της απροσεξία αλλά, ευτυχώς την τελευταία στιγμή, κατάφερνε να τα μπαλώσει και να επαναφέρει την τάξη.  

Όταν δε φάνηκε πέρυσι , στενοχωρήθηκε αφάνταστα αλλά ήλπιζε στο επόμενο καλοκαίρι. Τώρα όμως κι αυτό θα έφευγε και ένιωσε ένα τσίμπημα, ένα αίσθημα ότι πρέπει να δράσει, κάτι να κάνει για να τον βρει. Ήθελε να τον ακούσει ξανά. Ήθελε εκείνη την τόσο αναζωογονητική, μετά από τόσους αιώνες, παρουσία του. Ήθελε να παίξει και να παραδεχτεί ότι, ναι, τον σκεφτόταν και τον είχε ερωτευτεί. Από πού όμως έπρεπε να ξεκινήσει, ολόκληρη θάλασσα, το ψάξιμο;

THE WAVE - I/III - LOOKING FOR THE BODY

It was the second summer that was about to end and he had not shown up. According to her counting method it was less than twelve days left for the circle to close with that hot sun mercilessly on her. To be completely honest, she didn’t like this season. She couldn’t stand the crowds she received every day that didn’t leave her alone for a second. She had to be extra careful with their needs and wishes. She had to take care of them, play with them but also be discreet and leave them alone to calm. But she certainly watched each one separately and tried to prevent any inconsistencies or mistakes that could become fatal. This actually sucked all of her energy. She had no time for herself till the sun had set and the things cooled off a bit. And of course, she did all of this ever since she remembered. The summers were always of great tension for her. 
When he first came last June, his presence made a big impact on her. It was not his shape or his body, which she saw almost naked every day, but his voice that made him stand out. He would sing softly every time, something that she had not experienced before. He would usually come early in the morning and, while he was with her, he would not stop quietly murmuring unknown to her lyrics. It was this vocal tone that showed a peaceful and calm person that made her feel calm as well. And she always took care of him a little bit more and chose to play with her waves more and, as time went by, she believed that he was singing only for her. And the first summer passed and she didn’t even notice it. The minute he arrived she let go of her consistency and became extra carefree. Small children had been in danger several times due to her negligence but she would restore the order the very last minute. 

When he didn’t show up last year, she was really upset but she hoped he would show up the following summer. But now that this summer was about to end, she felt a sting, she felt that she should do something, go out and find him. She wanted to hear him again. She wanted that refreshing, after so many centuries, presence of his. She wanted to play and admit that, oh yes, she was thinking about him and she was in love. But the question was where would she, the sea herself, begin the searching from?

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

BLUE ENTER - II/III - ΘΥΜΑΜΑΙ ΦΟΥΞΙΑ

Γύρισε το παγωμένο πόμολο και η πόρτα άνοιξε με ένα τρίξιμο. Ήταν σίγουρος ότι θα του κοβόταν η αναπνοή από την αγωνία.  Μπήκε σε ένα μικρό δωμάτιο. Τα μάτια του συνήθισαν σιγά σιγά στο λιγοστό φως που έμπαινε από τα κατεβασμένα στόρια στο παράθυρο. Τα φώτιζε όλα ροζ, σχεδόν φούξια. Δεν είχε πέσει καθόλου έξω. Ήταν η κουζίνα του πατρικού του σπιτιού στην Καλλιθέα, πνιγμένη σε ένα ροζ τόνο. Ήταν το ίδιο δωμάτιο με την ίδια διαρρύθμιση και σχεδόν τα ίδια αντικείμενα. Ο Μάνος ήταν σίγουρος ότι είχε μπει σε ένα όνειρο, οπότε περίμενε, όσο μπορείς να είσαι προετοιμασμένος βέβαια, να βιώσει την παράξενη οικειότητα που έχουμε στα όνειρα. Πάντα τα δωμάτια είναι τα ίδια αλλά στο βάθος έχουν μεγάλες διαφορές, πάντα τα πρόσωπα, ενώ παίζουν το ρόλο μιας συγκεκριμένης ιδιότητας, σε ξεγελάνε στο τέλος. Έτσι και τώρα. Ο Μάνος αναγνώριζε το δωμάτιο αλλά ήταν και αρκετά ξένο. 
Το πατρικό του σπίτι είχε μαρμάρινο νεροχύτη και το παράθυρο ακριβώς από πάνω είχε μια λουλουδάτη κουρτίνα, που είχε διαλέξει η μάνα του και πολύ της άρεσε, ενώ σε εκείνον καθόλου και όταν είχε αεράκι ανέμιζε. Εδώ ο νεροχύτης ήταν ανοξείδωτος και το παράθυρο είχε σκονισμένα στόρια. Στη θέση που θυμόταν το τραπέζι όπου έτρωγαν όλοι μαζί και το άνοιγαν για να χωρέσουν οι θείοι και τα ξαδέρφια του που έρχονταν στη γιορτή του, τώρα υπήρχε μια βιβλιοθήκη με βιβλία και μικρά βάζα, αρκετά ακατάστατα και σκονισμένα. 
Ο Μάνος πλησίασε τη βιβλιοθήκη και το μάτι του έπεσε σε μια φωτογραφία που ήταν δίπλα σε ένα μεγάλο μπολ. Μια μικρή κραυγή βγήκε από το στόμα του και έμεινε έκπληκτος με τη δύναμή της. Κρατούσε μια φωτογραφία του εαυτού του όπως ήταν εκείνη τη στιγμή στον ίδιο χώρο με τα ίδια ρούχα και με την ίδια έκφραση. Ή κάποιος του έκανε μια κακόγουστη φάρσα ή όλο αυτό είχε αρχίσει να παίρνει τη μορφή ενός εφιάλτη. 
«Τι έγινε; Τόσο πολύ τρόμαξες που με είδες;» άκουσε μια φωνή πίσω του και ο Μάνος απλά πάγωσε. 
Αυτή τη φωνή θα την αναγνώριζε ανάμεσα σε χιλιάδες. Ήταν η δική του φωνή. Γύρισε δειλά, μην ξέροντας τι θα αντικρίσει. Ο εφιάλτης όλο και πύκνωνε και έπρεπε να βρει έναν τρόπο να ξυπνήσει άμεσα. Απέναντί του είχε το δεκάχρονο εαυτό του, όπως ήταν τότε που έμενε σε αυτό το σπίτι, αλλά με την ενήλικη φωνή του. Φορούσε το αγαπημένο του φούτερ και τα αθλητικά του με τα κορδόνια που φωσφορίζανε. Στο χέρι του κρατούσε την μπάλα του μπάσκετ και κατάλαβε ότι θα πήγαινε να παίξει με τους φίλους του από το σχολείο που έμεναν εκεί κοντά. 
"Μπορείς να μου πεις τι σημαίνουν όλα αυτά ;» ρώτησε ο Μάνος τον μικρό του εαυτό. 
O πιτσιρίκος τον κοίταξε έντονα στα μάτια και του απάντησε κοφτά:

«Νομίζω ότι ξέρεις γιατί ήρθες πάλι εδώ. Μεγαλώνεις και τρέμεις στην ιδέα της ενηλικίωσης. Πάω να παίξω μπάσκετ με τα παιδιά και μακάρι στην επόμενή μας συνάντηση να είσαι καλύτερα. Δε σου πάνε τα μούσια πάντως να ξέρεις.»

BLUE ENTER - II/III - I REMEMBER FUCHSIA

He turned the frozen knob and the door opened with a creak. He was certain that he would stop breathing out of anxiety. He entered a small room. His eyes gradually got used to the dim light coming from the lowered window blinds. It made it all pink, almost fuchsia. He was not mistaken. It was the kitchen of his father’s house in Kallithea filled in a pink tone. It was the same room with the same arrangement and almost the same objects. Manos was certain that he was in a dream so he waited, as much as you can be prepared, to feel that strange intimacy that we have when we dream. The rooms are always the same but they have many differences in the background. The faces, while they play a certain role of character, they trick you in the end. That was happening right now. Manos recognized the room but in the same time, it was also unfamiliar. 
His father’s house had a marble sink and the window just above it had a flower curtain that his mother had chosen and much liked, while on the other hand he detested, and it flapped in the breeze. Here the sink was stainless steel and the window had dusty blinds. In the place where he remembered the table, where they ate all together and they opened its extension for his uncles and cousins to sit on his name day, now there was a library with books and small jars, quite messy and dusty.
Manos approached the library and he saw a photo next to a big bowl. A small cry came out of his mouth and he was surprised by its strength. He held a picture of himself the way he was that very moment in the same room with the same clothes and the same expression. Someone either pulled a prank of bad taste on him or it all began to take the form of a nightmare. 
“What happened? Did I scare you that much?” he heard a voice behind him and Manos just froze. 
He would recognize that voice among thousands. It was his own voice. He turned reluctantly, not knowing what to face. The nightmare was getting deeper and he had to find a way to wake up immediately. He had his ten-year-old self opposite him as he looked like when he lived in this house but with his adult voice. He wore his favorite hoodie and the sneakers with the fluorescent cords. He held his basketball ball in one hand and he realized he was going to play with his friends from school who lived nearby.
“Can you tell me what does everything mean?” Manos asked his junior self.
The small boy stared at him and rudely answered him:

“I think you know why you came here again. You are getting old and you are afraid of the whole idea of adulthood. I am going to play basketball with my friends and I wish you are feeling better next time. By the way, the beard doesn’t  suit you.”

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

BLUE ENTER - I/III - ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΒΟΥΤΙΑ

Τυλίχτηκε περισσότερο στο μπουφάν και στο κασκόλ του. Έμοιαζε σε κάποιον εξωτερικό παρατηρητή ότι πάλευε μαζί τους. Δε γινόταν να σφίξει περισσότερο το μάλλινο κασκόλ στο λαιμό του και , όσο κι αν προσπαθούσε, το λεπτό μπουφάν του δε θα του πρόσφερε περισσότερη ανακούφιση. Τώρα που το καλοσκεφτόταν, θα έμοιαζε έτσι κι αλλιώς τουλάχιστον περίεργος σε οποιονδήποτε εξωτερικό παρατηρητή. Έσκασε ένα χαμόγελο στιγμιαία. Παραμονή Πρωτοχρονιάς να βολτάρει άσκοπα στην κλειστή αγορά του Λαράς, με ένα κρύο που δε θα το φανταζόταν ποτέ για το Μαρόκο. Άναψε το τσιγάρο, που το καθυστερούσε εδώ και ώρα, και χάζεψε τα λιγοστά μαγαζιά λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Κάτω από τις σιέλ καμάρες, αφίσες με χορταστικά αραβικά γράμματα που είχαν από καιρό ξεφτίσει. Ένα καλντερίμι γεμάτο άδεια καφάσια με τα λαχανικά που είχαν πουληθεί μες στην ημέρα, νέον φώτα που τρεμοπαίζανε, γάτες που είχαν κουρνιάσει σε σκοτεινές γωνίες, καλάθια, κοφίνια, κελεμπίες που κρέμονταν στις βιτρίνες, μια μυρωδιά κάποιου μπαχαρικού που του θύμιζε ένα φαγητό που έφτιαχνε η μάνα του αλλά, όσο κι αν έστυβε το μυαλό του, δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιο ήταν αυτό. Μόνο  ένας νεαρός που καθόταν νωχελικά πίσω από το βρώμικο πάγκο και ετοίμαζε ζεστό τσάι και ο Μάνος υπήρχαν σε αυτήν τη μεγάλη και γεμάτη υγρασία στοά.  
Ο Μάνος είχε ακολουθήσει έναν μεγάλο έρωτα, ή καλύτερα την υπόσχεσή του, που λίγο μετά την προσγείωση στο Μαρόκο, ξεφούσκωσε μετά από έναν ακόμα μεγαλύτερο καυγά. Δε βαριέσαι, μπήκε και στο αεροπλάνο για πρώτη φορά στη ζωή του και θα απολάμβανε και μια μέρα μόνος του σε αυτόν τον αλλόκοτο τόπο. Τόσο κρύο όμως δεν το χωρούσε ο νους του. Όπως δε χωρούσε και το ότι έβλεπε μπροστά του την πόρτα του πατρικού του σπιτιού. Αν είναι ποτέ δυνατόν! Τόσα χιλιόμετρα μακριά από την Καλλιθέα και να βλέπει τη μεταλλική πόρτα της μονοκατοικίας όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Προσπέρασε τον τύπο που πουλούσε τσάι, χωρίς να δίνει σημασία σε αυτό το ακατάληπτο που του μουρμούρισε, και πήγε κοντά σε αυτήν την είσοδο. Μα ναι, ήταν η ίδια, είχε και εκείνο το στράβωμα στο χερούλι, που όλο έλεγε να το φτιάξει ο συγχωρεμένος ο πατέρας του και τελικά παρέμενε έτσι να τρίζει και να σε ζορίζει στο ξεκλείδωμα. 

Τρόμαζε στην ιδέα να την ανοίξει αυτήν την πόρτα της παιδικότητάς του αλλά από την άλλη ένιωθε ότι έπρεπε να το κάνει. Είχε σαρανταρίσει και, ως τώρα, αυτή σίγουρα ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη ζωή του. Έπιασε το παγωμένο χερούλι και έκλεισε τα μάτια του.  Στο πίσω μέρος του μυαλού του ίσως και να το είχε ήδη μετανιώσει. Βουτιά στον καινούργιο χρόνο ή επιστροφή στο παρελθόν; Δεν ήταν σίγουρος για την απάντηση. 

BLUE ENTER - I/III - COLD DIVE

He wrapped himself in his jacket and scarf. An observer would think that he was fighting with them both. It was impossible to get that woolen scarf tighter on his throat and, as much as he tried, his thin jacket would not keep him warmer. Now that he thought of it, anyone would think he was at least odd to begin with. He instantly smiled. There he was on New Year’s Eve, aimlessly strolling at Larache’s Medina with an unimaginable cold for what he thought of Morocco’s winter. He lit the cigarette that he delayed for long and looked at the few stores, just before midnight. There were posters faded long time ago with big Arabic letters under the light blue arches. A narrow street filled with empty plastic baskets of all the vegetables that had been sold during the day, flickering neon lights, cats curled up in dark corners, baskets, skeps, colorful robes hanging behind windows, a scent of a spice that reminded him of a food that his mother cooked for him but, as much as he tried, he could not remember which one it was. Only Manos and a young man who sat lazily behind the dirty counter preparing hot tea were the only people in this big and humid medina.
Manos had followed his big love, or we should better call it the promise of it, that deflated after an even bigger fight the minute he set his foot in Morocco. It’s ok, he got into a plane for the first time in his life and he would enjoy a day all by himself in this strange place. But he was not prepared for so much cold. Not that he was prepared to see the door of his father’s house in front of him. How could that ever happen? He was so many miles away from Kallithea and yet he saw the metal door of the house where he spent his childhood. He passed by the guy who was selling tea, without paying any attention to the incomprehensible words coming out of his mouth, and approached that entrance. It was definitely the same door, it even had that warp on the handle, the one that his belated father promised to fix, but never did, and it was left like that to squeak and made your life difficult to unlock it. 

He was afraid to open the door of his childhood but, on the other hand, he felt that he had to. He was over forty years old and this was the biggest challenge he had to face by now. He touched the frozen handle and closed his eyes. Deep down maybe he had already regretted it. A dive into New Year or back to the past? He was not sure about the answer.

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018

Η ΦΩΝΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ- III/III - Η ΜΟΝΗ ΦΩΝΗ


Η Φεβρωνία εξακολουθούσε να χαζεύει ακόμα την πόλη από τη βεράντα της. Ήταν η ώρα που έκλειναν τα εμπορικά καταστήματα και ξεκινούσε η κίνηση. Αν και ήταν στον δέκατο τρίτο όροφο τα κορναρίσματα ακούγονταν καθαρά. Τα κόκκινα φρένα που αναβόσβηναν ταυτόχρονα την έκαναν να κολλάει το βλέμμα της στην άσφαλτο για ώρα. Ένιωθε σχεδόν τον εκνευρισμό των οδηγών που ήθελαν απεγνωσμένα να φτάσουν στα σπίτια τους. Η Μαύκα συνήθιζε να σκαρφαλώνει στα φαρδιά κάγκελα και να κόβει βόλτες. Ή το έκανε γιατί κι εκείνη το ευχαριστιόταν να βλέπει αυτή τη βαβούρα από ψηλά ή το έκανε για να τραβήξει την προσοχή της Φεβρωνίας. Θα διέσχιζε νωχελικά τη βεράντα από άκρη σε άκρη νιαουρίζοντας κρατώντας την ουρά της περήφανα ψηλά στον αέρα. Θα τελείωνε αυτό το φλερτ με τον κίνδυνο όταν άγγιζε με την υγρή της μύτη τα δάχτυλα της Φεβρωνίας που ακουμπούσαν στο κάγκελα διεκδικώντας την αγκαλιά της
Φόρεσε το μαντήλι στο λαιμό της. Δεν είχε καθρέπτη εκεί κοντά για να το δει πώς έπεφτε πάνω της αλλά το ένιωθε καλά στο δέρμα της. Η κίνηση στον κεντρικό δρόμο καλά κρατούσε. Το μυαλό της έμοιαζε να είχε πάρει φωτιά. Όλα είχαν αλλάξει τώρα. Οι, μέχρι τώρα, καθημερινές συνήθειες που είχε σαν πυξίδα τώρα απλά δεν είχαν κανένα νόημα χωρίς τη Μαύκα. Είχε αποπροσανατολιστεί. Όλα έμοιαζαν πιο εχθρικά και απειλητικά από ποτέ. Είχε μείνει σιωπηλή τόσο καιρό και αυτό την είχε φοβίσει. Ο νέος της εαυτός την είχε φοβίσει. Η απώλεια ήταν το πιο γερό χαστούκι που είχε δεχτεί μέχρι τώρα. Πώς θα ήταν τα πράγματα από εδώ και πέρα; Αυτές οι τόσες λέξεις που βρίσκονταν στο λαιμό της στριμωγμένες θα έμεναν εκεί για πάντα;
 Άρχισε να σουρουπώνει. Δεν είχε καταλάβει πώς είχε περάσει η ώρα. Τα αυτοκίνητα σαν να είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Τα κορναρίσματα ίσα που ακούγονταν. Δε χρειάστηκε να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Αυτήν την παρόρμηση δεν είχε σκοπό να την καταπνίξει. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να πνίξει ένα ορμητικό ποτάμι από λόγια που ανέβαινε το λαιμό της, γαργαλούσε τη γλώσσα της και ετοιμαζόταν να ρίξει το οχυρό των δοντιών και να χυθεί προς τα έξω;

Μπορεί η Μαύκα να έλειπε, αλλά όλα όσα δεν είχε πει όλα αυτά τα χρόνια ήταν έτοιμα να βγουν και να την απελευθερώσουν. Δεν αντιστάθηκε. Άνοιξε το στόμα της διάπλατα και, κοιτάζοντας την πόλη στα μάτια, έβγαλε μια κραυγή που είχε όλα τα παράπονα του κόσμου. Δε θύμιζε κραυγή ανθρώπου αλλά αγριεμένου αρπακτικού στο δάσος που ψάχνει τη λεία του. Θύμιζε την κραυγή της επιβίωσης των πρώτων ανθρώπων. Θύμιζε κάτι απόκοσμο που το πήραν μαζί τους οι λίγες κόρνες των αυτοκινήτων και σκορπίστηκε στον αέρα. 

THE VOICE UNDER THE LEAF - III/III - THE ONLY VOICE


Fevronia was still gazing at the city from her balcony. It was the closing time for the shops and traffic was getting heavy. The car horns sounded crystal clear even though she was on the thirteenth floor. The red brake lights flashing simultaneously made her stick her eyes to the street. She could almost feel the drivers’ nerves that desperately wanted to go home. Mafka used to climb on the wide rail and enjoy her strolls. She either did it because she truly enjoyed it to watch all this havoc from above or she wanted to draw Fevronia’s attention. She would slowly traverse the balcony meowing holding her tail proudly up in the air. She would end this flirtation with danger the moment she touched with her wet nose Fevronia’s fingers longing for her hug.
She wore the scarf around her neck. There was no mirror nearby so she could not see how it looked on her but she felt it gently on her skin. Traffic in the central road was still heavy. Her mind was on fire. Everything was different now. Her daily routine up to now that had her going had no meaning without Mafka. She was disoriented. Everything looked more threatening and hostile than ever. She was silent for so long that had scared her so much. Her new self had scared her. Loss was the strongest punch she had ever felt. How things were going to turn up from now on? Those innumerable words stuck in her throat were going to stay there forever?
The sky was getting dusky. She had no idea how time had flown. Cars were evidently less in the street. You could scarcely hear the horns now. She didn’t have to think it over. She was not to restrain that impulse. And how could she stop a ranging river or words that was going up her throat, tickling her tongue, was about to break down the teeth’s fort and cause floods?
Even though Mafka was absent, every single word that was not spoken all those years were about to come out and set her free. She did not resist. She opened her mouth and, looking the city straight in the eyes, screamed filling the air with all the complaints of the world. It did not resemble a human scream but a wild beast in the forest looking out for its prey. It resembled the first man’s survival scream. It was something eerie that the horns of the few passing cars took with them and smashed it in the air. 


Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

Η ΦΩΝΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ - II/III - ΑΒΕΒΑΙΗ ΘΕΑ



Η Φεβρωνία έβγαλε το μαντήλι από την γυαλιστερή του τσάντα και το χάζεψε. Σαν να είχε μια άλλη απόχρωση τώρα, χωρίς τους πολυελαίους  του καταστήματος. Ναι, ήταν σίγουρα πιο γήινο, πιο αληθινό. Στεκόταν όρθια στην ανοιχτή πόρτα του σαλονιού. Ήταν το πιο φωτεινό σημείο του σπιτιού, ειδικά αυτήν την ώρα που ο ήλιος αγκάλιαζε το δωμάτιο. Το απαλό αεράκι του απογεύματος ανέμιζε την μπεζ κουρτίνα. Έφτιαξε μια δροσερή λεμονάδα, έβαλε μπόλικο πάγο, φόρεσε ένα φόρεμα με φαρδιές τιράντες, που χαιρόταν που της έκανε ακόμα, και βγήκε στη βεράντα. Ήπιε μια γενναία γουλιά και χάζεψε έξω την πόλη. Της έμοιαζε ασυντόνιστη, σαν να μην είχαν συγχρονιστεί όλα τα όργανα σε ένα κονσέρτο, σαν να ακουγόταν ένα φάλτσο από μια χορωδία. Τώρα που το καλοσκεφτόταν, κάπως έτσι ένιωθε κι η ίδια τον τελευταίο καιρό.
Το σπίτι ήταν στον τελευταίο όροφο μια πολυκατοικίας με άλλους δώδεκα. Ήταν μικρό και παλιό, με σκουριασμένους σωλήνες και συχνά βραχυκυκλώματα, αλλά δεν την πείραζε καθόλου.  To χαμηλό νοίκι και η τεράστια βεράντα ήταν αρκετά για να την κάνουν να το αγαπήσει. Το μαντήλι το είχε ακόμα στα χέρια της. Την έπειθε ότι, αν το κοίταζε και συγκεντρωνόταν στο μεγάλο πράσινο φύλλο στο κέντρο, θα μπορούσε να νιώσει εκείνο το φωτεινό κέντρο βάρους της, τότε που η Μαύκα της είχε δώσει την αυτοκυριαρχία μέσα από τη φωνή της. 

Η Φεβρωνία δεν καταλάβαινε γιατί ήταν τόσο δύσκολο για τους άλλους να ακούσουν τη φωνή της γάτας. Η ίδια την άκουγε πεντακάθαρα. Κι όσο περνούσε ο καιρός δεν ήταν μόνο η φωνή της επικοινωνίας της  αλλά και η φωνή της συνείδησής της. Θα τη συμβούλευε τι να κάνει, πώς να χειριστεί την ενήλικη ζωή, που διαγραφόταν ιδιαίτερα πολύπλοκη. Οι μεγάλοι δεν την πίστευαν. Τα πρώτα τεστ και εξετάσεις πολλαπλασιάστηκαν μαζί με τις αγωγές χαπιών και θεραπείες. Η Φεβρωνία άκουγε τη γάτα που της ψιθύριζε να μην παίρνει τίποτα από όλα αυτά. Οι δυο τους είχαν γίνει ένα εναντίον όλων όσων κοιτούσαν τη Μαύκα επιφυλακτικά. Στο πανεπιστήμιο δυσκολευόταν να παρακολουθήσει τα μαθήματα και τα παράτησε στο δεύτερο έτος. Η Μαύκα δεν την είχε πιέσει ιδιαίτερα να το προσπαθήσει έτσι κι αλλιώς. Τα τεστ σταμάτησαν ξαφνικά με τους γονείς της αποκαρδιωμένους. Νοίκιασε με το επίδομα που της έδινε η πρόνοια το μικρό σπίτι αυτό και ξεκίνησε να δουλεύει για λίγες ώρες σε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε ομπρέλες λίγο έξω από το κέντρο. Η Μαύκα ήταν πάντα μαζί της, παρά τα σχόλια και τα περίεργα βλέμματα. Τη βοηθούσε όσο μπορούσε να μη νιώθει αφόρητη μοναξιά ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους. Έλιωσε ο πάγος στη λεμονάδα. Έσφιξε το μαντήλι στα χέρια της.

THE VOICE UNDER THE LEAF - II/III - UNCERTAIN VIEW


Fevronia took the scarf out of its shiny bag and stared at it. It looked as if it had another hue now, far away from the store’s chandeliers. It was definitely more natural, more real. She stood still by the open living room’s door. It was the most sun lit spot of the house, especially at this hour when the sun embraced the room. The afternoon breeze moved gently the off- white curtain. She made a cold lemonade with extra ice, she put on a dress with wide straps that still fitted her and walked out to the balcony. She took a long sip and gazed at the city. It looked a bit out of tune, as if the musical instruments had not been synchronized in a concert, as if someone was out of tune in a choir. Now that she thought about it, she was feeling the same more or less.
The flat was at the last floor of a block with twelve more. It was small and old, with rusty pipes and it often had blackouts, but she didn’t mind at all. The low rent and the big balcony were enough for her to love it. She still held the scarf. It convinced her that, if she focused on the big green leaf in the center, she could be able to feel her center of gravity back when Mafka had given her self-control through her voice.

Fevronia could not understand why it was so hard for the others to hear the cat’s voice. She herself could hear it crystal clear. And as time went by, it was not only the voice of her communication but also the voice of her consciousness. It would advise her what to do, how to handle the adult life that seemed so complicated. The grown- ups did not believe her. They multiplied the tests and the check- ups and so did the medication and the remedies. Fevronia listened to the cat who told her not to take any of these. The two of them were one against everyone who saw Mafka with suspicion. She found it hard to keep up at the university and she dropped out on the second year. Mafka was not so eager to give it a try anyway. The tests suddenly stopped, leaving her parents broken hearted. She rented this flat with the money that the welfare gave her and she started working part time in an umbrella factory just outside the city center. Mafka was always with her despite the gossip and the funny looks. The cat helped her, as much as it could, not to feel that lonely among so many people. The ice melted. She held the scarf really tight in her fist. 

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018

Η ΦΩΝΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ - I/III - ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΜΑΝΤΗΛΙ


«Μα, φυσικά, το μαντήλι είναι το μόνο αξεσουάρ που χρειάζεται μια γυναίκα» έλεγε με μπλαζέ ύφος η πωλήτρια και η Φεβρωνία ένιωθε τουλάχιστον αγράμματη που δεν ήξερε τα προστάγματα της μόδας.
Το είχε δει στη βιτρίνα. Ήταν ένα βαθύ κίτρινο μαντήλι με τυπωμένο ένα μεγάλο φύλλο φοινικιάς στο κέντρο. Της φάνηκε τόσο ρεαλιστικά ζωγραφισμένο που το χάζευε για ώρα και δε δίστασε να μπει στο κατάστημα για να το δει από κοντά. Το χάιδευε με τρυφερότητα και κάθε λέξη της πωλήτριας κατάφερνε να μπει όλο και πιο βαθιά στην τσάντα της Φεβρωνίας, να βρει επιτέλους το πορτοφόλι της, να το ανοίξει και να της ακουμπήσει τα χρήματα στο ταμείο. Ήξερε κατά βάθος ότι οι πιθανότητες να το φορέσει ήταν μηδαμινές.
Βγήκε από το κατάστημα κι έβαλε τα γυαλιά ηλίου. Πρώτες μέρες του φθινοπώρου κι ο ήλιος έκαιγε, μια υπενθύμιση ότι το καλοκαίρι ήταν ακόμα εδώ με ό,τι είχε φέρει μαζί του. Αυτό το καλοκαίρι είχε φέρει για τη Φεβρωνία το θάνατο της γάτας της. Είχε γεράσει και πια δεν έβλεπε αλλά μέχρι τις τελευταίες της ημέρες μπορούσε να της μιλάει. Την είχε βρει ένα παρόμοιο καυτό μεσημέρι κάτω από ένα μεγάλο φύλλο φοινικιάς σε ένα οικόπεδο στη γειτονιά. Όταν οι μεγάλοι κοιμούνταν, εκείνη έβγαινε για να εξερευνήσει τον τότε κόσμο της που έφτανε μέχρι την άκρη του τετραγώνου. Η γάτα νιαούριζε σπαρακτικά κάτω από το φύλλο, ήταν πεινασμένη και φοβισμένη και το ίδιο μικρή όσο κι η Φεβρωνία. Την πήρε μαζί της θέλοντας να την προστατέψει. Οι γονείς της είδαν με καλό μάτι το δέσιμο της μικρής τους κόρης με το γατάκι, ίσως γιατί η μικρή Φεβρωνία είχε πάει εφτά ετών και δε μιλούσε. Οι γιατροί δεν είχαν βρει τίποτα παθολογικό και το είχαν αποδώσει σε ψυχολογικά αίτια. Τους είχαν συστήσει υπομονή και ψυχραιμία. 

Kαι περίμεναν. Θεωρούσαν ότι στο σχολείο που θα έκανε φίλους θα λυνόταν η γλώσσα της. Κι έτσι δεν έφεραν αντίρρηση όταν πήγε πρώτη μέρα στο σχολείο με τη Μαύκα αγκαλιά. Ήταν άσπρη με μαύρο κεφάλι και το «μαυροκέφαλη» ήταν μεγάλη λέξη. Κι από την πρώτη μέρα μέχρι το πανεπιστήμιο δεν έφυγε από εκεί. Ήταν κομμάτι του εαυτού της και όλοι έπρεπε να το αποδεχτούν. Δε μίλησε ποτέ σε κανέναν η Φεβρωνία, αλλά δε χρειάστηκε να το κάνει. Η αλήθεια είναι ότι τη βρήκε τη μιλιά της αλλά μέσα από τη γάτα της. Πάντα απαντούσε η γάτα της αντί για αυτήν. Αυτή ήταν η φωνή της, η μεταμόρφωση της σκέψης της σε πυγμή και θάρρος. Η Μαύκα απαντούσε στα παιδιά που την κορόιδευαν, στους καθηγητές όταν τη σήκωναν στον πίνακα για το μάθημα, στους γονείς της όταν της ζητούσαν να μαζέψει τα παιχνίδια της. Απαντούσε με λέξεις και φράσεις που υπήρχαν στο μυαλό της Φεβρωνίας. Έμοιαζε με εγγαστρίμυθο που, αντί για ξύλινη κούκλα, είχε μια γάτα στα γόνατά του. Αυτή ήταν η φωνή που έβγαινε από τα δικά της σωθικά. Η μόνη φωνή.

THE VOICE UNDER THE LEAF - I/III - THE YELLOW SCARF


“The scarf is definitely the only accessory a woman will ever need” the saleswoman said arrogantly and Fevronia felt ashamed at least since she was not aware of such fashion rules.
She had seen it in the shop window. It was a dark yellow scarf with a large palm leaf printed in the center. It seemed so realistically painted that she looked at it for long and she did not hesitate to enter the shop just to have a closer look at it. She tenderly caressed it and every word coming out of the saleswoman’s mouth got deeper in Fevronia’s bag, finally found her wallet, got to open it, took out the money and left it on the counter. She knew deep down that she would never wear it.
She came out of the store and put her sunglasses on. Even though those were the first days of September, the sun still burned, a reminder that the summer was still here with everything that has brought along with it. That summer had brought for Fevronia her cat’s death. She was old and she could no longer see but she could talk to her until her last days. She had found the cat on a similar hot afternoon under a large palm leaf in a plot in the neighborhood. When the grown-ups were asleep she would go outside to explore the world that, back then, covered the block. The cat meowed in agony under the leaf, she was hungry and scared and small like Fevronia. She took her with her wanting to protect her. Her parents liked the idea of their daughter’s bond with the kitten, perhaps because Fevronia was already seven years old and had not spoken yet. The doctors had not found any pathological causes and they had attributed it to psychological ones. They had recommended patience and composure. 

And they waited. They assumed that school would be a breakthrough since she would make friends. So they never objected to her carrying Mafka on her lap on her first day at school. She was white with a black head and “black headed” was a big word. From that first day until the university the cat never left her lap. She was a part of her and everyone had to accept it. Fevronia never spoke to anyone but she didn’t have to. The truth is that she had found her voice through the cat. The cat always answered instead of her. This was her voice, the transformation of her thought into strength and courage. Mafka answered to the children’s bullying at school, to the teachers when they wanted to examine her, to her parents when they asked of her to pick up her toys. Fevronia looked like a ventriloquist who, instead of a wooden puppet, had a cat in her lap. That was the voice that came out of her insides. The only voice. 

Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

THE FOUR LANTERNS - NOT IN THE MAP

O Ζενεβιέ είχε μια ανησυχία από την ώρα που ξύπνησε. Έβαλε το εκρού κοστούμι από σουά σοβάζ και χτένισε με επιμέλεια τα γκρίζα μαλλιά του. Ήπιε στο πόδι έναν καφέ από αγριόρυζο και έβαλε λίγες σταγόνες άρωμα στο λαιμό του. Άφησε τη φωσφορίζουσα γάτα του, Μαντλέν, να κοιμάται στον καναπέ και πήρε μια βαθιά ανάσα. Φόρεσε τα γυαλιά ηλίου και κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Βγήκε στον κεντρικό δρόμο της Μπρενανσόν και άρχισε να μουρμουράει το πρόγραμμα της ημέρας.
«Σήμερα είναι Κυριακή, κατά τις δέκα αναμένεται η οικογένεια Ζεράρ για το γάμο της κόρης τους, όλα είναι έτοιμα για την τελετή στους κήπους και τη δεξίωση στην κεντρική σάλα, οι ανθοδέσμες για το στολισμό θα σταλούν στις τρεις και πέντε από τους πορτοκαλεώνες στα σύνορα. Ο κυριακάτικος τύπος με τα ολογράμματα θα έχει ήδη φτάσει και θα έχει μοιραστεί στα δωμάτια και εκκρεμεί μόνο η εφημερίδα του νεαρού Κλοντ στο δωμάτιο 333 με τους ήχους των πουλιών που τον βοηθούν στις αυπνίες του. Αναχωρεί το μεσημέρι το ζεύγος Ντεμπριζέ και θα πρέπει να έχω ετοιμάσει το λογαριασμό τους και ένα μικρό μπουκάλι με τα ιριδίζοντα φύλλα του κήπου, που τόσο συγκίνησαν την ηλικιωμένη σύζυγο.»
Περπατούσε και μονολογούσε μηχανικά με όλες τις εκκρεμότητες που του έφτιαχναν το κέφι. Ήταν άνθρωπος της συνήθειας και των αυστηρών προγραμμάτων. Η μέρα του γέμιζε με το να καλύπτει τις ανάγκες άλλων ανθρώπων. Έβρισκε νόημα σε όλο αυτό. Στην προσπάθειά του να ικανοποιεί τους άλλους και να θεωρείται αναντικατάστατος για τη λειτουργία του ξενοδοχείου, είχε πιστέψει ότι δεν έχει χρόνο και ενέργεια για τη δική του ζωή μετά το σχόλασμα. Το ξενοδοχείο είχε γίνει η ζωή του και έτσι κέρδιζε τη δικαιολογία για τις δικές του εκκρεμότητες. Τη λιγοστή ενέργεια που του περίσσευε τη χάριζε απλόχερα στη γατούλα του, που είχε γεράσει κι αυτή μαζί του, και ήταν η τέλεια ολιγαρκής και ανεξάρτητη σύντροφος.
Έστριψε στην οδό Ντρισελιέ και κοντοστάθηκε. Μα πώς και δεν είχαν ανοίξει ακόμα τα μαγαζιά τους; Είχε περάσει η ώρα. Συνήθως τέτοια ώρα γινόταν συνωστισμός έξω από το φούρνο, το κρεοπωλείο και το γαλακτοπωλείο. Έσπαγε η μύτη από τις γαργαλιστικές μυρωδιές του ψωμιού και της φρέσκιας κρέμας με βούτυρο. Ποδηλάτες, μαμάδες και ξεχασμένοι δύτες της προηγούμενης νύχτας κρατούσαν τις μπαγκέτες τους και δημιουργούσαν ένα ζωηρό μελίσσι κίνησης. «Μυστήρια πράγματα», σκέφτηκε και έφτασε στο τέρμα του δρόμου. Κοίταξε κάτω. Το καπάκι του υπονόμου που σήκωνε για να πάει στο ξενοδοχείο απλά δεν υπήρχε. Κοίταξε πάλι το δρόμο. Κι όμως, ήταν στο σωστό σημείο. Μα δεν είναι δυνατόν, τη διαδρομή αυτή την έκανε κάθε μέρα. Και με κλειστά τα μάτια θα σήκωνε το σωστό καπάκι για να κατέβει τα δεκατρία σκαλιά και να βρεθεί στην όαση της ταράτσας του ξενοδοχείου που τόσο πολύ τον καθησύχαζε κάθε μέρα. 
Εκτός κι αν ήταν μια κακόγουστη φάρσα, που δεν πήγαινε ο νους του από ποιον θα μπορούσε να είχε ξεκινήσει, πραγματικά δεν έβρισκε τι είχε κάνει λάθος, τι είχε πάει στραβά. Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε τριγύρω. Μα ναι, βρισκόταν στη διασταύρωση της  οδού Ντρισελιέ, του πιο κεντρικού δρόμου της Μπρενανσόν. Ήταν στο σωστό σημείο, στη σωστή στιγμή κι όμως όλα φαίνονταν λάθος. Δεν υπήρχε άνθρωπος στο δρόμο έστω να ρωτήσει τι έχει συμβεί αν και στο υποβρύχιο ράδιο που έβαζε λίγο το πρωί πριν φύγει για το ξενοδοχείο, δεν είχε ακούσει κάτι στα νέα. Πήγε πάλι στην αρχή της οδού και κοίταξε την επιγραφή στο γωνιακό κτίριο. Ναι, με καλλιγραφικά γράμματα έγραφε « Οδός Ντρισελιέ». Ξαναπήγε μέχρι το σημείο που βρισκόταν το καπάκι του υπονόμου. Τίποτα. Ξανά. Τίποτα. Ξανά. Ο Ζενεβιέ κοίταξε το ρολόι του. Είχε περάσει ήδη μισή ώρα. Μισή ώρα προσπαθούσε να λύσει ένα γρίφο που είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει και βρισκόταν πάλι στο σημείο μηδέν. Κάθισε κουρασμένος στην άκρη του πεζοδρομίου.
 «Τι περίεργο!» είπε δυνατά και πήρε βαθιά ανάσα. Κοίταξε ψηλά τον ουρανό που ήδη είχε συγκεντρώσει τα πρώτα γκρίζα σύννεφα. Μια μαύρη γάτα νωχελικά τον πλησίασε. Τρίφτηκε στα πόδια του αποζητώντας τα χάδια του. 

« Είμαι κι εγώ ο πρώτος που συναντάς σήμερα μικρή μου ; Πού πήγαν όλοι ;» τη ρώτησε καθώς της χάιδευε το απαλό της σώμα. Σήκωσε την ουρά της και έφυγε νιαουρίζοντας.

THE FOUR LANTERNS - NOT IN THE MAP

Jenevier had a worry since he woke up. He put on his soua schovaz off white suit and combed his grey hair. He drank his coffee from wild rice in a hurry and put a few drops of perfume on his neck. Ηe left his phosphorescent cat, Madlen, sleeping on the couch and took a deep breath. He wore his sunglasses and locked the door. He walked to Brenanson’s main road and started mumbling the schedule of the day. 
“Today is Sunday, at ten o clock the Gerard family is expected for their daughter’s wedding, everything is ready for the ceremony at the gardens and the reception in the central hall, the bouquets for the decoration will be sent at five past three from the orange trees at the borders. The Sunday press will be already distributed to the rooms except for young Claude’s newspaper with the birds’ sounds that help him with his insomnia at room 333. The Debrizes are leaving at noon and I must have their bill ready with a small bottle of iridescent garden leaves for which the elderly wife was so fond of.”
He walked and mumbled with all the tasks of the day that made him cheerful. He was a man of habit and of strict deadlines. His day was full by meeting other people’s needs. He found meaning in all this. In his effort to satisfy others and to be considered irreplaceable in the hotel’s operation, he believed that he had no time or energy left for his own life after work. The hotel had become his life and in this way he had the excuse for his own unfinished personal business. He generously gave his remaining energy to his kitty who had grown old with him as well and was the perfect frugal and independent companion.
He turned down Driselier Street and stood still. The shops were still closed. How could that be? Usually at this time of the day there were crowds outside the baker’s, the butcher and the dairy shop. The smell of the bread and the fresh cream with butter was stimulating. Cyclists, mums and forgotten divers of the previous night held their baguettes and created a busy hive. “Strange” he thought and reached the end of the road. He looked down. The manhole that he lifted to get to the hotel simply was not there. He looked down at the street again. He was at the right spot. But it was not possible. He took the same road every single day. Even with his eyes closed he would raise the right manhole to go down the thirteen steps and get to the hotel’s rooftop oasis that comforted him every day. 
Unless it was a joke of bad taste, and he could not think who could have started it, he was unable to figure out what had gone wrong. He looked around. Yes, he was at the Driselier street intersection, the most central street in Brenanson. He was at the right spot, at the right time and yet everything looked so wrong. There was not a single man to ask what was going on, even though he had not heard anything on the news on the underwater radio he used to listen to for a while before he left for the hotel. He went back to the beginning of the street and he looked at the sign of the building at the corner. The sign said “Driselier Street” in calligraphy. He went back to where the manhole was. Nothing. Again. Nothing. Again. Jenevier looked at his watch. Half an hour had passed. He was trying to solve a puzzle for half an hour that had begun to get on his nerves and he was still at zero point. Tired as he was, he sat at the edge of the pavement.
“How strange” he said and took a deep breath. He looked at the sky that had already gathered the first grey clouds. A black cat slowly moved towards him. She rubbed on his feet looking for his caresses.

“Am I the first you meet as well, my little one? Where did they all go?” he asked her as he caressed her soft body. She lifted her tail up and left meowing. 

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018

THE FOUR LANTERNS - DEAD MAN’S HAND

«Ξέρετε, δεν είμαι και τόσο καλός στο πόκερ» απολογήθηκε ο Άστορ χαμηλόφωνα. 
«Ω, μην ανησυχείτε, αγαπητέ μου, κανείς μας δεν είναι. Η ουσία του παιχνιδιού βρίσκεται αλλού. Θα μας τιμήσει ιδιαίτερα η συμμετοχή σας» είπε ο Λουσιέ χαϊδεύοντας το μουστάκι του. 
O Άστορ είχε μία από τις γνωστές αυπνίες του εκείνο το βράδυ κι έκανε βόλτες στους χώρους του ξενοδοχείου. Βρέθηκε στην «αίθουσα της τύχης», όπως την περιέγραφε η κομψή επιγραφή στην πόρτα. Μπήκε και βρήκε μια παρέα τριών ηλικιωμένων στο τελευταίο τραπέζι ντυμένο με τσόχα στο βάθος. Τον χαιρέτησαν εγκάρδια και τον ρώτησαν με  τι ασχολείται. 
«Είμαι φυσιοδίφης και μελετάω τις μπλε πεταλούδες του Περού. Μόλις γύρισα από την τελευταία μου αποστολή κι ήρθα να ξεκουραστώ λίγες μέρες στο ξενοδοχείο.»
« Έκτακτα, σίγουρα θα έχετε να ποντάρετε πολλά στο ποτ. Θα είναι μόνο για μια παρτίδα έτσι κι αλλιώς» μίλησε με ενθουσιασμό ο Λουσιέ. Είχαν στήσει τις μάρκες τους και μιλούσαν χαλαρά μεταξύ τους. Φορούσαν σκούρα κοστούμια, καπέλα και αστραφτερά μανικετόκουμπα. Του συστήθηκαν και προσπάθησε να συγκρατήσει τα ονόματά τους. Ο πιο ξερακιανός κι ομιλητικός ήταν ο Λουσιέ, με το μουστάκι. Ο Κρετινέ φορούσε γυαλιά και ο Ζιστέν μιλούσε φωναχτά. 
«Το θέμα δεν είναι καθόλου οι κανόνες. Είμαστε σε μια ηλικία που μας διαφεύγουν και πιο σημαντικά από τους κανόνες του πόκερ. Δεν παίζουμε με χρήματα εδώ. Παίζουμε με εμπειρίες και αναμνήσεις, ανώτερα των χρημάτων. Ο Λουσιέ είναι έμπορος υφασμάτων, ο Κρετινέ ταριχευτής κι εγώ τσελίστας. Όλοι έχουμε τις ιστορίες μας.»
Ο Άστορ ένιωθε ήδη την περιέργειά του να έχει κεντριστεί και δε χρειάστηκε να το σκεφτεί και πολύ.
« Μετά χαράς θα σας συντροφεύσω απόψε» είπε και κάθισε στο τραπέζι. 
Όσους ενδοιασμούς κι αν είχε ως προς το παίξιμό του εξαφανίστηκαν στο πρώτο πεντάλεπτο. Οι συμπαίκτες του έπαιζαν νωχελικά και δε δίσταζαν να ρωτήσουν ακόμα και για συνδυασμό καρτών. Ο Κρετινέ ρώτησε, αποκαλύπτοντας δύο από τις κάρτες που κρατούσε στα χέρια του με παιδική αφέλεια, αν είχε νόημα να προσπαθήσει να φτιάξει μια σειρά με ίδια νούμερα άλλου χρώματος, προκαλώντας τα γέλια των υπολοίπων.
«Κι εγώ δεν ήμουν σίγουρος για αυτό» είπε χαχανίζοντας κι ο Ζιστέν.
Μιλούσαν για τα ταξίδια τους στο μεταξύ και μοιράστηκαν πολλές παράξενες ιστορίες που τους είχαν συμβεί. Αίσθηση έκανε ένα περιστατικό που αφηγήθηκε ο Ζιστέν. Τους μίλησε για εκείνη την μυστηριώδη γυναίκα στη Βιέννη. Είχε έρθει να τον ακούσει σε ένα κονσέρτο που έπαιζε με τη φιλαρμονική της πόλης και μόλις τελείωσε τον βρήκε δακρυσμένη. Δεν του είπε τίποτα αλλά του έσφιξε το χέρι και του έδωσε ένα σημείωμα που έγραφε ότι την είχε συγκινήσει πολύ η μουσική του, αν και κωφάλαλη. Τρεις άντρες χωρίς ίχνος υπεροψίας και ανταγωνισμού που γελούσαν με την άνεση τους και απολάμβαναν την αμοιβαία συμπάθεια που είχε δημιουργηθεί. Έμοιαζαν με αγόρια κατά τη διάρκεια μιας σκανταλιάς. Μετά το δεύτερο κονιάκ στην τραπεζαρία, όπου και γνωρίστηκαν λίγες ώρες πριν, ο Κρετινέ έριξε την ιδέα για μια παρτίδα πόκερ. Μα κανείς τους δεν ήξερε να παίζει καλά. «Δεν πειράζει αγαπητοί, ας πούμε ότι ο νικητής θα μοιραστεί την πιο ωραία του περιπέτεια που έχει ζήσει μέχρι τώρα.»
Προς το τέλος της παρτίδας, που δεν κράτησε πολύ, οι παίκτες είχαν αφοσιωθεί στα χαρτιά τους και έδειχναν συγκεντρωμένοι. Ο Ζιστέν κι ο Λουσιέ άνοιξαν από ένα ζευγάρι, ο Κρετινέ τίποτα κι ο Άστορ κέρδισε με άσους και οχτάρια. 
«Ω, τελικά αποδειχτήκατε δεινός παίκτης Άστορ! Συγχαρητήρια! Ελπίζω να έχετε καταλήξει σε μια εξαιρετική ιστορία» είπε ο Ζιστέν. 
 Ο Άστορ έβαλε το χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε ένα μικρό κουτί. 
«Νομίζω ότι είναι καλύτερα να σας τη συστήσω» είπε και άνοιξε το κουτί. Μέσα ήταν μια τεράστια ολόλευκη πεταλούδα με τα φτερά της διπλωμένα. Έμοιαζε να κοιμάται πάνω σε ένα σύννεφο από βαμβάκι. Οι ηλικιωμένοι άντρες τη θαύμασαν.
« Αυτή είναι η πεταλούδα για την οποία ταξίδεψα στο Περού και έμεινα άγρυπνος αρκετά βράδια  στο δάσος. Οι περισσότερες του είδους της έχουν γαλάζια και μαύρα φτερά. Βραδινός τύπος, όπως εμείς τώρα, πετάει  νωχελικά στην περιοχή της, σαν να κάνει περιπολία. Την περίμενα ακίνητος. Είχαν ήδη περάσει τρεις νύχτες και δεν είχα καταφέρει να την πιάσω γιατί έκανε περίεργους ελιγμούς λες και το έκανε για να μας εντυπωσιάσει, να δούμε τι μπορούμε να κάνει. Λες και το ήξερε ότι είχα έρθει για εκείνη και προσπαθούσε να με αποφύγει, να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμα.» 
«Μοιάζει λίγο με το παιχνίδι με το Χάρο» είπε γελώντας δυνατά ο Ζιστέν. « Όλοι το ξέρουν ότι έχει έρθει για αυτούς και προσπαθούν μάταια να του ξεφύγουν.»
«Περίεργο αυτό που είπες, φίλε μου» του είπε ο Άστορ και τον κοίταξε ερευνητικά. «Έχεις απόλυτο δίκιο, γιατί στο τέλος την έπιασα και με τη σειρά σας μπορείτε να τη θαυμάσετε απόψε. Ένα πλάσμα απόκοσμα γοητευτικό και σπάνιο.»
Οι τρεις άντρες περιεργάστηκαν την πεταλούδα για αρκετή ώρα. Τους είχε μαγνητίσει και όλοι αναφώνησαν ότι ναι άξιζε αυτή η ιστορία και ο νικητής είχε κερδίσει την εκτίμηση και το θαυμασμό τους. «Αυτή η βραδιά στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Θα έλεγα ότι ήρθε η ώρα να το διαλύσουμε και να καληνυχτιστούμε» είπε ο Λουσιέ.
«Νομίζω ότι τελικά δεν καταλάβατε και πολλά από την ιστορία με την πεταλούδα. Όσο κι αν προσπαθήσετε, είναι μάταιο να ξεφύγετε φίλοι μου» είπε ο Άστορ χωρίς να κουνηθεί καθόλου από τη θέση του σε αντίθεση με τους συμπαίκτες του που έτρεξαν προς την πόρτα που όμως βρήκαν μυστηριωδώς κλειδωμένη.
Οι καθαρίστριες το πρωί βρήκαν τους τρεις άντρες πεσμένους στο πάτωμα. Ο γιατρός ανακοίνωσε ότι ο θάνατός τους είχε έρθει αργά τη νύχτα. Η καρδιά τους πρόδωσε. Κανείς δεν είδε τον Άστορ να φεύγει από το ξενοδοχείο με τη λευκή του πεταλούδα.


THE FOUR LANTERNS - DEAD MAN’S HAND

“You see, I am not that good at poker” Astor apologized.
“Oh, do not worry about that, my dear, none of us is. The essence of the game lies somewhere else. It will be an honor if you participate” Lucier said caressing his moustache. 
Astor had one of his usual insomnias that night and he walked around the hotel. He reached the “fortune room” as it was described in the elegant inscription on the door. He got in and found three elderly men sitting on the last felt table at the back. They cordially welcomed him and asked him what he did for a living. 
“I am a naturalist and I study the blue butterflies in Peru. I just got back from my last expedition and I came to rest for a few days at the hotel.”
“Splendid, you will definitely have a lot to bet the pot. It will be just one deal” Lucier said enthusiastically. They had stacked the chips and spoke casually. They wore dark suits, hats and shiny cufflinks. They introduced themselves and he tried to remember their names. The most skinny and talkative was Lucier, with the moustache. Cretine wore glasses and Jisten talked loudly. 
“The rules are not the issue at all. We have reached an age where things far more important than poker rules are slipping away. We don’t bet money. We use experiences and memories, superior to money. Lucier is a textiles trader, Cretine is a taxidermist and I am a cellist. We all have our stories.”
Astor already felt his curiosity piqued and didn’t need to think a lot about it. 
«Ι will gladly join you tonight” he said and sat by the table.
If he had any doubts about his playing they disappeared within the first five minutes.  His poker co-players were lazy and did not hesitate to even ask the others about card combinations. Cretine asked, revealing two of the cards he held in his hand with childish naiveté if it made any sense to try to make a sequence but not all in the same suit, making the others laugh.  
“I was not sure of that either, my friends” Jisten giggled too.
In between the game they talked about their journeys and shared many weird stories that had happened to them. Jisten told a story that made an impact. He talked to them about that mysterious woman in Vienna. She had come to listen to him in a concert with the city’s philharmonic orchestra and when he finished she found him with tears in her ears. She didn’t say a word but she shook his hand and gave him a note saying that his music had moved her very much even though she was deaf-mute. Three men without any trace of arrogance and competition who laughed with their ease and enjoyed the mutual sympathy that had been developed. They looked like boys in the middle of a mischief. After the second cognac in the dining room, where they had met a few hours ago, Cretine proposed a poker game. But none of them was a good player. “It doesn’t matter gentlemen, let’s just say that the winner will get to share his greatest adventure he has experienced so far.” 
Towards the end of the game, which didn’t last long, the players were concentrated on their cards and seemed focused. Jisten and Lucien had one pair, Cretine had nothing and Astor won the game with a two- pair of aces and eights. 
“Oh, you proved yourself a great player, Astor! Congratulations! I hope you have decided which great story to share” Jisten said.
Astor put his hand in his pocket and pulled out a small box. 
“I think I’d better introduce it” he said and opened the box. Inside there was a huge white butterfly with its wings folded. It looked as if it was sleeping upon a cloud of cotton. The elderly men admired it. 
«Τhis is the butterfly for which I travelled to Peru and stayed awake for several nights in the forest. Most of this species have blue and black wings. Evening types, just like us, they fly lazily within their area, as if patrolling. I was waiting still. Three nights had passed and I still hadn’t caught it because it made strange maneuvers as if was trying to impress me, let me see what it can do. It was as if the butterfly knew that I had come for it and tried to avoid me, to save some time. 
“Ιt is like the Death game” Jisten said laughing loudly. Everyone knows that he has come for them and they try to escape in vain.”
“That is a strange thing to say, my friend” Astor told him and stared at him. “You are absolutely right because in the end I managed to catch it and now you get to admire it yourselves. A creature so rare and eerily charming.”
The three men looked at the butterfly for long. It had magnetized them and they said that this story was a fine one and the winner had gained their appreciation and admiration. “This evening was a total success. I think we should call it a night” Lucier said.
“I think you didn’t understand a thing from the story with the butterfly. No matter how hard you try, there is no way of escaping my friends” Astor said without moving while his co- players ran to the door which they found mysteriously locked. 
In the morning the cleaning ladies found the three men down on the floor. The doctor announced that their death had come late at night. Their heart had betrayed them. No one saw Astor with his white butterfly leaving the hotel.