Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Η ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ


Ένιωθε την ίδια έξαψη με τότε.  Δεν ήταν και λίγο πράγμα να βλέπεις να πλησιάζει την πόλη σου  ένα τεράστιο κίτρινο φίδι με μια ολόκληρη πόλη χτισμένη πάνω του. Να το βλέπεις να έρχεται από μακριά, να σκίζει τον ουρανό κυματιστά, κοιτάζοντάς σε, με τα γυάλινα μάτια του. Έμοιαζε με ένα μεταμοντέρνο σαλιγκάρι βγαλμένο από κάποιον ανείπωτο εφιάλτη. Ο δρόμος είχε ερημώσει. Όλοι έτρεχαν ουρλιάζοντας να κρυφτούν από την απειλή αλλά ο Τζακ, με την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή και την ανάσα του να βγαίνει με δυσκολία, είχε μείνει ακίνητος να το χαζεύει, έξω από το βιβλιοπωλείο του στην οδό Μπουκσάιντερ. Έμενε σαν να όφειλε να το καλωσορίσει. Κι όσο πλησίαζε, τόσο χαμήλωνε το σπειροειδές κορμί του και φαίνονταν καλύτερα τα γκρίζα κτίρια  και οι επιγραφές μιας πόλης ανύπαρκτης σε όλους τους χάρτες. Κι όσο χαμήλωνε και ερχόταν κοντά του, σε πείσμα ενός γενικευμένου πανικού και υστερίας που επικρατούσε γύρω του λες και ο κόσμος είχε έρθει επίσημα στο τέλος του, εκείνος απλά πιάστηκε από το δέρμα του φιδιού, κοντά στην ουρά του, και άρχισε να σκαρφαλώνει. Στα πενήντα του η ορμή του τυχοδιώκτη χρυσοθήρα ξύπνησε με την επιθυμία να κατακτήσει την κινούμενη άγνωστη πόλη. 
Από τότε είχαν περάσει δύο χρόνια περίπου. Ο Τζακ  την τριγύρισε, την αφουγκράστηκε, τη μύρισε, την έψαξε, σαν εραστής πάνω σε ένα καινούργιο σώμα. Έμαθε τα πιο φωτεινά και σκοτεινά σημεία της, την περπάτησε ως το τελευταίο της αδιέξοδο. Ξεσηκωμένος από τη δύναμη και το μυστήριό της, την άφησε να τον τραβήξει όλο και πιο βαθιά μέσα της και στα μυστικά της. Πάντα του έδινε μια αφορμή και μια αιτία για να την ερωτευτεί ξανά από την αρχή και να κρατάει ζωντανή αυτή τη σπίθα της προσμονής. Τρύπωνε στα άδεια γραφεία των σκονισμένων επιχειρήσεων, καθόταν στα έρημα σκαμπό των ήσυχων μπαρ, κοιμόταν στα ξέστρωτα κρεβάτια των μοναχικών διαμερισμάτων. Τριγύριζε σε μια πόλη φάντασμα που κάποτε είχε κατοικηθεί ,αλλά τώρα πια είχε μείνει η ανάμνηση αυτής της αίσθησης. Ήταν μόνος του αλλά πολλές φορές βίωνε την παρουσία και κάποιου άλλου στους περιπάτους του. Όσο κι αν τον αναζήτησε δεν τον βρήκε ποτέ πίσω από τα φωτισμένα παράθυρα και τις ταράτσες των έρημων ξενοδοχείων. Όποιος και αν ταξίδευε μαζί του δεν άφηνε ίχνη πίσω του, πέρα από λαμπερά σημεία, σαν να περνούσε μια πυγολαμπίδα. 
Το φίδι όλο αυτό το διάστημα πετούσε ψηλά και του χάριζε απλόχερα κάθε λογής τοπία. Θάλασσες φουρτουνιασμένες, ορυζώνες μέχρι εκεί που έφτανε η ματιά του, χωράφια που έμοιαζαν με πράσινα μωσαϊκά, πόλεις πνιγμένες στη μόλυνση. Σήμερα όμως πετούσε πάνω από μια έρημη έκταση πολύ χαμηλά. Λες και βρισκόταν σε ένα άδειο σημείο της υδρογείου, σε ένα λευκό χαρτί. Η έξαψη του παρελθόντος τον χτύπησε και πάλι. Όπως τότε είχε σκαρφαλώσει στην πόλη του φιδιού χωρίς δεύτερη σκέψη, σήμερα θα την εγκατέλειπε. Το ένιωθε ότι είναι η τελευταία του μέρα πάνω της. Και ίσως το φίδι να το είχε ήδη διαισθανθεί και να πετούσε χαμηλά για να τον διευκολύνει. Όπως ολοκλήρωνε το ερπετό τη μεταμόρφωσή του, έτσι ολοκλήρωνε κι ο Τζακ τη δική του. Είχαν ήδη αρχίσει να φεύγουν ιριδίζουσες νιφάδες από το παλιό του δέρμα και να σκορπίζονται στην πρωινή ομίχλη. Οι οικοδεσπότης του άλλαζε και για πρώτη φορά το ένιωθε κι ο σιωπηλός άντρας. Εκείνος  πάλι σκόρπιζε στον αέρα μικρά δικά του κομμάτια. Ήταν πια σίγουρος ότι εκείνος που έψαχνε όλο αυτόν τον καιρό δεν ήταν άλλος παρά ο ίδιος ο εαυτός του. Τώρα το ένιωθε ότι τα φώτα που άναβαν σε διάφορα σημεία της πόλης  ήταν μονάχα δικές του σκέψεις για τη ζωή του, το ίδιο του το παρελθόν. Προσπάθησε να το καταλάβει, να το αγαπήσει. Μόλις το φως ζωήρευε λίγο ακόμα, θα πηδούσε. Αν ρωτούσε τον εαυτό του, δεν ήταν σίγουρος αν έφευγε με δική του θέληση ή αν τον έσπρωχνε εκείνη, η πόλη του φιδιού. 

THE CITY OF THE SNAKE


He felt the same excitement as he did back then. It was certainly a big thing to see a giant yellow snake with a whole town on top of it approaching you. It came from afar, tearing the sky in waves, looking at you with its cold eyes. It looked like a postmodern snail popping out of an unspeakable nightmare. The street was empty. Everyone was screaming and running away from the threat but Jack, with his heart beating like a drum and his breath coming with difficulty, was standing still staring at it, outside his book store, on Booksider str. He stood like he had to welcome it. The more it got close, the more it lowered its spiral body and he could see better the grey buildings and the signs of an unknown city in all the maps. The more it lowered and got closer to him, despite the generalized panic and hysteria that surrounded him, as if the world had officially come to an end, he just grabbed the skin of the snake close to the tail and began to climb. In his fifties the urge of the adventurer gold – digger awoke with the desire to conquer the moving unknown city. 
Two years had passed since that day. Jack wandered around the city, listened to her, smelled her, and searched her like a lover over a new body. He learned the brightest and darkest spots of her, reached the last dead end. Overwhelmed by her power and mystery, he let her pull him deeper inside herself and her secrets. She always gave him the reason and the cause to fall in love all over again and to keep the spark alive. He sneaked in the empty offices of the dusty companies, he sat on the deserted stools of the quiet bars and he slept in the unmade beds of the lonely apartments. He wandered in a ghost town once inhabited, left with that memory of that sensation. He was alone but he experienced the presence of someone else during his walks many times. No matter how much he searched for him, he never found him behind the lit windows and the roofs of the deserted hotels. Whoever was travelling with him, he did not leave traces behind him, apart from bright marks, like a passing firefly.

All this time the snake flew high and gave him all sorts of landscapes. Stormy seas, rice fields as far as he could see, fields that looked like green mosaics, cities full of pollution. But today it flew too low over a deserted area. It was as if he reached an empty spot of the globe, a blank piece of paper. The excitement of the past hit him again. Today he would abandon the city of the snake without a second though, just like he had once climbed upon it. He felt that this would be his last day on it. And maybe the snake had already sensed it and flew low enough to make it easier for him. Just like the serpent was completing its transformation, Jack was completing his own. Iridescent flakes of its old skin had already started to fall off and scatter in the morning mist. His host was changing and for the first time the silent man felt it. He was now certain that the one he was looking for all this time was none other than himself. Now he felt that the lights that were lit at various parts of the city were his thoughts about his life, about his own past. He tried to understand him and love him. Once the light was a bit stronger, he would jump. If he would ask himself, he would not be certain whether he was leaving on his own will or the city of the snake was making him go. 

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

LESS THAN A PEARL

    Η  Chinatsu τη βοήθησε να φορέσει τη λεπτή λευκή στολή της και τη μάσκα. Το ήξερε ότι θα τα κατάφερνε και μόνη της μια χαρά, αλλά ήθελε να δώσει έναν τόνο επισημότητας. Το πρόσταζε η μέρα. Σήμερα θα ήταν η πρώτη επίσημη βουτιά της Akiko στα παγωμένα νερά του ωκεανού. Θα ακολουθούσε την παράδοση στην οικογένεια, που μόνο γυναίκες δύτες μέτραγε πίσω της, με μοναδικό σκοπό να μαζεύουν μαργαριτάρια. Αυτές έφερναν το ψωμί στο τραπέζι, με αρκετή αλμύρα πάντα. Η εκπαίδευση θα κρατούσε αρκετά χρόνια. Το σώμα θα μάθαινε να αναπνέει από την αρχή, θα μάθαινε τα ρεύματα και τους κινδύνους. Αλλά πάνω από όλα θα μάθαινε να σέβεται τη θάλασσα, αυτό το άλλο θηλυκό, και να την υπακούει. Ακούγοντας την υγρή κι απόκοσμη ανάσα της, θα αφουγκραζόταν και τους δικούς της ταπεινούς ψιθύρους, με υπομονή. Θα μάθαινε τη δουλειά καλά, να πιάνει τα  όστρακα και να τα ρίχνει στο καλάθι που είχε κρεμασμένο στο λαιμό της. Θα την εκτελούσε με ακρίβεια και πειθαρχία.
     Στην ακτή ήταν οι δυο τους, αμίλητες, σοβαρές και φοβισμένες. Η κάθε μια για τους δικούς της λόγους. Η Chinatsu γιατί σε λίγες μέρες θα άγγιζε τα ογδόντα. Η Akiko γιατί σήμερα έκλεινε τα έντεκα. Γιαγιά και εγγονή, ίδιες σαν τις παγωμένες σταγόνες της θάλασσας στην οποία θα ρίχνονταν. Η πιτσιρίκα την περίμενε πώς και πώς αυτήν την πρώτη βουτιά με τη στολή της τόσα χρόνια, αλλά τώρα τα πόδια της έτρεμαν, όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει. Ερχόταν αντιμέτωπη με έναν άγνωστο κόσμο. Ήταν  τόσο μικρή για κάτι τόσο μεγάλο. Αντιθέτως, η ηλικιωμένη γυναίκα ήταν ταραγμένη γιατί ακριβώς τα ήξερε όλα αυτά. Άλλο ήταν αυτό που έκανε τα δικά της πόδια να τρέμουν. Δεν ήταν ο σκοτεινός βυθός αλλά ο σιωπηλός θάνατος που τον αφουγκραζόταν. Τον ένιωθε να την αγκαλιάζει και το μόνο που έλειπε ήταν να νιώσει τα σφιχτά του χέρια γύρω από το σώμα της. Αυτό τον άγνωστο κόσμο φοβόταν.  

    Χάιδεψε τρυφερά τα χέρια της Akiko και της έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Την είχε δασκαλέψει από το σπίτι να την υπακούει τυφλά σήμερα. Να τη μιμείται. Με ένα αχνό χαμόγελο η μία στην άλλη,  χάρισαν τα άνισα κορμιά τους στα παγωμένα νερά. Η Akiko πρόσμενε να βρει το πρώτο της όστρακο, φυσικά, με το μαργαριτάρι σφιχτά μέσα του. Η ανυπομονησία της νεότητας. Η Chinatsu ήθελε απλά να χαρεί τη διαδικασία, να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμα. Η αγωνία της ωριμότητας.  Δύο γυναίκες στα βαθιά νερά του χρόνου, προσπαθώντας να βρουν το δικό τους θησαυρό για να κρατήσουν, παίζοντας το αιώνιο παιχνίδι της μοίρας, ανήμερα Πρωτοχρονιάς του σωτήριου έτους 28.

LESS THAN A PEARL

  Chinatsu helped her to wear the thin white uniform and the masc. She knew that she would handle it just fine but she wanted to give an extra tone of formality. It was appropriate for the day. Today would be Akiko’s first official dive into the cold ocean. She would follow the family tradition which had only female divers in order to collect pearls. The women brought the food to the table, salty most of the times. The training would last several years. The body would learn to breath from the start, would learn the currents and the dangers. But most of all, it would learn to respect the other female, the sea, and obey her. Through the sea’s eerie and wet breath, she would listen to her own humble whispers in great patience. She would learn how to do the job, to collect the shells and put them in the basket that was hung around her neck. She would execute it with great precision and discipline.
  The two women stood by the shore. They were silent, stiff and scared. Each one had different reasons. Chinatsu was afraid because she would be eighty years old in a while. Akiko on the other hand was scared because today she turned eleven. A Grandmother and a granddaughter, identical like the frozen drops of the ocean, into which they were about to enter. The little girl, even though she had been longing for that day for so many years, felt her feet tremble, although she tried to hide it. She was about to confront an unknown world. She was too small for something too big. On the contrary, the elderly woman was upset because she knew all about it. Something else made her feet tremble. It was not the dark seabed but the silent death which she felt it approaching. She felt it hug her and the only thing missing was its strong arms around her. This was the world that she was afraid of. 
She tenderly caressed Akiko’s hand and she nodded for the girl to follow her. She had instructed the girl to obey her the minute they left the house, to imitate her. With a fade smile to each other, they gave away their bodies to the freezing sea. Akiko was hoping to find her first shell, of course, with the pearl deep inside. The anticipation of the youth. Chinatsu just wanted to have fun with the process, to get some more time. The agony of the maturity. Two women into the deep waters of time, trying to find their own treasure to keep, were playing the eternal game of fate, on New Year’s Eve, the year 28.


Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΒΡΟΧΗ...



      Είχαν πέσει στα γόνατα κι έκλαιγαν. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού είχαν μαζευτεί στην πλατεία. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που είχε ξεκινήσει σαν ένα σφύριγμα, σαν αδέξιο χτύπημα από παιδικό χέρι στα παράθυρα και στις ταράτσες, σαν κάτι που ήθελε να τρυπώσει  από τις γρίλιες  στο εσωτερικό των σπιτιών και να μείνει εκεί. Είχε έρθει όταν οι περισσότεροι είχαν ξεχάσει την εικόνα της και τη φωνή της. Κι όμως, μετά από ενάμιση χρόνο περίπου η βροχή είχε έρθει. Οι κάτοικοι βγήκαν με τις πιζάμες και τα νυχτικά τους και συγκεντρώθηκαν στην πλατεία του χωριού, λες και, αν μαζεύονταν όλοι μαζί, θα ήταν επίσημο και σίγουρα δε θα το μετάνιωνε να φύγει και να κάνει πάλι τόσο καιρό να έρθει να τους επισκεφτεί. Οι καμπάνες και η σειρήνα του πυροσβεστικού σταθμού χτυπούσαν φρενιασμένα. Όλοι με τα μαλλιά τους αχτένιστα και τα μάτια πρησμένα από τις τσίμπλες και τα δάκρυα είχαν γονατίσει και έκλαιγαν σαν κάτι να είχε σκιρτήσει μέσα τους και να μην το πίστευαν.
    Οι σταγόνες έπεφταν τώρα με δύναμη και η μπόρα έσκιζε τον ουρανό με μπουμπουνητά και αστραπές. Έπεφταν με τόση δύναμη που σχημάτιζαν μικρές λιμνούλες και αυλάκια που τα ρουφούσε αχόρταγα το στεγνό χώμα. Τα παιδιά χόρευαν ξυπόλητα και άνοιγαν το στόμα τους να καταπιούν τις σταγόνες. Το μικρό χωριό, όπου είχαν καταστραφεί οι σοδειές και οι καλλιέργειές του, βίωνε ένα μεταμεσονύκτιο παγανιστικό γλέντι. Οι δυνάμεις της φύσης τους είχαν λυπηθεί επιτέλους. Το έδαφος  θα έδινε σιγά σιγά τους καρπούς του που τώρα μόνο πληγές από τη δίψα του μετρούσε. 
     Ο πρώτος που το παρατήρησε ήταν ο μικρός Μάριο που έτρεξε να το πει στον παππού του. Καθώς χόρευε με τα άλλα παιδιά, παρασυρμένα και από τη συγκίνηση των μεγάλων, κοντοστάθηκε απλώνοντας τα μικρά του χέρια και παρατήρησε τις σταγόνες, κάτι που είχαν κάνει και οι άλλοι αλλά κανείς τους δεν είχε δει αυτό που έκαναν τα μάτια του να γουρλώσουν. 
«Παππού, παππού, κοίτα», ούρλιαξε και έπεσε στην αγκαλιά του ηλικιωμένου ξερακιανού άντρα που παραλίγο να σωριαστεί στις πλάκες έξω από το καφενείο. 
«Παππού, κοίτα, ο Φελίπε, γύρισε, τον βλέπω!», του φώναζε και τα μάτια του έλαμπαν από τον ενθουσιασμό. 
     Ο Φελίπε ήταν το άσπρο κουνελάκι που του είχαν χαρίσει πρόπερσι τέτοια εποχή και ο μικρός έπαιζε συνέχεια μαζί του στον κήπο και στο χωράφι όταν ακολουθούσε τον παππού και τον πατέρα του στις δουλειές. Είχε ζήσει μόνο ένα τρίμηνο και πέθανε ξαφνικά. Είπαν στον μικρό ότι έφυγε στο δάσος για να μην τον στενοχωρήσουν. Και τώρα έβλεπε το κουνελάκι του στις σταγόνες της βροχής που όσο και αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να συγκρατήσει στα μικρά του χέρια. Ο παππούς του φόρεσε τα γυαλιά του, που είχε πάντα στην τσέπη του, και προσπάθησε να δει τι εννοούσε ο μικρός. Μάταια. Όσο κι αν προσπαθούσε, δεν έβλεπε τίποτα, δε διέκρινε τη γνωστή φιγούρα του μικρόσωμου ζώου. Όμως κι οι υπόλοιποι θαμώνες του καφενείου, που σίγουρα κάποιοι είχαν ζωηρότερη όραση, δεν είδαν τίποτα. Ο μικρός απογοητευμένος πήγε πάλι πίσω στα υπόλοιπα παιδιά και το έδειξε σε αυτά. Κι αυτά είδαν. Το καθένα είδε όχι τον Φελίπε, αλλά κάποιον που είχε χάσει. Τον παππού, τη γιαγιά, τη μαμά ή τον μπαμπά τους, ακόμα και ένα σκυλάκι ή ένα γατάκι ή κάποιο αγαπημένο τους παιχνίδι. Το κάθε παιδί διέκρινε στις σταγόνες της βροχής που έπεφταν την εικόνα κάποιου που τους είχε λείψει πολύ, που είχαν να δουν καιρό και που αγαπούσαν δυνατά. Η απώλεια και η έλλειψη είχε γράψει διαφορετικά σε κάθε παιδί και οι αντιδράσεις ήταν διαφορετικές. Οι μεγάλοι είδαν ξαφνικά τα παιδιά από εκεί που έπαιζαν και χόρευαν τραγουδώντας να αντιδρούν ξαφνικά και να ξεκινήσουν άλλα τα κλάματα , άλλα τα χαμόγελα, άλλα να πέφτουν σε βαθιά σιωπή, άλλα να φωνάζουν ονόματα που δεν υπήρχαν πια ανάμεσα τους. Ένα μικρό πανδαιμόνιο ξέσπασε κι όσο και αν προσπάθησαν να τα καταλάβουν , δεν είδαν τίποτα όσο κι αν τα παιδιά με αγανάκτηση ούρλιαζαν ότι έβλεπαν μορφές. Η συναισθηματική ένταση κορυφωνόταν και αποφάσισαν το αυτονόητο. Τα πήραν βιαστικά στα σπίτια τους και τα άφησαν να ηρεμήσουν. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει για τρία μερόνυχτα. Μια βροχή δροσερή, μυρωδάτη και άκρως ανακουφιστική. Οι σοδειές θα καρποφορούσαν, τα χώματα θα ξεδιψούσαν και τα πηγάδια θα γέμιζαν πάλι. Α, ναι, και η ζωή θα επέστρεφε στην κανονικότητα, όποια και αν ήταν αυτή. 
     Και όντως, τέσσερις μήνες πέρασαν ήσυχα με άφθονα χαμόγελα στα χείλια και κουβέντες να κυκλοφορούν με θέμα τι άλλο, τη βροχή και το πόσο καλό έκανε. Παντού. Τα παιδιά γύρισαν στο σχολείο και στα διαβάσματα και στα παιχνίδια τους στην πλατεία του χωριού. Οι γονείς στις δουλειές τους στα χωράφια οι περισσότεροι και στα ζώα τους. Όλα ήταν όπως πριν και η αίσθηση της γαλήνης φώλιαζε και πάλι ανενόχλητη στις καρδιές των απλών ανθρώπων. Ή σχεδόν.
    Ξεκίνησε ταυτόχρονα. Τα παιδιά άρχισαν να εκδηλώνουν μια περίεργη συμπεριφορά. Ήταν αφηρημένα, κοιμόντουσαν πολύ και είχαν αρχίσει να κλείνονται στον εαυτό τους. Είχαν αρχίσει να παραμελούν τα μαθήματά τους, ακόμα και οι καλοί μαθητές και μαθήτριες απλά κουβαλούσαν το σώμα τους και τα βιβλία τους στο σχολείο, χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Οι δάσκαλοι κάλεσαν τους γονείς σε συνελεύσεις με την υπόνοια ότι κάτι γίνεται στο σπίτι. Οι γονείς πάλι πίστευαν ότι κάτι γίνεται στο σχολείο γιατί είχαν παρατηρήσει ότι δεν έτρωγαν πολύ, δε διάβαζαν, δεν έπαιζαν, κλείνονταν στο δωμάτιό τους με τις ώρες και το μυαλό τους ταξίδευε πάντα αλλού. Μετά από καμιά βδομάδα, ξεκίνησαν οι διάλογοι. Τα παιδιά όταν κλείνονταν στο δωμάτιό τους μίλαγαν με κάποιον δυνατά. Ολόκληροι διάλογοι πλέκονταν και, όταν έμπαιναν μέσα να δουν τι γίνεται, εκείνα σταματούσαν. Αυτό γινόταν και στα διαλείμματα αλλά και στην ώρα της γυμναστικής. Με το ίδιο αφηρημένο ύφος που είχαν όλο αυτό το διάστημα συνομιλούσαν με φανταστικούς και αόρατους ανθρώπους και ήταν άκρως απορροφημένα σε αυτή τη διαδικασία. Αρχικά δεν αποκάλυπταν τους συνομιλητές τους αλλά όταν το έπραξαν γονείς και δάσκαλοι σοκαρίστηκαν. Μιλούσαν με τον Φελίπε το κουνελάκι, τον παππού ή τη γιαγιά που είχαν φύγει από τη ζωή, γονείς αλλά και τα αγαπημένα τους παιχνίδια. 
      Η βραδιά της βροχής έμοιαζε να επαναλαμβάνεται με τρομακτικές διαστάσεις. Εκείνη τη νύχτα απλά έβλεπαν στις σταγόνες τους αγαπημένους τους. Τώρα πλέον τους μιλούσαν και από ότι φαίνεται υπήρχαν και αποκρίσεις στα λεγόμενά τους αυτά. Τρομοκρατημένοι οι μεγάλοι φώναξαν το γιατρό ο οποίος μετά από λεπτομερή εξέταση των παιδιών τηλεφώνησε στο φίλο του και νευρολόγο Σμιτς που έμενε τρία χωριά πιο κάτω. Εκείνος με τη σειρά του ήρθε με τον ψυχίατρο του νοσοκομείου όπου δούλευε. Οι τρεις τους εξέτασαν ενδελεχώς τα παιδιά και δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε κάποια καθαρή διάγνωση. Όλες οι εξετάσεις τους ήταν φυσιολογικές. Αδυνατούσαν να κάνουν τη σύνδεση. Οι εξετάσεις πολλαπλασιάζονταν, ο χειμώνας συνέχιζε με τα κρύα, τις βροχές και το βαρύ κλίμα στο χωριό. Τα παιδιά συνέχιζαν να μιλάνε με τους αγαπημένους τους νεκρούς αλλά τώρα πια είχαν αποκτήσει και ένα είδους εσωτερικής ισορροπίας. Ενώ αρχικά τα ένιωθες να κλείνονται στον εαυτό τους και να θέλουν να το κρατήσουν μυστικό όλο αυτό, τώρα πλέον ήταν κάτι που γινόταν ελεύθερα και ανοιχτά. Σταδιακά είχαν επιστρέψει στους παλιούς τους εαυτούς και ασχολίες. Συγκεντρώνονταν περισσότερο στο σχολείο και στα μαθήματά τους. Το χαμόγελο είχε επιστρέψει στα χείλια τους και μιλούσαν ανοιχτά για τις κουβέντες που είχαν. Στο οικογενειακό τραπέζι θα ακούγονταν φράσεις, όπως : «Ο παππούς το ξέρει ότι δεν έφταιγες εσύ μπαμπά που έφυγε. Ήθελε να το ξέρεις», ή « ο Φελίπε δεν έφυγε αλλά δεν πειράζει που δε μου το είπατε» ή ακόμα «Μαμά, ο μπαμπάς σε έβρισκε πάντα όμορφη αλλά δεν έβρισκε τα λόγια να στο πει». Τέτοιες κουβέντες που έβγαιναν ξαφνικά , έκαναν τα πιρούνια να πέσουν κάτω απότομα, τα δάκρυα να κυλήσουν και να πέσει σιωπή. Όσο απόκοσμο κι αν ήταν στην αρχή ,  πέρασε στη δίνη της συνήθειας, έγινε ένα κομμάτι της καθημερινότητας και μάλιστα κάτι που σχεδόν το λαχταρούσαν οι μεγάλοι. «Δε σου είπε τίποτα ο παππούς σήμερα ;» ή « Τι είπατε σήμερα με τον μπαμπά; Είπε κάτι για μένα;» 
     Εκείνη η πρώτη η βροχή είχε φέρει μια τόσο μεγάλη αναστάτωση αλλά και μια αφύσικη ηρεμία στις σχέσεις των ανθρώπων. Πλέον, μπορούσαν να δουλέψουν το παρελθόν μέσα τους και να μαλακώσουν τα σκληρά συναισθήματα της απώλειας και των εκκρεμοτήτων. Τα παιδιά ένιωθαν καλά με τον καινούργιο τους ρόλο και φυσικά για αυτά είχε εξελιχθεί σε κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Οι γονείς, βλέποντας αυτήν την τροπή, ζήτησαν από τους γιατρούς να αποχωρήσουν. Το είχαν αποδεχθεί  και δε ζητούσαν να ταλαιπωρούνται περισσότερο με εξετάσεις τα παιδιά, αν και το κυριότερο ήταν ότι δεν ήθελαν να αλλάξει κάτι. Ήθελαν να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν, με  πρόσβαση  στη γέφυρα της ζωής και του θανάτου. Ένιωθαν γαλήνη και εξιλέωση. 

    Κι έτσι οι γιατροί έφυγαν με την υπόσχεση ότι θα επιστρέφουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα για να επιβλέπουν την κατάσταση. Κατά βάθος, ήθελαν να δώσουν λίγο περισσότερο χρόνο για να κλείσουν οι πληγές και να επουλωθούν τα όποια τραύματα. Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν ήξερε αν το μυστήριο φαινόμενο αυτό θα είχε διάρκεια.

WAITING FOR THAT RAIN...

     

 Everyone was down on their knees and they were crying. All the villagers were gathered in the square. They could not believe in what has started out as a whistle, like a careless knock out of a child’s hand on the windows and the terraces, as if something was eager to get in from the drapes to the rest of the house and stay there.  It had come when most of them had already forgotten about its image and sound. Still, the rain had come after a year and a half. The villagers in their nightgowns were at the square just as if it made it more official for them and it wouldn’t change its mind and go away. The church bells and the siren of the fire station banged frantically. Everyone with their hair uncombed and their eyes swollen from the sleep and the tears were down on their knees as if something deep inside them had been awakened and it was difficult to believe. 

The raindrops were fiercefully falling and they tore the sky in two with the lightings and the thunders. They fell with such force that they formed small ponds and ditches that the dry soil greedily sipped. The children danced barefoot and opened their mouths to swallow the drops. The small village, whose crops and cultivations had been destroyed, experienced an after midnight pagan feast. The forces of nature had finally shown some mercy on them. The ground would gradually give back its fruit that now only counted its wounds from thirst. 
The first one to notice was small Mario who immediately ran to tell his grandfather.  While dancing with the other kids, carried away by the excitement of the grownups, he stopped, spread his  little hands and got a closer look at the drops, something that the others had done but none of them had seen what made his eyes roll. 
“Grandpa, grandpa, look” he screamed and fell in the elderly skinny man’s arms, who almost fell on the plates of the café. “Grandpa, look. Felipe is back, I see him”, he shouted and his eyes sparkled in excitement. Felipe was the small white rabbit that they gave him the year before and the boy played with it all the time in the garden and in the field when he followed his father and grandfather to work. It only lived for three months and suddenly died. They told the boy that it ran to the forest in order not to upset him. And now he saw the rabbit in the raindrops which, no matter how hard he tried, he could not hold in his tiny hands. His grandfather put on his glasses that always kept in his pocket, and tried to figure out what the kid was saying. But it was in vain. As much as he tried, he could not see a thing, he could not make out the familiar figure of the small animal. But even the rest of the people at the café, who some had more vivid vision, did not see a thing. The boy got disappointed and returned to the other children and showed them. And then, they saw it. Each one saw not Felipe but someone or something   they had lost, grandpa, grandma, their mother or father, even a small dog or cat or a favorite toy. Each child saw in the raindrops that fell the image of someone they had missed, someone dear that they had not seen in a long time. The lack and loss had left their mark differently in each kid and their reactions varied. The grownups saw the children  stop playing and dancing  suddenly and reacting by crying or smiling or falling into deep silence or shouting out names that no longer existed. A small pandemonium broke out and as much as they wanted to understand them, they did not see the figures that the children were indignantly screaming about. The emotional tension was reaching its peak and they decided to act logically. They hastily took the children home and let them calm down. The rain kept on falling for three days and nights. A rain that was refreshing, fragrant and extremely soothing. Their crops would give fruits, the soils would forget their thirst and the wells would be full of water again. Oh yes, life would return to normality, whatever that might be.
      And so, four months passed by peacefully with smiles and conversations about the rain and its benefits on everything. The kids went back to school and their homework and games at the village’s square. Their parents returned to their works in the fields and most of them to their cattle. Everything returned to normal and that sense of calmness nested again undisturbed in the hearts of simple men, or at least it seemed so. 
     It started simultaneously. The children started behaving in a strange way. They were abstracted, slept much more and began to become introvert. They had begun to neglect their schoolwork, even the good students just carried their bodies and books to school with no interest at all. The teachers called the parents for a talk under the suspicion that something was going on at home. The parents, on the other hand, believed that something was going on at school because they had lost their appetite and the mood for playing, they were locked in their rooms for hours and they were absentminded. After a week, the dialogues started. The children when they were locked in their rooms, they were talking to someone loudly. Entire dialogues were taking place and when the parents entered to check them out, the children stopped. The same happened in the school breaks and the training time. The children, with the same abstract look they had all this time, were talking to imaginary and invisible people and were highly absorbed in this process. At first, they would not reveal these people but when they did their parents and teachers were shocked. They talked to Felipe, the bunny, the grandpa or grandma who had passed away, parents and beloved toys. 
    The night of the rain seemed to be repeated in terrifying dimensions. On that night they just saw their beloved ones. Now they talked to them and it seemed that there were responses to their sayings. The grownups got terrified and called the doctor who, after he examined the children in great detail, phoned his friend and neurologist Smits who lived three villages away. He came with the psychiatrist of the hospital where we worked. The three of them examined thoroughly each one of the children and were not able to reach a conclusion. All their tests were normal. They were not able to see the connection. The tests multiplied, the cold winter continued with the rains and the dark mood in the village. The children kept talking with their beloved deceased but now they had a kind of inner balance. While at first you could see them shut down in themselves and want to keep it a secret, now it was something that was freely and openly done. They had gradually returned to their old selves and habits. They concentrated more on their schoolwork. The smile was back on their faces and they talked openly about the conversations they had. At the family table, you could hear phrases like: “Dad, grandpa knows that his death was not your fault. He wanted you to know that”, or “Felipe didn’t go away but it is all right that you didn’t tell me”, or even “Mum, Dad always thought that you are beautiful but he could not find the words to say so”. Phrases like that that came out suddenly, made the forks fall down and the tears roll down and the silence spread around. At first it felt so eerie but as time went by, it became a habit, a part of everyday life and in fact something that the grownups longed for. “Didn’t grandpa say anything today?”, or “What did you talk about with Dad today? Did he say anything about me?” 
    That first rain had brought such a fuss but also an unnatural serenity in relations.  Now, they could work on their past inside them and soften the harsh feelings of loss and unfinished businesses. The children felt comfortable with their new role and it was now something completely normal. The parents, witnessing this fact, asked the doctors to leave. They had accepted it and they didn’t want the children to suffer with more tests, but deep inside they didn’t want anything to change. They wanted the things to keep exactly the same, with an access to the bridge of life and death. They felt peace and atonement. 

      So the doctors left with the promise that they would return on a regular basis to monitor the situation. Basically, they wanted more time for the wounds to heal. Anyway, nobody knew if that mysterious phenomenon would last.