Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 11: ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Ξεκλείδωσε και μπήκε στο σπίτι. Στην κουζίνα είχε φως. Βρήκε τη Σύλβια να γράφει κάτι σε ένα παλιό τετράδιο.
«Καλώς τον», του είπε, βγάζοντας τα γυαλιά της που είχε για να βλέπει κοντά. «Κάνω επανάληψη. Μου έμαθε κάτι καινούργιες λέξεις ο Τάτσουο σήμερα και με δυσκολεύουν. Αν θες, έχει μείνει λίγη πίτα στο ψυγείο, την κράτησα ειδικά για σένα», είπε και φόρεσε πάλι τα γυαλιά της και κατέβασε το βλέμμα της στο τετράδιο.
Ο Χάρης έβαλε ένα ποτήρι παγωμένο νερό από το ψυγείο και κάθισε δίπλα της. Άφησε τα κλειδιά του σπιτιού πάνω στο τραπέζι. 
« Σε ευχαριστώ για την πίτα αλλά δε θα την τιμήσω απόψε», της είπε και την κοίταξε έντονα.
Η Σύλβια έβγαλε τα γυαλιά της και τα άφησε δίπλα στα κλειδιά. Έκλεισε το τετράδιο.
«Φεύγεις απόψε;”
«Ναι, θα μαζέψω τα πράγματά μου και θα σου αφήσω σε ένα φάκελο τις οικονομικές εκκρεμότητες του μήνα. Σε ευχαριστώ για όλα από καρδιάς», της είπε με συγκρατημένη συγκίνηση. 
«Ο Τζόναθαν θα στενοχωρηθεί. Κι όχι τίποτα άλλο, δεν προλάβατε να πάτε και για ψάρεμα με τη βάρκα. Τόσο κόπο κάνατε για να τη φτιάξετε. Κάτσε να τον ξυπνήσω να σε χαιρετήσει», είπε και σηκώθηκε.
«Δεν είμαι καλός στους αποχαιρετισμούς, Σύλβια. Χαιρέτησέ τον από μένα και πες το και στα δίδυμα. Ήσουν πολύ καλή μαζί μου», της είπε και την αγκάλιασε αυθόρμητα. «Θα έρθει η Μπράνκα από εδώ, δεν της το είπα, θα το καταλάβει», της είπε και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό του. 
Η Σύλβια έμεινε ακίνητη. 
«Θα πάω στο δωμάτιό μου, γιατί κι εγώ δε νιώθω καλά με τους αποχαιρετισμούς. Θα δώσω το κομμάτι σου στη μικρή όταν έρθει. Καλή τύχη, Χάρη, και να προσέχεις.»
Μάζεψε τα ρούχα του στο σάκο του και το κουτί με το αρχείο των εφημερίδων. Άφησε το μανό της Μπράνκα στο κρεβάτι και της έγραψε σε ένα χαρτί : « cuide- se bem». Αν θυμόταν καλά, σήμαινε «να προσέχεις» ή κάτι αντίστοιχο. Του το έλεγε συχνά όταν έφευγε για τη δουλειά και την άφηνε στο κρεβάτι να χουζουρεύει σα γατί. Άφησε τα λεφτά στο τραπέζι της κουζίνας. Η Σύλβια είχε πάει στο δωμάτιό της με το τετράδιό της. 
Βγήκε στη δροσερή νύχτα και κατευθύνθηκε προς την Κέιβρουντ για να φτάσει στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό. Ένιωσε την ψύχρα σε όλο του το κορμί. Ήταν σαν να τον ξυπνάει από έναν ύπνο πολύ βαθύ. Το κτίριο της Σιέρρα φαινόταν επιβλητικό. Του έριξε μια τελευταία ματιά. Υπολόγιζε να φτάσει με γρήγορο βηματισμό σε κανένα τέταρτο. Του άρεσε η αίσθηση που του άφηνε ο κεντρικός σταθμός.
Ένα παμπάλαιο αψιδωτό κτίριο με κόσμο να πηγαινοέρχεται όλο το εικοσιτετράωρο, ένας χώρος υποδοχής ταξιδιωτών και συναισθημάτων. Αναγγελίες από μεγάφωνα, αγκαλιές και αποχωρισμοί, βαλίτσες, αφίξεις και αναχωρήσεις, βαγόνια που κλείνουν και ανοίγουν με θόρυβο τις πόρτες τους, χαμόγελα και δάκρυα, χέρια που μένουν στον αέρα σε ημιτελείς χαιρετισμούς. Για τον Χάρη ένας τόπος γαλήνης. Κατευθύνθηκε προς το μεγάλο πίνακα ανακοινώσεων στη μέση της αίθουσας. Έπρεπε να διαλέξει προορισμό. Κι εκεί τα έχασε τελείως. Ο ηλικιωμένος εφημεριδοπώλης του Κάρθαπαρκ  στεκόταν ήδη εκεί και τον κοιτούσε έντονα, λες και τον περίμενε. Μα, δεν ήταν η μέρα της εβδομάδας που μοίραζε την έκδοσή του. Κι εκτός αυτού, δεν είχε καν τις εφημερίδες του μαζί. Μα, τι στην ευχή γύρευε εδώ; Όχι, δεν υπήρχε λόγος να είναι καχύποπτος. Βρισκόταν στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό. Το πιο πιθανό ήταν να περιμένει κάποιον. Μια φωνή, βέβαια, μέσα του τον προειδοποιούσε ότι δεν ήταν αυτός ο λόγος. Ο Χάρης τον πλησίασε και μπόρεσε να διακρίνει τη νευρικότητά του ηλικιωμένου. Ο Χάρης του έκανε ένα νεύμα χαιρετισμού.
«Με συγχωρείτε, αλλά μου ζήτησαν να σας μεταφέρω ένα μήνυμα. Ξέρετε ποιοι» του είπε κομπιάζοντας ο εφημεριδοπώλης.
«Μα πού ήξεραν ότι θα περνούσα από εδώ σήμερα στο ρεπό μου;» αναρωτήθηκε φωναχτά.
«Αυτό δεν το ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι σας περιμένουν στο σταθμό της Ταμαρίνια, όπως τότε. Θέλουν να σας μιλήσουν για το ταξίδι σας που ολοκληρώθηκε. Δε γνωρίζω τίποτε άλλο, καλό σας βράδυ», του είπε βιαστικά και χάθηκε στο πλήθος.
Ο Χάρης έμεινε για λίγο διστακτικός. Τον είχαν ξαφνιάσει για άλλη μια φορά οι κοστουμαρισμένοι κύριοι με τις μάσκες αλόγου. Αναρωτήθηκε τι να τον ήθελαν αυτή τη φορά. Θα τον έβαζαν να περάσει άλλη μια δοκιμασία για την αποτυχία του ή ετοιμάζονταν να του κάνουν κήρυγμα για το ότι τα είχε κάνει θάλασσα και αυτή τη φορά; Όσο περίεργος κι αν ήταν, δεν υπήρχε περίπτωση να πέσει ξανά στην παγίδα τους. Ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν, δεν περίμενε από δύο άσχετους γραφειοκράτες να του κάνουν ψυχανάλυση. Ναι, ήταν ένας τυχοδιώκτης, αποτυχημένος και δειλός τύπος. Ναι, ήταν αδύναμος. Αλλά δεν είναι όλοι σούπερ ήρωες με τον μανδύα της τελειότητας σε αυτήν τη ζωή. Ναι, το έβαζε στα πόδια γιατί δεν μπορούσε να διαχειριστεί την αλήθεια της πραγματικότητας με όλες τις επιπτώσεις της. Και φυσικά, όσα χιλιόμετρα μακριά κι αν δραπέτευε, δεν τον έκαναν να απομακρυνθεί από τον εαυτό του, αυτό τον τόσο δυσλειτουργικό που δεν μπορούσε να τιθασεύσει και να συγχωρέσει. Ναι, είχε μόλις σημειώσει άλλη μια ήττα και ακόμη μια φυγή στο δικό του εσωτερικό τετράδιο.

Βαθιά ανάσα. Προχώρησε προς τις αποβάθρες. Άλλη μια καινούργια πόλη τον περίμενε κάπου στη νύχτα κι ίσως άλλη μια ευκαιρία εσωτερικής συμφιλίωσης. Μπήκε στο πρώτο βαγόνι που ήταν έτοιμο για αναχώρηση. Δεν ήταν σίγουρος για τον προορισμό του. Ποτέ δεν ήταν. 

THE VOLUNTEER 11: CLOSURE

He unlocked the door and stepped into the house. There was light in the kitchen. He found Sylvia writing something in an old notebook.
“Oh, hi there”,she told him, taking off her glasses. “I am revising. Tatsuo taught me some new words today and they are really difficult. There is some pie left in the fridge, if you like, I kept it especially for you” she said and put on her glasses again and lowered her gaze in the notebook.
Harry served him a glass of cold water from the fridge and sat beside her. He left the keys of the house on the table.
“Thank you for the pie but I think I will pass” he told her and stared at her.
Sylvia took off her glasses and left them by the keys. She closed the notebook.
“Are you leaving tonight?”
“Yes, I am going to pack my things and leave you the money for the month in an envelope. Thank you for everything from the bottom of my heart” he told her with restrained emotion.
“Jonathan will be upset. You never went fishing with the boat. You went into such trouble restoring it. Oh, I am going to wake him up to tell you goodbye” she said and stood up.
“I am not that good at goodbyes, Sylvia. Give him my regards and tell it to the twins as well. You have been very good to me” he told her and spontaneously hugged her. “Branca will drop by, I haven’t told her, she will figure it out” he told her and moved towards his room.
Sylvia stood still. 
“I will go to my room because I am not that good at goodbyes either. I will give her your piece of pie, when she comes. Good luck Harry and take care”.
He put his clothes in his pack and the box with the newspapers he collected. He left Branca’s nail polish on the bed and wrote her a note: “cuide- se bem”. If he remembered correctly, it meant “take care” or something like that. She often told him that when he was leaving for work letting her snooze in his bed like a cat. He left the money on the kitchen table. Sylvia had gone to her room with her notebook.
He stepped into the cool night and headed for Caveroad to reach the central train station. He felt the chill all over his body. It was like waking up from a deep sleep. The Sierra building looked imposing. He gave it a last look. He estimated reaching the station within fifteen minutes with a quick pace.
He enjoyed the aftertaste that the station left him. A very old arched building with people coming and going twenty- four seven, a place to welcome travelers and feelings. 
Announcements from the loudspeakers, hugs and separations, suitcases, departures and arrivals, wagons that open and close their doors in great fuss, smiles and tears, hands that stand still in the air in uncompleted greetings. For Harry this was a place of serenity. He headed to the big destination board in the middle of the room. He had to choose one. And there, he completely lost it. The elderly news dealer of Karthapark was already standing there staring at Harry, as if he was waiting for him. It was not the day of the week to give away his newspapers. Besides, he didn’t even have them with him. What on earth was he doing here? No, there was no reason to be suspicious. He was at the central railway station. Most likely, he was waiting for someone. Of course, a voice, deep inside him, warned him that this was not the reason. Harry approached him and was able to see the nervousness of the old man. Harry nodded. 
“Excsuse me, but they asked me to deliver you a message. You know who” the news dealer said reluctantly. 
“But how did they know that I was going to be here today on my day off?” he wondered.
“I don’t know that. All I know is that they are waiting for you at Tamarinia station, like before. They want to talk to you about your journey that has been completed. I don’t know anything else, good night” he hastily said and lost in the crowd. 

Harry stood hesitantly for a while. The gentlemen in costumes and horse masks had surprised him once more. He wondered what they wanted this time. Would they have him pass another test for his failure or were they about to preach him that he had completely messed things up once more? As curious as he might be, there was no way of stepping into their trap again. He knew exactly who he was, he didn’t wait for two morons bureaucrats to psychoanalyze him. Yes, he was an adventurer loser, coward guy. But not everyone is a super hero with the cloak of perfection in his life. Yes, he was running away because he could not handle the truth of reality and its consequences. And of course, despite how many miles he ran, he could not escape himself, the so dysfunctional one that found so difficult to tame and forgive. Yes, he had scored another defeat and another runaway in his notebook. Deep breath. He walked towards the train platform. Another new city was waiting for him somewhere in the night, and maybe another chance for internal reconciliation. He was not sure about his destination. He never was. 

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 10: Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Εννοείται ότι το είχε σκυλομετανιώσει που κατέβηκε στην τουαλέτα του μπαρ. Αν δεν είχε πάει, δε θα βρισκόταν τώρα πίσω από το τιμόνι με αυτήν τη διαβολεμένη βροχή που δεν έλεγε να κοπάσει. Δε θα βρισκόταν αντιμέτωπος με το παρελθόν του, αλλά το πιθανότερο με ένα δεύτερο ποτήρι μπύρας κερασμένο από τον Κέβιν, χαζεύοντας την Μπράνκα να πηγαινοέρχεται με το δίσκο. Αλλά κατά βάθος το ήξερε ότι παραμύθιαζε τον εαυτό του. Όπου κι αν βρισκόταν, θα ερχόταν κι αυτή η στιγμή. Το έβλεπε καθαρά τώρα. Όλα αυτά τα ταξίδια στο χρόνο τόσο καιρό ένιωθε ότι τον προετοίμαζαν για αυτό. Το ταξίδι της ζωής του ήταν αυτή η νύχτα. Τώρα που ξαναγύριζε στο πιο ζόρικο δίλημμα της ζωής του τι θα έκανε; Πώς θα το διαχειριζόταν; Και φυσικά, για να γίνουν τα πράγματα ακόμα πιο περίπλοκα είχε γυρίσει πίσω στο χρόνο τη στιγμή που δεν έπρεπε. 
Μόλις είχε ακούσει αυτόν τον απόκοσμο ήχο από το εμπόδιο πάνω στο οποίο είχαν βρει τα λάστιχά του. Έβγαλε μια κραυγή κι άρχισε να χτυπάει με λύσσα με τα χέρια του το τιμόνι. Τα χέρια του ήταν παγωμένα και ιδρωμένα ταυτόχρονα. Όταν πέρασε αυτή η έκρηξη απόγνωσης, πήρε μια βαθιά ανάσα κι έσβησε τη μηχανή. Δε χρειαζόταν καν να βγει από το αυτοκίνητο. Ήξερε πολύ καλά τι τον περίμενε εκεί πίσω και δεν ήθελε να το αντικρύσει ξανά. Ήξερε πολύ καλά αυτή τη σκηνή της ταινίας και το μόνο που ήθελε ήταν να την τρέξει στο fast forward. Είχε σκεφτεί στο παρελθόν άπειρες φορές αυτήν τη σκηνή, τι θα έκανε αν του δινόταν η ευκαιρία ξανά, τι θα έκανε αν την ξαναζούσε και τώρα επιτέλους βρισκόταν πολύ κοντά στο να τα κάνει όλα σωστά. Ακουγόταν μόνο ο μεταλλικός ήχος της βροχής στο καπό και στα τζάμια μαζί με τις σκέψεις του. 
Τέλος χρόνου. Έστριψε το κλειδί στη μηχανή κι έβαλε μπρος. Και τόσο απλά, βρέθηκε να γυρίζει το πόμολο της πόρτας της τουαλέτας στο μπαρ του Κέβιν. Toυ πήρε λίγο χρόνο να συνηθίσει το πρώτο σοκ της επιστροφής. 
Ανέβηκε μουδιασμένος τα σκαλιά. 
 Ο Κέβιν του είχε ήδη σερβίρει τη δεύτερη μπύρα του.
«Τι έγινε; Μοιάζεις σαν να είδες φάντασμα εκεί κάτω.»
«Μμ.. ναι, θα μπορούσες να το πεις και έτσι», του απάντησε κοφτά, ήπιε μονορούφι τη μπύρα του νιώθοντας τη δροσιά της σε όλο του το σώμα που το ένιωθε να πάρει φωτιά. Έβγαλε ένα τσαλακωμένο  χαρτονόμισμα από την τσέπη του και το άφησε πάνω στην μπάρα.
«Καλό βράδυ, Κέβιν», του είπε σχεδόν ψιθυριστά και πήγε προς την πόρτα.
«Να προσέχεις φιλαράκο, θα τα πούμε την άλλη βδομάδα», του είπε ο Κέβιν καθώς άναβε το τσιγάρο του. 
«Ε, για πού το έβαλες; Σε ένα μισάωρο σχολάω», του είπε παραπονιάρικα η Μπράνκα, πιάνοντάς τον τρυφερά από το μπράτσο. 
«Θέλω να πάρω λίγο αέρα, θα περπατήσω μέχρι το σπίτι», της είπε και τη φίλησε δυνατά στο στόμα. 
Άνοιξε την πόρτα του μπαρ και βγήκε στην καθαρή νύχτα. Είχε πάρει την απόφασή του, όπως τότε, εκείνη τη νύχτα.
Τότε είχε κάνει το ίδιο. Είχε πάρει την απόφαση να  φύγει όσο πιο μακριά γίνεται. Ενστικτωδώς είχε οδηγήσει μέχρι το σταθμό των λεωφορείων όπου και άφησε το αυτοκίνητό του και πήρε το πρώτο πούλμαν που έφευγε άμεσα. Ο προορισμός του ήταν αδιάφορος, η φυγή ήταν ο μοναδικός σκοπός. Το πούλμαν ήταν σχεδόν άδειο λόγω της ημέρας. Δε θυμόταν καν πού έκανε τέρμα μετά από ώρες. Θυμόταν μόνο την αναθεματισμένη τη βροχή. Εξαντλημένος, είχε κοιμηθεί σε ένα άθλιο μοτέλ σε μια πόλη που δεν είχε ξανακούσει. Είχε βγει να πάρει τσιγάρα σε ένα κιόσκι και έμεινε να δει τις ειδήσεις που έτρεχαν στη μικρή οθόνη του καταστήματος. Μόνο τρόμος τον έτρωγε μήπως ακούσει κάτι για το περιστατικό, αν έλεγαν κάτι για κάποιον άγνωστο άντρα που βρέθηκε νεκρός έξω από μπαρ, ή αν είχαν τη δική του φωτογραφία και τον αναζητούσαν για φόνο και εγκατάλειψη του θύματος. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν μπορούσε να πιάσει ξανά τιμόνι. Τον πρώτο καιρό είχε τις κεραίες του τεντωμένες. Περίμενε την τιμωρία του που δεν ερχόταν. Άφησε σταδιακά την παλιά του ζωή πίσω σε εκείνο το βράδυ και άρχισε να περιπλανιέται από πόλη σε πόλη με πούλμαν και με τρένα ή μετρό. Δεν έπιασε ποτέ τιμόνι μετά από εκείνη τη νύχτα. Πάντα διάβαζε ειδήσεις με το φόβο μήπως αναφερθούν σε εκείνη τη νύχτα και πάντα κοίταζε πίσω του μήπως τον παρακολουθούν και τον συλλάβουν. Άρχισε να συλλέγει τις ολιγοσέλιδες χειροποίητες εφημερίδες από τις πόλεις όπου περνούσε και να τις αποθηκεύει στο  κουτί του. Άλλαζε πόλεις και προσωπικότητες. Έβρισκε ευκαιριακές δουλειές που δεν είχαν ιδιαίτερες απαιτήσεις. Έφτιαχνε ευκαιριακές σχέσεις και δεσμούς με συγκάτοικους και αιθέριες υπάρξεις με τις οποίες μοιραζόταν το κρεβάτι του, κρατώντας το μεγαλύτερο κομμάτι του κόσμου του κλειδωμένο.
Ο χρόνος περνούσε και είχε καταφέρει να εξαφανιστεί από τον παλιό του εαυτό, την παλιά του μισητή δουλειά, τον πατέρα του. Κρατούσε μια τηλεφωνική επαφή με τη μητέρα του αλλά κι αυτή ήταν εξαιρετικά αραιή. Είχε υψώσει ένα τοίχος και ήταν λίγο απόμακρος, δαμάζοντας τη μοναξιά του. Πολλές φορές αναρωτιόταν τι να απέγινε αυτό το αντρικό σώμα. Ήταν νεκρός κι αν ναι, τον είχε σκοτώσει ο ίδιος ή είχε γίνει το κακό νωρίτερα; Τον είχαν αναγνωρίσει, ποιος να ήταν άραγε, δεν τον έψαξαν οι γνωστοί του ή οι φίλοι του; Δεν μπορεί να μην είχε ανακοινωθεί κάπου το περιστατικό, αλλά όσο κι αν πάλεψε δεν έβγαλε άκρη. Είχε καταλήξει ότι ο άντρας ήταν ένας άστεγος, ένας άγνωστος σε μια μεγάλη πόλη για τον οποίο κανείς δεν έδινε δεκάρα και του οποίου τα στοιχεία κανείς δε γνώριζε. Αυτή η αλήθεια τον βόλευε περισσότερο και αυτήν καλλιεργούσε μέσα του εδώ και τόσο καιρό. 
Ναι, σίγουρα, αν τα έβαζε κάτω ήταν δειλός και σίγουρα τομάρι, ένα κάθαρμα. Τα είχε σκατώσει τότε αλλά ξέφυγε από την τιμωρία, σαν το μικρό παιδί που κάνει τη ζαβολιά και τη βγάζει καθαρή. Τον βόλεψε η ιστορία. Ναι, καιρός ήταν να το παραδεχτεί. Τώρα πάλι έφευγε. Θα μπορούσε να είχε κάνει το σωστό αλλά και αυτή τη φορά επέλεξε τη φυγή. Είχε ενοχές; Βέβαια, άπειρες, αλλά ταυτόχρονα υπήρχε και μια περίεργη αίσθηση ελευθερίας στον πάτο του βαρελιού όπου είχε βουλιάξει.

Περπατούσε αργά προς το σπίτι. Είχε πάρει τη συνηθισμένη του διαδρομή. Μπόουβιλ, μια πόλη που πραγματικά είχε αγαπήσει αληθινά. Τη χάζευε τώρα στη νυχτερινή της εκδοχή και την απολάμβανε. Έκανε ένα νεύμα χαιρετισμού στο νεαρό που ερχόταν προς το μέρος του που είχε βγάλει το σκύλο του βόλτα. Η πόλη πήγαινε για ύπνο. Οι θόρυβοι είχαν κοπάσει και τα φωτισμένα παράθυρα στις πολυκατοικίες ήταν λιγοστά. Ναι, αποχαιρετούσε με αυτήν τη βόλτα άλλη μια πόλη, όπως και τόσες άλλες, που δεν μπόρεσε να τον κρατήσει. Ένιωθε αγρίμι που δεν μπορούσε να ησυχάσει πουθενά. Πέρασε από το σκοτεινό πάρκο κοντά στο σπίτι. Έβγαλε τα κλειδιά του από την τσέπη. Κουδουνίσανε στα χέρια του. Είχε φτάσει στη γωνία. Είχε πάρει την απόφασή του. Το ταξίδι της ζωής του είχε φτάσει στο τέλος του. 

THE VOLUNTEER 10: THE DECISION

Of course he had regretted going to the bar’s toilet. If he hadn’t gone, now he wouldn’t be behind the wheel with this damn rain that didn’t seem to stop. He wouldn’t be face to face with his past but, more likely, with the second glass of beer, Kevin’s treat, gazing Branca walking around with the tray. But deep inside, he knew that he was just lying to himself. Wherever he was, that moment would come. It was all clear to him now. He felt that all these time travels were just preparing him for this. The journey of his life was that night. Now that he was returning to the most difficult dilemma of his life, what would he do? How would he handle it? And of course, to make things even more complicated, he had turned back in time the wrong moment. 
He had just heard that eerie sound of the obstacle on which his tires had stepped on. He screamed and started furiously hitting the steering wheel with his hands. His hands were sweaty and frozen at the same time. When this despair crisis was over, he took a deep breath and turned off the engine. He didn’t even need to get out of the car. He knew very well what was waiting for him back then and did not want to face it again. He knew that part of the movie very well and the only thing that he wanted was to push the fast forward button. In the past, he had thought about that scene countless times, what he would do if he was given the chance once more, what he would do if he relived it and now he was so close to do everything right. The only thing heard was the metallic sound of the rain on the hood and the windows along with his thoughts. 
Time was up. He turned the key and started the engine. And just like that he found himself turning the doorknob of the toilet’s door at Kevin’s bar. It took him some time to recover the return’s first shock. He staggered as he went up the stairs. 
Kevin had already served him his second beer.
“What happened? You look like you have seen a ghost down there.”
“Hmm… you could say so”, he strictly replied, drank his beer, feeling its coolness all over his body that was on fire. He took a wrinkled banknote from his pocket and left it on the bar.
“Good night Kevin”, he replied almost whisperingly and went towards the exit door.
“Take care buddy, see you next week”, Kevin replied as he lit his cigarette.
“Hey, where are you going? My shift is over in half an hour”, Branca told him crankily, tenderly grabbing him by the arm.
“I want to get some air, I am going to walk to the house” he told her and gave her a passionate kiss on the mouth.
He opened the bar’s door and went into the clear night. He had made his decision, just like that night. 
Back then, he had done the same. He had made the decision to leave as far as he could. He had instinctively driven to the bus station where he left his car and took the first coach. The destination was indifferent, running away was the only purpose. The coach was almost empty due to the day. He didn’t even remember where it stopped after so many hours. He only remembered the damn rain. Exhausted as he was, he had spent the night in a lousy motel in a city he had never heard of. He had gone out to get some cigarettes in a kiosk and he stared at the news on the small shop’s screen. He was filled with terror to hear anything about the incident, if the news said something about a man found dead outside a bar, or if they had his picture accusing him for hit and run and murder. The only thing for certain was that he could not drive again. At first, he had his ears open. He was waiting for his punishment that didn’t seem to come. He gradually left his old life back at that night and he began to wander from city to city by coach, by train or metro. He never touched a steering wheel after that night. He always read the news in fear of mentioning that night and he always looked behind him in case they followed him and arrested him. He started collecting the few-page handmade newspapers from the cities he passed and storing them in his box. He changed cities and personalities. He found occasional jobs with no particular demands. He made opportunistic relationships with roommates and fine ladies with whom he shared his bed, keeping most of his world locked. 
Time passed and he had managed to disappear from his old self, his job that he hated, his father. He kept a telephone contact with his mother but that was extremely sparse as well. He had raised a wall and he was a bit distant, taming his loneliness. He often wondered what happened to that male body. Was he dead and if so, was it him the one who did it or was he dead already? Was he identified, who was he, didn’t his friends and family look for him? The incident must have been reported somewhere but no matter how hard he tried, he didn’t find anything. He had reached the conclusion that the man was homeless, a stranger in a big city for whom nobody gave a damn and whose identity nobody knew. That was the most convenient truth that grew strong inside him. 
Yes, of course, he was nothing but a coward and most definitely a loser, a bastard. He had messed things up back then and never got punished, like a small kid. That story was ideal for him. Yes, it was high time he admitted it. Now, he was escaping once again. He could have done the right thing this time but he still chose to leave. Did he have any regrets? Of course, tons of them, but in the same time there was that strange feeling of freedom at the bottom of the barrel where he had sunk.

He was walking slowly towards the house. He had taken his usual course. Bowieville, a city that he had truly loved. He was looking at her in her late night version and was enjoying her. He made a nod to the young man coming towards him walking his dog. The city was about to go to bed. The noise was reduced and the lights in the windows of the apartment buildings were few. Yes, with this walk he was saying goodbye to another city, like so many others before, that could not keep him. He felt like a wild animal that could not stay still. He passed through the dark park near the house. He took his keys out of his pocket. They were ringing in his hands. He had reached the corner. He had made his decision. The journey of his life had reached its end. 

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 9: ΤΕΛΟΣ ΧΡΟΝΟΥ

Πήρε βαθιά ανάσα και άνοιξε την πόρτα.
Η βροχή έπεφτε με όλο και περισσότερη ορμή, λες και κάποιος το έκανε επίτηδες για να δώσει έναν πιο δραματικό τόνο στη σκηνή.
Τα παπούτσια του τσαλαβουτούσαν στα μικρά ποταμάκια που είχαν σχηματιστεί στο βρώμικο δρόμο.
Κάποιες από τις σακούλες των σκουπιδιών δίπλα στους κάδους είχαν πέσει με την ορμή του νερού και είχαν ανοίξει. Οι σταγόνες χτυπούσαν στα τενεκεδάκια μπύρας και σόδας δίνοντας ένα μεταλλικό τέμπο σε αυτήν την απόκοσμη μουσική.
Η διαδρομή μέχρι το πίσω μέρος του αυτοκινήτου κράτησε μια στιγμή που του φάνηκε σαν να κράτησε για όλη του τη ζωή. Ήταν περίεργο, γιατί όσο ένιωθε ήδη βρεγμένα και κοκαλωμένα τα παπούτσια του και τα ρούχα πάνω του, ένιωθε ταυτόχρονα κι ένα βαθύ κάψιμο που ερχόταν από τα βάθη του εαυτού του. Πρώτη φορά τον έκαιγε τόσο αυτό το χτυποκάρδι και όσο και αν οι κινήσεις του ήταν σχετικά σπασμωδικές και βεβιασμένες, εκείνο το μέρος που του μιλούσε τού φώναζε να το καθυστερήσει όσο μπορεί. 
Ήξερε. 
Δε χρειαζόταν να πάει καν κοντά. 
Προαισθανόταν το κακό. Προαισθανόταν το λάθος.
Είχε φτάσει στη γωνία του αυτοκινήτου.
Όχι, δεν ήταν μια μαύρη σακούλα αυτό που είχε χτυπήσει με την όπισθεν.
Ήταν ένα ανθρώπινο σώμα.
Ένα σώμα πεσμένο μπρούμυτα.
Ακίνητο. 
Τα πόδια ήταν κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου. 
Έμοιαζε με αίμα ένα πιο σκούρο ρυάκι που κυλούσε στο δρόμο.
Ένα αντρικό σώμα που φορούσε ένα μαύρο παλτό.
Ο Χάρης ένιωσε το στομάχι του να ανεβαίνει περίεργα στο στόμα του. Έκανε εμετό. 
Είχε μπλοκάρει. Δε ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει με φυσιολογικούς ρυθμούς. 
Το κεφάλι του ήταν έτοιμο να εκραγεί.
Η βροχή έπεφτε με όλη της τη φόρα στο σκοτεινό στενοσόκακο.
Ήταν μόνος του. Κανείς δεν βρισκόταν εκεί γύρω. 
Οι φίλοι του δεν ήταν κοντά. 
Μόνος του με ένα σώμα που δεν ξέρει αν το έχει τραυματίσει θανάσιμα.
Δεν είχε τη δύναμη να το επιβεβαιώσει.
Είχε πετρώσει στη θέση του.
Άτακτες σκέψεις έρχονταν στο μυαλό του. 
Ήταν σίγουρος ότι όταν πάρκαρε το αυτοκίνητό του δεν υπήρχε κανείς.
Υπήρχε μόνο ο κάδος των σκουπιδιών.
Μήπως ήταν λοιπόν κάποιος άστεγος, κάποιος που ήπιε λίγο παραπάνω και ζαλίστηκε, κάποιος θαμώνας του μπαρ ή κάποιος από το προσωπικό;
Η λογική δε χωρούσε σε αυτή τη στιγμή.
Ήξερε ποιο ήταν το σωστό.
Έπρεπε να καλέσει επειγόντως ένα ασθενοφόρο. 
Ήξερε ποιο ήταν το σωστό αλλά δεν τολμούσε να το κάνει.
Η μικρή λιμνούλα αίματος και η ακινησία εκείνου του ξένου σώματος σε εκείνη την άβολη στάση τον είχε βραχυκυκλώσει.
Φοβόταν. Αυτό ήταν το μέρος μέσα του που του και του έκαιγε όλα τα σωθικά.
Η βροχή δεν είχε σταματήσει να πέφτει.
Μπροστά στο δίλημμα :
«Ηθική ή το βάζω στα πόδια», 
είχε ήδη πάρει την απόφασή του.

THE VOLUNTEER 9: TIME IS UP

He took a deep breath and opened the door.
The rain fell harder as the night went on, as if someone had done it on purpose to give a more dramatic tone to the scene.
His shoes paddled in the small rivers formed on the dirty road. 
Some of the garbage bags by the bins had fallen from the force of the water and had opened. The drops pounded on the beer and soda cans giving a metal tempo to this eerie music. 
The path to the back of the car lasted a moment that seemed like a lifetime to him. It was strange because, even though he already felt his clothes and feet all soaked and drenched on him, at the same time he felt a deep burn coming from the depths of himself. For the first time that heartache burned so much and even though his movements were nervous and hasty, that part of him that spoke to him shouted that he should delay as much as he could.
He knew.
He didn’t even have to go closer. 
He felt the evil. He foresaw the mistake. 
He had reached the corner of the car.
No, it was not a black bag what he had hit when he reversed. 
It was a human body.
A body with the face down.
Still.
His legs were beneath the car.
Α darker stream on the road looked like blood.
A male body dressed in a black coat.
Harry felt his stomach strangely going up his neck. He vomited. 
He was blocked. He didn’t feel his heart beating in a normal rate. His head was about to explode. 
The rain fell in all its harshness in the dark alley. 
He was all alone. Nobody was around there. 
His friends were not close.
He was all alone with a body that he didn’t know if he had fatally injured.
He didn’t have the strength to confirm it. 
He was standing still.
Random thoughts came to his mind.
He was certain that no one was there when he parked his car. 
There was only the trash bin.
So, could he be a homeless guy, someone who had drank too much and felt dizzy, a client from the bar or the staff?
Logic had no place at that moment.
He knew the right thing to do. 
He had to call an ambulance right away.
He knew the right thing but he could not dare it. 
The small blood pond and the stillness of that body in that uncomfortable position had scrambled him.
He was scared. That was the part inside him that burned his guts.
The rain kept falling.
Facing the dilemma:
“Morality or running away”,
he had already made up his mind.

Σάββατο 1 Απριλίου 2017

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ 8: ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΡΗΣΗ

«Στην υγειά σου, Χάρη», είπε ο Κέβιν καθώς τοποθετούσε το ποτήρι της μπύρας στο χάρτινο σουβέρ στον καλογυαλισμένο ξύλινο πάγκο του μπαρ. 
«Σε ευχαριστώ, Κεβ», είπε ο Χάρης και ήπιε μια γενναία γουλιά. 
Πέμπτη βράδυ και το μπαρ ήταν μισοάδειο. Δύο παρέες κάθονταν στα τραπέζια κοντά στο παράθυρο και άλλες δύο στο κέντρο. Στη γωνία του μπαρ ήταν μόνο ο Σεμπαστιάν, ο κολλητός φίλος του Κέβιν, που περνούσε για να πούνε τα νέα τους και να πιει το ρούμι του. Ο Χάρης χαλάρωνε πάντα με το που άνοιγε την πόρτα του μικρού μπαρ , όχι μόνο γιατί χάζευε την Μπράνκα, αλλά γιατί κυρίως ήταν ένας χώρος χαμηλών τόνων. Έπινε την μπύρα του και περίμενε την Μπράνκα να σχολάσει χωρίς να ζορίζεται με την ένταση της μουσικής ή τα αδιάκριτα βλέμματα. Οι θαμώνες ήταν πάνω κάτω οι ίδιοι που ένιωθαν άνετα με τον χαμηλό φωτισμό και τα ξύλινα τραπέζια με τις πράσινες καρέκλες και σκαμπό, ένα μικρό φόρο τιμής στις ιρλανδέζικες ρίζες του Κέβιν. Τον συμπαθούσε πολύ γιατί ήταν λιγομίλητος αλλά πάντα με θετική διάθεση και ζεστό χαμόγελο. Είχε ένα ζευγάρι πεταχτά αυτιά για τα οποία έκανε πλάκα συχνά και μια εντυπωσιακή γενειάδα. 
«Πώς πάνε τα πράγματα;» τον ρώτησε καθώς άφηνε ένα ουίσκι και δύο μπύρες στο στρογγυλό δίσκο. 
«Τα ίδια, αν εξαιρέσεις ότι είχα λίγες μέρες άδεια», του είπε καθώς η Μπράνκα έπιασε το δίσκο, χαρίζοντάς του ένα ζεστό χαμόγελο όλο υποσχέσεις. 
«Δε σε είδα που μπήκες, querido. Ευχαριστώ Κέβιν, όποτε μπορείς μου ετοιμάζεις και δύο τεκίλες για την παρέα στο τέσσερα», μουρμούρισε η Μπράνκα και πήρε το δίσκο, στέλνοντας στον Χάρη ένα κλεφτό φιλί.
Ο Κέβιν άρχισε να ασχολείται με την παραγγελία και το πλύσιμο ποτηριών.
«Μια χαρά, είχες λίγο χρόνο για σένα», του είπε και άρχισε να σιγοτραγουδάει: «See you on Aldebaran, safe on the green desert sand..”
Ο Χάρης έγνεψε καταφατικά. Θα είχαν περάσει δεκαπέντε μέρες από την τελευταία του επιστροφή στο παρελθόν, ίσως και παραπάνω. Ο χρόνος είχε πάρει μια διαφορετική διάσταση και οι μέρες τού φαίνονταν απαράλλακτα ίδιες . Είχε γίνει ανήσυχος και τα βράδια δυσκολευόταν να κοιμηθεί.  Το γεγονός ότι είχε ξεκαθαρίσει το τοπίο του παρελθόντος του τον είχε μπλοκάρει. Ένιωθε σαν θανατοποινίτης που περίμενε τη μέρα της καταδίκης του και τίποτα δεν είχε νόημα πια. Η δική του βουτιά στο παρελθόν τον είχε φέρει ξανά μπροστά σε εικόνες και συναισθήματα που προσπαθούσε χρόνια να τα δουλέψει και να τα τακτοποιήσει εντός του στα σωστά ντουλάπια. Πάλευε με την τιποτένια φύση του εδώ και καιρό και δεν ήταν έτοιμος να την ξαναζήσει. Κάθε μέρα που περνούσε χωρίς φλας μπακ ένιωθε ότι ήταν μια σύντομη νίκη, αλλά το ήξερε ότι ήταν προσωρινό. Σύντομα θα ερχόταν εκείνη η νύχτα να τον παρασύρει σαν ένα τεράστιο κύμα.
Τέλειωσε την μπύρα του χαζεύοντας την Μπράνκα να κάνει τη δουλειά της. Φορούσε εκείνο το μαύρο παντελόνι που του άρεσε. Τόνιζε το μικροκαμωμένο καμπυλωτό της σώμα και πάντα δυσκολευόταν να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Κι εκείνη φυσικά το ήξερε ότι τη χάζευε και περπατούσε όλο σκέρτσο και νάζι φυσώντας την τούφα των μαλλιών που έμπαινε στα μάτια της. Κατέβηκε τα σκαλιά και άνοιξε το φως της τουαλέτας. Ο Κέβιν του είχε πει ότι ένα βράδυ παραλίγο να σκοτωθεί κάποιος σε αυτά τα σκαλιά. Όταν τα κατέβαινε πάντα του ερχόταν στο μυαλό η ιστορία του άτυχου που γλίστρησε και τη γλίτωσε φτηνά με μια διάσειση. Μια μυρωδιά χλωρίνης του γαργάλησε τη μύτη καθώς κούμπωνε τη ζώνη του και ετοιμαζόταν να πλύνει τα χέρια του. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέπτη και άφησε τη βρύση να τρέχει. Έμοιαζε γερασμένος. Ένιωθε γερασμένος. Σκούπισε τα χέρια του και άνοιξε την πόρτα για να ανέβει πάνω στο μπαρ. Κι έτσι απλά, βρέθηκε πίσω από το τιμόνι του αυτοκινήτου του στο στενάκι πίσω από εκείνο το μπαρ. Είχε γυρίσει πίσω  στη σκοτεινή παραμονή Πρωτοχρονιάς, στο βράδυ που άλλαξε ο ίδιος και η ζωή του. Αυτό που φοβόταν ήταν εδώ και έπρεπε να το αντιμετωπίσει για δεύτερη φορά και ίσως να κάνει κάτι για αυτούς. 
Είχε βγει να γιορτάσει με τους φίλους του την αλλαγή του χρόνου στο μπαρ όπου συναντιόντουσαν συνήθως. Έβρεχε από το πρωί. Θυμόταν ότι για αυτόν ήταν άλλη μια χρονιά που προσπαθούσε να συγχωρέσει τον εαυτό του για τη δειλία του. Άλλη μια χρονιά που τον έβρισκε να δουλεύει για τον πατέρα του και άλλη μια χρονιά για να σιχαθεί τον εαυτό του λίγο παραπάνω. Τσουγκρίσανε τα ποτήρια τους και ευχηθήκανε τα καλύτερα, γελάσανε, φλερτάρανε και άκουγαν τις αστραπές και τις βροντές και τη βροχή που δεν έλεγε να σταματήσει. Σαν να είχαν ανοίξει οι ουράνιες βρύσες και να είχαν ξεχάσει να τις κλείσουν. Γύρω στις τέσσερις τα ξημερώματα είπαν να το διαλύσουν. Άλλοι θα συνέχιζαν αλλού, άλλοι θα ακολουθούσαν κάτι αιθέρια νυχτερινά θηλυκά και άλλοι θα πήγαιναν σπίτια τους. Ο Χάρης δεν είχε αποφασίσει ακόμη το δρόμο του. Μπήκε στο αυτοκίνητό που, με τα χίλια ζόρια, είχε βρει να παρκάρει στο στενό δρομάκι κοντά στην πίσω πόρτα του μπαρ, δίπλα στους ξέχειλους κάδους των σκουπιδιών. Τώρα είχαν προστεθεί και μαύρες σακούλες δίπλα στους κάδους, σχηματίζοντας έναν όγκο που θύμιζε ηφαίστειο από μακριά. Η βροχή έπεφτε ανελέητα. Οι υαλοκαθαριστήρες δεν προλάβαιναν να στεγνώνουν τα τζάμια. Έβαλε μπρος και περίμενε να ζεσταθεί λίγο η μηχανή. Δεν είχε πιει πολύ, δεν ήξερε αν ήθελε να περάσει την πρώτη μέρα της καινούργιας χρονιάς δίπλα σε ένα άγνωστο γυναικείο κορμί ή να θολώσει τελείως από το αλκοόλ γυρνώντας στα μπαρ της πόλης. Άκουγε μόνο τον δυνατό ήχο της βροχής στα τζάμια που σχεδόν τα μαστίγωνε και το ρυθμικό ήχο του υαλοκαθαριστήρα. «Άλλη μια καινούργια χρονιά λοιπόν… Για να δούμε τι θα φέρει». Έτριψε τα παγωμένα του χέρια και έπιασε το τιμόνι σφιχτά. Θα αποφάσιζε στη διασταύρωση λίγο πιο κάτω, αν και από τώρα ήξερε ότι μάλλον θα ακολουθούσε τις διαθέσεις εκείνης της λιγομίλητης μελαχρινούλας. Χαμογέλασε σε αυτή τη σκέψη. 

 Όπισθεν να φύγει από το στενό και σχεδόν αμέσως κοκάλωσε. Του κόπηκε η ανάσα. Αυτός ο στριγκός ήχος και το ταυτόχρονο τράνταγμα του αυτοκινήτου έκαναν την καρδιά του να χτυπήσει σαν τρελή. Για λίγα δευτερόλεπτα, που του φάνηκαν τουλάχιστον τρεις ζωές, οι σκέψεις του μπλόκαραν. Δεν μπορεί, έγινε κάτι πολύ λάθος. Δεν μπορεί, δεν ήταν φυσιολογικός αυτός ο θόρυβος και το τράνταγμα. Κι αν…; Μα δε θα το είχε δει βγαίνοντας, αναρωτήθηκε. Με τέτοια βροχή που δε σου αφήνει πολλά περιθώρια για ορατές λεπτομέρειες , μάλλον όχι. Τα χέρια του έτρεμαν πάνω στο τιμόνι και ο ήχος της βροχής τον μπέρδευε ακόμα περισσότερο. Έλα τώρα, τι σκοτεινές σκέψεις είναι αυτές, μια σακούλα σκουπιδιών θα ήταν από τις πολλές δίπλα στους κάδους που την παρέσυρε το νερό. Μια φωνή μέσα του φώναζε ότι έλεγε ασυναρτησίες, αυτός ήταν ένας απόκοσμος ήχος. Έπρεπε να βρει τη δύναμη να βγει από το αυτοκίνητο και να αντικρύσει κατάματα τα πράγματα. Πήρε βαθιά ανάσα και άνοιξε την πόρτα.