Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΚΕΛΥΦΟΣ

Ο απέναντι κάθεται στο παράθυρο και χαζεύει έξω. Όποια ώρα και να κοιτάξω θα έχει το ίδιο απλανές βλέμμα που χάνεται στον ακάλυπτο. Φοράει το ίδιο λευκό φανελάκι που αφήνει τους γέρικους ώμους του ακάλυπτους για να δροσίζεται. Καρφώνει κάπου το βλέμμα του και το αφήνει εκεί για ώρες. Πάνω στο ίδιο στατικό σημείο, που μπορεί να είναι τα κάγκελα, ένα περιστέρι, η υγρασία στον τοίχο, η γλάστρα προβάλλονται οι δικές του εικόνες, οι δικές του σκέψεις. Ότι ώρα και να ανοίξω την κουρτίνα μου θα τον δω εκεί. Στο απέναντι παράθυρο, με το ίδιο αμήχανο βλέμμα. Κάθομαι στο κρεβάτι μου. Είναι πολύ πρωί ακόμα, τώρα χαράζει. Είναι το τρίτο βράδυ που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι σαν έντομο που το βασανίζουν παιδιά σε αλάνες. Με πνίγει η ζέστη, η άπνοια, τα προβλήματα, οι λογαριασμοί που δεν έχουν μείνει στην πόρτα αλλά έχουν τρυπώσει με θράσος. Αφήνω το παράθυρο ανοιχτό να μπαίνει το πρώτο φως μέσα στο δωμάτιο. Μέσα στη φωλιά μου. Σε ένα κέλυφος ασφαλείας που έχω δημιουργήσει πλασματικά για να μπορώ να αντιμετωπίζω την πραγματικότητα. Ένα κέλυφος γέρικο. Ένα σπίτι παλιό, σαν το γέρικο σώμα του απέναντι. Και όπως εκείνος κοιτάζει έξω από το παράθυρο, έτσι και το σπίτι αυτό κοιτάζει εμένα. Είναι ζωντανό. Οι τοίχοι με την ταλαιπωρημένη ταπετσαρία με παρακολουθούν μέσα από τα κομμάτια που τους λείπουν, ο ήχος που κάνει το ψυγείο είναι σαν μια ρυθμική αναπνοή με δυσκολίες, το κρεβάτι που τρίζει σε κάθε μου κίνηση είναι σαν να μου θυμίζει ότι δεν είμαι μόνος μου, το καζανάκι που έχει χαλάσει και στάζει, η αποπνικτική ζέστη που βγαίνει από κάθε πλακάκι σαν να δηλώνει ότι υπάρχει κι άλλο ένα σώμα μαζί μου με τις ίδιες ανάγκες και τις ίδιες φθορές. Δεν αντέχει τη ζέστη που πυρώνει τα πάντα. Η φωλιά μου είναι σαν ένας ζωντανός οργανισμός με έναν αδύναμο παλμό που ζορίζεται από το καυτό καλοκαίρι στην Αθήνα. Άλλο ένα καλοκαίρι στην πόλη. Κλείνομαι στο κέλυφός μου για να νιώσω σχεδόν την ασφάλεια της μήτρας. Ξέρω ότι κάνει τα πάντα για να με προστατέψει. Ένας βιολογικός δεσμός με κάθε τι εδώ μέσα. Ένα κέλυφος καταφύγιο. Κάποιες φορές στέκεται περήφανα και με στηρίζει και άλλες φορές με πνίγει και με πιέζει αφόρητα. Ένας μητρικός γόρδιος δεσμός. Κι εκεί πάντα καταφεύγεις για να κρυφτείς από την αλήθεια. Ο απέναντι εξακολουθεί να κοιτάζει στο ίδιο σημείο. Ξημερώνει.

THE SHELL

The man across my flat is at the window and stares. Whenever I look he has the same vacant look lost in the urban backyard. He wears the same white athletic shirt leaving his old shoulders uncovered to get some air. He sets his eyes on something and leaves it there for hours. His own images and thoughts are projected on the same static spot which could be the railings, a dove, the humidity on the wall, the flower pot. Whenever I pull my curtain I will find him there at the opposite window with the same awkward look. I’m on my bed. It’s still dawn, too early. Third night in a row that I can’t sleep. I roll on the bed like an insect being tortured by kids playing in the fields. Heat, stillness, problems, bills that don’t stay by the door but boldly come in, they all choke me. I leave the window open for the first light of the day to get in the room, in my nest. In a safety shell that I have fictitiously created in order to deal with reality. An old shell. An old house like the old man's body across my flat.  And as he looks out of the window the house stares at me in the same way. It is alive. The walls with the worn out wallpaper are watching me through its missing pieces, the sound of the fridge is like a rhythmic respiration facing problems, the toilet flush that’s broken and is leaking, the suffocating heat coming out of each tile stating that there’s another body with me with the same needs and damages. It cannot stand the heat that melts everything. My nest is a living organism in a weak pulse finding it hard to cope with the hot summer in Athens. Another summer in the city. I am sealed in my shell and I almost feel the safety of the womb. I know that it is doing everything to protect me. A biological bond with everything inside here. A shell like a shelter that sometimes proudly stands out and supports me and other times it chokes and pushes me to a point I can’t bear. A maternal Gordian knot. The place you always run to in order to hide yourself from the truth. The man across my flat is still looking at the same spot. The sun is rising.


Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

MADAME ALFRED CARRIERE 3

Η πόρτα άνοιξεΈδωσε βιαστικά λίγα κέρματα που βρήκε στην τσέπη του στον καμαρότο. Ο πιτσιρίκος άφησε τη βαλίτσα κάτω με μεγάλη ανακούφιση και άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά, βάζοντας τα κέρματα στην τσέπη του. Δεν άνοιξε το φως. Συνήθισαν τα μάτια του στην κόκκινη λάμψη που έμπαινε με θράσος από τα νέον γράμματα της πινακίδας κάθετα στο παράθυρο. Το h και το t αναβόσβηναν νευρικά από τη λέξη hotelΚαι η αμηχανία αναβόσβηνε μέσα του. Πιο πολύ όμως η αγωνία.
Ήταν εκεί. Στεκόταν στο παράθυρο και χάζευε τη νύχτα. Ή έκανε πως τη χάζευε. Δε γύρισε όταν άκουσε την πόρτα να κλείνει. Έμεινε εκεί, μια αινιγματική γυναικεία πλάτη στο ημίφως. Είχε τα μαλλιά της αυστηρά πιασμένα σε έναν κότσο. Διέκρινε ένα φόρεμα που αγκάλιαζε το σώμα της. Άναψε τσιγάρο. Στα δαχτυλίδια του καπνού που άρχισαν να σχηματίζονται, μπόρεσε να διαβάσει όλα εκείνα που δε θα του έλεγε ποτέ. Και για όσο κράτησε εκείνο το τσιγάρο προσπάθησε να δει ακόμα και πίσω από τις λέξεις. Τη χάζευε και ήξερε ότι μόλις γυρίσει ή όταν κάνει εκείνος το πρώτο βήμα για να την πλησιάσει ο χρόνος θα αρχίσει να μετράει αντίστροφα. Τα λεπτά θα μετράνε το τέλος της νύχτας. Και όχι μόνο.
Το έσβησε στο μεταλλικό τασάκι που ήταν στο περβάζι, σχεδόν γεμάτο. Γύρισε. Ο χρόνος είχε περάσει αλλά δεν είχε σταθεί πάνω της. Τα μάτια της γυάλιζαν και το βλέμμα της ήταν το ίδιο αινιγματικό όπως τότε. Τον κοίταξε τόσο έντονα που ένιωσε τουλάχιστον απογυμνωμένος από κάθε σκέψη. Πήρε τη βαλίτσα του και άρχισε με αργό βηματισμό να μειώνει την απόσταση μεταξύ τους. Με κάθε βήμα ένιωθε την κάρδια του να πάλλεται όλο και περισσότερο. Στάθηκε απειλητικά κοντά της. Την αγκάλιασε σφιχτά. Δε χρειαζόταν να ειπωθεί τίποτα. Όλα είχαν ακουστεί μέσα από την ανάσα της στο λαιμό του. Ένα αίσθημα λησμονιάς και γλυκιάς επιστροφής. Όλα ήταν έτσι όπως έπρεπε.
Άνοιξε τα ταλαιπωρημένα δερμάτινα λουριά της βαλίτσας. Τα νερά από τις εφτά θάλασσες ξεχύθηκαν με φόρα στο δωμάτιο και το πλημμύρισαν. Έβγαιναν από τις χαραμάδες και τις κλειδαριές, έτρεχαν στη ρεσεψιόν και ερέθιζαν τα πλοκάμια στις τιράντες του Αλφρέδου, κυλούσαν στο δρόμο. Και το νερό συνέχιζε να βγαίνει με παφλασμό χωρίς σταματημό. Έλυσε τα μαλλιά της και τα άφησε στο έλεος της δίνης. Ένα θηλυκό που αφέθηκε στο υδάτινο στοιχείο του. Της σιγοψιθύρισε στο αυτί κάτι που χάθηκε στην ένταση της στιγμής και ένιωσε το σώμα της να λιώνει στην αγκαλιά του λες και το παίρνει ο πρώτος πρωινός αέρας. Τη φίλησε δυνατά. Του είχε λείψει το ζεστό της στόμα. Αυτή τη φορά όμως άφησε τα μικρά της αγκάθια να βγουν κάτω από τη γλώσσα της. Του μάτωναν τα χείλη αλλά δε σταματούσε. Της κατέβασε το φερμουάρ και άφησε το φόρεμα να πέσει στο πάτωμα. Ένιωσε το λείο δέρμα της να σκληραίνει και να τον τυλίγει σχεδόν ασφυκτικά. Το τοξικό άρωμα που έβγαινε από το λαιμό της είχε αρχίσει να τον ζαλίζει. Στις φλέβες της άρχισαν να διαγράφονται οι πρασινωποί μίσχοι της. Τα μακριά της δάχτυλα πλέον κατέληγαν  σε νύχια γαμψά γεμάτα αγκάθια. Έμπαιναν στο δέρμα του καθώς τον αγκάλιαζε όλο και πιο σφιχτά.
Το σκοτάδι τρύπωνε μέσα στο φόρεμά της. Και στο διάφανο στήθος της άνθισε ένα μεγάλο ροζ τριαντάφυλλο.


Τα πέταλα του άνοιξαν  και άπλωσαν στο λαιμό της, στην κοιλιά της. Στα γυμνά της πόδια φύτρωσαν μυτερά φύλλα. Και να που το θηλυκό θαλάσσιο λουλούδι βρισκόταν στο περιβάλλον της και του έδειχνε το πραγματικό της πρόσωπο για πρώτη και τελευταία φορά. Του έδινε όλα όσα του είχε υποσχεθεί και δε σταμάτησε να τον κοιτάει στα μάτια. Περίμενε την κίνηση του. Δε θα μπορούσε να κάνει πίσω αυτή τη φορά. Δεν ήξεραν ποιος είχε πέσει στην παγίδα ποιου αλλά δεν είχε καμία σημασία τώρα πια. Έπαιζαν με τους κανόνες που είχαν ορίσει και θα το έφταναν μέχρι το τέλος.
Τα χέρια του δεν μπορούσαν να πιάσουν το μικρό μαχαίρι που θα τον ελευθέρωνε οριστικά και θα τον έκανε να μείνει πιστός στην αποστολή του. Τον έσφιγγε το κορμί της. Είχε αφεθεί στη δύναμή της. Δεν μπορούσε να αντισταθεί στο ερωτικό της πρόσωπο που τόσο περίμενε και τόσο πολύ τον είχε στοιχειώσει. Έλυσε με δυσκολία τα χέρια του. Το μόνο που έκανε ήταν να της σφίξει το λαιμό που μύριζε νωπό χώμα με όλη του τη δύναμη. Εξακολουθούσε να τον κοιτάζει βαθιά μέσα σταμάτια. Σε μια δυνατή στιγμή οι ανάσες τους ενώθηκαν και άρχισαν σταδιακά να σιωπούν. Ένας άντρας και ένα θηλυκό λουλούδι σε μια τελευταία πράξη αποφασιστικότητας. Είχαν φτάσει στο τέρμα του παιχνιδιού. Κανείς δε θα ήταν ο νικητής. Όπως το ήξεραν από την αρχή, οχτώ παρά τέταρτο χρόνια πριν. Το νερό άρχισε να στεγνώνει στα πατώματα και στους τοίχους, στη σκάλα και στο δρόμο.


MADAME ALFRED CARRIERE 3

The door opened. He gave a few coins he found in his pocket to the groom. The boy let the suitcase down in great relief and started going down the stairs putting the coins in his pocket. He didn’t switch on the light. His eyes got used to the red flash coming boldly from the neon letters of the sign vertically to the window. The h and the t were nervously flashing from the word hotel. So did his awkwardness but mostly his anxiety.
She was there. She was standing at the window gazing the night. Or she pretended to. She didn’t turn her back when she heard the door close. She stayed there, an enigmatic female figure in the twilight. She had her hair strictly tied in a bun. He distinguished a dress that caressed her body. She lit a cigarette. In the smoke rings that started shaping, he managed to read everything that she would never tell him. And for as long as that cigarette lasted he tried to see even through the words. He gazed her and he knew that the minute she would turn around or the minute he would approach her time would start unfolding backwards. The minutes would count the end of the night. And not only that.
She put it out in the almost full metal ashtray at the ledge. She turned around. Time was not so harsh on her. Her eyes were glowing and her look was as enigmatic as it was then. She looked at him so intensely that he felt completely naked from every thought. He took his suitcase and he started reducing the distance between them by walking slowly towards her. In every step he felt his heart beating stronger. He stood by her with a sense of a threat. He held her tight. There was no need for words. Everything was heard through her breath on his neck. A sense of oblivion and sweet return. Everything was like it was supposed to be.
He opened the worn leather straps of the suitcase. The water from the seven seas burst out forcefully and flooded the room. It came out from the cracks and the locks, down to the reception, stimulated Alfred’s tentacleswent down to the street. It continued to splash out without ending. She let her hair down loose at the whirl’s mercyA female in her liquid element. He whispered something lost in the heat of the moment in her ear and felt her body melt in his arms as if it was drifted by the morning breeze. He kissed her hard. He had missed her warm mouth. This time she let her small thorns come out from her tongue.  They bled his lips but he didn’t stop. He unzipped her dress and let it fall on the floor. He felt her smooth skin get hard and tightly wrap him. The toxic scent coming out from her neck had started to make him dizzy. Green stems became visible in her veins. Her long fingers ended in sharp nails with thorns. They inserted his skin as she gradually embracedhim as tight as she could.
Darkness sneaked into her dress. A big pink rose bloomed at her transparent chest.
Its petals opened and were spread on her neck and belly. Pointy leaves grew from her naked legs. And there she was, the female water flower showing him her true face for the first time. It would also be the last. She gave him everything she had promised and couldn’t take her eyes of him. She was waiting for his move. He couldn’t take a step back this time. They didn’t know who had trapped whom but it didn’t matter anyway. They played by the rules they had set and they would make it to the very end.
His hands couldn’t reach the small knife that would definitely set him free and make him stick to his mission. Her body squeezed him and her strength ruled him. He couldn’t resist her sensual part of hers that he had been waiting for so long and had haunted him so much. He set his hands loose with difficulty and the only thing that he did was to squeeze her smelling moist soil neck as hard as he could. She still looked at him deep into his eyes.  In a powerful moment their breathings were united and then gradually began to fade out. A man and a female underwater flower in the last act of determination. They had reached the end of the game. There would be no winner. Like they knew it from the start, a quarter to eight years ago. Water began to dry from the floors, the walls, the stairs and the street.





Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

THE FOUR LANTERNS

Η μέδουσα τον άφησε στην άκρη του δρόμου και γλίστρησε με χάρη στον υπόνομο για να κατέβει πάλι στην υπόγεια φωλιά της. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Βρώμικος αέρας πόλης χωρίς την αλμύρα που ανέπνεε πριν από λίγο. Έρημη τέτοια ώρα, με τους λιγοστούς περαστικούς να είναι τυλιγμένοι στα συνθετικά πανωφόρια τους. Το ξενοδοχείο βρισκόταν στην άκρη της πόλης. Το πρώτο που είχε χτιστεί και για αυτό έφερε και όλα τα σημάδια του χρόνου πάνω του. Είχαν φθαρεί κάποια από τα γράμματα στην νέον ταμπέλα που αναβόσβηνε νευρικά. Αυτή ήταν η πρώτη διαφορά που τον χτύπησε πέρα από μια γενικότερη θαμπάδαπαρακμή και παραίτηση. Σε αυτό έμεναν όλοι οι μοναχικοί ταξιδιώτες που ξέμεναν την αφιλόξενη νύχτα. Τυχοδιώκτες με σκοτεινούς σκοπούς και σχέδια. Προτιμούσαν πάντα το ξενοδοχείο THE FOUR LANTERNS γιατί ήξεραν ότι κανείς δε θα ρωτούσε και δε θα κοιτούσε παραπάνω από όσο έπρεπε. Και εκείνος στο πρώτο του ταξίδι αυτό είχε διαλέξει και όπως τώρα με τη βαλίτσα του είχε σταθεί στην άκρη του δρόμου και είχε βυθιστεί στις σκέψεις του πριν σβήσει το τσιγάρο του και μπει μέσα.
Τα μάτια του συνήθισαν στο χαμηλό φωτισμό. Στη ρεσεψιόν ο Αλφρέδος όπως πάντα. Όπως τον θυμόταν με τις χαρακτηριστικές τιράντες του με τα ζωντανά πλοκάμια χταποδιών. Τους τις είχε χαρίσει παλιότερα ο δήμαρχος της υπόγειας θαλάσσιας πόλης που είχε μείνει πολύ ευχαριστημένος από τη φιλοξενία. Δεν τις έβγαζε ποτέ από πάνω του. Όλοι τον είχαν συνδέσει με αυτές. Τα πλοκάμια τυλίγονταν πάντα στο σώμα όποιου συμπαθούσαν για λίγο, μια μικρή ιεροτελεστία καλωσορίσματος. Δεν ξέφυγε ούτε εκείνος όταν στάθηκε μπροστά στο σκονισμένο γραφείο. Ο Αλφρέδος κουρασμένος και γερασμένος. Τον κοίταξε έντονα κάτω από τα γυαλιά του, σαν να τον περίμενε. Του χαμογέλασε καθώς τα πλοκάμια αγκάλιασαν το σώμα του και τυλίχτηκαν στο λαιμό του για λίγο. Σαν να τον περίμεναν κι αυτά. Λόγια ζεστά για όσο χρειάζεται να σπάσει η αμηχανία. Έριξε μια ματιά στη βαλίτσα του. Ρώτησε για τον Τζακ, αν είναι καλά, είχε καιρό να τον δει. Του έδωσε να υπογράψει στο βιβλίο των επισκεπτών. Του έδωσε και το μεταλλικό κλειδί που είχε σκουριάσει στην άκρη. Φώναξε τον καμαρότο. Ένα παιδαρέλι με φοβισμένο ύφος. Πήρε τη βαριά βαλίτσα του και τον συνόδευσε στις σκάλες. Η φωνή του Αλφρέδου έσπασε σαν κύμα στο πρώτο σκαλί. «Σε περιμένει. Είναι πάνω. Ήρθε για σένα…». Γύρισε το βλέμμα του χωρίς να έχει βρει κάτι να πει. Ο Αλφρέδος τον είχε ήδη βγάλει από τη δύσκολη θέση. Με αφοσίωση κοιτούσε το βιβλίο των επισκεπτών ή έκανε ότι το κοιτούσε. Τον ευγνωμονούσε για εκείνη τη στιγμή.
Ο καμαρότος δυσκολευόταν ιδιαίτερα με τη βαλίτσα του. Την ανέβαζε και με τα δύο χέρια αγκομαχώντας. Το δωμάτιο ήταν στο δεύτερο όροφο. Νο605, πράσινη πόρτα. Σχεδόν ξέπνοος ξεκίνησε να του λέει για το τηλέφωνο που έχει χαλάσει και τις γρίλιες που έχουν κολλήσει και θέλουν ειδικό χειρισμό. Τον έκοψε απότομα. Τα ήξερε όλα αυτά. Είχε ξαναμείνει σε αυτό το δωμάτιο. Είχαν από τότε πρόβλημα οι περσίδες. Μήπως ακούστηκε αγενής στο μικρό; Το μυαλό του ήταν ήδη αλλού. Ήταν ήδη στο δωμάτιο, οκτώ παρά τέταρτο χρόνια πριν.
Σε εκείνη τη μοναδική και τελευταία βραδιά που είχε έρθει να τον βρει εκείνη και του είχε χτυπήσει αυτήν την πράσινη πόρτα. Τότε είχε έρθει στην πόρτα του για μια νύχτα μαζί του. Ένα θαλάσσιο λουλούδι θηλυκό με επικίνδυνες διαθέσεις. Τον είχε αφήσει να τη σφίξει στην αγκαλιά του και να πιστέψει ότι θα μπορούσε να την κάνει δικιά του, αλλά χωρίς το θαλασσινό νερό δε θα μπορούσε να ανθίσει ποτέ στα χέρια του. Δεν τον είχε πειράξει τότε με το θανατερό άρωμα της κι εκείνος δεν τα κατάφερε να τη σκοτώσει όπως ήταν η αποστολή του. Του υποσχέθηκε να του δώσει τη νύχτα αυτή στο επόμενο ταξίδι του. Της υποσχέθηκε να γυρίσει πίσω μόνο για αυτή τη στιγμή. Του ψιθύρισε φεύγοντας ότι μόνο με το νερό από τις εφτά θάλασσες θα μπορούσε να την κερδίσει. Εκείνος δεν τα κατάφερε να το μαζέψει σύντομα. Πάντα κάτι του ξέφευγε. Πάντα κάτι ξεγλιστρούσε. Ο καιρός περνούσε. Εκείνη είχε πληγωθεί. Πίστευε ότι την είχε ξεχάσει. Κι εκείνος θα το ήθελε να τα είχε καταφέρει, να τη βγάλει από το μυαλό του. Έκανε λάθος. Ήξερε ότι θα μπορούσε να τον προκαλέσει.
Ξεκίνησε πάλι να σκοτώνει. Η μυρωδιά της ήταν σχεδόν τοξική και έβγαινε μόνο όταν το ήθελε, από τα μαλλιά της που άφηνε κάτω λυτά και ανέμιζαν είτε στη θαλάσσια πόλη ή όταν ανέβαινε στην επιφάνεια. Το ήξερε ότι εκείνος θα το καταλάβαινε και θα ερχόταν πάλι με την αποστολή να τη βγάλει από τη μέση. Θα κατάφερνε να μπει πάνω από το καθήκον κι αυτή τη φορά; Για να τηρήσει την υπόσχεση τηςτο νερό από τις εφτά θάλασσες το μάζεψε μόνη της και το έκλεισε με δυσκολία στη βαλίτσα. Όταν είχε πάρει τις αποφάσεις της την έδωσε στον Τζακ με την παράκληση να του τη δώσει όταν τον έβλεπε ξανά.
Η στιγμή είχε φτάσει . Ο χρόνος είχε μηδενίσει και είχε ξαναρχίσει από το μηδέν. Τα σκαλιά στη στενή σκάλα λιγόστευαν. Το ίδιο κι η δύναμη του. Για μια στιγμή, που του φάνηκε τουλάχιστον ένας αιώνας, κράτησε την ανάσα του και έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά. Η πόρτα άνοιξε


THE FOUR LANTERNS

The jellyfish left him at the side of the street and it slid gracefully in the sewers in order to get to its underground nest. He took a deep breath. Dirty city air without the saltiness that he was inhaling a while ago. Deserted that late, with the few pedestrians wrapped up in their synthetic anoraks. The hotel was located at the edge of the city. It was the first thereby it carried the signs of aging. Some of the neon letters at the sign blinking nervously had been damaged. That was the first difference that struck him apart from a general blur, decline and resignation. All the lonely travelers that stayed out during the inhospitable night spent their time there. Adventurer con-men with dark goals and plans. They always preferred the hotel THE FOUR LANTERNS because no one would ask or look more than he should. He had also chosen that hotel on his first trip. He had stood at the side of the street with his suitcase, lost in his thoughts before he put out his cigarette and get in, just like he did right now.
His eyes got used to the low lighting. Alfred was at the reception as always. Like he remembered him with his characteristic braces with the live octopus tentacles. The mayor or the underground city had given them as a gift for his hospitality some time ago. He never took them off. Everyone connected him with them. The tentacles always wrapped around the body of each one they liked for a while, a small welcoming ritual. He was not an exception when he stood in front of the dusted desk. Alfred was tired and old. He looked at him intensely behind his glasses, like he was waiting for him. He smiled at him while the tentacles hugged his body and wrapped around his neck for a while. It was like they were waiting for him as well. Warm small talk to break the ice. He looked at his suitcase. He asked about Jack, if he was all right, he hadn’t seen him for a long time. He gave him the guestbook to sign. He also gave him the metal key, a bit rusty on the side. He called the groom. A young boy with a scared look. He took the heavy suitcase and escorted him to the staircase. Alfred’s voice came as a wave and found him on the first step. «She’s waiting for you. She’s upstairs. She came for you…». He turned his look without having a thing to say. Alfred had already put him out of the difficult position. He stared at the guestbook with devotion or so he pretended. He was grateful for that moment.
The groom was having a hard time with the suitcase. He carried it with both of his hands, puffing. The room was at the second floor. Number 605, green door. Almost breathless he started to tell him about the broken telephone and the blinds that were stuck and needed gentle handling. He stopped him abruptly. He knew all these. It wasn’t his first time in that room. The blinds had problems ever since. Did he sound rude to the boy? His mind was already gone. It was already in the room, a quarter to eight years ago.
In that single and last night when she had come to find him and knock on this green door. She had come to his door at that time for a night with him. A female water flower with dangerous moods. She had let him embrace her as tight as he could and let him think that he could make her belong to him, but without the sea water she could never bloom in his hands. She didn’t harm him with her lethal scent back then and he didn’t make it to kill her as his mission was. She promised to give him that night on his next trip. He promised to come back only for that moment. As she left she whispered that only with the sea water from the seven seas could he win her. He didn’t make it. He didn’t collect it on time. There was always something missing. Something slipping. Time was running. She was hurt, thought that he had forgotten her. Something that he would like to manage, to get her out of his mind. She was wrong. She knew that she could provoke him.
She started killing again. Her scent was almost toxic and came out only when she wanted to, out of her hair when she had them loose and waving either at the city of the sea or when she was at the surface. She knew that he would understand it and come back again on the mission to take her out of the way. Would he make it to put himself above the duty this time? To keep her promise, she herself collected the sea water from the seven seas and placed it with difficulty in the suitcase. When she made up her mind, she gave it to Jack asking him to give it to him when he would see him again.
The moment had come. Time had run out and started all over again. The stairs in the narrow staircase diminished. And so did his strength. For a moment that seemed at least a lifetime he held his breath and put the key in the lock. The door opened…





Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ


Τον είχε φέρει εκεί που ξεκίνησαν όλα. Στην πόλη της που ποτέ δεν ήταν σταθερή. Όπως κι εκείνη. Η πόλη κινούνταν ανάλογα με τις διαθέσεις του υπόγειου ρεύματος. Την άφησε να τον πάει εκεί που ήθελε. Δεν είχε νόημα να της φέρει οποιαδήποτε αντίσταση. Όσο το ρεύμα τον έσερνε μέσα από τα υγρά στενά της πόλης, το βλέμμα του έτρεχε. Δεν είχαν αλλάξει και πολλά όλα αυτά τα χρόνια. Οι ίδιες υγρές κολόνες με τα βρύα, τα κίτρινα παλιακά ξεσκέπαστα αυτοκίνητα με τους ιππόκαμπους στο τιμόνι, τα φλούο απειλητικά σαλάχια με τις ηλεκτροφόρες ουρές τους, οι εκτυφλωτικές επιγραφές νέον, οι άνθρωποι με το υποψιασμένο βλέμμα. Η εικόνα της τον περίμενε πίσω από κάθε κλειστό παράθυρο. Σταμάτησε ένα σερνόμενο ταξί με μισοσπασμένα τζάμια για να τον πάει στο μόνο μέρος που ο χρόνος θα είχε σταματήσει.
Το μπαρ του Τζακ βρισκόταν στην άκρη της πόλης. Η πιο σκοτεινή πόρτα με τα πιο σκοτεινά μυστικά. Ιστορίες που μένουν στα ποτήρια και στα γεμάτα τασάκια με τα αποτσίγαρα. Στεκόταν στο βάθος πίσω από τη μπάρα. Ο χρόνος και η νύχτα είχαν γράψει χιλιόμετρα πάνω του. Είχαν γράψει και μια βαθιά φιλία. Σκούπιζε σκυμμένος ένα ποτήρι. Τον αναγνώρισε σηκώνοντας το κεφάλι του. Του χαμογέλασε σφιγμένος και ακούμπησε ένα σκονισμένο μπουκάλι στη μπάρα. Ήξερε ότι ήταν αυτό που έπινε στο προηγούμενο ταξίδι του. Δεν το είχε σερβίρει σε κανέναν από τότε. Του έβαλε τρία θολά δάχτυλα ελαστίνης με τζιν και έμεινε για λίγα λεπτά σιωπηλός. Τόσο όσο χρειαζόταν για να ζεστάνουν και οι δύο συναισθηματικά τις αναμνήσεις τους.
Να φέρουν το παρελθόν στο παρόν. Να φέρουν εκείνη ανάμεσά τους. Τότε εκείνη είχε αποτρέψει τα σχέδια του. Τον είχε μαγέψει και την είχε ερωτευτεί. Είχαν συναντηθεί στο μπαρ του Τζακ και σε ένα λεπτό είχαν ειπωθεί τα πάντα χωρίς ούτε μια λέξη. Εκείνη τους δηλητηρίαζε με το άρωμα της. Εκείνος είχε έρθει από πολύ μακριά  με σκοπό να τη σκοτώσει. Λύγισε στο βλέμμα της. Τον άφησε να ζήσει. Ο Τζακ τους είχε ζήσει. Είχε ζήσει έναν άντρα μοναχικό να μην κάνει τη δουλειά που του έχουν αναθέσει και ένα περίεργο θηλυκό να χάνει τη δύναμη του. Έχασαν και οι  δύο τα πρέπει στα θέλω τους.
Ο Τζακ έλυσε πρώτος τη διαπεραστική σιωπή. Του μίλησε για όλα όσα είχαν συμβεί αυτά τα χρόνια. Τον πρώτο καιρό εκείνη είχε εξαφανιστεί. Την πόνεσε πολύ η απουσία του. Έφυγε μακριά από την πόλη, μακριά από το νερό. Γύρισε πολύ ταλαιπωρημένη και πολύ θυμωμένη. Κρύφτηκε στον αγαπημένο της ακάλυπτο και έμεινε εκεί για λίγο. Ένα βράδυ πέρασε από το μαγαζί. Θαμπή και ανήσυχη. Τον ρώτησε αν ήξερε κάτι για εκείνον, αν τον είχε δει. Το βλέμμα της σκοτείνιασε στην αρνητική απάντηση. Έφυγε βιαστικά. Το ήξεραν και οι δύο. Τα καινούργια θύματα θα υπήρχαν μόνο και μόνο για να του τραβήξουν την προσοχή. Με το άρωμα που έβγαινε από το σώμα της δηλητηρίαζε τους ανθρώπους και τα ψάρια. Όπως παλιά. Έπαιζε το τελευταίο της χαρτί για να τον συναντήσει και πάλι. Ρίσκαρε τη ζωή της για μια νύχτα μαζί του. Όπως κι εκείνος ρίσκαρε τα πάντα για να την ξαναδεί. Ήπιε την τελευταία του γουλιά και πήρε μια βαθιά ανάσα. Είχε βουλιάξει στη λησμονιά. Ο Τζακ έσκυψε κάτω από τη μπάρα. Αυτή τη φορά έβγαλε μία σκονισμένη βαλίτσα με φθαρμένα λουριά που τη συγκρατούσαν με το ζόρι. Του την έδωσε και του έσφιξε το χέρι ζεστά. Εκείνος ανταπέδωσε το χαιρετισμό με συγκίνηση. Ήξερε πολύ καλά ότι τον περίμενε και τον βοηθούσε αυτή τη φορά. Πήρε τη βαριά βαλίτσα και κοίταξε γύρω του. Ήταν η τελευταία φορά που ερχόταν.
Βγήκε στη νύχτα. Άρπαξε μια μωβ μέδουσα που αναδυόταν. Θα τον πήγαινε σε εκείνη. Είχε έρθει η ώρα του Ωρίωνα .