Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ


«Άντε Χάντερ, ντύσου! Θα αργήσουμε», φώναξε ο Τζούλιαν δυνατά. «Δεν καταλαβαίνω γιατί καθυστερείς, τα ρούχα σου τα έχω έτοιμα πάνω στην καρέκλα. Θα έρθουν σε λίγο για τις φωτογραφίες». Ο Χάντερ το τελευταίο δεκάλεπτο κοιτούσε με προσοχή τα ρούχα που του είχε αφήσει ο αδερφός του για να φορέσει. Φέτος το είχε παρακάνει. Είχε διαλέξει ένα φυστικί καρώ σακάκι με σιέλ πουκάμισο και παπιγιόν σε αντίστοιχους τόνους. Ήταν σίγουρος ότι ο αδερφός του, όλο καμάρι, φορούσε τα ίδια ρούχα και τον περίμενε με λαχτάρα έξω από την ξύλινη καλύβα που τους είχαν παραχωρήσει. Ήταν οι επίσημοι καλεσμένοι του φεστιβάλ διδύμων και τους είχαν αναθέσει πρωταγωνιστικούς ρόλους για όλο το τριήμερο. Τα τελευταία οχτώ χρόνια ο Τζούλιαν σχεδόν έσερνε τον αδερφό του σε αυτό τον εξευτελισμό, που ο ίδιος έβρισκε «τόσο εξωπραγματικά χαριτωμένο», σε ένα ξέφωτο στα βάθη του Οχάιο. Το ίδιο το φεστιβάλ, βέβαια, ήταν πολύ δημοφιλές και συγκέντρωνε κόσμο από όλες τις πολιτείες αλλά και από ολόκληρο τον κόσμο. Ειλικρινά, ο Χάντερ δεν καταλάβαινε το λόγο να συγκεντρωθούν και να κατασκηνώνουν τόσα πολλά δίδυμα αδέρφια όλων των ηλικιών για ένα τριήμερο σε ένα δάσος, να φορούν τα ίδια ρούχα για να ξεχωρίζουν και να παίζουν γκολφ, βόλεϊ, να συμμετέχουν σε μια μεγάλη ανούσια παρέλαση και να ποζάρουν για τις άπειρες φωτογραφίες που τους τραβούσαν. Ένιωθε λες και ήταν σε έναν αντιαισθητικό ζωολογικό κήπο και τον περιεργάζονταν συνεχώς στο κλουβί του. Την πρώτη χρονιά αποφάσισε να ακολουθήσει τον αδερφό του έχοντας την περιέργεια και την ελπίδα ότι ίσως αυτή η εμπειρία θα τους έφερνε πιο κοντά. Τα είχε αφήσει όλα πάνω στον Τζούλιαν, ο οποίος το είχε ανακαλύψει και είχε κλείσει τα εισιτήρια, είχε αγοράσει μια μεγάλη σκηνή για να κοιμηθούν, είχε διαλέξει τα ρούχα τους, πιο συντηρητικές επιλογές τότε με ένα ταπεινό μαύρο κοστούμι κι ένα γκρι πουκάμισο, είχε φτιάξει το ημερήσιο πρόγραμμα με τις δραστηριότητές τους. Και για αυτόν ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία να έρθουν κοντά και να γεφυρώσουν το χάσμα που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους μετά το πανεπιστήμιο. Δεν ήταν κάτι τρομακτικά απειλητικό για τη σχέση τους  αλλά, μετά από μια ζωή που έκαναν τα πάντα μαζί με τις ευλογίες των γονέων, ήθελαν λίγο αέρα να αναπνεύσει η σχέση τους. Μαζί στο ίδιο θρανίο, στα ίδια σχολικά πάρτι και τις εκδρομές, στο ίδιο πανεπιστήμιο, μαζί στις διακοπές, αντιμετωπίζοντας την έντονα ανταγωνιστική φύση του Τζούλιαν σε εξαντλητικό βαθμό. Ήθελε πάντα να έχει τους καλύτερους βαθμούς, τους πιο δημοφιλείς φίλους στο προαύλιο του σχολείου, τις πιο όμορφες φιλενάδες. Για αυτόν ήταν ο μοναδικός τρόπος να ξεχωρίζει από τον ολόιδιο αδερφό του.
Όλοι τους μπέρδευαν, ακόμα και οι γονείς τους. Ψηλοί, αδύνατοι με φακίδες, με τον ίδιο τόνο της φωνής και μεγάλα αυτιά. Δύο πανομοιότυπα αγόρια που γίνονταν άντρες με τις εσωτερικές διαφορές τους να μεγαλώνουν κι αυτές μαζί τους. Ο Χάντερ ήταν αδιάφορος για τους βαθμούς και τα πρωτεία. Δεν είχε μπει στην ανταγωνιστική νόρμα του αδερφού του αλλά τον παράσερνε η ορμή του και τον έφερνε εκτός εαυτού πολλές φορές. Δεν είχε πρόβλημα να μένει πίσω από τα φώτα που δημιουργούσε ο Τζούλιαν γιατί εκεί ένιωθε πιο άνετα. Αλλά να, υπήρχαν φορές που ήθελε να τον πληγώσει. Όπως εκείνη τη φορά που παρίστανε τον Τζούλιαν και έφυγε με την ξανθούλα Κάσσιντυ για το βουνό. Η ίδια σίγουρα κατάλαβε τη διαφορά αλλά δεν είπε ποτέ τίποτα. 
Την πρώτη φορά στο φεστιβάλ ο Χάντερ βαρέθηκε και βρήκε όλο αυτό το μασκάρεμα τόσο, μα τόσο μάταιο. Μόνοι τους δεν έμειναν καθόλου σχεδόν, γιατί ο Τζούλιαν είχε βρει τον παλιό του εαυτό και ο ανταγωνισμός ξεχείλιζε από κάθε πόρο του δέρματός του. Ήθελε να βγουν πρώτοι στις παρελάσεις και σε κάθε είδους παιχνίδι και φυσικά στη δημοτικότητα. Τα επόμενα χρόνια τον ζάλιζε για να πάνε. Ο Χάντερ θα αρνιόταν κατηγορηματικά, ο Τζούλιαν θα τον πίεζε, στο τέλος θα καυγαδίζανε και θα περνούσε το δικό του. Ο Τζούλιαν βίωνε κάθε φορά έναν παροξυσμό, ανακάλυπτε το νόημα της ζωής και της ύπαρξής του σε εκείνο το ξέφωτο, ενώ ο Χάντερ πλέον το έβρισκε σαν μια ευκαιρία να λείψει από τη βαρετή δουλειά του στην ασφαλιστική εταιρία. 
«Τελείωνε πια, λες και το κάνεις επίτηδες και καθυστερείς για να μου σπάσεις τα νεύρα», φώναξε ο Τζούλιαν. Η φετινή του επιλογή είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Και μάλλον για αυτό δεν του είχε δείξει νωρίτερα τα ρούχα.  Δεν υπήρχε περίπτωση να γελοιοποιηθεί μπροστά σε τόσο κόσμο με παστέλ χρώματα λες και ήταν καραμέλα στο στόμα ξαναμμένης έφηβης. Άναψε τσιγάρο. Έβαλε το μαύρο του t-shirt και το τζιν του και βγήκε έξω, κρατώντας το παστέλ σύνολο στο χέρι του.
«Είσαι πολύ γελασμένος αν πιστεύεις ότι θα ξεφτιλιστώ με τις ανοησίες σου. Αρκετά! Ως εδώ!», του είπε o Χάντερ σε έντονο τόνο και πέταξε το σακάκι στο χώμα.
Ο Τζούλιαν ξαφνιάστηκε από την αντίδρασή του αδερφού του. Αστραπιαία, όμως, βρήκε την αυτοκυριαρχία του και πέρασε στην επίθεση. 
«Τι ξαφνικό πισωγύρισμα είναι αυτό; Τι έπαθες; Εδώ δεν έχουμε έρθει για τα κοριτσίστικα καπρίτσια σου αλλά μόνο για να κερδίσουμε, όπως κάθε χρόνο. Θα είναι σε λίγο όλοι εδώ για να βγάλουν φωτογραφίες και εσύ κάνεις αυτό που ξέρεις να κάνεις μια ζωή. Κάνεις πίσω, Χάντερ. Τελείωνε λοιπόν, γιατί δεν έχω καμία όρεξη».
Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι μιας καταπιεσμένης έντασης που κρατούσε πολλά χρόνια. Τα ρούχα και το ηλίθιο φεστιβάλ ήταν μόνο η αφορμή. Για τα δύο αδέρφια το να υποκρίνονται μια ζωή μπροστά σε γονείς, δασκάλους και καθηγητές και φίλους και γκόμενες ήταν μια παράσταση ανοχής. Δεν συμπαθούσαν ο ένας τον άλλον και τώρα σαν να τους έκανε κάποιος ένα αόρατο σήμα για να απελευθερώσουν τα πιο σκοτεινά τους ένστικτα. Ο Χάντερ έφτυσε το τσιγάρο του και πλησιάζοντας τον αδερφό του γρύλισε με όλη του τη δύναμη: «Γραμμένες τις έχω και τις φωτογραφίες και εσένα. Σταμάτα να κάνεις το αφεντικό στη ζωή μου». Ο Τζούλιαν άρχισε να γελάει προκλητικά.
« Άντε λοιπόν, τι περιμένεις; Μια ζωή το ήθελες αυτό, να βγεις στην επιφάνεια από την ανυπαρξία σου, αν και αμφιβάλλω αν θα έχεις τη δύναμη για κάτι τέτοιο», είπε σαρκάζοντας. 

Δεν είχε προλάβει να τελειώσει τη φράση του και η γροθιά του Χάντερ προσγειώθηκε στο στόμα του. Το αίμα έβαψε το γέλιο του Τζούλιαν. Οι δύο άντρες πιάστηκαν στα χέρια και οι γροθιές τους χτυπούσαν τυφλά τα σώματά τους. Ο πόνος και η λύσσα τούς έριξε στο χώμα να παλεύουν σαν άγρια ζώα. Δεν μιλούσαν, μόνο έβγαζαν γρυλίσματα από τα βάθη του θώρακά τους. Το χτύπημα του Χάντερ τράνταξε το κεφάλι του Τζούλιαν και ακινητοποιήθηκε σε εκείνη την αιχμηρή πέτρα. Το ίδιο μαρμαρωμένος έμεινε και ο Χάντερ, με κρύο ιδρώτα να τον έχει λούσει, βλέποντας το αίμα να δημιουργεί μια μικρή λιμνούλα  στο πίσω μέρος του κεφαλιού του αδερφού του. Ο πανικός, σχεδόν, τον έπνιξε. Δεν ήταν σίγουρος για το τι είχε κάνει. Δεν ήξερε αν ήταν ζωντανός. Φωνές άρχισαν να πλησιάζουν στο ξέφωτο. Ο κόσμος ερχόταν για να δει τα τιμώμενα δίδυμα αδέρφια για φέτος και, φυσικά,  να τραβήξει φωτογραφίες.

AT THE FESTIVAL


“Come on, Hunter, get dressed! We are going to be late”, Julian cried out. “I don’t understand why it takes you that long, your clothes are on the chair. They will be here any minute for the photographs”. For the last ten minutes, Hunter had a close look at the clothes that his brother had left for him to wear. It was too much this year. He had picked a checkered jacket in the colour of almond with a light- blue shirt and a bow tie in the same hue. He was certain that his brother was proudly wearing the same clothes and was eagerly waiting for him out of the wooden cabin that they had given them. They were the guest stars of the twin festival and they had lead roles for the weekend. For the last eight years Julian almost dragged his brother to this humiliation that he found “so unearthly cute”, at a glade in Ohio. The festival was very popular and gathered people from all the states and from all around the world. Honestly, Hunter could not understand why so many twins of all ages would gather and camp for three days, would wear the same clothes to stand out, would play golf and volley ball, march in a big meaningless parade and pose for the numerous photographs. He felt as if he was in an anti-aesthetic zoo and everyone constantly peered into his cage. He decided to follow his brother the first year in curiosity, hoping that this experience would bring them close. He had let Julian organize it, since he had found out about it, he had booked the tickets, he had bought a big tent for them to sleep, he had chosen their clothes, much more conservative back then with a humble black suit and a grey shirt, and he had planned their daily schedule with the activities. It was a great opportunity for him as well to bridge the gap between them that dated since college. It was not something really threating for their relationship but, after a lifelong activities that they shared with their parents’ blessings, they needed some time off. They were together at school, at the school parties and the excursions, at the university, during the summer holidays, always trying to cope with Julian’s intense antagonistic nature. He always wanted to get the best grades, the most popular friends at the school yard, the prettiest girlfriends. For him, it was the only way to be individualized from his identical brother. 
Everyone got them mixed up, even their parents. They both were tall, thin, with freckles and big ears and with the same tone of voice. Two identical boys who were becoming men with their internal differences growing up as well. Hunter was totally indifferent with grades and any kind of excellence. He was not into his brother’s antagonistic norm but he was carried away by his energy that transformed him into someone else several times. He had no trouble at all staying behind the bright lights that Julian created, because he felt more comfortable there. But there were times when he wanted to hurt him. Like that time when he personated Julian and he ran off with that cute blondie Cassidy to the mountains. She certainly understood the difference but she never said anything. 
The first time at the festival Hunter got bored and found that whole masquerade so futile. They never got to be alone because Julian had found his old self again and the competition was overflowing from every pore of his skin. He wanted them to win at the parades and at every kind of game and in popularity, of course. The following years he insisted on going again. Hunter would refuse, Julian would be persisting, they would fight about it, but in the end Julian would win. Each time, Julian experienced a conniption, he discovered the meaning of life at that glade, while ,on the other hand, Hunter used it as the perfect excuse for get away from his boring job at the insurance company. 
“Come on, move it, you act as if you delay on purpose just to break my nerves”, Julian shouted. His choice this year was outrageous. That is why he hadn’t shown the clothes to his brother earlier. There was no way of humiliating himself in front of all those people in these pastel colours, as if he were a candy in a turned on teenager’s mouth. Hunter lit a cigarette. He put on his black T-shirt and his jeans and he came out of the cabin with the fancy suit on his hands. “You are mistaken if you think that I am going to make a fool out of me with your nonsense. Enough!” he shouted and threw the jacket on the ground. Julian was surprised by his brother’s reaction. Instantly, he regained his self-control and got offensive. 
“What kind of a backslide is this? What’s wrong? We are not here for your girlish whims but for the victory, like every year. Everyone will be here any minute now for the pictures and you do what you do best all your life. You linger, Hunter. So get on with it, because I am not in the mood”.
It was the melon that broke the donkey’s back in a suppressed tension that lasted for so long. The clothes and the silly festival was just an excuse. For the two brothers, a lifelong hypocrisy in front of parents, teachers, professors and friends was just a performance of tolerance. They didn’t like each other and now it was as if someone made an invisible signal to release their darkest instincts. Hunter spat his cigarette on the ground and, as he approached his brother, he growled with all his strength: ‘I don’t give a damn about the photos or you. Stop bossing my life”. Julian started laughing provocatively. 
“Come on, what are you waiting for? You’ve been longing to surpass your non-existence for so long, even though I doubt that you will find the strength to do so”, he said sarcastically.

He hadn’t finished his phrase when Hunter’s punch landed on his mouth. Blood painted Julian’s laughter. The two men thrashed each other. The pain and the rage got them on the ground fighting like wild animals. They didn’t talk, they just let growls from the depths of their chests. Hunter’s punch shook Julian’s head who stood still at that sharp rock. Hunter stood also still with cold sweat running down his spine, as he watched the blood create a small pond at the back of his brother’s head. Panic almost suffocated him. He was not sure of what he had done. He didn’t know if his brother was alive. He heard voices approaching the glade. People stepped close to see this year’s guest of honour twins and, of course, take pictures. 

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

TO ΚΛΕΙΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Είχε γυρίσει στο σπίτι της μάνας του στο χωριό εδώ και ένα χρόνο. Έκλεισε το εργοστάσιο, όπου δούλευε, και είχε ζοριστεί με τα έξοδα στην πόλη. Εδώ υπήρχε ένα άδειο σπίτι τουλάχιστον να τον περιμένει, έστω για ένα διάστημα, μέχρι να δει τι θα κάνει. Είχε να πατήσει το πόδι του από την κηδεία της πρόπερσι την άνοιξη.  Του είχε στοιχίσει και έριξε μαύρη πέτρα πίσω του. Δεν ήθελε να έχει σχέση ούτε με το σπίτι, ούτε με τον τόπο όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια, ούτε με τους ανθρώπους που μεγάλωναν μαζί του.  Του φάνηκε το ίδιο δύσκολο να πάρει την απόφαση και να γυρίσει το κλειδί στην κλειδαριά εκείνο το πρωινό. Το καθάρισε, πέταξε πράγματά της, το αέρισε να φύγει η υγρασία και η κλεισούρα, ξεχορτάριασε τον κήπο που είχε μαραζώσει, επισκεύασε ένα κομμάτι της στέγης που ήταν έτοιμη να πέσει. Έγινε πάλι σπίτι ζεστό. Οι συγχωριανοί του έτρεξαν να τον βοηθήσουν αφού ήταν ο μοναχογιός της Κρυσταλλίας, που όλοι την αγαπούσαν κι ήξεραν τι αδυναμία του είχε. Εκείνος όμως τους κρατούσε σε απόσταση, σαν να ντρεπόταν για την επιστροφή του, σαν να ντρεπόταν που δεν τα κατάφερε στη μεγάλη πόλη, σαν να ντρεπόταν για όλες τις δικές του μικρές αποτυχίες που στα μάτια του φαίνονταν θεόρατες. Δεν ήθελε πολλά πάρε-δώσε μαζί τους και έτσι, για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, έκαναν πίσω. Δεν τον ενοχλούσαν και το ίδιο έκανε κι εκείνος. 
Ο καιρός περνούσε και τα λεφτά του τελείωναν. Στο χωριό δεν είχε ελπίδα ούτε για ένα μεροκάματο. Σαραντάριζε και έπρεπε να πάρει σοβαρές αποφάσεις για τη ζωή του. Όλα του έδιναν την εντύπωση ότι κρέμονταν από μια κλωστή. Το άγχος και η απελπισία τον έτρωγαν και δεν ήταν άνθρωπος να ζητήσει βοήθεια. Ήταν πολύ περήφανος για την προσφορά και τη συγχώρεση. Οι αγωνίες και όλες οι θύμησες τον βασάνιζαν και τον ξαγρυπνούσαν. Ήταν ολόκληρος άντρας και φοβόταν σα μικρό παιδί το μέλλον και τη ζωή του. 
Μέχρι που έγινε κάτι πολύ περίεργο εκείνη τη νύχτα, παραμονή Πρωτομαγιάς. Μετά από μια εβδομάδα έντονης αϋπνίας και πονοκεφάλων ξάπλωσε κουρασμένος και ανήσυχος. Όπως κάθε βράδυ, στριφογύριζε ιδρωμένος με όλες τις σκέψεις του να τον κυνηγούν. Άκουσε ένα μικρό χτύπο στο παράθυρο και σηκώθηκε αλαφιασμένος. Το άνοιξε. Δεν είδε κανέναν. Καθώς το έκλεινε, άκουσε ένα βόμβο και κοίταξε χαμηλά στο περβάζι. Ένα έντομο που έμοιαζε με χρυσόμυγα βρισκόταν εκεί στο ασβεστωμένο πεζούλι και πάλευε σαν να είχε τσακωθεί με τα φτερά του. Πάλευε λες και ήθελε να τα ξεκολλήσει από το ιριδίζον σώμα του. Όσο το  χάζευε, θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια. Μαζεύονταν όλα τα παιδιά τα μεσημέρια του καλοκαιριού στην πλατεία του χωριού και έπαιζαν μέχρι να τα φωνάξουν για φαγητό και για ύπνο οι μανάδες τους. Όταν έβρισκαν χρυσόμυγες, το πόσο τις βασάνιζαν δε λεγόταν. Τις έδεναν με σπάγκους κι έριχναν χώματα και πέτρες, τις φυλάκιζαν σε μικρά μεταλλικά κουτιά για να τις ακούνε να βουίζουν με αγωνία. Ο ίδιος τις φοβόταν όσο τίποτα στον κόσμο. Τον τρόμαζε το απόκοσμο χρώμα τους αλλά προσπαθούσε να μην το δείξει στα άλλα παιδιά και τον κοροϊδέψουν. Έτσι, ήταν ο μόνος που πάντα του ξέφευγαν αλλά έπρεπε να τις χαζεύει ως έπαθλο στα χέρια των βασανιστών τους και να υποκρίνεται ότι προσπαθεί κι εκείνος να πιάσει τόσες. Μεγάλος στην πόλη δεν έβλεπε χρυσόμυγες και η φοβία αυτή είχε μείνει στο πίσω μέρος του μυαλού του, ξεχασμένη. Εκείνο το βράδυ όμως η ξεχασμένη αυτή αίσθηση της απειλής γύρισε μέσα του και έκανε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά. Κι όταν το συνειδητοποίησε αυτό, έγινε το πιο αλλόκοτο πράγμα. Η χρυσόμυγα άρχισε να μεγαλώνει. Ο κορμός της όλο και φούσκωνε και ο βόμβος γινόταν όλο και πιο ζωηρός. Πήγε να κλείσει το παράθυρό αλλά είχε ήδη βάλει το μισό της σώμα και ετοιμαζόταν να ανοίξει τα φτερά της που όλο και μεγάλωναν και σε λίγο θα ξεπερνούσαν το δικό του μπόι.  
Μπήκε πετώντας και κουλουριάστηκε στο ξύλινο πάτωμα χωρίς να σταματάει το ρυθμικό της βόμβο.  Ένιωθε την ανάσα του να βγαίνει με δυσκολία. Αν έβλεπε όνειρο, ή καλύτερα εφιάλτη, σίγουρα ήταν πολύ ρεαλιστικό. Στεκόταν ακίνητη μπροστά από το παράθυρο και τον χάζευε, σαν να τον περιεργαζόταν. Κι  εκείνος με τη σειρά του έκανε το ίδιο σε μια προσπάθεια επικοινωνίας με ένα ον εξωπραγματικό και βγαλμένο από τους παιδικούς του εφιάλτες. Αν κατάφερνε να του ξεφύγει, δε θα τον πίστευε κανείς για αυτήν την περιπέτειά του. Τα ανοιχτά της φτερά  πετάριζαν συνέχεια σαν να ετοιμάζονταν για μια πτήση μέσα στο χώρο. Σχεδόν έφτανε το ύψος του και το χρυσαφένιο της χρώμα γυαλοκοπούσε στο νυχτερινό φως. Κι αν ήταν και αυτή τόσο τρομαγμένη όσο και αυτός; Aν είχε μπει, άθελά της, σε έναν κόσμο που δε γνώριζε; Αν ήταν όλα μια παραίσθηση από την παρατεταμένη αυπνία και κούραση; Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για τίποτα. Δεν μπορούσε να υπολογίσει το χρόνο που είχε περάσει. Και οι δύο, πέρα από τον τρόμο και το σοκ, έμοιαζαν να υπολογίζουν τις δυνάμεις τους. Ο ίδιος ένιωθε σιγά σιγά πιο ζωντανός από ποτέ. Τον είχε πλημμυρίσει μια αίσθηση απίστευτης ενέργειας. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό σαν να είχε ξορκίσει όλους τους φόβους και τις ανασφάλειές του. Ένας παιδικός του ξεχασμένος εφιάλτης βρισκόταν απέναντί του με απρόβλεπτες διαθέσεις και ο ίδιος είχε ξεχάσει όλα τα βάρη που τον κρατούσαν σκυμμένο. 

Ήξερε ότι έπρεπε να δράσει αστραπιαία. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήδηξε πάνω στη ράχη της και πιάστηκε άγαρμπα από τα φτερά της. Μάλλον κι η χρυσόμυγα σαν να περίμενε αυτό το σάλτο του και πέταξε από το μισάνοιχτο παράθυρο στη νύχτα. 

THE CLOSED WINDOW


A year had passed since he had returned to his mother’s house at the village. The factory, where he worked, closed and he had hard times with his expenses back at the city. At least, in the village, an empty house was waiting for him for as long as he needed it, till things got sorted out. The last time he was here was three years ago, in the spring at his mother’s funeral. He couldn’t deal with it so he decided not to return. He didn’t want to have any connection with his house, nor the place where he had spent his childhood, nor the people with whom he grew older. It was difficult enough for him to turn the key in the keyhole that morning. He cleaned it, threw away her things, opened the windows for the damp, weeded out the garden, repaired a part of the roof that was about to collapse. He turned it into a home. His fellow villagers came to help him since he was Crystallia’s only son, whom everyone loved and knew how much she adored her son. He kept them in a distance, as if he was ashamed of his return, as if he was ashamed that he didn’t make it in the big city, as if he was ashamed of all his small failures that looked huge to him. He didn’t want to connect with them, so they receded and there were no more misunderstandings. They didn’t bother him and so did he. 
Time went by and his money ran out. In the village he didn’t have a chance for a day job. He was turning forty and he had to make serious decisions about his life. Everything was so fragile. Anxiety and despair were his routine and he was too proud to accept any offer or forgiveness. The memories kept him awake and tortured him. He was a grown man but he was afraid of the future and his life like a small boy. 
And then on that May Day Eve the most peculiar thing happened. After a long week of insomnia and headaches, he went to bed tired and edgy. Like any other night, he twirled in the bed sweating with all his thoughts hunting him. He heard a noise at the window and he got up really upset. He opened it. He saw no one. As he closed it, he heard a buzz and looked down at the sill. An insect that looked like a green may beetle was there and fought as if it had a quarrel with its feathers. It fought as if it wanted to separate them from the rest of its iridescent body. While he watched it, he remembered his childhood. All the children gathered at the square of the village during those long summer afternoons and they played until their mothers would call them for dinner and a nap. When they found green may beetles, they really tortured them. They tied them with cords, they threw dirt and stones at them, they would trap them in small metal boxes just to hear them buzz in despair. He was really afraid of them. He was scared of their eerie color but he tried not to show it to the other kids because they would make fun of him. So, the beetles would escape from him in a magical way but he would have to look at the other insects at the hands of their torturers and of course pretend that he himself was trying to catch as much. Αs a grown up in the city he never say green may beetles, so this phobia of his stayed at the back corners of his mind. But on that night, the forgotten sense of threat returned in him and made his heart beat like a drum. And the minute he realized it, the most intriguing thing happened. The insect started growing bigger. Its abdomen started swelling and the buzz was stronger. He tried to close the window but it had already put half of its body inside the room and it was about to spread its wings that were about his own size. 
It entered the room and fell on the wooden floor without stopping its rhythmic buzz. He felt his breath coming out with great difficulty. If that was a dream, or nightmare in this case, it sure was realistic. The beetle stood in front of the window without moving and stared at him, as if it examined him. He did the same thing in an attempt to communicate with an unreal creature, coming right out of his childhood nightmares. If he ever succeeded in escaping, no one would ever believe him. Its wings flapped as if it was about to fly in the room. It almost reached his height and its golden color glittered in the night. What if it was as scared as he was? What if it accidentally entered a world unknown to it? What if everything was an illusion as a result of the insomnia? He could not be certain of anything. He couldn’t tell how much time had passed. Both of them, apart from the fear and the shock, looked like they estimated their own strength. He gradually felt more awake and alive than ever. He was overwhelmed by that immense sense of energy. For the first time in a long time, it was as if he had exorcised all of his fears and his insecurities. A forgotten childish nightmare was standing in front of him in an unpredictable mood and he had totally forgotten all the burden that locked him down. 

He knew that he had to act immediately. Without a second thought, he jumped on its abdomen and awkwardly grabbed its wings. The green May beetle must have been waiting for his move and flew from the open window into the night.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

ΦΕΛΙΣΙΤΥ & ΦΛΥΝ

Τον έλεγαν Φλυν και είχε φακίδες. Την έλεγαν Φελίσιτυ και είχε ένα κενό στα μπροστινά της δόντια. Ήταν πολύ ψηλός, πολύ λεπτός και θα μπορούσε να είναι ένα μοναχικό κυπαρίσσι στην άκρη ενός δάσους. Ήταν μικροκαμωμένη με ατίθασα μαλλιά και θα μπορούσε να είναι φύκι να το παρασέρνει το νερό. Βλέπονταν κάθε μέρα. Ο Φλυν ήταν ένας από τους καμαρότους. Η Φελίσιτυ ήταν μία από τις καμαριέρες. Δούλευαν στο ίδιο ξενοδοχείο, στο πεντάστερο Βακασιόν, «το κόσμημα της λουτροπόλεως», όπως καυχιόταν ο διευθυντής του. Οι βάρδιές τους συνέπιπταν. Θα τον χάζευε όταν συνόδευε τους πελάτες με τις βαλίτσες τους στο ασανσέρ και πάντα είχε το βλέμμα του χαμηλά. Λες και μετρούσε τις ψηφίδες του μωσαϊκού και είχε μάτια μόνο για αυτές. Κι όμως. Θα τη χάζευε όταν περνούσε από τους διαδρόμους, κρατώντας τα σεντόνια για το πρωινό άλλαγμα. Χτυπούσε τις πόρτες διακριτικά, σχεδόν με ένα φόβο. Ο χαιρετισμός τους ήταν ένα νεύμα στιγμιαίο και νευρικό. Ο διευθυντής δεν ήθελε αβρότητες μεταξύ των εργαζομένων. Διατηρούσε ένα αυστηρό περιβάλλον εργασίας και όλοι έπρεπε να ακολουθούν τους κανόνες του. 
Δεν ήξερε τίποτα άλλο για αυτόν. Ερχόταν με το ταλαιπωρημένο του ποδήλατο κάθε πρωί και το πάρκαρε πίσω από τα γήπεδα τένις. Αργά το απόγευμα έφευγε, μάλλον για την πόλη, με τον ίδιο τρόπο. Τον τελευταίο καιρό ήθελε να του χαρίσει κάτι, για να τη θυμάται, για να του ξυπνήσει μια σπίθα μέσα του. Κάτι όμορφο, σαν όλα αυτά που έβρισκε στα κομοδίνα των δωματίων, όπου έμπαινε για να συμμαζέψει και να αλλάξει σεντόνια. Έβρισκε χρυσά ρολόγια, ασημένιες θήκες με επαγγελματικές κάρτες, δερμάτινα πορτοφόλια. Ήταν πολύ εντυπωσιακά αλλά φανταζόταν ότι εκείνος θα ενθουσιαζόταν με κάτι πιο απλό. Με ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα, για παράδειγμα, σαν και αυτά του κυρίου Φρεντερίκ στο δωμάτιο 603. Δεν ήταν τα κλασικά σοβαρά που φόραγαν οι τραπεζίτες και τα στελέχη αλλά δύο ασημένια γουρουνάκια. Την έκαναν να χαμογελάει κάθε μέρα. Πάντα έβρισκε στο κομοδίνο του ένα με δύο ζευγάρια, παρατημένα, σαν να μην τα νοιαζόταν, να τα θεωρούσε δεδομένα. Δεν ήταν έτσι όμως. Αν ο κύριος Φρεντερίκ δεν τα εκτιμούσε, σίγουρα ο Φλυν θα το έκανε. 
Δεν ήξερε τίποτα άλλο για αυτήν. Δεν ήξερε καν τι ώρα έπιανε βάρδια. Πάντα την έβρισκε εκεί, να πηγαινοέρχεται στα δωμάτια ή, άλλες φορές, να βοηθάει στην αίθουσα του πρωινού με το σερβίρισμα του καφέ. Φαινόταν στα μάτια του τόσο μικρή και εύθραυστη, τόσο ακατάλληλη για αυτό που έκανε. Τον τελευταίο καιρό ήθελε να της χαρίσει κάτι. Κάτι όμορφο και θηλυκό, σαν και αυτά που έβλεπε να φοράνε  οι  κυρίες που περίμεναν το ασανσέρ μαζί του για να τους ανεβάσει τις βαλίτσες στο δωμάτιο. Κοσμήματα πολύτιμα που έλαμπαν, χτενάκια με πολύτιμους λίθους που στόλιζαν τα μαλλιά, κασμιρένια παλτό που τις κρατούσαν ζεστές και εκείνα τα αρώματα που γέμιζαν ανοιξιάτικα λουλούδια τη διαδρομή μέχρι τους ορόφους τους. Φανταζόταν, όμως, ότι πάνω της θα ταίριαζε περισσότερο ένα σάλι για να χαϊδεύει διακριτικά το λαιμό της, όπως αυτό το μεταξωτό της κυρίας Φριντμίλα στο 306. Του είχε κεντρίσει την προσοχή γιατί ήταν βαθύ μπλε με μωβ σκούρο. Έμοιαζε σαν τη θάλασσα που χύνεται στη νύχτα. Τον μαγνήτιζε το χρώμα και φανταζόταν ότι πάνω στο λαιμό της θα ήταν σαν αλμυρό, νυχτερινό φιλί.Τις τελευταίες πέντε μέρες, που την πετύχαινε στο ασανσέρ ή στους χώρους του ξενοδοχείου, δεν μπορούσε να βγάλει το βλέμμα του από πάνω του. Μια πονηρή ιδέα του είχε μπει στο μυαλό και πάλευε με τη συνείδησή του για να τη διώξει. Ήταν βέβαιος ότι η κυρία Φριντμίλα δε θα έδινε σημασία, αν μια μέρα απλά δεν έβρισκε το σάλι της. Σίγουρα θα υπέθετε ότι το είχε ξεχάσει κάπου και δε θα το αναζητούσε ποτέ ξανά, όταν αγκάλιαζαν το λαιμό της τόσο φανταχτερά κοσμήματα και το σώμα της πανάκριβες γούνες. Το δικό της σάλι όμως θα αγκάλιαζε το λαιμό της Φελίσιτυ και θα του έδινε την ψευδαίσθηση ότι ήταν τα δικά του δάχτυλα που τον άγγιζαν. 
Όλα έγιναν σε ένα μισάωρο το πρώτο πρωινό του Απριλίου. Μετά από τρεις εβδομάδες προβληματισμού, ο καθένας είχε καταστρώσει το σχέδιό του και το εφάρμοσε χωρίς δισταγμό. Όταν σερβιρίστηκε το πρωινό, η Φελίσιτυ ανέβηκε για να στρώσει τα κρεβάτια και τρύπωσε τα μανικετόκουμπα στην τσέπη της. Ο Φλυν, με μια επαγγελματική δεξιότητα, τράβηξε απαλά το σάλι από το τακούνι της κυρίας Φριντμίλα, που είχε μπλεχτεί όταν της έπεσε από το λαιμό, καθώς μπήκε στο ασανσέρ φορτωμένη με ψώνια. Η ίδια δεν κατάλαβε τίποτα, προς στιγμήν μάλιστα πίστεψε ότι ανατρίχιασε γιατί κρύωνε πολύ εκείνο το πρωί. Τρύπωσε το σάλι στην τσέπη του. Τα μανικετόκουμπα έκαιγαν στα χέρια της. Ήταν η πρώτη φορά που ξεπερνούσε τα όρια της ηθικής. Την έκαιγαν να του τα δώσει με κάποιο τρόπο. Το σάλι το ένιωθε σαν νερό που κυλάει και θα χαθεί μέσα από την τσέπη του. Ήταν η πρώτη φορά που έκανε κάτι παράνομο και κάτι τόσο τολμηρό. Ήθελε να της το δέσει στο λαιμό  πριν στερέψει από θάρρος. 
Η πρώτη φορά που έμειναν μόνοι τους ήταν δύο ώρες μετά στο γραφείο του διευθυντή. Παραδόξως και κόντρα στην ισχυρή τους πεποίθηση για το αντίθετο, οι ιδιοκτήτες των αντικειμένων κινητοποιήθηκαν μόλις αντιλήφθηκαν την απουσία τους. Η κυρία Φριντμίλα είχε ένα ιδιαίτερο δέσιμο με το εν λόγω σάλι γιατί ήταν της μητέρας της και για αυτήν ήταν ένας τρόπος να τη θυμάται. Για τον κύριο Φρεντερίκ πάλι, ήταν το πρώτο δώρο που του είχε χαρίσει η γυναίκα του και τα αγαπούσε πολύ, παρόλο που τα είχε πεταμένα στο κομοδίνο του λες και ήταν ένα σκουπιδάκι του δρόμου. Με εντολή της διεύθυνσης, έγινε έλεγχος σε όλο το προσωπικό και, καθώς δεν είχαν προλάβει ακόμα να τα χαρίσουν στο πρόσωπο που τους ενέπνευσε να τολμήσουν κάτι τέτοιο, βρέθηκαν στις τσέπες τους. Ο διευθυντής ήταν ανάστατος όταν ξεκίνησε να τους μιλάει. Υπήρξαν η «ντροπή του ξενοδοχείου, αυτού του κοσμήματος της λουτροπόλεως», και τους ρώτησε αν ήταν συνεργοί. Ψέλλισαν πως ο καθένας είχε ενεργήσει μόνος του. Η έκπληξη ήρθε όταν τους ρώτησε για ποιο λόγο το έκαναν. Δεν είχαν δώσει κανένα δικαίωμα μέχρι τώρα και ο ίδιος ήταν  πολύ ευχαριστημένος από τη δουλειά τους. Ο Φλυν, μετά από ένα λεπτό σιωπής, σχεδόν ψιθυριστά είπε: «Ήθελα να στο χαρίσω», γυρνώντας προς το μέρος της. Η Φελίσιτυ κοκκίνισε και είπε απλά: «Kι εγώ». Ίσως να ειπώθηκε και κάτι ακόμα αλλά σαν να το πήρε ο αέρας και να το έβγαλε έξω από το ανοιχτό παράθυρο. 

Απολύθηκαν την ίδια στιγμή, αφού επέστρεψαν τα αντικείμενα της αρπαγής στους ιδιοκτήτες τους. Ο διευθυντής του ξενοδοχείου προσπάθησε να δικαιολογήσει την κατάσταση μιλώντας για τη δύναμη του ανοιξιάτικου έρωτα και έστειλε από ένα καλάθι με ακριβά κρασιά και λουλούδια στον κ. Φρεντερίκ και την κυρία Φριντμίλα για να σκεπάσει το πρωτοφανές σκάνδαλο της κλοπής. Ο Φλυν, σφίγγοντας το ποδήλατό του και τα δόντια του από οργή, περίμενε τη Φελίσιτυ στην πίσω πόρτα του ξενοδοχείου. Η ντροπή ξεχείλιζε από κάθε πόρο του δέρματός του αλλά εκεί στο βάθος έκαιγε και ένας ενθουσιασμός για να γυρίσει πίσω στην πόλη. Μαζί της. Η Φελίσιτυ, βγαίνοντας με δακρυσμένα μάτια, κοντοστάθηκε και τον κοίταξε. Κρατούσε σφιχτά το παλτό της στα χέρια. Η νύχτα έπεφτε γλυκά και σκέπαζε όλα τα παραστρατήματα. Χωρίς να ειπωθεί τίποτα μεταξύ τους, ξεκίνησαν τη διαδρομή προς το κέντρο της πόλης. Η άνοιξη είχε τρυπώσει για τα καλά. 

FELICITY & FLYNN

His name was Flynn and he had freckles. Her name was Felicity and she had a space between her front teeth. He was very tall, very thin and he could be a lonely cypress at the end of the forest. She was small with wild hair and she could be seaweed carried away by water. They saw each other every day. Flynn was one of the grooms. Felicity was one of the maids. They worked in the same hotel, in the five-star Vacation, “the jewel of the spa town”, as its manager bragged. Their shifts coincided. She would gaze him when he escorted the clients with their luggage at the elevator and he always looked down. It was as if he counted the mosaic and had eyes only for it. On the contrary, he would gaze her when she walked by the corridors, holding the sheets for the morning change. She discretely knocked on the doors, almost with a sense of fear. Their greeting would be an instant and nervous nod. The manager did not want courtesies between the employees. He maintained a strict working environment and everyone had to obey his rules. 
She didn’t know anything else about him. Each morning he would come with his worn bicycle and he would park it behind the tennis courts. He would leave late in the afternoon, in the same way, probably heading for the center of the town. Lately, she wanted to make him a present, so that he would remember her, so that a sparkle would ignite in his heart. She wanted something pretty, like the things she found on the bedside tables of the rooms, where she entered to clean and change the sheets. She found gold watches, silver business card holders, leather wallets. They were really impressive but she thought that he would be excited with something simpler. With a pair of cufflinks, for instance, like the ones that Mr. Frederick had in room 603. They were not the serious ones that bankers and managers wore but they were two silver pigs. They made her smile every day. She always found a couple of them abandoned on the bed side table, as if he didn’t care for them, as if they were for granted. It was not true though. If Mr. Frederick didn’t appreciate them, she was certain that Flynn would. 
He didn’t know anything else about her, not even what time she started her shift. He always found her there, coming and going to the rooms or helping serve the coffee at the breakfast room. She seemed so small and fragile, so unsuitable for what she did. Lately, he wanted to make her a present, something beautiful and feminine, like the ones the ladies wore who were waiting with him the elevator in order to carry their bags to their rooms. Glittering jewelry, hairnets with semi-precious stones, cashmere coats keeping them warm and those perfumes that filled the air with spring flowers up to their floors. He imagined, though, that a shawl would be better for her, to discreetly caress her neck, like the one that Mrs. Fridmilla had in room 306. He had noticed it because it was deep blue with dark purple. It looked like the sea that empties into the night. The color triggered him and he imagined that it would be like a salty, night kiss on her neck. The last five days, when he bumped into her in the elevator or the corridors, he couldn’t take his eyes off it. A sneaky idea had got into his mind and he fought with his conscience to get rid of it. He was certain that Mrs. Fridmilla would not mind if one day she simply did not find her shawl. She would surely assume that she had forgotten it somewhere and she would not look for it again, when her neck was hugged by impressive jewelry and her body with expensive coats. Her shawl, though, would caress Felicity’s neck and he would have the illusion that his fingers were doing that. 
It all happened in thirty minutes on the first morning of April. After three weeks of thinking, each one had a plan and executed it without any hesitation. When breakfast was served, Felicity went to make the beds and sneaked the cufflinks in her pocket. Flynn, with a professional skill, gently pulled the shawl out from Mrs. Fridmilla’s heel that got mixed in her shoe, as it fell from her neck entering the elevator. She didn’t notice a thing, in fact she thought that her chill was due to the cold that morning. He sneaked the shawl in his pocket. The cufflinks were burning in her hands. It was the first time that she had crossed her moral limits. She wanted to give them to him desperately. He felt the shawl flow like water in his pocket. It was his first time to do something illegal and so bold. He wanted to put it on her neck before he lost his courage. 
The first time they were all alone in a room together was two hours later in the manager’s office. Despite what they believed, the owners of the objects they stole immediately realized their absence. Mrs. Fridmilla had a special bond with that shawl, as it belonged to her mother and it was a way to remember her. As for Mr. Frederick, they were the first gift from his wife and he was extremely fond of them, even though he left them on the side table as if they were garbage. The stuff was thoroughly searched and, because they didn’t have the time to give the objects to the person of such inspiration, they were found in their pockets.  The manager was very upset when he started talking to them. They both were the “disgrace of the hotel, that jewel of the spa town”, and he asked them if they were accomplices. They mumbled that they had acted on their own. The surprise came when he asked them the reason. They were very discreet until now and he was very satisfied with their work at the hotel. Flynn, after a moment of silence, almost whispered: “Ι wanted to make you a present”, turning to her side. Felicity blushed and simply answered: “Me too”. Maybe something else was said but it felt as if the wind took it out of the open window. 
They were both fired that very moment, after returning the swag to its owners. The manager tried to make an excuse by using the force of love and spring and he sent a basket with expensive bottles of wine and flowers to both Mr. Frederick and Mrs. Fridmilla to cover the unspeakable scandal of the theft. Flynn waited for Felicity at the back door of the hotel, gritting his teeth, feeling angry. Shame filled each pore of his skin but there was also a hidden enthusiasm to return to the city. With her. Felicity, with wet eyes, came out and looked at him. She held her coat tightly. The night fell in a mellow way and hid all the misfortunes. They started walking towards the city, silently. Spring was here to stay. 


Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΦΩΣ ΣΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ

«Μη φοβηθείς, θα υπάρχει πάντα ένα φως», άκουσε την ταραγμένη φωνή της μητέρας της και μετά ένιωσε τη βαλίτσα να κλείνει. Όντως, το φως έμπαινε από τη μικρή τρύπα που υπήρχε πάνω δεξιά, κοντά στο φθαρμένο λουρί που την συγκρατούσε. Αν τέντωνε το κεφάλι της ίσως μπορούσε να δει τι γινόταν εκεί έξω. Προς τα παρόν, προσπαθούσε να τιθασεύσει τα δάκρυά της πάνω στη χοντρή  ζακέτα που της είχαν φορέσει. Ήταν ένα μικρό κορίτσι σε μια βαλίτσα που ετοιμαζόταν να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι. 
Οι γονείς της ετοίμασαν τη βαλίτσα του παππού με κάποια από τα πράγματά της. Έβαλαν στις γωνίες  την αγαπημένη της κούκλα, που την έβαζε κρυφά στην τσάντα του σχολείου και την είχε πάντα μαζί της και τις φωτογραφίες που είχαν τραβήξει από τα προπέρσινα της γενέθλια στον κήπο. Είχε έρθει κι η θεία Σάιμα με τον ξάδερφό της Τζοράμ και έπαιζαν όλο το απόγευμα. Τη θυμόταν αυτή τη μέρα και στη φωτογραφία φαίνεται αναψοκοκκινισμένη από το κυνηγητό. Οι μεγάλοι έπιναν λεμονάδα και μιλούσαν σε πηγαδάκια και εκείνη έτρεχε με τις φίλες της και τα ξαδέρφια της. Φαινόταν  ξέγνοιαστη και μάλλον ευτυχισμένη. Στο κέντρο της βαλίτσας υπήρχε ένα κενό. Σε αυτό θα κουλουριαζόταν, σα μικρή γάτα, και θα έμενε όσο κρατούσε το ταξίδι, μαζί με το παγουράκι της γεμάτο νερό και ένα σακουλάκι αμαμούλ  με χουρμάδες. Της είχε υποσχεθεί ο πατέρας της ότι μόνο εκείνος θα κρατούσε τη βαλίτσα.
«Μα πού θα πάμε;» είχε ρωτήσει τρομαγμένη.
«Πρέπει να φύγουμε γιατί εδώ πλέον δεν είμαστε ασφαλείς. Τις νύχτες όταν έρχεσαι και τρυπώνεις στο κρεβάτι μας γιατί ακούς τα κανόνια, όπως τα λες,  τρέμεις σαν το φύλλο. Πρέπει να κάνουμε ένα  ταξίδι και, όταν περάσουμε  μια μεγάλη θάλασσα, τότε θα σταματήσεις να φοβάσαι», της είπε ο πατέρας της. 
«Μα γιατί πρέπει να είμαι στη βαλίτσα;» αναρωτήθηκε με παράπονο.
«Θέλω να κάνεις εσύ το δικό σου ταξίδι και όταν περάσουμε τη θάλασσα θα μου το διηγηθείς. Ίσως μια μέρα σου πούμε και εμείς το δικό μας».
Και κάπως έτσι ξεκίνησαν εκείνο το πρωί, μόλις που είχε αρχίσει να χαράζει. Τρύπωσε στη βαλίτσα και αφέθηκε στη μεταφορά της, νιώθοντας τη σιγουριά του πατρικού της χεριού στο χερούλι. Το φως έμπαινε και σκόρπιζε τη ζέστη και μια νότα αισιοδοξίας ότι όλα θα πάνε καλά. Ήταν σαν να βρίσκεται στην κοιλιά ενός περίεργου κήτους που τρανταζόταν και έφερνε αλλοιωμένους όλους τους ήχους. Η μικρή, εγκλωβισμένη σε εκείνη την πρωτόγνωρη μήτρα ενός άλλου δούρειου ίππου, αγκαλιά με την κούκλα της, προσπαθούσε να αφουγκραστεί τον έξω κόσμο. Αφουγκραζόταν τα βήματα του πατέρα της πάνω στο δρόμο, πάνω στις πέτρες και στα χώματα. Κουβέντες όπως: «Πρόσεχε εδώ, είναι απότομα», ή « θα σταματήσουμε σε λίγο, όχι εδώ», ήταν και οι μόνες που άκουγε.Το βήμα στην αρχή ήταν ζωηρό, γεμάτο ενέργεια. Όσο το φως έγερνε, όπως και η μέρα, έτσι έγερνε και το βήμα. Γινόταν αργό και βάραινε. Οι γονείς της περπατούσαν και την οδηγούσαν έξω από το παιδικό της δωμάτιο, έξω από την πόλη της και τον κόσμο της αθόρυβα, ήσυχα, αλλά με μια ένταση εκκωφαντική.  Όσο κι αν ήθελε να δει τι γίνεται έξω, δεν κατάφερνε να τεντώσει το κεφάλι της σε τόσο περιορισμένο χώρο.  Το περιεχόμενο της βαλίτσας ήταν ο μικρόκοσμός της. 
Το δικό της ταξίδι ήταν μοναχικό αλλά ήδη είχε διανύσει με το δικό της τρόπο πολλά χιλιόμετρα. Κρατώντας σφιχτά την κούκλα της, πέρασε από ένα τσίρκο και ελευθέρωσε τους αλυσοδεμένους ελέφαντες. Την πήραν στη ράχη τους και την οδήγησαν στο σπίτι τους, στα βάθη του μαγεμένου δάσους και τη βοήθησαν να σκαρφαλώσει στα δέντρα. Θα ενθουσιαζόταν ο πατέρας της με τις περιπέτειές  της  μόλις τελείωνε το ταξίδι τους. Ο ήλιος χάθηκε και το κρύο έμπαινε από το άνοιγμα. Το βήμα του πατέρα της γινόταν όλο και πιο αργό. Και το δικό της όμως τώρα είχε χάσει την ενέργειά του. Ο άνεμος τη χτυπούσε στο πρόσωπο καθώς περπατούσε στο χιονισμένο βουνό στη δίνη της  χιονοθύελλας. Έπρεπε να μη μείνει πίσω γιατί οι υπόλοιποι ορειβάτες ήταν πολύ πιο μπροστά και δεν ήθελε να χαθεί με την κούκλα της στο λευκό τρομακτικό τοπίο. Μεγάλη αγωνία περνούσε αλλά ήταν σίγουρη ότι θα τα κατάφερνε. Ο ταραγμένος ύπνος της μπέρδεψε περισσότερο τα πράγματα γιατί βρέθηκε ξαφνικά στο βυθό μιας λίμνης, κολυμπώντας με μια παρέα χρυσόψαρα με τεράστιες ουρές που μπλέκονταν στα μαλλιά της και γαργαλούσαν τη μύτη της. Το φως ερχόταν και έφευγε. Ο πατέρας της κρατούσε σταθερά τη βαλίτσα και περπατούσε αποφασιστικά στο δικό του μονοπάτι προς έναν καινούργιο κόσμο. Κάποιες φορές άκουγε τη φωνή της μητέρας της να της μιλάει τρυφερά. Ο χρόνος είχε πάρει άλλη διάσταση. Ξεδίπλωνε και τυλιγόταν πάλι στα χέρια της, όπως εκείνο το παιχνίδι ελατήριο, που την ξετρέλαινε όταν ήταν ακόμα πιο μικρή. 
Κατάλαβε ότι το ταξίδι έφτανε στο τέλος του, όταν ένιωσε να λικνίζεται με τη θάλασσα. Με ανακούφιση αγκάλιασε σφιχτά την κούκλα της και αφέθηκε στην παλινδρομική κίνηση του νερού, που  πάντα έχει τον τρόπο να επιβάλλεται στην αγριάδα και στους φόβους. Ήθελε τόσο πολύ να δει τους γονείς της! Αυτή τη φορά ήθελε να περπατήσουν παρέα το μονοπάτι στο καινούργιο. Ο ύπνος πρέπει να ήρθε, γαλήνιος αυτή τη φορά.

Τα  νύχια της χώθηκαν στο δέρμα της κούκλας καθώς  το νανούρισμα  της θάλασσας άρχισε να γίνεται όλο και πιο άγριο με τα πρώτα νερά να τρυπώνουν στη βαλίτσα. Ήταν σίγουρη ότι ο πατέρας της θα της άνοιγε και θα την έπαιρνε αγκαλιά να μη φοβάται. Όμως, δεν το έκανε. Πανικοβλήθηκε. Τα νερά συνέχιζαν να μπαίνουν με τρομακτική ταχύτητα. Η θάλασσα αγρίευε. Σκοτάδι και νερό παντού. Άρχισε να ουρλιάζει. Δεν μπορεί, κάποιος θα την άκουγε να της ανοίξει. Με τα μικρά της χέρια άρχισε να χτυπάει τα τοιχώματα για να μπορέσει να ελευθερωθεί. Η βαλίτσα γέμιζε νερά και απόγνωση. Όχι, δεν μπορούσε να την ανοίξει. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Τι είχε συμβεί; Πού ήταν οι γονείς της; Το ταξίδι σταματούσε απότομα εδώ; Tης υποσχέθηκαν έναν καινούργιο κόσμο  μετά τη μεγάλη θάλασσα. Δεν υπάρχει τίποτα λοιπόν; Έκλεισε τα μάτια της και, λίγο πριν τα νερά γεμίσουν τα ρουθούνια της, είδε από τη χαραμάδα της βαλίτσας το τεράστιο κήτος να πλησιάζει. Το αναγνώρισε. Είχε βρεθεί στην κοιλιά του ξανά.  Ίσως το ταξίδι της να άρχιζε πάλι από την αρχή.